Περισσότερο κι από τους ηθοποιούς, ζηλεύω τους μουσικούς. Τους ζωγράφους πάλι καθόλου: οι ζωγραφοί έχουν έναν τρόπο που εγώ δεν έχω κι αυτό είναι όλο.
Αλλά τους μουσικούς τους φθονώ: πλάθουνε κόσμους χωρίς να χρειάζονται για υλικό λέξεις και νοήματα, σχήματα και χρώματα, ή μορφές και πλαστικούς όγκους.
Οι μουσικοί είναι μάγοι: επιτάσσουν ήχους, επικαλούνται ρυθμούς σαν να ‘ναι πνεύματα και τελώνια για να πλάσουν από το τίποτα τον κόσμο ολόκληρο και κόσμους που δεν ξέρουμε ακόμα ότι είναι δυνατοί. Είναι μάγοι και σαμάνες οι καριόλες κι οι καριόληδες: καβαλάνε τον δαίμονα, ήμερο σαν άλογο σοφό ή άγριο σαν τίγρη, και φεύγουν.
Όταν μεγαλώσω, αφού μουσικός δεν θα γίνω, θέλω να γίνω μουσική.
Αλλά προς το παρόν από μουσική τίποτα: μουρμουρίζω φάλτσα ριφάκια των AC/DC ή προσπαθώ να καταλάβω τι διάολο κάνει η ορχήστρα στο πρώτο μέρος του 2ου κοντσέρτου του Λιστ και πώς ακριβώς το κάνει.
Ή γιατί ακόμα θυμάμαι καταποντισμένους καθεδρικούς 24 χρόνια μετά. Αλλά από μουσική δεν ξέρω.
Κάθομαι στο κλαβιέ λοιπόν για να γράψω, γεμάτος από φθόνο της μουσικής· άλλωστε παλιότερα κλαβιέ λέγανε και του πιάνου, κλαβιέ και το πληκτρολόγιο.
Το κεφάλαιο «Καρλ Μαρξ» στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας του Ράσελ είναι ίσως από τα ωραιότερα του βιβλίου. Το ίδιο το κεφάλαιο δεν πρόκειται να ευχαριστήσει ούτε τους ορθόδοξους μαρξιστές ούτε τους αντιμαρξιστές, όμως στο τελευταίο μέρος του προχωρεί με επιχειρήματα από την ιστορία της Φιλοσοφίας στη συστηματική αναίρεση και κατεδάφιση της λεγόμενης «θεωρίας» των δύο «άκρων».
Ο Ράσελ θεωρεί τον κλασικό φιλελευθερισμό παιδί του Λοκ και τον (σταλινικό!) σοσιαλισμό παιδί του Μαρξ. Αναγνωρίζει τις ορθολογικές καταβολές και των δύο κοσμοθεωριών όπως και τον εμπειρικό και επιστημονικό χαρακτήρα τους, παρότι διαφέρουν ριζικά σε επίπεδο πολιτικής πράξης. Σημειωτέον ότι αυτές τις δύο κοσμοθεωρίες τις αντιπαραθέτει ρητά με τον φασισμό και τον ναζισμό, τους οποίους χαρακτηρίζει αντιορθολογικούς και αντεπιστημονικούς: παιδιά του Ρουσσώ, του Φίχτε και του Νίτσε.
Αν και το κεφάλαιο για τον Μαρξ είναι γραμμένο το 1943, ωστόσο μέσα σε αυτό ο Ράσελ εξηγεί γιατί δεν παίζει ρόλο στην κατάταξη των συστημάτων το ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός είναι τα πολιτικά συστήματα των τότε Συμμάχων — όπως θα περίμενε κανείς από ένα τίμιο στοχαστή.
Ωστόσο υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων, που τοποθετεί τον φασισμό και τον ναζισμό κατέναντι του σταλινισμού ή και της αριστεράς εν γένει: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο φασισμός και ο ναζισμός εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό ακόμα κι όταν σκουραίνουνε γι’ αυτούς τα πράγματα.
Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.
Ακόμα και αν κάποιος θεωρεί άκομψους τέτοιους παραλληλισμούς, θα παραδεχτεί ότι ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Με άλλα λόγια, όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε.
Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο βαθιά υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός «άκρα δεξιά», παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).
Ο φασισμός στην Ελλάδα
Πρώτον: ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων είναι φασίστες κανονικότατοι, οι οποίοι κρύβονταν μέχρι πρόσφατα στο εκάστοτε δεξιό κόμμα (αλλά και στο ΠΑΣΟΚ). Η ιστορική συγκυρία που εδραίωσε τον φασισμό στην Ελλάδα ήταν η δεκαετία του ’40: υπήρξαν άνθρωποι που ως δοσίλογοι-συνεργάτες πέρασαν κατά τον Εμφύλιο στη λεγόμενη εθνική παράταξη φυσικά και αβίαστα, μέσα από μια διαδικασία που εδραίωσε τη θέση και την ευμάρειά τους με τα λεφτά του σχεδίου Μάρσαλ, των καταληστευμένων Εβραίων της Σαλονίκης κτλ. Άλλωστε, αποναζιστικοποίηση δεν υπήρξε ποτέ. Ο φασισμός δεν ηττήθηκε ποτέ στην Ελλάδα και γιατί εφαρμόζει σχεδόν στεγανά πάνω στην ιδρυτική εθνική ιδεολογία του ελληνικού κράτους, ιδεολογία ιδιαιτερότητας κι ανωτερότητας.
Κι έτσι, ο φασισμός το ’46 δικαιώθηκε και μετά κυβέρνησε με προσχηματικό κοινοβουλευτισμό, ενώ το ’67 εγκατέλειψε τα προσχήματα. Την Επταετία — μόλις 15-20 χρόνια μετά τον Εμφύλιο — αναπαρθενεύθηκε η ηγεμονία του. Ταυτόχρονα, το σχολείο ύφαινε τον γνωστό πέπλο με το ελληνοχριστιανικό (αργότερα ‘ελληνορθόδοξο’) στημόνι και το πολιτικοκοινωνικά συντηρητικό υφάδι. Τον πέπλο που μας κουκούλωσε.
