Μπαομπάμπ

Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες — ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.

Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε — ό,τι και να παρακολουθούμε.

Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.

Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπειξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα (‘relatability’), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.

Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.

Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του «ιδανικού» σεξ ως είδους απ’ έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.

Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).

Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την «τέχνη» (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).

Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Κυρίως το σεξ, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.

Κυπριακό: αν όχι ομοσπονδία, τι;

24
Ένας Κύπριος φίλος μού ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την πρόσφατη τοποθέτηση του ΚΚΕ στο Κυπριακό, στην οποία το κόμμα καταδικάζει τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ως πλαίσιο λύσης, στο οποίο αντιπροτείνει «Ενιαία Κρατική Συγκρότηση». Ο ίδιος φίλος μού έστειλε την απάντηση του αδελφού του κόμματος ΑΚΕΛ, το οποίο τάσσεται ξανά υπέρ της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ο φίλος μου τέλος προσθέτει ότι σε διεθνές συνέδριο κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στο Βιετνάμ, στο οποίο συμμετείχαν και το ΑΚΕΛ και το ΚΚΕ, 47 από τα 55 κόμματα υπέγραψαν δήλωση αλληλεγγύης στις προσπάθειες επανένωσης της Κύπρου ως διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Μέσα στα 47 ήταν το ΚΚ Τουρκίας, ενώ στα 8 που δεν υπέγραψαν ήταν το ΚΚΕ.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι απόψεις του ΚΚΕ για το Κυπριακό καθεαυτές  ενδιαφέρουν το ευρύτερο ελληνόφωνο κοινό. Ωστόσο, απηχούν κάτι από την αποστασιοποίηση του ελληνικού κοινού από το Κυπριακό, οπότε είναι ενδιαφέρον να σχολιαστούν, έστω και αποσπασματικά κι επιλεκτικά.

Τακτικισμοί ένθεν και ένθεν

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει το ΚΚΕ, αλλά και όσοι αντιτίθενται στη λύση του Κυπριακού όπως προωθείται από το 1975, είναι οι πάμπολλοι και δαιδαλώδεις τακτικισμοί της τουρκοκυπριακής και της τουρκικής πλευράς, για παράδειγμα το να ζητάνε 10 με σκοπό να εξασφαλίσουν 7 κτλ. Βεβαίως ποτέ δεν συζητήθηκαν οι τακτικισμοί της ελληνοκυπριακής και της ελληνικής πλευράς, ενδεχομένως με το σκεπτικό ότι «το δίκιο είναι με το μέρος μας»… Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία που ακολουθείται για την επίτευξη μιας συμφωνίας και η όποια συμφωνία καθεαυτή είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Περί ενιαίου κράτους

Η επαγγελία «ενιαίου κράτους» βγήκε από την κατάψυξη του 2003 και αποτελούσε την ημιεπίσημη θέση της κυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου στην Κύπρο.
Βεβαίως, η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι η βάση για λύση που συμφωνήθηκε από τον Μακάριο και τον Κυπριανού, ήδη από το 1975 και το 1977: δεν αναφάνηκε με το Σχέδιο Ανάν.
Βεβαίως, στην πραγματικότητα κανείς στην Κύπρο δεν θέλει ενιαίο κράτος. Πρώτον, ενιαίο κράτος υπήρχε στο νησί μεταξύ 1960 και 1963 και απέτυχε γιατί κατά τη δική μας πλευρά «δεν ήταν βιώσιμο»· πιο ψύχραιμοι παρατηρητές διατείνονται ότι το ενιαίο κράτος του ’60 σαμποταρίστηκε από τους υπερπατριώτες και των δύο κοινοτήτων, αλλά σκεφτείτε ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα υπερτερούσε 4 προς 1 σε πληθυσμό απέναντι στους Τουρκοκυπρίους, ενώ είχε στα χέρια της το 97% της έγγειας ιδιοκτησίας σε μια κατά βάση γεωργική τότε οικονομία. Δεύτερον, η νεκρανάσταση ενός ενιαίου κράτους θα σηματοδοτούσε τον υποβιβασμό της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε απλή μειονότητα, ενώ παράλληλα θα συνεπαγόταν ότι οι Τουρκοκύπριοι θα είχανε λόγο στις υποθέσεις της ελληνοκυπριακής κοινότητας μέσω των βουλευτών ή και των υπουργών τους στο ενιαίο κράτος.

Ανιστορικότητες

Τα παραπάνω θέματα, όπως και η απόδοση ευθυνών, μπορούν να συζητιούνται επ’ αόριστον, άλλωστε συζητιούνται ασταμάτητα τουλάχιστον τα τελευταία 42 χρόνια (στην πραγματικότητα από το 1957, όταν διχοτομήθηκε η Λευκωσία). Το βασικό πρόβλημα με την επιδίωξη για ενιαίο κράτος είναι ότι πρόκειται για βαθύτατα ανιστορική επιθυμία, πράγμα ασύγγνωστο για τους ιστορικοκεντρικούς κομμουνιστές αλλά και για οποιονδήποτε σκεπτόμενο άνθρωπο.
Το ομοσπονδιακό μοντέλο συμφωνήθηκε οριστικά το 1977 κι έκτοτε ενσωματώνεται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, για τα οποία και αποτελεί απαρασάλευτα το μόνο πλαίσιο λύσης. Πάντως οι άλλες δύο επιλογές είναι η διχοτόμηση και το ενιαίο κράτος.
Η de jure αποδοχή της διχοτόμησης της Κύπρου, κρυφή φαντασίωση κάποιων εθνικιστών αλλά και πολλών «πραγματιστών» του χρήματος και της θεότητας της Αγοράς, θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση κάθε αρχής διεθνούς δικαίου, ενώ θα δημιουργούσε κάκιστο προηγούμενο για άλλες περιπτώσεις προσαρτήσεων ή ανακήρυξης κρατών κατόπιν κατοχής: στο Αζερμπαϊτζάν, στη Γεωργία, στην Παλαιστίνη, στην ξεχασμένη Δυτική Σαχάρα και αλλού.
Όπως ξέρουμε, το ενιαίο κράτος ούτε δούλεψε ούτε είναι αποδεκτό εκ μέρους και των δύο κοινοτήτων.
Κάπως πιο αναλυτικά: δεν είναι δυνατόν μετά από τις συγκρούσεις του 1957-59, το δοτό και κολοβωμένο Σύνταγμα του ’60, τις σφαγές Τουρκοκυπρίων του 1963, τις ναπάλμ και την παραλίγο εισβολή της Τουρκίας το 1964, τους θύλακες και την τρομοκρατία μεταξύ 1964 και 1974, το προδοτικό πραξικόπημα, την εγκληματική εισβολή και την 42ετή κατοχή, την εγκαθίδρυση κράτους-μαριονέτας στον Βορρά το 1983, τη διαπραγμάτευση του 2003-2004 και τα δημοψηφίσματα του 2004 και την έκτοτε αδράνεια και détente να συζητάμε στην Ελλάδα (αλλά και στην Κύπρο) τη λύση του Κυπριακού ξανά και ξανά με όρους ανιστορικών αρχών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο ΔΗΣΥ, κόμμα που στεγάζει από νεοφιλελεύθερους και κλασικούς δεξιούς μέχρι φανατικούς εθνικιστές και τους τέως πραξικοπηματίες οι οποίοι δεν αυτομόλησαν προς καρατζαφερικούς σχηματισμούς και προς το φασιστικό ΕΛΑΜ, υποστηρίζει σταθερά τη λύση της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας τουλάχιστον από το 2000. Και αυτό παρότι, με βάση τις αρχές του, ο ΔΗΣΥ θα επιθυμούσε μια ελληνική Κύπρο, αν όχι την Ένωση.

Από τα κάτω

Σε καμμία περίπτωση δεν προτείνω να κάνουμε πολιτική χωρίς αρχές, στη βάση μιας Realpolitik του κυνισμού των ισχυρών. Τουναντίον, θεωρώ ότι οι αρχές μας πρέπει να καθοδηγούν την πολιτική μας βούληση — πράγμα που τελικά συμβαίνει έτσι κι αλλιώς. Παράλληλα, γνωρίζω πολύ καλά ότι αντί για τη λύση «των ιμπεριαλιστών», «του καπιταλισμού», «των πρώην αποικιοκρατών», το βέλτιστο θα ήταν να υπάρξει μια λύση του Κυπριακού από κάτω, μια λύση λαϊκή και των εργατών κατά το ΚΚΕ, κινηματική κατ’ άλλους, μια λύση που να προέρχεται από τη βάση των δύο κοινοτήτων σύμφωνα με όσους γνωρίζουν ότι το νησί έχει ελάχιστους βιομηχανικούς εργάτες.
Με δυο λόγια: πολλοί, όχι μόνον οι κομμουνιστές, θα προτιμούσαμε μια λύση από κάτω. Και μάλιστα πολλοί εργάστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση από το 2003, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα στο νησί. Ωστόσο, δεκατρία χρόνια μετά οι κοινές («δικοινοτικές») πρωτοβουλίες περιορίζονται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και σε μερικές από κοινού αναιμικές διαμαρτυρίες. Ο μόνος κοινός συλλογικός φορέας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είναι τυπικά το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ονομαστικά το ΑΚΕΛ. Δυστυχώς, η λύση από τα κάτω όχι μόνο δεν περπάτησε, δεν ξεκίνησε καν. Κακά τα ψέματα, στην πολιτική οι αρχές μας πρέπει να υποστηρίζονται από τη βούληση κάποιας οργανωμένης συλλογικότητας, είτε πλειοψηφικής είτε μικρής και δυναμικής, αλλιώς δεν ξεφεύγουν από τη σφαίρα των πολιτικών φαντασιώσεων.