Ο φασισμος λούφαξε το ’74 μέχρι να φορέσει την προβιά της «ελληνορθοδοξίας», της «ιδιοσυστασίας» και άλλων cozy ιδεολογημάτων που τον έκαναν εύπεπτο στην αμερικάνικη εποχή μας, ενώ πάντα στα πράγματα βρίσκονταν πολλοί δοσίλογοι κι η παρέα τους, δίπλα-δίπλα με κάποιους αριστερούς του ΠΑΣΟΚ μετά το ’81.
Δεύτερον: ο φασισμός ως ιδεολογία, και οι νοοτροπίες και πρακτικές που εκπορεύονται από αυτόν, είναι νομιμοποιημένος στην ελληνική κοινωνία. Ο φασισμός είναι ανεκτός ακόμα και από όσους δεν τον ασπάζονται. Θυμηθείτε λ.χ. τη συμπαράσταση απέναντι στον Μελίστα (φονιά του Μ. Καλτέζα), τις αντιδράσεις στις καταλήψεις του ’91 (και τη χαρακτηριστική μακροθυμία απέναντι στους δολοφόνους του Τεμπονέρα, που ήτανε «κομματόσκυλο που φυτίλιαζε τα παιδιά»), τη θηριώδη στάση απέναντι στους Αλβανούς μετανάστες, τη χαρακτηριστική ευκολία με την οποία το «μακεδονικό» εξελίχθηκε από τίποτα στο «κατ’ εξοχήν εθνικό μας θέμα», την παραδοσιακή εχθρότητα απέναντι στις μειονότητες και στη διαφορά, τον εναγκαλισμό με τον αυταρχισμό και την καταστολή ακόμα και εκ μέρους αντικρατιστών νεοφιλελεύθερων.
Ο αυταρχισμός, το ιδανικό της κλειστής κοινωνίας, η πατριαρχία, ο τοπικισμός και ο απομονωτισμός, η κοινωνική ανθρωποφαγία είχανε πάντοτε έρεισμα ακλόνητο στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, η επιθετική, απάνθρωπη και τοξική έκφραση που τους δίνει ο φασισμός, έχουν ένα κοινό εκεί μεταξύ 10 και 20%, καθώς και την ανοχή πολλών περισσότερων. Θυμηθείτε για παράδειγμα τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, με αποκορύφωμα τα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες.
Όπως λέει και ο Θεοδωρίδης, όποιος μιλάει για (οποιαδήποτε) ηγεμονία της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία, επειδή το ’81-’85 έκανε τρέντι την εικονογραφία της το ΠΑΣΟΚ, μάλλον βλέπει πολύ επιλεκτικά τον κόσμο γύρω του. Άλλωστε, ο κόσμος που στήριξε και στηρίζει τον φασισμό και τις εκάστοτε παραφυάδες του δεν έχει απαραιτήτως οικονομικά οφέλη: αν τάισε κάποιος μαζικά την Ελλάδα, και δη την επαρχία, αυτός ήταν ο Παπανδρέου μεταξύ ’81 και ’89.
Συνοψίζοντας, το ήθος της ελληνικής κοινωνίας είναι πλειοψηφικά φασιστικό όταν
εναγκαλίζεται τον (όποιο) Ηγέτη και
προσκυνάει την Φυλή και το Πεπρωμένο — οπως και να τα ονομάζει, π.χ. Γένος κι Έθνος ή Ιστορία και Παράδοση και
έχει φετίχ με την ετεροκανονικότητα και την πατριαρχία και
πιστεύει στην οικογένεια ως θεσμό και στον Στρατό και την Ορθοδοξία ως αφηρημένες έννοιες σχεδόν και
παθιάζεται με το (αφηρημένα) εθνικό ενώ περιφρονεί το συλλογικό και μισεί κάθε αντικουλτούρα, στην ελληνική περίπτωση οποιοδήποτε ήθος που δεν διαμορφώνει εθνικά υποκείμενα και που δεν δικαιώνει το «αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει με τίποτα».
Ο φασισμός δεν είναι πολιτικό σύστημα, είναι ιδεολογία που θα βρεί τον τρόπο της να εκφραστεί. Δεν ταυτίζεται γενικά κι αόριστα με τον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό, αλλά ούτε και περιορίζεται στα χιτλερικά δόγματα τραμπούκων εγκληματιών.
Εκατοντάδες χιλιάδες φασίστες;
Προκύπτει λοιπόν ότι στον φασισμό και στον νεοναζισμό εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ψηφοφόροι αναγνωρίζουν κάτι οικείο, κάτι που δούλεψε στο παρελθόν: μια πιο αγέρωχη εκδοχή της εθνικής μας ιδεολογίας και της μυθολογίας που θεμελιώνει το ελληνικό κράτος και το ελληνικό έθνος. Αναγνωρίζουν το παραμύθι της συνέχειας, της επιμονής, της καθαρότητας (κουτσά στραβά) και της πεφωτισμένης καθοδήγησης εκ μέρους Μεγάλων Ιδεών, Θεσμών και Ηγετών. Ενδεχομένως αυτό το αίσθημα οικειότητας είναι στρεβλό, αλλά η Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε ένα κράτος «θεμελιωμένο στην εργασία», όπως η ούνα-φάτσα-ούνα-ράτσα γείτονες.
Δεν ισχυρίζομαι ότι ο ενστερνισμός του φασισμού, του εμέσματος και της διάρροιας του ευρωπαϊκού πνεύματος, δεν σε καθιστά σκουλήκι αυτομάτως. Λέω ότι οι χρυσαυγίτες, για να μείνουμε στους ες το φανερόν λεγομένους φασίστες, από τους ηγέτες τους μέχρι κάτι πιτσιρίκες που ζωγραφίζουνε σβάστικες με μολύβι ματιών πάνω στις πλατφόρμες τους, είναι παιδιά της εποχής μας: απολίτικοι ακτιβιστές. Το κυριότερο: δεν είναι ακραίοι, ρε αδερφέ: μια χαρά ευθυγραμμίζονται με τις ελίτ και τα διευθυντήρια όταν η περίσταση το απαιτεί. Κανονικοί άνθρωποι σαν κι εμάς είναι, γαλουχημένοι με εθνική ιδεολογία μέσα σε ένα σχολείο εθνικό, τέκνα ή εγγόνια ενός αιώνα στον οποίο οι Έλληνες φασίστες δεν κακόπεσαν ακριβώς. Οι μαχητικοί από αυτούς είναι οι γνωστοί στρατόκαυλοι, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκοι, νταβατζήδες και φονιάδες.
Δεν λέω ότι όλοι οι απολίτικοι ακτιβιστές είναι φασίστες, όσο επιβλαβής και αποπροσανατολιστικός κι αν είναι ο ρόλος τους. Λέω ότι οι ναζί μας μπορεί μεν να είναι βδελλυροί κι ηθικοί αυτουργοί σε εγκλήματα — υπενθυμίζω ότι η ιδεολογία του φασισμού είναι το μίσος και ότι οι δράσεις του η δικαίωση της ψυχοπάθειας, αλλά είναι τελικώς απολίτικοι. Όπως οι δοσίλογοι προπάτορές τους, όπως οι χουντικοί γονείς τους: τελικά ενδιαφέρονται για την τάξη, την κυριλέ καλοπέραση και την καθαριότητα, όχι για τα μεγαλεία της φυλής που πρεσβεύουν· κόπτονται για την ασφάλεια του μικρόκοσμού τους, όχι για το σάπιο πολιτικό σύστημα κτλ. Όσοι δεν ελπίσαν απλώς να τη βολέψουν, δηλαδή.
[Περιλαμβάνει αποσπάσματα από εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ.]
Ο Αυτομέδων είχε το πιο κωμικό όνομα του κόσμου. Έτσι πίστευε, και κάθε τι γύρω του ενίσχυε την πεποίθησή του. Δεν ήξερε κανέναν άλλο να λέγεται έτσι. Επίσης, κυκλοφορούσε με ένα όνομα που κανείς δεν ξέρει να κλίνει: «αυτή είναι δουλειά του Αυτομέδων, όχι δική μου», έσκουζε η αδερφή του. «Θα βγούμε με τον Αυτομέδων». Οι γονείς του δεν θέλησαν με τίποτα να του δώσουν υποκοριστικό, π.χ. Μέδης, Άκης, Μέδοντας. Εκεί, ολόκληρο: Αυτομέδων. Μόνον οι φιλόλογοι στο σχολείο χαιρόντουσαν, αλλά να σε καμαρώνουν οι φιλόλογοι είναι χειρότερο από το να σε βλέπουν τα κορίτσια μόνον ως φίλο, που είναι καλύτερο από το να είσαι αλλού γι’ αλλού και να νομίζουνε πως τα φλερτάρεις (είναι τριαντάρης ο Αυτομέδων, στο τσακ πρόλαβε την έκφραση, ο ίδιος θα έλεγε «πως τους την πέφτεις»).
Ήτανε πάντως λιγάκι τυχερός — ναι, μη με βάζετε να επαναλαμβάνω το όνομά του — γιατί γεννήθηκε μια γενιά πριν τη γενιά που οι Έλληνες γονείς αποφάσισαν μαζικά να σταματήσουνε να δίνουν εύχρηστα και χρηστικά ονόματα στα παιδιά τους. Αυτή η επόμενη γενιά ήτανε πλασμένη με Αρχαία στο σχολείο, ένα μάθημα που τους άνοιξε την όρεξη για ελληνικούρα και παράδοση αλλά που παρέμενε παταγωδώς ανεπαρκές στο να τους δώσει τα φόντα να τις στηρίξουν ερμηνευτικά. Γλυτώσαμε από πολλούς Γιώργους, Γιάννηδες, Κωστάδες, Ελένες και Μαρίες· πράγματι. Ταυτόχρονα πήξαμε στους Ιωάννηδες και στους Κωνσταντίνους, αλλά μικρό το κακό. Από δίπλα όμως μας ήρθαν οι Μιχαήλ-Άγγελοι, μαζί κι οι Ιωάννηδες-Χρυσόστομοι, οι Παύλοι-Σοφοκλήδες, οι Μάριοι-Παναγιώτηδες, οι Θαλήδες-Φώτιοι, πολλοί Φοίβοι, οι Παρμενίωνες, Ανεμπόδιστοι κι Ελπιδοφόροι, οι Ιόλες κι οι Νεφέλες κι οι Διοτίμες και οι Αρτεμισίες. Και κάποιος Δίων, άκλιτος επίσης. Κι έτσι ο κολλητός μου δεν ήτανε πια μόνος.
Μεγάλωνε λοιπόν και έπιασε δουλειά γιατί δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Ναι, αφού μπορώ ακόμα να ελιχθώ, μη με βάζετε να πω το όνομά του. Το ότι δεν έπαιρνε τα γράμματα απογοήτευσε σύσσωμο το σόι του που, όπως πρέπε να έγινε αντιληπτό, ήταν υπερλόγιοι, λάτρεις της παράδοσης και ευρωκομμουνιστές που γλύστρησαν σταδιακά προς τον Στέφανο Μάνο. Ο ίδιος πάντως θεωρεί πως οι υπερλόγιοι φτιάχνουνε τον δικό τους κόσμο και πάνε και τον κατοικούν έχοντας την εντύπωση ότι είναι ανεβασμένοι σε κάποιον στύλο ώστε να βλέπουν τον πραγματικό κόσμο από την καλύτερη δυνατή γωνία: άνωθεν. Το μόνο που βλέπουν όμως είναι η πίσω αυλίτσα της κοσμάρας τους. Τον Αυτομέδοντα (δεν γλύτωσα τελικά) πάντοτε τον ενδιέφεραν τα απλά πράγματα: η απλή μουσική, οι απλές σχέσεις, τα απλά βιβλία (διαβάζει πολύ), οι απλές λύσεις και οι απλές μέθοδοι. Λογιστής έγινε.