Δίκαιη και βιώσιμη

Μετά από το 1957-1974 της δικοινοτικής βίας και την 42ετή κατοχή, οι δύο κοινότητες στο νησί ζούνε χωριστά και, χάρη στον Ντενκτάς στον Βορρά και στους μαξιμαλιστές στον Νότο, καλόμαθαν στο να ζούνε χωριστά. Εδώ δεν θα καταθέσω τις δικές μου εκτιμήσεις για το τι θα επιθυμούσε η ελληνοκυπριακή κοινότητα, θα πω μόνον ότι με δυναμική και μη-προσχηματική διαπραγμάτευση εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς μπορεί να διασφαλιστεί η ομοσπονδιακή λύση να είναι και δίκαιη (εν έτει 2016, 42 χρόνια μετά από την καταστροφή, ή 53 χρόνια μετά, αν είστε Τουρκοκύπριος)  εκτός από βιώσιμη. Αποτελεί άλλωστε χαρακτηριστικό των επιτυχών ομοσπονδιών, λ.χ. στο Βέλγιο ή στην Ελβετία, ότι επιτρέπουν σε κάθε κοινότητα να ρυθμίζει τα δικά της ζητήματα ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τις υποχρεώνει να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν στο επίπεδο που επιθυμούν. Συνεπώς, αν πράγματι αποφασίσουν οι Ελληνοκύπριοι σε ποια ζητήματα του δικού τους πολιτικού και καθημερινού βίου επιθυμούν να έχουνε λόγο οι Τουρκοκύπριοι, εύκολα θα αποφασίσουνε πόσο χαλαρή ή ισχυρή ομοσπονδία θέλουνε και σε ποιους τομείς.

Η Κύπρος των Ελλήνων

Στην Ελλάδα τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα φαντάζουν ακατανόητα: οι περισσότεροι Καλαμαράδες έχουμε στον νου μας μια ακριτική ελληνική επαρχία, κάτι σαν τη Θράκη, διαμορφωμένη αφενός από την επιλεκτική (ποιητική άλλωστε) ματιά του Σεφέρη το ’53 και αφετέρου από την αντιπάθεια του υπερσυγκεντρωτικού ελληνισμού μας απέναντι σε ό,τι δεν μιμείται τη φωνή του κέντρου του. Αυτός ο σεφερικός τόπος όπου το θαύμα ακόμα ζει, όσο αλλόκοτος κι αν είναι, υφίσταται κατά τον μέσο Καλαμαρά ξαφνικά μια βάρβαρη τουρκική εισβολή το 1974 και έκτοτε ζει ημικατεχόμενος, σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποιεί το κυπριακό Ππι-Άι-Όου (Public Information Office).
Πολύ φοβάμαι ότι όχι μόνο το ΚΚΕ, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης, είναι θύμα αυτής της πολύ κοντόφθαλμης οπτικής.
(Για τη σεφερική ματιά στην Κύπρο προτείνω το «Seferis and Cyprus: Images, Places, ideologies» του Χαράλαμπου Σωφρονίου στο περιοδικό Cadences τ. 12, 48-52.)

 

Ογδόη του Χεστηριώνος

Urbi et orbi: στην σοσιαλμηντιακή πόλη και στον κόσμο του Πολιτικού. Στον Κάπα Κάπα Μοίρη, που το παρήγγειλε.

Urbi

Γράμματα ξέρουμε. Λίγα ή πολλά, ξέρουμε. Επίσης, όλο και κάποιος γονιός ή δάσκαλος, κάποιο αφεντικό, αγαπημένο ή μη, κάποτε μας κόντυνε ή και μας ταπείνωσε. Που σημαίνει ότι έχουμε εξασκηθεί να λέμε τη γνώμη μας χωρίς να βρίσουμε. Ναι, μπορούμε. Δεν χρειάζεται να διανθίζεις με ωραίες δικές σου σαιξπηριανές βρισιές τους μαλάκες με τους οποίους διαφωνείς: πες πρώτα πού και γιατί διαφωνείς ρε άρχοντα κι αρχόντισσα.

Βεβαίως και θα βρίσουμε, αν χρειαστεί. Όλα για τους ανθρώπους είναι. Και το σιχτίρισμα επίσης. Όταν έρθει η ώρα του. Αλλά δεν ξεκινάς με μπινελίκια. Όταν μιλάς με ανθρώπους ξεκινάς με ερωτήσεις. Ξεκινάς με τη γαμημένη τη γαμοαμφιβολία, τη γαμοδιερώτηση. Πες, γαμώ τον αντίθεο μου τον Οδυσσέα μέσα, ρώτα: «Γιατί αυτό; Πώς εκείνο; Τι το άλλο;». Εκτός αν μιλάς με φασίστες, οπότε ξεκινάς κατευθείαν βρίζοντας.

Βεβαίως, αυτό λες κι εσύ: όλοι τους είναι φασίστες, μουσολίνια, σκατοχίτωνες, φαιούληδες διαφόρων αποχρώσεων. Όλοι. Όλοι. Όλοι όμως. Άρα, μπα, δεν υπάρχει γλυτωμός.

Εσένα πάλι, άλλος είσαι εσύ, σε πνίγει το δίκιο. Είσαι ανώτερος. Χάρη κάνεις που απευθύνεσαι σε γίδια / σε τσιράκια / σε βλάκες / σε δεξιούς / σε συριζαίους κτλ. Χάρη κάνεις, ποινήν εκτίεις. Ή μπορεί να βγάζεις και μεροκάματο ή μπορεί να χτίζεις και βάση φίλων, υποστηρικτών ή και οπαδών. Ελάχιστες είμαστε οι Πόντιες πουτάνες εδώ μέσα και, για να τα λέμε κι αυτά, οι περισσότερες έχουμε άλλα πράματα να μας φτιάχνουν ή και να μας πληρώνουν τα κομμωτήρια.

Θες να μας πεις ότι αν δεν έχουμε τα διαβάσματα και τα ακούσματα και την γερακίσια την αντίληψή σου να μη σε διαβάσουμε, να μη δούμε το βίντεο που ανέβασες, ασ’ το να πάει, ασ’ το, ασ’ το πονάει, ασ’ το. Μας το λες. Κι εγώ λέω: όποιος είναι Καλ Ελ, υπεράνθρωπας και καινή κτίσις αυτοπροσώπως, κάθεται στο σαλόνι τού Fortress of Solitude και παίζει γκαζές με τους πεθαμένους θεούς του και τους πολύτιμους προγόνους του· όποιος όμως θέλει να σώσει τον κόσμο βάζει το κόκκινο σώβρακο πάνω από το κολάν το πρόστυχο το καμπ και βουτάει να σώσει τον κόσμο faster than a speeding bullet κτλ. ενώ ενίοτε παριστάνει και τον βλάκα τον Κλαρκ τον Κεντ, μην κομπλάρουν οι θνητοί.

Εσύ τώρα πρέπει οπωσδήποτε να μας πεις κάτι αλλά πρέπει να εντυπωσιάσεις και τα γκομενάκια. Και ζουραρίζεις μέχρι μυριοχαύνωσης, μας φλομώνεις στο αποσιωπητικό, στον ποιητισμό και στην καλλιέπεια, διακοσμείς το λέγει σου με κειμενική μυρτιά και πικροδάφνη και της Φραγκογιαννούς τ’ αδράχτι. Κι εγώ λέω ώπα και κάλμα: τρεις μέρες τη βδομάδα αφιέρωσέ τες στα γκομενάκια, τρεις στην άποψή σου — την οποία οπωσδήποτε μπορείς να γράψεις πολύ πιο στρωτά χωρίς να χάσεις σε τσαχπινιά και αγγελόκρουσμα. Την Κυριακή θα ανεβάζεις φωτό με ταψιά παστίτσιο ή από μισοάδεια πιάτα με κοκκινιστό ή σναψότ της ροδιάς της τετράκλωνης της μάνας σου.

Που η άποψή σου, εταίρε σύ έτερε, είναι νά με το συμπάθειο, σαν αλογίσια, δεν το συζητάμε. Αυτά πάνε με το μέσο. Αφύ μπορείς να έχεις άποψη (ως πολυπράγμον έλλογο όν) και μπορείς να την εκφράσεις (ως σοσιαλμηντιάκι), θα την πεις και θα την πεις με μπρίο και ορμή. Αν μπορείς, θα θέλεις, το λέει κι ο Θ. Μόδης στις «Προβλέψεις».

Κι εσύ, που σε πάω κιόλας, μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Μόνο το έργο σου να παίρνεις στα σοβαρά, όποιο κι αν είναι και ας μην είναι γκλαμουράτο — ιδίως τότε. Αλλά όχι τον εαυτό σου. Και μην προσπαθείς να αντισταθμίσεις το ότι παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά με ψευτοσεμνότητες, με αυτοσαρκασμό μεσοβέζικο και με ντεγκραντέ ταπεινολογίες: σε κάνουνε να φαίνεσαι μαλάκας / μαλάκω.

Et orbi

Αριστερά χωρίς κινήματα και χωρίς σταθερή και διαρκή πίεση προς το σύστημα είναι φαντασίωση. Ναι, η αιχμή του δόρατος σε οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα είναι οι συνειδητοποιημένες ομάδες που κινητοποιούν, ερμηνεύουν, μπλαμπλαμπλά, αλλά η αιχμή του δόρατος χωρίς το υπόλοιπο δόρυ (κινήματα, συνδικάτα, δυναμικές συλλογικότητες) είναι καλή μόνο για μανικιούρ, και πάλι λίγο άγαρμπο. Δεν έχει νόημα να συζητάμε τι να κάνουμε αν δεν το κάνουμε και αν δεν μπορούμε να το κάνουμε γιατί δεν υπάρχει κανένας να το κάνει μαζί μας. Δηλαδή έχει νόημα η θεολογική συζήτηση περί Επανάστασης κι Αριστεράς και διαφόρων γεύσεων αναρχισμού, αλλά στο ίδιο επίπεδο με συζητήσεις όπως «γιατί είμαι γαύρος», «η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο», «κέτσαπ, τζατζίκι ή γιαούρτι στον γύρο».

Μην ξεχνάμε: η Δεξιά είναι σε όλα ανώτερη και κωλοπετσωμένη, η Δεξιά είναι πολυώνυμη. Τι άλλο είναι πολυώνυμο; Ο θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών, όλων τους, έχει πολλά ονόματα ώστε να δίνεται στους πιστούς του η επίφαση πολυπρισματικότητας και πολυφωνίας. Στην πραγματικότητα, παρά τις όποιες θεωνυμίες, αυτή είναι, η μία, η Δεξιά και τα έχει όλα καβατζωμένα. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο. Όταν κλάνεις εσύ, είσαι κλανιάρης και μπίχλας. Όταν κλάνει η Δεξιά, υπάρχει λόγος: TINA, Realpolitik, ανθρώπινη φύση σκολιά και διεστραμμένη, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι συνθήκες κτλ. Η Δεξιά έχει πάντα δίκιο, είπαμε.

Η Αριστερά είχε μόνο το ηθικό πλεονέκτημα: τη μέριμνα για εκείνους για τους οποίους δεν μεριμνά κανείς, μέριμνα ταξική και όχι φιλάνθρωπη, που χτίζει αλληλεγγύη ή τίποτα. Όπου έχασε το ηθικό αυτό πλεονέκτημα, στις χώρες της σοβιετικής γραφειοκρατίας, στη Γαλλία και στην Ελλάδα π.χ., η Αριστερά ψόφησε από μόνη της. Οπουδήποτε αλλού τρώει γερό βρωμόξυλο από τη Δεξιά η οποία, είπαμε, έχει την μπάνκα, τα μέσα, τις καβάτζες και απαράμιλλη πείρα. Κι έχει πάντα δίκιο.

Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελτικότητα δεν έχουνε περιεχόμενο και νόημα όταν δεν αποσκοπούν στο να δημιουργήσουν ή να χτίσουν κάποιο κίνημα. Η αγανάκτηση για την προδοσία, η οργή για την ορρωδία και η καταγγελία της παλινωδίας και της κοροϊδίας (καλή ώρα σαν κι αυτές που υφιστάμεθα από τον ΣΥΡΙΖΑ) απλώς επαναβεβαιώνουνε σε εμάς και στην τρελοπαρέα μας ότι βρισκόμαστε στο «σωστό» στρατόπεδο και ότι μας διακρίνει «ορθή σκέψη». Είναι δηλαδή κνιτισμός. Η αγανάκτηση, η οργή και η καταγγελία είναι παραγωγικές μόνον όταν κινητοποιούν και όταν χρησιμεύουν για κριτική του συστήματος και για την ανάδειξη του πόσο αυθαίρετη είναι η ιδεολογία που το νοηματοδοτεί· καταγγέλλω μόνον αν έτσι αναδεικνύω το όποιο ηθικό πλεονέκτημα του αγώνα μας και — κυρίως — το όραμα που ζωογονεί την όποια δράση.

Άρα να σιωπήσει κανείς; Όχι. Ενώ περιμένει να «ωριμάσουν οι συνθήκες» ή — καλύτερα — ενώ εργάζεται προς την κατεύθυνση του να ωριμάσουν, συλλογικά όσο γίνεται, πρέπει να έχει επίγνωση του εξής: η Ιστορία είναι αδυσώπητη σχεδόν όσο η Φύση. Η Ιστορία συντρίβει χιλιάδες ανθρώπους καθημερινά, ανθρώπους συνήθως που κανείς δεν ακούει, με τρόπους ανεπαίσθητους, δίπλα μας και στον Τρίτο Κόσμο, στις ΗΠΑ και στη γειτονιά μας, μέσα στην οικογένεια και μέσα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Αντί να ονειρευόμαστε μόνο Μεγάλες Επαναστάσεις και πόλεις αναρχικές, μπορούμε στο μεταξύ να σώσουμε οτιδήποτε αν σώνεται, να μπλοκάρουμε εξουσιαστικές λειτουργίες (από την καταπίεση της δεσποτικής μάνας μέχρι τον αναντίλεκτο λόγο του εργοδότη) και να ελέγξουμε την κάθε εξουσία που μας καπακώνει χρησιμοποιώντας ό,τι έχουμε: τα όποια προνόμια και την όποια θέση και τα όποια λεφτά ή τουλάχιστον τη μία φωνή που έχουμε όλοι.

Ο ρυθμός των κειμένων

Νομίζω ότι υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη σχέση κίνησης και εκφοράς λόγου.

Όταν ο λόγος οδηγεί το σώμα, τότε έχουμε ρητορική. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για «θέατρο» ή υποκριτική. Μέρος της εκφοράς του λόγου δι’ απαγγελίας είναι και πώς περνάει αυτή η εκφορά μέσα από το σώμα του ομιλητή.

Όταν το σώμα που δρα οδηγεί τον λόγο, τότε και μόνον τότε έχουμε υποκριτική. Γι’ αυτό και βεβαίως υπάρχει καίρια και καθηλωτική υποκριτική χωρίς ομιλία και χωρίς κείμενο. Γι’ αυτό και το θέατρο είναι πιο δύσκολο υποκριτικά από το σινεμά, όπου η κάμερα διαλέγει και αποκλείει: το θέατρο είναι ένα ατελείωτο μονοπλάνο και η μόνη εφικτή εστίαση είναι αυτή που ο ηθοποιός θα επιβάλει με σώμα και φωνή.

Ένα από τα αποτελέσματα της παραπάνω παρανόησης είναι κι ότι πολλοί ηθοποιοί αντιμετωπίζουν την υποκριτική περίπου σαν να κάνουν θεατρικό αναλόγιο, ιδίως αν εκτελούν μονολόγους ή αν πρέπει να περάσει από μέσα τους κάποιο μεγάλο κείμενο. Αυτό είναι καταστροφή: η μίμηση της πράξης καθηλώνεται, στολάρει μάλλον, και ο ηθοποιός μεταμορφώνεται σε ρήτορα.

Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν ο ηθοποιός, όπως υπερβολικά πολλοί Έλληνες ηθοποιοί, δεν μπορεί να ελέγξει τη φωνή του και δεν ξέρει να ακολουθήσει σημεία στίξης, στίχωση, τομές, όρια φράσεων και προτάσεων. Για παράδειγμα, το να λες «Και τότε έρχομαι από. Το δωμάτιο.» είναι τουλάχιστον άγαρμπο αν δεν γίνεται επίτηδες, λ.χ. με σκοπό να αποδώσει κάποιο ψυχικό πάθος. Όταν παρακολουθείς τέτοιους ηθοποιούς για παραπάνω από 15-20 λεπτά, η κόπωση είναι αφόρητη: ο θεατής πρέπει να κάτσει να αποκωδικοποιήσει σχεδόν αυτό που ακούει.

Ένα πιο σοβαρό πρόβλημα από το παραπάνω στοιχειώδες, αν και διαδεδομένο (μάστιγα θα το έλεγα), είναι ο σεβασμός του εσωτερικού ρυθμού του κειμένου. Τα κείμενα τείνουν να έχουνε δικό τους ρυθμό, ακόμα και τα μη έμμετρα, ακόμα και όταν δεν είναι κρυπτοέμμετρα όπως ο Δρόμος του Εμπειρίκου. Στα πεζά δεν τον δίνει μόνον η στίξη τον ρυθμό, την οποία ο ηθοποιός και ο ρήτορας πρέπει να ακολουθούν τυφλά ακόμα και αν τους χτυπάει κάπως λ.χ. η κατ’ αυτούς κατάχρηση κομμάτων, κώλων και τελειών. Τον ρυθμό τον φτιάχνει π.χ. η θέση των χασμωδιών, ο ρυθμός των λέξεων, πόσο πυκνό είναι το συντακτικό, αλλά και η διάθεση του κειμένου. Για παράδειγμα, ένα κείμενο υπεραναλυτικό στα νοήματά του και ενδοσκοπικό σε διάθεση δεν γίνεται να εκφέρεται όπως ένα κείμενο σκωπτικό και πνευματώδες· η ξηρή αποφθεγματικότητα ακόμα και αν μακρηγορεί απαιτεί άλλο παίξιμο και άλλο τέμπο από κάτι διαλογικότερο ως διάθεση που θέλει να βγει προς τα έξω ως πηγαίο και αυθεντικό.

Che figura facciamo?

Νάπολη

Στη Νάπολη κάνει ζέστη το καλοκαίρι. Δυο ταξιτζήδες ψιλοβρίζονται έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό για το ποιος θα πάρει έναν πελάτη από την Παβία. Οι μόνοι ήμεροι ταξιτζήδες του κόσμου είναι οι Πορτογάλοι, αλλά αυτοί είναι πανεθνικώς ήμεροι. Ένας τρίτος ναπολιτάνος ταξιτζής κοιτάει με νόημα τον βορειοϊταλό υποψήφιο πελάτη και επιπλήττει τους δύο: Che figura facciamo?

Μου έκανε εντύπωση η εσωτερίκευση του «τι εντύπωση θα κάνουμε στον καλό τον κόσμο«, η άμεση επίκληση του τι θα πουν οι άλλοι για εμάς. Γιατί έχει σημασία η εντύπωση που θα κάνει ο ναπολιτάνος ταξιτζής στον πελάτη από την Παβία αλλά όχι στους ναπολιτάνους που περίμεναν στην ουρά;

Πρόκειται βεβαίως για μια εκδοχή του οριενταλισμού, του κεμαλισμού, του βαλκανισμού. Μόνο που η Νάπολη, πρωτεύουσα κράτους για αιώνες, δεν βρίσκεται ούτε στο Λεβάντε ούτε στη Μέση Ανατολή, ούτε κατοικείται από Τούρκους ενώ τα Βαλκάνια είναι μακριά της. Εντάξει, πρόκειται για μια ντόπια εκδοχή πατερναλισμού: ιταλικός Βορράς (τάξη, πρόοδος, πολιτισμός, τέχνη, λευκές σάλτσες, ρυζότο, κρέας) και ιταλικός Νότος (χάος, μαφία, ρουσφέτι, ολιγαρχία, πάπες και Βουρβώνοι, κόκκινες σάλτσες, ζυμαρικά, θαλασσινά). Αφήνοντας στην άκρη τα γαστρονομικά, στα οποία ο Νότος νικάει κατά κράτος, πάντα με εντυπωσίαζε πόσο έτοιμοι είναι οι Ιταλοί να δαιμονοποιήσουν (δικαίως) τα δεινά της απολυταρχίας των Βουρβώνων και τη διαφθορά της Μαφίας του Νότου τους, ενώ καταφέρνουν να παραγνωρίσουν τα δεινά της απολυταρχίας των Αυστριακών και τη διαφθορά των μικροηγεμόνων και ολιγαρχιών του Βορρά τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι όταν πήγα στη Νάπολη, προετοιμασμένος να βρεθώ σε μια ευρωπαϊκή εκδοχή της Βομβάης, δεν βρήκα χάος και χαμό και αναρχία, όχι περισσότερο από άλλες πόλεις στο μέγεθός της· είδα όμως τρομακτική και απροκάλυπτη φτώχεια.