Βεβαίως, όπως θα σας πει κάθε ψυχαναλυτής που σέβεται και τιμά την αμοιβή του, παύουμε να γινόμαστε κι αρχίζουμε να είμαστε τη στιγμή (ή την εποχή, θα σας γελάσω) που τοποθετούμε τους γονείς μας σε μια ωραία πρακτική θέση κάπου μέσα μας: ούτε σε βάθρο ή πάνω στο θυσιαστήριο, ούτε στην κοιλιά της αβύσσου, ούτε στις πίσω μας σελίδες. Έτσι λένε. Ο φίλος μου ο λογιστής όμως κυκλοφορούσε σφραγισμένος σαν μοσχάρι με ένα όνομα που δεν ήτανε πιο κωμικό από το «Αλέξανδρε-Βασίλειεεεεε» αλλά δεν έπαυε να είναι η γραφή των γονιών του πάνω του, μια γραφή που δεν μπορούσε να αθετήσει. ‘Οταν έμαθε ότι υπάρχει οδός Αυτομέδοντος στο Παγκράτι, κάθετος στη Βασ. Κωνσταντίνου είναι, πήγε και την περπάτησε και την έβγαλε και φωτογραφίες. Αλλά και τότε ένιωσε να αγαναχτεί που τον έβγαλαν όπως τον έβγαλαν. Αν τον ονόμαζαν Στάλιν, θα μπορούσε τουλάχιστον να το κάνει Στέλιος.
Έγινε λοιπόν λογιστής γιατί του άρεσαν οι ισοσκελισμένοι ισολογισμοί, οι απλές λύσεις και οι απλές μέθοδοι. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό του — ναι ξέρω ότι θα σπεύσετε να συμπεράνετε πως αυτά που λέει στον εαυτό του σχετίζονται με το θεματάκι που υπαινίχθηκα, το άχτι αυτό που είχε ή έχει στους γονείς του. Μπορεί. Μπορεί και όχι. Γιατί μη φανταστείτε ότι ο ήρωάς μας με το άγαρμπο όνομα, ο Ανανιάδης, ο λογιστής των απλών πραγμάτων, έχει καμμιά μαύρη ζωή ή τίποτε χοντρά θέματα. Μια χαρά πέρναγε. Και ωραίος άντρας, εντάξει, όχι κανας γόης των σοσιαλμήντια, απλώς ωραίος· και λογιστής: στην Ελλάδα δεν θα πεθάνει ποτέ αυτή η δουλειά και εγώ, ο αφηγητής σας, τους λογιστές τους σέβομαι και τους τιμώ, όπως ο Καβάφης την Ελληνική Πολιτεία, δηλαδή από μακριά αλλά τους σέβομαι και τους τιμώ. Και έχει και φίλους, κανονικούς. Και μια χαρά όλα.
Αλλά ξέρω πως καραδοκείτε να ακούσετε το αλλά. Είμαστε εθισμένοι στο αλλά. Εντάξει, τι είναι ο αφηγητής παρά μεσάζοντας. Και τι τον θέλεις τον μεσάζοντα, την άκρη, παρά για να σου φέρει το πράμα που θες εκεί που το θες και όπως το θες. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Ο Αυτομέδων Ανανιάδης, λογιστής, είναι ωραίος άντρας, έχει και φίλους κι είναι μια χαρά άνθρωπος. Να μη σας πω ότι ψιλογυμνάζεται κιόλας κι ότι του αρέσει η βότκα (ακριβώς επειδή είναι απλό ποτό), αλλά το βασανο κι ο θρίαμβός του είναι ότι μυαλό και πούτσος βρίσκονται σε απευθείας σύνδεση κι αλληλεπίδραση. Αν δεν ανάψει το μυαλό δεν ανταποκρίνεται το σπογγώδες το όργανο. Αν η έδρα της νόησης εγκρίνει, ο φαλλός θα ακολουθήσει εργαζόμενος δουλικά και με συνέπεια. Και ούτω καθεξής: αν λαγνικώς πληρούται κι αν εκστασιάζεται, ο νους κι η κρίση θα ακολουθούν πιστά και με τάξη. Είπαμε: απλές μέθοδοι κι απλές λύσεις. Κι αυτή η απλή λύση κυβερνάει τη ζωή του κι έτσι πορεύεται ο Ανανιάδης μας κι έτσι έκανε σχέσεις· και έτσι πριν τα 34 χρόνια του, τα οποία κλείνει σήμερα, παντρεύτηκε και διαζεύχτηκε δις, κάτι που δεν περιμένεις από Έλληνα, παρά από κάτι ημιχίππηδες Αμερικάνους και μουρλές Αμερικάνες Κολλεγίου που έτρεξαν στο Βέγκας με ψυχαδερφή και soulmate τους ή με αγαπητικό βαρβάτο και διαβασμένο.
Του έστειλα χτες λοιπόν και του λέω τα εξής: Μεγάλε, «Αυτομέδων» θα πει «κύριος του εαυτού μου». Είναι γαμάτο το ονοματάκι σου τελικά: κύριος κι αφέντης της αφεντιάς σου. Θα σε δω αύριο.
Γελάτε με το ύφος μου στην προσωπική μου αλληλογραφία, αλλά είμαι χαλαρός στις κατ’ ιδίαν επικοινωνίες. Όντως όμως τον είδα στο πάρτυ του σήμερα, δηλαδή χτες, αφού τώρα πια είναι Σάββατο. Ήταν απασχολημένος όλη μέρα με τον ΕΝΦΙΑ και κουτούλαγε από την κούραση, οπότε εκεί πριν τα μεσάνυχτα το διαλύσαμε. Βέβαια στο κουτούλημα συνεισέφερε κι ότι ήπιαμε εφτά νοματαίοι μισό βυτίο Russki Standart παγωμένη. Με τηγανητά πελμένι. Στο μαγαζάκι της Νίνας στην Καλλιθέα. Ναι, τώρα σας γράφω μάλλον μεθυσμένος, αλλά τουλάχιστον γύρισα σπίτι με ταξί, οπότε ναι, μαλακίες δεν κάνω.
Φεύγοντας από της Νίνας, τον βάλαμε οι υπόλοιποι σε ένα ταξί. Δηλαδή όχι όλοι οι υπόλοιποι γιατί ο Τάσος είχε βγει νοκάουτ μισή ώρα νωρίτερα κι είπε να περπατήσει μέχρι τον Ηλεκτρικό. Η διεύθυνση που τον άκουσα να δίνει στον ταρίφα με ξένισε. Δεν πήγε σπίτι του. Πήγε στο σπίτι του μεγάλου του έρωτα, που τα είχαν μεταξύ των δύο γάμων («Μεσοβασιλεία» την αποκαλώ, αντί για Βασιλική, κι ο φίλος μου τσαντίζεται). Άρα επαληθεύεται για ακόμη μια φορά ότι ο εραστής της απλότητας και των απλών λύσεων και λογιστής στα πρακτικά είναι πρακτικός αλλά στα υπόλοιπα είναι σκέτο όραμα, ελευθεριακός δεοντισμός κι αέρα πατέρα.
Η Βρετάνη ήταν ο πρώτος προορισμός εκτός Ελλάδος. Μια χώρα καταπράσινη και παχειά, που μύριζε βροχή, τηγανίδια, παλιά ξύλα, μουστάρδα ντιζόν και μακρινή αλμύρα.
Όταν πήγαμε την πρώτη εκδρομή στο Mont St. Michel και στο Saint Malo, τη μαύρη πολιτεία των ναυτών και της μαρινιέρας που πλούτισε από το δουλεμπόριο, ξεραμε ότι βρισκόμασταν στη Νορμανδία. Κοίταγα απέναντι μέσα στη θολούρα της Μάγχης πασχίζοντας να πειστώ ότι βλέπω την Αγγλία, εκεί όπου ήξερα πως βρίσκεται το πεπρωμένο μου. Ούτε την Αγγλία έβλεπα όμως, ούτε καν τα Αγγλονορμανδικά νησιά, μόνο τον τάφο του Σατωβριάνδου, για τον οποίο ξέρω ότι ήταν ποιητής και ότι είναι δρόμος κοντά στην Κάνιγγος. Ήξερα πάντως τότε πως η θάλασσα με χώριζε από το δικό μου μέλλον. Θα μπορούσα να διασχίσω τη Μάγχη, αλλά δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα.
Η δευτερη εκδρομή ήτανε στη νότια Βρετάνη, στο Carnac με τα μενίρ του. Αγωνιούσα να δω τον Ωκεανό για πρώτη φορά. Τον είδα. Δεν έμοιαζε με κάτι διαφορετικό, δεν μου φάνηκε πιο απέραντος ή πιο υπερβατικός κι αχανής από το Νότιο Αιγαίο. Απογοητεύτηκα· αυτό λοιπόν είναι το απέραντο ποτάμι που ζώνει τον κόσμο; Αποφάσισα να κοιτάξω πέρα από τον κόσμο, να πω «προς τα εκεί είναι η Αμερική». Γρήγορα κατάλαβα πως κοίταγα νότια, προς τη Βισκάια.
Μπήκαμε στο αμάξι και φτάσαμε στο Quimperon. Ο Ωκεανός παρέμενε εξίσου οικείος κι ολωσδιόλου εντυπωσιακός. Στράφηκα δυτικά: μετά από αυτές τις αχανείς — όπως λένε, δεν τις έβλεπα έτσι — χέρσες εκτάσεις νερού ήταν η Αμερική. Θα την πάταγα δέκα χρόνια μετά, σχεδόν κυνηγημένος και πάντως σε πλήρη σύγχυση.
Όμως εκεί στη Βρετάνη στάθηκα στην άκρη του κόσμου για πρώτη φορά. Δεν το ήξερα τότε αλλά έμαθα επίσης ότι πρέπει να στέκομαι, όσο αντέχω και με ό,τι έχω, και στο όριο και στο πέρασμα.
Στo Νύχτα και Ομίχλη του Ρεναί το βασικό θέμα δεν είναι «γιατί έγινε το Ολοκαύτωμα», είναι ότι μπορεί κάλλιστα να επαναληφθεί. Η ταινία είναι πανίσχυρη κι αχώνευτη ακριβώς και γιατί δεν περιγράφει το Ολοκαύτωμα ως κάτι που δεν θα επαναληφθεί ποτέ, ίσα ίσα ισχυρίζεται ρητά ότι παραμένει ως δυνατότητα.
Δεν θα ευτελίσω το Ολοκαύτωμα συγκρίνοντάς το με οτιδήποτε. Όμως υπάρχει ένα άλλο μαζικό έγκλημα που εκτυλίσσεται εδώ και χρόνια: η μεταχείριση των προσφύγων. Και πριν τους Σύριους βεβαίως, όταν σκυλοπνίγονταν Αφρικανοί έξω από τις Αιόλιες Νήσους.
Δεν θα συγκρίνω το Ολοκαύτωμα με οτιδήποτε. Μπορώ όμως να συγκρίνω ευθέως τις αντιδράσεις μας με εκείνες των Γερμανών και των υπόλοιπων Ευρωπαίων πριν, κατά και μετά το Ολοκαύτωμα. Δεν βλέπω διαφορά: νομικισμός, άρνηση, τακτικισμοί και λογιστικές αναλύσεις. Και η απαραίτητη υποκρισία, που την υποδαυλίζουν η λατρεία μας για την κανονικότητα και — βεβαίως — υπόρρητος ρατσισμός και μισοξενία.
Δεν θα βομβαρδίζουμε τις σιδηροδρομικές γραμμές για τα στρατόπεδα, δεν είναι στρατηγικός στόχος, ας θαλασσοπνίγονται, δεν θα ανοίξουμε τα σύνορα, είναι ατελέσφορο. Δεν είναι στρατόπεδα θανάτου, είναι μέρος ενός προγράμματος μετακίνησης πληθυσμών στα ανατολικά. Δεν στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι κέντρα φιλοξενίας. Ο καπνός που βγαίνει μπορεί και να είναι από κρεματόρια, μπορεί και όχι: τι να τους κάνουνε τους πεθαμένους; Τα τείχη και τα συρματοπλέγματα στα σύνορα μπορεί και να είναι για την προστασία των ίδιων των προσφύγων και σίγουρα των γύρω πληθυσμών. Υπάρχει λόγος που δεν φυγαδεύουμε Εβραίους μαζικά, δεν θέλουμε να γίνει αυτός ο πόλεμος πόλεμος των Εβραίων, υπάρχει λόγος που έχουμε ευρωπαϊκές πολιτικές ασύλου, δεν μπορούν να πλημμυρίσουν οι πόλεις μας άεργους μετανάστες, θα έπρεπε να το ξέρουν και να μη βάζουνε μικρά παιδιά σε κίνδυνο. Δείτε και το Theresienstadt, πρότυπο γκέτο με τα όλα του, μην τα ισοπεδώνουμε όλα, δείτε πόσο προσπαθούμε. Όλος ο ντόρος γίνεται για να σηκώσει κεφάλι ο Αμερικανοεβραίος, όλος ο ντόρος γίνεται για να φάνε με χρυσά κουτάλια οι ΜΚΟ.