Ένα το κρατούμενο.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Ελλάδα

Μια διευκρίνιση: είμαι παιδί του Διαφωτισμού και δεν βλέπω άλλον τρόπο να πάμε μπροστά πέρα από την επεξεργασία και την ανάπτυξη των αρχών και των επιτευγμάτων του Διαφωτισμού. Ας τελειώνουμε λοιπόν: άλλο Διαφωτισμός, άλλο όσοι πεφωτισμένοι αστοιχείωτα συζητούνε ποιος τον πέρασε και ποιος όχι — στην πραγματικότητα όντας οι ίδιοι εμβολιασμένοι κατά του Διαφωτισμού.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας λοιπόν είναι μια προσωπικότητα που, όπως ο κεμαλικός Τούρκος, ο μεταποικιακός Ινδός και ο βαλκανιστής Βαλκάνιος, διακατέχεται από διαρκές αίσθημα μειονεξίας και ταραχής. Ο πεφωτισμενος Έλληνας βιώνει την καθημερινότητα αλλά και τα μεγάλα ζητήματα του βίου και (ενίοτε) του πνεύματος σε διαρκή σύγκριση με ένα ιδανικό ευρωπαϊκό ιδεώδες που δεν υπάρχει. Θυμηθείτε λ.χ. το χαρακτηριστικό κείμενο της κυρίας Χ. Ταχιάου πριν τέσσερα χρόνια.

Πιο αναλυτικά, ο πεφωτισμένος Έλληνας θέλει να είναι εδώ αλλά να μην είναι εδώ, θέλει να φέρει το εκεί εδώ αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρος πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό: ο πεφωτισμένος Έλληνας εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο «Ευρωπαίοι» και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο «Ευρώπη». Παράλληλα, διαπιστώνει ξανά και ξανά την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που κατ’ αυτόν χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες. Επιθυμεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που θεωρεί ότι δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα. Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας ανιχνεύει τον χώρο γύρω του για συμπεριφορές που υπογραμμίζουν το χάσμα αυτό μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, αναζητεί με επιμέλεια ειδοποιούς διαφορές μεταξύ μιας πραγματικότητας, της ελληνικής, και του πλατωνικού κόσμου της Ευρώπης του. Ωστόσο, αυτή η Ευρώπη (καθαρή και πολιτισμένη κι εύτακτη κι ευνομούμενη) υπάρχει στη φαντασία κυρίως δύο ομάδων ανθρώπων: των παντοειδώς αταξίδευτων ή όσων γεύτηκαν μια περιορισμένη dégustation φοιτητικής ή μεγαλοαστικής ζωής, σε κάποια πόλη της Μεσευρώπης συνήθως. Αυτοί θεωρούν ότι δεν είμαστε Ευρωπαίοι και επιθυμούν να μας κάνουν Ευρωπαίους μεταρρυθμίζοντας το Ελληνικό κράτος σε κάτι το οποίο αντιλαμβάνονται ως «κανονικό ευρωπαϊκό κράτος». Στο πλευρό τους βρίσκονται οι πανταχού παρόντες και ακάματοι ρήτορες των πατερναλισμών και του κομιλφώ.

Για τη γενιά των πεφωτισμένων Ελλήνων, για τα απόπαιδα του Διαφωτισμού και τους ανορθόγραφους του Ορθολογισμού, ο Καραγκιόζης (ο Χατζηαβάτης πάλι, όχι και τόσο πολύ) ευθύνεται που «φτάσαμε εδώ που φτάσαμε». Για όλα. Φταίει η ιστορία του, φταίει κι η γεωγραφία του, φταίει η Ορθοδοξία ή η Δύση ή και οι δυο μαζί. Φταίει το δημοσιονομικά υπερτροφικό Κράτος (που παρατάιζε, λέει, τον Καραγκιόζη) και το πολιτικά ισχνό Κράτος (που δεν τον καρπαζώνει όσο πρέπει όταν ανομεί). Πάνω απ’ όλους φταίει η μπανάλ Αριστερά, που παραχαϊδεύει τον Καραγκιόζη και δεν τον αφήνει να βάλει καμπούρα να βγούμε από την κρίση. Τέλος, φταίει ο φτωχός που δεν έμεινε όπου κι η μοίρα του και πού και πού διαμαρτύρεται, αναγκάζοντας τους δυστυχείς ή πονηρούς πολιτικούς να λαϊκίσουν. Αυτό που μας χωρίζει από την Ευρώπη, από το να είμαστε κανονικό κράτος και κανονικός λαός, είναι η φτώχεια.

Δύο τα κρατούμενα.

Ο πεφωτισμένος Έλληνας στην Εσπερία

Ο πεφωτισμένος Έλληνας πάει στην Ευρώπη. Εκεί πιστεύει ότι ανήκει άλλωστε. Όπως είπα, συνήθως περιορίζεται στο να περιηγηθεί αξιοθέατα, καλές μεγαλοαστικές γειτονιές, τη βιτρίνα κάθε πόλης, γραφικά τοπία κτλ. Ο πεφωτισμένος Έλληνας, επαναλαμβάνω, πάει στη Μεσευρώπη, στο Παρίσι και στο κεντρικό Λονδίνο — αλλά και στη Σκανδιναβία και σε νησίδες της Ανατολικής Ευρώπης τα τελευταία χρόνια — και επιστρέφει με τις καλυτερες εντυπώσεις.

Εκτός όταν τον υπερχρεώσουν ή άμα στριμωχτεί σε κάποιο τρένο, ή όταν του κλέψουνε το πορτοφόλι ή τη φωτογραφική μηχανή, ή αν βρεθεί μάρτυρας σε καναν καβγά μεθυσμένων και του έρθει κανα μπουκάλι ξώφαλτσα. Τότε ζορίζεται κάπως ο πεφωτισμένος Έλληνας: δεν μπορεί να αναφωνήσει «δεν υπάρχει κράτος» και να λοιδωρήσει την ανομία και το μπάχαλο, αφού επισκέπτεται κανονικά κράτη (πόσο και με ποιους τρόπους είναι ένα κράτος «κανονικό», άλλο θέμα). Δεν μπορεί να οιμώξει «δεν είμαστε λαός», γιατί εξ ορισμού (και για λόγους μάλλον ανεξιχνίαστους) οι Αυστριακοί, οι δικοινοτικοί Βέλγοι, οι δεκαπέντε λογιών Γερμανοί, οι τετράγλωσσοι Ελβετοί ή κι οι Εσθονοί είναι λαός, και δη ευρωπαϊκός.

Και τότε καταλαβαίνει ο πεφωτισμένος Έλληνας ότι παρότι στην Ευρώπη και λαός είναι και κράτος υπάρχει, υπάρχουνε δυστυχώς ξένοι: μετανάστες, πρόσφυγες, γκασταρμπάιτερ κτλ. Μπορεί να είναι δύο και τριών και τεσσάρων γενεών, αλλά παραμένουνε ξένοι κι αναφομοίωτοι. Αυτοί φταίνε. Κουβαλήθηκαν από τις χώρες τους στην Ευρώπη για να βρούνε τα εύκολα λεφτά στις φάμπρικες, χτίζοντας και βάφοντας, μεγαλώνοντας παιδιά, στα συνεργεία καθαρισμού και στα μπουρδέλα της, αντί να καθήσουνε στα αβγά τους και να εργαστούν και να αναπτύξουν τις πατρίδες τους· έφεραν μαζί τους τα βάρβαρα έθιμά τους και τη γενικότερη βρωμιά και φασαρία τους. Μπορεί να είναι Αφρικανοί, μπορεί και Πορτογάλοι· άλλοι είναι Άραβες κι άλλοι Πολωνοί (αν και οι Πολωνοί είναι λαός όταν είναι στην Πολωνία, που είναι κανονική χώρα)· ίσως είναι Ανδαλουσιανοί ή και Τούρκοι· Ρουμάνοι αλλά και λατινοαμερικάνοι· Σιτσιλιάνοι και Μαγκρέμπ. Αυτοί χαλάνε τα κανονικά κράτη. Αυτοί όταν δεν θέλουνε να ενταχθούν κλειδώνονται από μόνοι τους στο γκέτο, ενώ όταν το προσπαθούν γίνονται γραφικοί.

Βεβαίως το ζήτημα δεν βρίσκεται ακριβώς στο ότι είναι ξένοι. Το Λονδίνο είναι γεμάτο Ρώσους ολιγάρχες, το Παρίσι φίσκα στους Κινέζους (όχι από αυτούς τους απαίσιους της Βαρκελώνης και της Αθήνας, για πλούσιους μιλάμε), η Ελβετία μέχρι εδώ στους Σαουδάραβες, το Ντύσελντορφ έχει δεκάδες χιλιάδες Γιαπωνέζους και η Ανδαλουσία μέθυσους αλλά σε καθεστώς ευμάρειας Βρετανούς συνταξιούχους. Ναι γίνονται λίγο θορυβώδεις και χυδαίοι και αυτοί, ναι κάνουνε τον βίο αβίωτο των ντόπιων λ.χ. ανεβάζοντας τις τιμές της γης, ναι αλλά είναι πλούσιοι.