Ήρθε και πάλι η εποχή του Αντιχρίστου. Ο δυτικός πολιτισμός, από τότε που συμπήχθηκε συναιρώντας πλατωνικές φαντασιώσεις και τη μεσσιανική αίρεση μιας θρησκείας ενός πολεμικού θεού της Συρο-Φοινίκης, με ολίγη από ρωμαϊκό κράτος και από κελτογοτθικές βαρβατίλες και κοινοβούλια, κάθε τόσο παθαίνει οίστρο με το τέλος του κόσμου. Όσο φαντασιώνεται τη συντέλεια (με Αντίχριστο, με ορδές ακρίδων, με τέσσερις καβαλάρηδες ή με στρατιές φτωχών ή ζόμπι) τόσο προσπαθεί να την επιφέρει. Ξανά και ξανά. Στην πλάτη των αδύναμων. Βυθίζει τον κόσμο του στο σκοτάδι και ανοίγει την μάντρα για να καλπάσει ο θάνατος. Ταυτόχρονα ο Δυτικός Πολιτισμός οπλίζεται με επιχειρήματα νομικά και φιλοσοφικά και θεολογικά για την αναγκαιότητα των Σταυροφοριών κατά του μιαρού ειδωλολάτρη, βογομίλου, Καθαρού, παγανιστή, ισραηλίτη και μουσουλμάνου.
Αυτό που λέμε Δυτικός Πολιτισμός (civilisation) είναι βρωμερό σφαγείο, πλημμυρισμένο μέχρι το γόνατο με κόπρανα έντρομων υποψήφιων κουφαριών και με τα σφαγμενα μέλη τους. Είναι αχανές κι απάνθρωπο μηχάνημα που τελειοποιεί διαρκώς τα εξαρτήματά του από μόνο του: αυτορυθμίζεται και αυτοεπισκευάζεται και χρησιμοποιεί υλικά από παντού αφομοιώνοντας το ευγενές και το πρόστυχο, το χθαμαλό και το υψιπετές. Είναι ο Λεβιάθαν ή μάλλον είναι το Μποργκ: μασάει τον κόσμο και απομυζά τον εαυτό του αναζητώντας την τελειοποίησή του, πασχίζοντας γι’ αυτήν με κάθε τίμημα.
Ο Αντίχριστος δεν είναι ξανθός τριαντάρης που θα ηγηθεί παγκόσμιας κυβέρνησης, όπως τον φαντάστηκε ο Βασίλειος Αγκύρας και οι σεναριογραφοί της τριλογίας του Omen. Ο Αντίχριστός είναι ο Δυτικός Πολιτισμός: η εξιδανίκευση της αγριότητας, ο εκ των προτέρων εξιλασμός της σφαγής, η εξομάλυνση της σκληρότητας και η δικαίωση της απληστίας. Ο Δυτικός Πολιτισμός αντικαθιστά το «έτσι γουστάρουν οι άρχοντες» με το «έτσι πρέπει». Και πειθαναγκάζει.
Ο μόνος γλυτωμός μας από τον Δυτικό Πολιτισμό ανέκαθεν υπήρξε ο δυτικός πολιτισμός (culture) — η αιχμή του δυτικού πολιτισμού, αν μη τι άλλο. Κάθε φορά που υψώνεται πάνω από την υψηλή Διακόσμηση και την πινδάρεια Κολακεία, ο δυτικός πολιτισμός γίνεται το φίδι που δαγκώνει τους άρχοντες ενώ το ακριβό φαρμάκι του καταπραΰνει τους βίους πολλών. Αποκαλύπτει, φωτίζει, ξενίζει, φέρνει ομορφιά μέσα από τη φρίκη. Κάθε φορά που παραμερίζει τη Διακόσμηση και την Κολακεία. Δεν τον αφορά η καθεστηκυία ομορφιά, η τυπική ηθική, το κρατούν κοσμοείδωλο, η συνέχεια της εξουσίας, παρά πάει και ασχολείται με διάφωνα διαστήματα, με την ασχήμια, με την παραφορά και τις ηδονές, με ακατανόητες τρυφερότητες, με την τρέλα και την αίρεση, με τη μοναξιά και τα σκατά, με το καρναβάλι και τον θάνατο που δεν είναι ταξίδι σε χλοερούς προορισμούς. Κι αυτό το φίδι δαγκώνει και το φαρμάκι του γιαίνει, μέχρι ο Δυτικός Πολιτισμός να οικειοποιηθεί και να κανονικοποιήσει ό,τι μπορεί από αυτό· όμως εκείνο ανθεί και φέρει κι άλλο, όσο αγανακτεί απέναντι στην Κολακεία και στη Διακόσμηση.
Αυτό κάνει τον δυτικό πολιτισμό αντιφάρμακο, αυτόν ήθελε να οικειοποιηθεί το ευρωπαϊκό όραμα και να τον καταστήσει θεμέλιο της Ένωσης. Απέτυχε ακριβώς γιατί ο Δυτικός Πολιτισμός αναπόφευκτα παραμόνευε και παραμονεύει μέσα στις σκιές, όπως οι σκοτεινές θεότητες της Ευρώπης φωλιάζουνε μέσα στην άβυσσο καρτερώντας να λύσει ο άγγελος τα δεσμά τους. Η αγανάκτηση απέναντι στην Κολακεία και στη Διακόσμηση είναι ο δυτικός πολιτισμός, όχι η διάκριση μεταξύ υψηλού και μαζικού ή δεν ξέρω τι άλλο λένε τα χλωμά αντορνοϊκά φαντάσματα: στις αρχές του 21ου αιώνα η αιχμή του Σπάικ Λη, των Massive Attack ή του Banksy είναι κοφτερότερη από του Jean-Baptiste Lully, του Τιντορέττο και του Θουρμπαράν.
Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει να μην περνιόμαστε για αθώοι.
Ο πατέρας μου έφτιαξε «χάι φάι» το 1977 στα 36 του, τα ηχεία τα επένδυσε με υαλοβάμβακα για σωστή ακουστική και τα λοιπά. Ήταν όνειρο ζωής γι’ αυτόν. Είχε μάλιστα ήδη ξεκινήσει να φτιάχνει δισκοθήκη πολυσυλλεκτική αλλά κατά τα γούστα του· δύο χρόνια μετά το στερεοφωνικό παρήγγειλε από την ξαδέρφη μου στη Βοστώνη την κασετίνα της Deutsche Grammophon με τις συμφωνίες του θεού (την ηχογράφηση του ’77, όχι του ’63). Την κασετίνα την έφερε από την Αμερική στο πατρικό η ξαδέρφη μου προσεκτικά κι αυτοπροσώπως και αμέσως κατέστη το ένα οικογενειακό κειμήλιο. Δεν επιτρεπόταν να παίζω τους δίσκους αυτούς, ούτε καν να τους αγγίζω, αφού ο πατέρας μου έτρεμε τις φθορές και τα χρατς.
Μπορούσα όμως να ακούω τη μουσική όταν έπαιζε τους δίσκους ο ίδιος ο μπαμπάς. Το καπάκι της κασετίνας, σχεδόν αεροστεγές, έκανε έναν ήχο σαν ρούφηγμα όταν άνοιγε, οι δίσκοι ήταν κομμένοι σε βαρύ και γυαλιστερό βινύλιο και κλεισμένοι σε χάρτινο βρακάκι με επένδυση πλαστική, ώστε να γλυστράν από μέσα του. Επίσης μπορούσα να διαβάζω όποτε ήθελα το βιβλιαράκι στο σχήμα της κασετίνας που εσωκλειόταν. Βεβαίως ήτανε και στα αγγλικά και στα γερμανικά, οπότε δεν καταλάβαινα τίποτα. Μόνον τις φωτογραφίες χάζευα.
Κάπου εκεί στα 6 με 7 είδα και την προσωνυμία Eroica για την Τρίτη. Νόμιζα ότι βλέπω «Erotica» και αυτό κάπως μου έμεινε τελικά. Την ίδια η συμφωνία άλλωστε θα την άκουγα χρόνια μετά, αντίθετα με άλλες. Στο σχολείο μετά έμαθα για το μυθιστόρημα του Πολίτη και επέμενα να νομίζω ότι αφορά έρωτες — άλλωστε ο ἥρως δασύνεται
Την Eroica την άκουσα ξανά και ξανά και πολύ προσεκτικά στα 26 με 27 μου, με Solti και συμφωνική του Σικάγου. Εκεί κατάλαβα ότι άλλο οι έρωτες κι άλλο η επανάσταση, άλλο η Ηρωική κι άλλο η Ερωτική. Λίγο αργότερα υποψιάστηκα ότι άλλοι καταφεύγουν στους έρωτες γιατί στερήθηκαν την επανάσταση, άλλοι καταφεύγουν στην επαναστατική ονείρωξη (ή και μαλακία) γιατί στερήθηκαν τους έρωτες και άλλοι πάνε ευθύς εκεί όπου είναι ταγμένοι.
Μου προκαλούν απορία και θαυμασμό, ζήλεια ατελέσφορη σχεδόν, κάτι παιδιά στα είκοσι με είκοσι και κάτι που ήδη συμπεριφέρονται και κινούνται σαν ώριμοι άντρες κι ώριμες γυναίκες, με τις εμμονές και με τις αποφάσεις τους, με την ισχυρογνωμοσύνη τους και τα από νωρίς διαμορφωμένα βίτσια και χούγια τους. Έχουνε ήδη καταρτίσει τακτικές του βίου και τα modus operandi τους. Διαχειρίζονται όσα έχουνε ζήσει σαν να είναι βίος δεκαετιών και σαν να περιέχουνε βίωμα βαρύτερο και πυκνότερο από το δικό μου, του τεσσαρακοντατριετούς που ενίοτε νιώθει αβάσταχτα πανάλαφρος.
Πράγματι, μια ζωή αισθάνομαι φοιτητής, πιτσιρικάς, ψάρακας. Είμαι ερασιτέχνης και σκλαβάκι στη δοκιμή και πλάνη. Δεν έχω πολλά πράγματα στέρεα και στάνταρ. Πάω λόγου χάρη σε σύσκεψη με συναδέρφους μου και τους κοιτάω και λέω «αααα, κοίτααα»· σχεδόν αμέσως πιάνω τον εαυτό μου να μου λέει «Μαλάκα, έχεις υψηλότερη θέση από τους περισσότερους εδώ μέσα πλην τριών». Και δεν τον πιστεύω τον εαυτό μου, εκείνος είναι ο μαλάκας, λέω. Καμμιά φορά πάλι παρατηρώ τους ομοίους και τους ίσους μου πώς με ακούνε όταν παίρνω τον λόγο και προβληματίζομαι: μα γιατί ακούνε με τόση προσοχή; Αυτοπροσδιορίζομαι μέσα μου ακόμα σαν φοιτητής: λίγο τεμπελάκος και με προοπτικές αλλά εν πολλοίς πρωτάρης, άπλαστος κι αδιαμόρφωτος. Σταθερά μαθητευόμενος, εκπαιδευμένος μόνο στο να εκπλήσσομαι.