Πριν τους φτωχούς ξένους, το πρόβλημα των κανονικών χωρών με κανονικούς λαούς ήταν οι φτωχοί: έπιναν, έβριζαν, μύριζαν απλυσιά, ήτανε κακόγουστοι. Και σήμερα ακόμα: π.χ. η εργατική τάξη στην Αγγλία, ιδίως τα φτωχότερα στρωμάτά της, ευθύνεται για ένα σωρό κακοδαιμονίες — άλλωστε είναι πλέον άκομψο στη Βρετανία να κακολογείς τους ξένους, κι ας κουβαλήθηκαν μαζικά χωρίς κανέναν λόγο. Ακόμα καλύτερα, η ίδια η εργατική τάξη έχει εσωτερικεύσει τον πατερναλισμό που υφίσταται και μέλη της παραδέχονται ασμένως ότι στους κόλπους της ευδοκιμούν yobs, benefit cheats, αλκοολικοί, bloody chavs, πρεζόνια και χασικλήδες, underage mums κτλ

Γενικότερα, η Ευρώπη είναι ένα ωραίο πράγμα αν δεν λάβεις υπόψη τους φτωχούς ξένους και τους φτωχούς γενικότερα.

Τρία τα κρατούμενα.

Στη φωτογραφία η είσοδος του σταδίου Philips, έδρας της PSV Eindhoven: «Ισχύς εν τη ενώσει».

Ο αντεραστής

11150187_1625062224396657_7498052413091753566_n

Αυτό τo καθήκι που ήρθε από το πουθενά και μου έφαγε κανονικά τη γυναίκα πρέπει να το έσπειραν το ’71. Η το ’70. Τον καριόλη. Τον θυμάμαι την πρώτη φορά. Χαμογελαστός κι άνετος, αιθέριος που λένε, ανέμελος κι έτσι και μια χαρά. Αν και ζουμπάς. Τον έβλεπες τον παλιόπουστα από τη γωνία, πριν στρίψει τη γωνία τον έβλεπες, από πίσω από τον τοίχο, τη μάνα του μέσα, τη χίπισσα ή χωριάτισσα ή τι διάολο μουνί τον πέταγε· χωρίς αρχές και τέτοια, αρχή από μόνος του, άνετος, ασκάλωτος τελείως: ανεμπόδιστος και σένιος. Το κέντρο του κόσμου, η μισοριξιά. Χειραψίες και χαμόγελα. Μνημόνιο, αντιμνημόνιο, κυβερνώσα αριστερά, δεξιά της αριστείας και της προόδου — πού να ξεχωρίσεις. Οι καριόληδες είναι ίδιοι παντού. Την πάρτη και τον πούτσο τους κοιτάνε μόνο, πάντα υπεράνω και λάθος δεν κάνουν ποτέ.

Ήρθε και στρώθηκε μέσα στην παρέα. Τον κοίταγε η άλλη, η δικιά μου. Σπουδαίος τής φάνηκε και περιωπής. Αλλά εγώ, σιγά μην πάρω πρέφα. Και μη φανταστείς καμμιά ιστορία ή καναν άντρακλά δυο μέτρα: ένα εβδομηνταφεύγα είναι, κοκκινοτρίχης, σκατόφατσα αλβανική που παριστάνει τον λεβέντη βλάχο από τη Φιλιππιάδα, δηλαδή και καλά «η καταγωγή του», το μούτρο, με το μαλλί το ίσιο το άχυρο και το αραιό, υποψήφια φαλάκρα η δασική έκταση στο κρανίο του. Και χαμόγελα και σεμνές ματιές και βλέμματα, σαν γκόμενα. Χωρίς τσαγανό, χωρίς τίποτα. Σχεδόν πουστράκι τον έβγαζες, σαρανταφεύγα χρονών λίγδας. Έλεγες σιγά την πετρελαιοκίνηση, δίχρονο παπί είναι ο μαλάκας. Κι αυτός τα έλεγε και τα σπρεχάριζε τα δικά του και ήρθε κι έκατσε δίπλα μου μετά και φάτσα στη βλαμμένη και με χτύπαγε και στον ώμο ο παπάρας και σκεφτόμουν, πούστρα είναι και με χουφτώνει στο φιλικό ή ψάχνει να μου κάνει τον φίλο και τ’ αδέρφι να νιώσει κι αυτός έτσι λίγο σπουδαίος κι αντράκι; Τόσο μαλάκας κι εγώ. Κι εκείνος έλεγε τα δικά του στην παρέα, και δώσε να κατεβάζει τα τσίπουρα. Όχι ότι κέρναγε, σκώληκας ήταν. Υπολόγιζε, μην κεράσει καμμιά γύρα παραπανίσια. Και μίλαγε. Αργά και στοχαστικά κοιτώντας το τραπέζι. Ο κοκκινοτρίχης. Η σκατόφατσα. Μίλαγε αργά και χαμηλά, να σωπαίνουν όλοι για να κάνει παράσταση, περφόρμανς που λένε. Η Ελλάδα έτσι κι η ιστορία αλλιώς κι ο Έλληνας αλλιώτικα. Και κουβέντα να γίνεται. Κοίταζε την άλλη στο μεταξύ αλλά πού να καταλάβουμε κι εμείς, λογάς είναι, λες, δεν παίζει, δεν σκαμπάζει· δεν χαλεύει, πώς το λένε. Αλλά αυτός έκανε ματάκια. Κι εγώ χαμπάρι. Κι έτσι την πάτησα. Και πληρώσαμε την ταβέρνα και με έβαλε εμένα και την άλληνε σε ταξί και όλα καλά και να τα ξαναπούμε.

Και δεν τα ξανάπαμε, αλλά τα ξανάπε με την άλληνα. Τη δικιά μου. Το ήξερα κιόλας. Θα πήγαιναν λέει θέατρο. Το έχαψα κι εγώ, σιγά το ανθρωπάκι το ταλαίπωρο. Να πάνε. Δεν βαριέσαι κιόλας. Πήγα κι εγώ κι είδαμε το Τσάμπιος Λιγκ στου Πάνου, ήπιαμε και τις μπύρες μας και μου έδειχνε στο ημίχρονο κι ο λιγούρης ο άλλος, ο κατά φαντασία γουσταρλής, κάτι τσόντες αηδία στο κινητό του· ρε μαλάκα Πάνο πώς έχουνε γίνει έτσι οι τσόντες, του έλεγα, όλο αιμομιξίες (και καλά!), πέντε μαζί να παίρνουνε μια γκόμενα νουμεράδα σαν να είναι μισθοφόροι των Κόντρας μέσα στη ζούγκλα, σάλια και κάτι φίστιγκ ― σιγά ρε φίλε μη χώσουμε και κανα λαμπατέρ μέσα. Αηδίες ρε φίλε, αηδίες: ξερνάς προτού καυλώσεις. Κι η άλλη στο θέατρο με το καθήκι, τον κακομοίρη τον μονουχισμένο, τον βλάκα του βιβλίου τον δικολάβο. Ετσι έλεγα. Να δούνε τον Χειλάκη, τον Μαρκουλάκη ή τον άλλονα, πώς τον λένε, τον Σερβέτ Αλή και τον δεν ξέρω ποιον να παίζουνε τα βάσανα Ρώσων αλκοολικών που τους φάγανε τα χρέη κι η γκαντήφλα του κωλόκαιρου. Κι αυτοί χαμουρευόντουσαν. Μπορεί και να γαμήθηκαν κι από κείνη τη φορά, πού να ξέρω. Κι ήρθε η άλλη σπίτι πριν από μένα κι όλα μια χαρά. Μέλι γάλα. Και μου έλεγε πώς της έλεγε ο χατζηπαπάρας γιατί δεν θα τελειώσει η κρίση ποτέ. Σου είπα, ή αριστερός διανοούμενος ή δεξιός στοχαστής ήταν. Τι στοχαστής, γαμιστής ήτανε. Κωλοδικηγόρια. Σκώληκες. Σκαθάρια. Στο γραφείο του την πήγαινε. Γραφείο, ράφια, ντουλάπι, καναπές: αυτά από έπιπλα. Στην Κολοκοτρώνη. Μέσα στη μαύρη νύχτα. Τέταρτος όροφος. Εμπορικό δίκαιο. Να σου ξηγήσω το σκεπτικό, την υπόθεση, την κατάσταση και τ’ όνειρο. Το διά ταύτα.

Κι εντάξει, ο κοκκινοτρίχης ο σπανός, ο ένα ογδόντα με το ζόρι, ο κοκκαλιάρης, η μισοριξιά· αυτός ας πούμε ότι ψαχνότανε. Νταξ, παίκτωρ, μπλα μπλα είχε, μπλα μπλα δειγμάτιζε. Μια χαρά γι’ αυτόν οι παντρεμένες. Ήθελε να κάνει παιχνίδι, βρήκε τη δικιά μου. Η δικιά μου δεν καταλαβαίνω τι του βρήκε. Αυτή είναι του γυμναστηρίου. Αυτό το πράμα περίμενε για να με κερατώσει; Αυτόν τον έρμο τον κακομοίρη; Κάτι κλαρίνα στο γυμναστήριο που έχω δει να κυκλοφορούν τον έπιαναν τον τυπάκο και τον έκαναν δέμα και τον έστελναν συστημένο. Εγώ με κανέναν από εκεί μέσα, από το γυμναστήριο, φοβόμουν μη μου τα φορέσει, που έζεχναν όλοι με τα κολλητά τα φανελάκια βαρβατίλα κι ιδρώτα και τη χούφτωναν για να της δείξουνε της γυναίκας πώς να πιάνει τη λαβή για να τραβάει τα βάρη και πώς να μη γλυστράει ο κώλος της πάνω στη σέλλα του μηχανήματος όταν έπαιρνε τις επαναλήψεις. Αυτούς τους είχα λίγο από φόβο, φουσκωτούς και γραμμωμένους, ιδίως τους γραμμωμένους, και πήγαινα απροειδοποίητα με το αμάξι πού και πού και την έπαιρνα κι αυτή τους κοίταγε ― γιατί κόβει το μάτι μου εμένα, μην κοιτάς που την πάτησε με τον φλώρο, τον κωλόπουστα ― όπως κοιτάω εγώ τα τιμολόγια. Κι ούτε είχε τίποτα ιδιαίτερες εξάψεις μετά· γιατι κι αυτό είναι ένδειξη, σημάδι. Και πήγε λοιπόν η δικιά μου η λαμπάδα με τον κώλο σκέτη ποίηση και του κάθησε του κοκκινοτρίχη του σπανού με την προσεχώς φαλάκρα και τις πλατούλες Γραφέως Β’. Που μας έλεγε για την κρίση. Και που έπινε τσίπουρα κι έκλειναν τα μάτια του από τη ζάλη. Η λούγκρα του κερατά. Αλλά η δικιά μου αυτόνανε γούσταρε. Άβυσσος, περί ορέξεως και τα λοιπά. Τι να πεις.

Ήτανε και προσεκτική στο μεταξύ. Δεν τον έβλεπε συνέχεια. Όχι. Στη χάση και στη φέξη. Πονηριά. Σύστημα. Στο σπίτι του λέει δεν πήγανε ποτέ. Ο μαλάκας, πήγαινε με τους κανονισμούς, με το βιβλίο: «δεν γαμάμε σπίτι μας ούτε μισή φορά» κι έτσι. Κι ας είναι εργένης. Αλλά βέβαια κι είναι εργένης: ανθρωπάριο. Μισοριξιά. Ποια να τον παντρευτεί τον ζαβλακωμένο, το ζαβό. Εκεί, τις παραμυθιάζει και του κάθονται μέχρι να τονε βαρεθούν κι αυτόν και την μπάμια που θα έχει για καυλί. Γιατί μέχρι πού να σε πάει το ψηστήρι, η καυλάντα και το μπλα μπλα, η φιλοσοφική η συζήτηση και οι κουβέντες της κουλτούρας; Δεν ζουν οι σχέσεις χωρίς καύλα. Λίγη καύλα, όχι πολλή. Αλλά αυτός τι καύλα; Αυτός κουβέντες και μπούρδου μπούρδου: μέχρι εκεί. Για 2-3 μήνες το πολύ και άντε. Εκτός απ’ τη δική μου φυσικά, που τραβιότανε μαζί του 6 χρόνια. Έξι χρόνια ρε φίλε. Έξι. Κι όλα ρολόι. Κι εγώ μέσα σε αυτά τα χρόνια τον είδα μια φορά στην αρχή, που έγινε το κοννέ στα τσίπουρα, μια στα Βλάχικα με τον μαλάκα τον ξάδερφό μου που ήτανε πελάτης του (ανάθεμα τους δικηγόρους και τα πελατάκια τους και τον Έλληνα τον δικομανή), μια για καφέ στη Μητροπόλεως που τον είδαμε τυχαία και είπαμε να κάτσει μαζί μας και μια ακόμα την τελευταία. Στην όπερα.

Πάμε στην όπερα έλεγε η άλλη, καμμιά αντίρρηση εγώ, ήτανε κι ιταλική που μου αρέσουν. Θα είναι και ο Μαλάκας, εντάξει, μας βρήκε εισιτήρια. Ντυνόμαστε και πάμε· προσέκκο και εφέ στο φουαγιέ, όλα ωραία, κοιτάμε τις κάσες τις κολωνακιώτικες που περπάταγαν και νιώθανε να τους ανήκε η όπερα, λες κι ήτανε Κερκυραίες, κοίταγα τους κολωνακιώτες τους ξεπεσμένους, σαν μαδημένες νερόκοτες. Καταφθάνει και ο αρχιπαπάρας καθυστερημένος λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, μπαίνουμε μέσα, ωραία η Λουτσία, μια χαρά, καλές φωνές, παραγωγή κιμπάρικη. Στο διάλειμμα στο φουαγιέ με κοιτάει και μου λέει ο κοκάκιας (γιατί ήτανε και κοκάκιας, όλα τα κακά τα είχε το παπάρι το μαραμένο) με το μάτι να γυαλίζει σαν γυάλινο κι έτσι μοχθηρό: «Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει» ― ναι έτσι μιλάει ο Χάρης Πάτσης, το κωλόφυτο η Δομή ― «δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει γυναίκα σαν τη Μάνια».

Και ξαφνικά αστράφτουν όλα μπροστά μου. Όλα. Και βλέπω ότι είναι φτιαγμένος και καταλαβαίνω τι παίζει μπροστά στα μάτια μου, όχι πίσω από την πλάτη μου, εδώ και μια εξαετία, αυτό το γαμημένο το 2010-2016 που μηδένισε τα κοντέρ ολωνών και μας πέταξε στην αφετηρία και γέμισε την πόλη τραμπούκους να κυνηγάνε πεινασμένους και που μας έκλεισε τα μαγαζιά και μας γάμησε τα μυαλά. Καταλαβαίνω τότε τι γίνεται και κόβονται τα πόδια μου κι έτρεμαν και τα γόνατά μου λίγο και βλέπω από μακριά τη δικιά μου, τη μαλάκω τη Μάνια που με κεράτωνε με αυτόν τον μπαγιάτικο κουραμπιέ, τον κοκκινιτρίχη με φωνή σαν καραμούζα αποκριάτικη, να έρχεται από την τουαλέτα που πούδραρε τη μύτη της ή δεν ξέρω τι. Προλαβαίνω λοιπόν και του λέω «Το ξέρω, φίλε. Δεν υπάρχει.» Και παίρνω τη Μάνια από το μπράτσο, την τραβάω μπροστά και πάμε και καθόμαστε στις θέσεις μας και βλέπουμε ήσυχα ήσυχα την τελευταία πράξη, όπου πεθαίνουν όλοι, ως συνήθως. Μετά πήγαμε σπίτι μας.

Έφτι Μουλά

Έρχομαι από τα βάθη της Ασίας.

Το 1994 πήγα στη Λέσβο για να βρω το κορίτσι μου, που παραθέριζε εκεί με τους δικούς της — αθώες εποχές τότε, μας έσερναν οι γονείς μαζί τους στις διακοπές. Έφτασα εκεί με άλλους τρεις φίλους, δεν υπήρχανε και κινητά οπότε αφήναμε ο ένας στον άλλο μηνύματα με αριθμούς τηλεφώνου των πανσιόν που καταλύαμε. Ήμουν ήδη δυο τρεις μέρες στη Λέσβο όταν μαθαίνω από την ολοφάνερα αναστατωμένη μητέρα της κοπέλας ότι πήρε το βαρκάκι χωρίς προειδοποίηση, πήγε στο Αϊβαλί και από εκεί θα διέσχιζε με τούρκικο ΚΤΕΛ την Τουρκία μέχρι να φτάσει στην Καππαδοκία. Από την οποία κατάγομαι. Για να δει πώς είναι εκεί οι άνθρωποι.

Δύο μήνες μετά, στην Αθήνα, μου είπε ότι όλοι μου έμοιαζαν στους δρόμους της Καισάρειας, μια δυο φορές μάλιστα νόμισε ότι με είδε να περπατάω με τριμμένο γκρι σακάκι. Πιθανόν όλοι να μου έμοιαζαν, αλλά μπορεί και να επρόκειτο για περίπτωση παρειδωλίας: όποιος ψάχνει μοτίβα τα βλέπει κι εκεί όπου μετά βίας υπάρχουν, λ.χ. στα σύννεφα.

Μπορεί οι τουρκόφατσες της Καππαδοκίας, που έγιναν πολύ της μόδας με τα σήριαλ τα τούρκικα και τις ταινίες του Nuri Bilge Ceylan, να θυμίζουνε τη δική μου, αλλά η ταυτότητα είναι πολύ μπαγάσικο πράμα και δεν ορίζεται ούτε στατικά ούτε με τη συσσώρευση πληροφοριών. Αναρωτιέται π.χ. ο Κούντερα στην Ταυτότητα, λίγο ρητορικά και στημένα, τι από τα δύο είναι η ταυτότητα του καθενός μας: το άθροισμα όλων των λεπτομερειών που είμαστε, των ειδοποιών διαφορών μας, ή αυτό που μένει όταν απογυμνωθούμε από τις λεπτομέρειες και τα καθέκαστα;

Ενδιαφέροντα θέματα οπωσδήποτε. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι δεν έχω πάει μέχρι τη μέση της Καππαδοκίας για να βρω τις ρίζες μου: ό,τι θυμάμαι και ό,τι έχω ζήσει είναι οι ρίζες μου, ενώ τη βιολογία μου την κουβαλάω μαζί μου και είναι μέρος μου, μαζί και η τουρκόφατσα.

Ο μισός είμαι Καππαδόκης, ένα τέταρτο Αρκάδας, ένα τέταρτο Πολίτης. Κατά τ’ άλλα κι εγώ κι ο πατέρας μου είμαστε Αθηναίοι. Αν δεν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, τα πράγματα είναι απλά: τουρλού, όπως είμαστε οι περισσότεροι από καταβολής ανθρωπότητας, είδους έμφρονος, γλωσσικού και ταξιδιάρικου, ενίοτε πολύ μοχθηρού και συνήθως απλώς παράφορου, που πρόκοψε στις πόλεις μετά από δεκάδες χιλιάδες χρόνια κυνηγιού και περιπλανήσεων.

Αν θέλει να παίξει κανείς με στερεότυπα, μπορεί να σκεφτεί παστουρμάδες λόγω Καππαδοκίας — αν κι εγώ θα έλεγα μαντί και πολύ γιαούρτι, χοροί με κουτάλια και τουρκοφωνία· μπορεί να σκεφτεί τσάμικους λόγω Αρκαδίας, αν κι εγώ θα έλεγα στριφνότητα, ψυχρότητα και γαστρονομική απελπισία· για δε την Πόλη όλοι έχουν γνώμη.