Άσε που άμα με παινεύουνε τα χάνω λίγο και αμέσως μετά καμαρώνω υπέρμετρα. Ο τρόπος μου συνήθως είναι νεάζων: μεταξύ συστολής κι αποκοτιάς. Ακούω ό,τι έχουνε να μου πούνε όχι απαραιτήτως ως ώριμος συμβουλάτορας αλλά πολλές φορές με περιέργεια, περιμένοντας να μάθω κάτι που δεν ξέρω και να μορφωθώ κι εγώ λιγάκι.
Ίσως τα παραπάνω κάπως εξηγούνε γιατί το όνομα του Fram, του πλοίου του Fridtjof Nansen που όργωνε την Αρκτική, είναι ακόμα το παράγγελμα που δίνω στον εαυτό μου, ήδη από την ηλικία των 10, όταν διαβάζαμε για εξερευνήσεις και έργα τέχνης και γεωλογία στην εικοσάτομη εγκυκλοπαίδεια του Ντίσνεϋ.
Πολλές φορές μου φαίνεται ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπερεκπροσωπούνται πληθυσμοί με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: λάγνοι, φανατικοί, υπερόπτες, εριστικοί, επιδειξιομανείς, κενόδοξοι· και πολλοί αυτόκλητοι δάσκαλοι κι εισαγγελείς, α, αυτοί ιδίως. Άλλωστε τα σοσιαλμήντια αποτελούν πρόσφορο πεδίο δράσης κι έκφρασης για όλους τους παραπάνω.
Με τα χίλια πάντως προτιμώ αυτούς που είναι λάγνοι με τους ίσους τους και όχι με εκείνους στους οποίους μπορούνε να το παίξουν αυθεντία, εξουσία και πυγμαλίωνες του κώλου. Σίγουρα τους προτιμώ απο κάτι εκβιαστές, ποζεράδες, ψεύτες κι απατεώνες. Και στα σοσιαλμήντια αλλά και στη ζωή.
Σε καμμία περίπτωση δεν ανέχομαι πια όσους νομίζουν ότι είναι σοφότεροι και νηφαλιότεροι από τους άλλους επειδή έχουνε δέσει τον γάιδαρό τους, επειδή δεν έχουν ανάγκες αλλά μόνον επιθυμίες, επειδή δεν παίρνουνε θέση γιατί μπορούν να μην παίρνουνε θέση. Δεν γίνεται να λοιδωρούν την γκρίνια της πείνας όσοι έχουν φαγητό και το πετάνε — πράγματα γνωστά από τον 18ο αιώνα δηλαδή.
Τα λόγια δεν είναι φτηνά, ούτε εύκολα. Καθόλου. Είναι προϊόν εξόρυξης, όχι εκ του περισσεύματος της καρδίας αλλά εκ του υστερήματός της. Βγαίνουν με χρονοβόρα εξόρυξη και σμιλεύονται αργά και με πείσμα, ή μάλλον είναι σπάνια και δύσκολα, κομμένα και γυαλισμένα με κόπο κι επιμέλεια.
Τα λόγια είναι πιο τζαναμπέτικα από το χρήμα. Αν, ας πούμε, ανταλλάσσεις ζωή, χρόνο και εργασία με χρήμα, τα λόγια δεν ανταλλάσσονται με τίποτε. Δεν έχουν αξία, δεν κερδίζονται και δεν εξαγοράζονται: χαρίζονται δωρεάν κι αυτόβουλα ή εξαπολύονται σαν καλοχτισμένη βόμβα ή σαν στιλέτο σκέτος αθέρας.
Τα λόγια για κάποιους ανθρώπους είναι ό,τι σπουδαιότερο και πιο καίριο μπορούν να προσφέρουν, είναι ψήγματα και θραύσματα από τη ζωή τους.
Η προέλευση αυτού του σημειώματος είναι διττή: Πρώτον αυτή η ερώτηση: «Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;», που στο παρελθόν μου έδωσε έναυσμα να μιλήσω για ταινίες και ηθοποιούς που μου αρέσουν. Δεύτερον, όταν είδα το Only lovers left alive αναρωτήθηκα ποιους θα έβαζα εγώ στο προσωπικό μου ηρώο, χωρίς να λησμονώ ότι «We shouldn’t be looking for heroes, we should be looking for good ideas».
Έχουμε και λέμε. Ονόματα σε σχεδόν τυχαία σειρά, σε δεκατριάδες· στην τέταρτη δεκατριάδα σταμάτησα.
Ludwig van Beethoven
Don DeLillo
James Joyce
Olympe de Gouges
Noam Chomsky
Marie Skłodowska Curie
Annie Lennox
Jorge Luis Borges
Andrei Tarkovski
Anaïs Nin
Elizabeth Taylor
Keith Richards
Isaac Newton
Emma Goldman
Juliette Binoche
Patti Smith
Michelangelo Buonarotti
Franz Kafka
Paul Auster
Isabelle Adjani
Ursula Le Guin
Κυριάκος Κατζουράκης
Γεώργιος Βιζυηνός
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Διονύσιος Σολωμός
Σοφοκλής
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
David Bowie
Christopher Nolan
Ute Lemper
Antonio Gramsci
Madonna
Philip Roth
Kate Blanchett
Johan Sebastian Bach
Rosa Luxemburg
Guy Chadwick
PJ Harvey
Fyodor Dostoyevski
Bertrand Russell
Ανδρέας Εμπειρίκος
Κώστας Καρυωτάκης
Άρης Αλεξάνδρου
Edward Norton
Monica Bellucci
Lucian Freud
Sophie Germain
Αριστοτέλης
Δημήτρης Παπαϊωάννου
William Shakespeare
Ella Fitzgerald
Howard Zinn
Επίμετρο: Επειδή διαβάζω το 2666 του Μπολάνιο και με έχει συνεπάρει κανονικά, σας δίνω με χρονολογική σειρά άλλα βιβλία που με σημάδεψαν (που λένε):
Φοιτητής: Lawrence Durrell ― The Alexandria Quartet Τελειόφοιτος:Άρης Αλεξάνδρου ― Το Κιβώτιο Μεταπτυχιακός:Anaïs Nin ― τα ερωτικά της Ψάρακας στη δουλειά: James Joyce ― Ulysses Ψημένος στη δουλειά: Don DeLillo ― Underworld Λίγο πριν το χάραμα: Paul Auster ― New York Trilogy