Αν πάλι επιμείνω στη μνήμη, υπάρχουν ιστορίες. Υπάρχουνε π.χ. θειάδες και γιαγιάδες που μιλάνε μεταξύ τους τούρκικα για να μην καταλαβαίνουμε ποιον κουτσομπολεύουνε και πώς. Υπάρχει και μια αιωνόβια, εντελώς κινηματογραφική γιαγιά, σαν αρχαία μάγισσα ή Γραία, η οποία αρνούνταν να καθήσει σε οτιδήποτε ψηλότερο από έναν πολύ χαμηλό σοφρά. Αυτό που την έκανε να μοιάζει με μαντείο ήταν ότι μίλαγε μόνο τούρκικα, και μάλιστα με τρόπο που δυσκόλευε ακόμα και τους υπόλοιπους τουρκόφωνους στο σόι. Εγώ τη φοβόμουν κάπως. Με αποκαλούσε Έφτι Μουλά.

Αν με ρωτήσετε, νιώθω Αθηναίος και Βορειοδυτικός Ευρωπαίος κι αισθάνομαι ότι υπάρχει μια Επτάπολη μέσα στην Ευρώπη όπου θα μπορούσα να ζήσω όπως νομίζω ότι θα ήθελα να ζήσω: Αθήνα, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Γενεύη, Κολωνία, Βαρκελώνη, Νάπολη. Αν με ρωτήσετε τι συγκροτεί την ταυτότητά μας, θα ξαναπώ αυτό:

Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.

Και δεν θα πω άλλα.

Η φωτογραφία εικονίζει (και) το αυτοκόλλητο-παρέμβαση You are here (Sakis Folios).

Λαιστρυγόνες

Το 1978, όταν ήμουν πέντε χρονών, ο πατέρας μου αποφάσισε να αγοράσει το Nightflight to Venus, ώστε να έχει και κάτι από ξένα στην καινούργια και υπό συμπίληση δισκοθήκη του, η οποία μέχρι τότε περιείχε λίγο Μπαχ, πολύ Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, τα απάντα του Χιώτη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Στράτο Διονυσίου. Όσοι μεγαλώσατε με πανκ, με ροκ και με ποιότητα πολλή ξινίζετε, αλλά δεν πειράζει: ξέρω όλα τα τραγούδια του δίσκου απ’ έξω, ο οποίος με μύησε σε περίτεχνα φωνητικά, διπλές εισαγωγές και την ενορχηστρωτική φαντασία — εβδομηνταρία γαρ.

Κάτι άλλο που έμαθα γύρω στα έξι μου είναι η Οδύσσεια, στην οποία με μύησε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζα στο κέντρο νεότητας (επί Μπέη ο Δήμος Αθηναίων ενδιαφερόταν και για τους δημότες του, όχι μόνο για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ευταξία και τον κατευνασμό εργολάβων). Αμέσως μετά έπεσα με τα μούτρα σε μια Οδύσσεια για την Τρίτη Δημοτικού, σχολικό βιβλίο του πατέρα μου. Βεβαίως με ενδιέφεραν οι Απόλογοι κυρίως, ακόμα με ενδιαφέρουν, μικροί ή μεγάλοι· άλλωστε σε αυτούς βασιζόταν το επιτραπέζιο παιχνίδι, άλλωστε αυτοί είναι κατά Μπόρχες το πρότυπο κάθε περιπλάνησης: ο Νόστος. Και το επεισόδιο που με συνάρπαζε πάντοτε ήτανε των Λαιστρυγόνων.

Με εντυπωσίαζε που ήτανε κανονικοί άνθρωποι, με δύο μάτια δηλαδή, αλλά γίγαντες, χωρίς να ανήκουνε στους Γίγαντες της ησιόδειας Κοσμογονίας. Επιπλέον ζούσανε σε χώρα παραθαλάσσια αλλά δασωμένη, που από τότε μού φάνταζε ιδανική περίπτωση. Το επεισόδιο είναι αρκετά σύντομο, αλλά το ονόματα που μου είχανε κολλήσει ήταν δύο: της χώρας, που λέγεται Τηλέπυλος, κι εγώ ερμήνευα μέχρι απόψε ως «μακριά από την Πύλο», και του βασιλιά της, που λέγεται Αντιφάτης, κι εγώ καταλαβαίνω να σημαίνει «αυτός που αντιλέγει» κι όχι «αυτός που αντιφάσκει». Άλλωστε ο Αντιφάτης δεν είναι απατεώνας ούτε ψεύτης ούτε καν εκμαυλιστής όπως η Κίρκη: τρώει τον πρόσκοπο του Οδυσσέα για μεζέ και μετά μαζεύει τον λαό του και πετάνε πέτρες στον στολίσκο του ξένου που έπιασε στο λιμάνι τους — όπως κάθε τοπικιστής που σέβεται τον εαυτό του. Πάντως οι Λαιστρυγόνες καμακώνουνε τα ανθρώπινα θύματά τους για να τα φάνε (ἰχθῦς δ᾽ ὣς πείροντες ἀτερπέα δαῖτα φέροντο)· τουλάχιστον οι Λαιστρυγόνες είναι ανθρωποφάγοι, όχι απλοί μισάνθρωποι φονιάδες.

Απόψε, ψάχνοντας λίγο, μαθαίνω ότι οι φιλόλογοι μού λένε ότι παρετυμολόγησα το Τηλέπυλος, που μάλλον σημαίνει «υψηλή πύλη» τελικά, ενώ για το Αντιφάτης ξύνουνε το κεφάλι τους. Επιστρέφοντας στο πρωτότυπο για περισσότερες πληροφορίες, βρήκα ότι ο ιδρυτής της Τηλεπύλου λεγόταν Λάμος, που θα πει «χάσμα». Σε ένα τόσο σύντομο επεισόδιο (κ 81-134) περιέχεται μέσα σε τρία κύρια ονόματα τόση αφήγηση και τόση ένταση. Εντάξει, υπάρχει ακόμα ένα τοπωνύμιο, μια κρήνη στην Τηλέπυλο, Αρτακία, αλλά δεν το έψαξα γιατί φαντάζει υπερβολικά ήμερο και οικείο.

Ζωή του μέλλοντος αιώνος: «Γραμματα σε νεκρό εραστή» της Βέρας Ι. Φραντζή

VJF exofyllo

Η Άφρα Μπεν (Aphra Behn) είναι η σημαντικότερη συγγραφέας και δραματουργός της περιόδου της Παλινόρθωσης (17ος αιώνας) στην Αγγλία. Σύμφωνα με ένα ντοκυμαντέρ που είδα πρόσφατα, η Μπεν ξεχωρίζει και επειδή υπήρξε πρωτοπόρος αλλά και επειδή δεν έγραφε γυναικεία, αφού ακόμα τότε δεν είχε επινοηθεί η γυναικεία γραφή ως κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό

Το κειμενικό είδος της γυναικείας γραφής κυρίως έχει να κάνει με κειμενικές πρακτικές και σχεδόν καθόλου με τη γυναικεία φύση. Τις συμβάσεις της γυναικείας γραφής καθορίζουν τελικά οι προσδοκίες του άντρα-αναγνώστη σχετικά με το πώς και τι θα έπρεπε να γράφει μια γυναίκα. Η δε γυναικεία ποίηση εξιδανικεύει το παράπονο και αναδεικνύει έναν αισθαντισμό εξαϋλωμένο, ακόμα και όταν πραγματεύεται τα άκρως αισθητά. Επιπλέον, στα ελληνικά συμφραζόμενα η γυναικεία ποίηση είναι ένα λιγομίλητο είδος στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται κλεισμένο σε εσωτερικό χώρο, μινυρίζοντας για την ασάλευτη ζωή ένδον. Ο τόνος είναι χαμηλόφωνος και το τέμπο συνήθως andante.

Τα «Γράμματα σε νεκρό εραστή» είναι ανταποκρίσεις από τη ζωή, ή μάλλον από το αίτημα για ζωή όπως της δίνει περιεχόμενο, σάρκα και πρόσωπο ο έρωτας. Ο έκκεντρος χαρακτήρας της συλλογής φανερώνεται κιόλας από το κείμενο που ακολουθεί την αφιέρωση. Το κείμενο λέγεται «νησιώτης στην πόλη» και ξεκινάει ως πεζό περιηγητικό κείμενο μέσα στον Πειραιά. Ύστερα εμφανίζεται ο Τσαρούχης και «μια εντύπωση ενός άνδρα που χαμογελάει». Όμως, «αυτός ο άνδρας δεν ήταν ένας, μα κολάζ πολλών ανδρικών μορφών». Κι αμέσως μετά το πεζό ξηλώνεται και αναλύεται σε στίχους όπου ο άντρας αυτός, το κολάζ πολλών ανδρικών μορφών, μεταπλάθεται τελικά σε έναν συγκεκριμένο άντρα που η περιπατήτρια αρπάζει από τον Τσαρούχη και ο οποίος λιτανεύεται στον Πειραιά, ώσπου «κάποια στιγμή να σηκωθεί, / να σε αποχαιρετήσει».

Υπάρχουνε λοιπόν στα ποιήματα του βιβλίου πολλοί εραστές ή ένας που μεταμορφώνεται διαρκώς. Αυτός ο εραστής γίνεται κάθε τόσο αντικείμενο απεύθυνσης. «Άρα γυναικεία ποίηση», θα έλεγε κάποιος. Όχι, γιατί τελικά το θέμα των ποιημάτων του βιβλίου δεν είναι οι ίδιοι οι εραστές και τα καθέκαστα των σχέσεων, παρά η δυνατότητα για ζωή που προσδοκούμε να πραγματώσει ο έρωτας.

Η συλλογή λοιπόν δεν αφοσιώνεται σε απουσίες, μοναξιές και ματαιώσεις, παρότι τις εξιστορεί συνοπτικά. Η ποίηση της Φραντζή παρακολουθεί τη ροπή από τη σωματικότητα στον έρωτα και από τον έρωτα στη ζωή. Θέμα της λοιπόν είναι, όπως κατά Σεφέρη, το ζωντανό σώμα της ίδιας της ποιήτριας, ειδωμένο από τη σκοπιά του καθόλου εξιδανικευμένου έρωτα και μέσα από τους φακούς που η γυναικεία σωματικότητα προσφέρει. Το ποιητικό βίωμα εδώ δεν είναι ποσώς εξαϋλωμένο, απεναντίας φιλτράρεται ανατομικώς μέσα από οργασμικά υγρά, από το αίμα της περιόδου και την κύηση, από τομές-αμυχές-διεισδύσεις (όπως στα ποιήματα «περιγράφοντας ανίερα πράγματα» και «γκρεμνοί») και κυρίως από την ικανότητα του γυναικείου σώματος να εγκολπώνεται.

Η σωματικότητα αυτή υπάρχει και κινείται σε τοπίο αστικό. Πράγματι, ο χώρος μέσα στον οποίο ζούνε τα ποιήματα της συλλογής δεν αποτελείται τόσο από σεντόνια και κρεβάτια ερωτικά, δηλαδή τις τόσο προσφιλείς σε ποιήτριες ματαιώσεις κλειστού χώρου, παρά συγκροτείται από την πόλη και την ανθρώπινη πανίδα της: πόλη είναι οι άνθρωποί της, ενώ η ματιά απέναντί τους δεν είναι φιλοπερίεργη και αποστασιοποιημένη, παρά μια ημιτελής κίνηση ταύτισης μαζί τους:

«Γιατί δε με παίρνεις τηλέφωνο;”
(Έμαθα και πως οι άνδρες κυνηγούν τις γυναίκες
και πως τις παρακαλάνε,
όταν έχουν πιει δυο ουζάκια ή έχουν χάσει
όλα τα λεφτά τους στην πρέφα.
Αλλά οι γυναίκες θέλουν τύχη, τεχνική και εμπειρία.
Θα ’πρεπε να το ξέρουν οι χαρτοπαίκτες αυτό.)

Η καθόλου άγουρη και λεπτεπίλεπτα επεξεργασμένη έκφραση της Φραντζή είναι στυφή και οξύστομος. Της λείπει ο αισθαντισμός και κάθε γλυκειά μελαγχολία ενώ η όποια εσωστρέφεια των ποιημάτων είναι κειμενική και όχι ψυχολογική. Στα «Γράμματα σε νεκρό εραστή» οικεία εκφραστικά μέσα δεν θα βρούμε, το αλλόκοτο μάλιστα πολλές φορές μάλιστα ενεδρεύει εκεί όπου δεν το περιμένουμε.

Η μη οικεία και σχεδόν παραδοξολογική έκφραση, η στυφή ποίηση, αποτυπώνει ωστόσο συναισθήματα καθόλου οικεία και σίγουρα καθόλου προφανή. Δεν είναι τζάμπα ή αυτοαναφορικά δύστροπος ο λόγος της Φραντζή, και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αρετές του: χωρίς ευπρέπειες και χωρίς γλυκασμούς, διακρίνεται από άγρια παρρησία που όμως δεν γίνεται καταγγελτική ή πομπώδης. Μια αίσθηση αυτού του σχεδόν uncanny (ή unheimlich, αν προτιμάτε), του αλλόκοτου σύμπαντος που περιέχει το μικρό βιβλιαράκι είναι και το ποίημα «Ταυτότητα», ουσιαστικά το συναξάρι μιας αποσυναρμολόγησης.

Η ποίηση της Φραντζή ξεχωρίζει τεχνικά λογω της κίνησής της, καθώς έρχεται και συστρέφεται γύρω από τον εαυτό της, πολλές φορές τον διεμβολίζει και τον διαπερνά, και μετά απλώνεται ξανά σε ανθέμια και αλλόκοτες μορφές. Ο βαθμός επεξεργασίας και το πόσο περίτεχνα δουλεμένα είναι τα ποιήματα φαίνεται λ.χ. σε ένα απόσπασμα όπως αυτό, από το ποίημα «οι γοργόνες ερωτεύονται»:

έχω βάλει υποθήκη δυο χιλιάδες όνειρα
και ονειρώξεις-θυμιατά που επείγουν
ανάμεσα στα πόδια σου
τόσες πολλές πληροφορίες που με αναγκάζουν
να σε ερωτεύομαι
κάθε βράδυ
επιβάλλεσαι σε κάθε σκηνικό όπως αξίζει σε
έναν εραστή που επιβαρύνει την υγεία του
με απουσίες
στο τέλος καταλήγεις γυμνός και ντροπαλός
με υποθερμία από αυτή του βυθού
της θάλασσας
με έναν χαυλιόδοντα που σε κάνει άντρα μου
από την αρχή του παραμυθιού.

Η κίνηση και συστροφή της φόρμας, το μοναδικό και αλλόκοτο του οράματος, η τάχα ανέμελη αλλά συστηματική επεξεργασία, αναδεικνύονται με σαφήνεια και σχεδόν εκπάγλως στο «Βάρος του κόσμου», μια μεγάλη σύνθεση πρισματική και σχεδόν αφηγηματική. Για μένα, εδώ διαγράφεται το όραμα της Φραντζή με ορμή κι ενάργεια. Διαρκείς αλλαγές σκηνικού και τόνου, φωνές ενσωματωμένες, διαθέσεις εγκιβωτισμένες η μία μέσα στην άλλη, πραγματικά ανοικειωτική έκφραση που ενσαρκώνει ένα όραμα αλλόκοτο, όπως είπα: όραμα που μετακινεί την οπτική γωνία σου, όραμα καθόλου συμπαθητικό ή χαριτωμένο, με σκηνές που ως διάθεση φέρνουνε σε λεπτόμέρειες από το τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπος. Με άλλα λόγια, στο «Βάρος του κόσμου» γινόμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες σε μικρές συντέλειες χωρίς όμως το θέαμα που μάθαμε να τις συνοδεύει:

Σαν τα θερμοκήπια κλειστά, περιφραγμένα.
Κάποιος θα βρει μια ξυραφιά.
Και θα μπολιάσει αυτό το βόμβο ελπίδας που έχει ο
καθένας στην επιφάνεια των νυχιών και των νεκρών ιστών
την απροστάτευτη λιακάδα.
Εγώ κυκλοφορώ με δέρμα κάτω από έναν πλανήτη που
φλέγεται αρματωμένος
και έχω χιλιάδες λεξούλες να περιστοιχίζουν το κορμί μου
ανταμωμένες σε ένα χορό παραδοσιακό
μπάλος νησιώτικος
αντικριστός
μάχη λέξη με λέξη.

Τέλος, σε ένα από τα μικρά «σπαράγματα» προς το τέλος του βιβλίου διαβάζουμε

δεν έζησα
δεν έζησα
δεν έζησα
τον έρωτα μας στην ολότητά του
τον έβαλα ενέχυρο
και αγόρασα χρυσάφι
αγάπη, μου είπε ο τοκογλύφος

Νομίζω ότι εδώ συνοψίζεται η ροπή προς τη ζωή μέσω του έρωτα, που ανέφερα πιο πάνω. Και κάτι από το πόσο ανοιχτή, άρα ικανή να μας μετακινήσει, είναι η ποίηση των «Γραμμάτων σε νεκρό εραστή»: τι είναι αυτή η «αγάπη» που «είπε ο τοκογλύφος»; Το ίδιο το χρυσάφι; Το αντίτιμό του με σκοπό ακόμα ένα ενέχυρο; Αποκαλείται αγάπη η ίδια η συμβολική ενεχυρίαση;

Τις απαντήσεις ως συνήθως τις δίνει ο αναγνώστης αφού έχει κλείσει το βιβλίο.

*

Τα «Γράμματα σε νεκρό εραστή» θα παρουσιαστούν την Πέμπτη 27 Οκτωβρίου στις 8:30 στο Bios (Πειραιώς 84). Λεπτομέρειες εδώ.

«for having created new poetic expressions within the great American song tradition»

Η Σουηδική Ακαδημία βραβεύει οράματα όταν δίνει Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αναγνωρίζει κυρίως ένα από τα κατορθώματα της τέχνης του λόγου: να ανοικειώνει, να μετακινεί την οπτική μας γωνία, μεταπτωτικά πολλές φορές, να μας δείχνει το Λοξό και το Άλλο που κρύβονται στο προφανές. Και πώς αλλιώς, άλλωστε; Λέτε π.χ. να συνάχτηκαν το ’79, να διάβαζαν φωναχτά και να είπαν «ε ρε φίλε, τι ωραίες παρηχήσεις! δες κάτι σένια κρυφά λογοπαίγνια!»; Από αυτή την άποψη το όραμα του Ντύλαν είναι λιτό, εναργές και απέραντο, μια ποιητικώς αποθεωμένη Αμερική (δεν ανέφερα τζάμπα τον Ελύτη).
Μην είμαστε λοιπόν αμνήμονες: η Σουηδική Ακαδημία βράβευσε πέρσι τη δοκιμιογράφο Αλεξίεβιτς, την Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας του Ράσελ to 1950 και το 1953 την Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (ή κάτι τέτοιο) του Τσώρτσιλ. Γιατί τα θεώρησε σπουδαία έργα λόγου, όχι γιατί τα πέρασε για επικά ποιήματα ή πεζή μυθοπλασία. Αν δεν ήταν η Ακαδημία υπερσυντηρητική, όπως οι ακαδημίες κάθε είδους σχεδόν οφείλουν να είναι, θα βράβευε και την Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών του Ζινν.
Συντηρητική ξε-συντηρητική, η Σουηδική Ακαδημία δεν είναι περιχαρακωμένη σε στερεοτυπικούς ειδολογικούς και γραμματολογικούς ορισμούς. Σε αυτό διαφέρει από το αναγνωστικό και γνωμοδοτικό κοινό στην Ελλάδα, που θεωρεί ότι ο Ντύλαν δεν είναι Λογοτεχνία γιατί το έργο του δεν εμπίπτει στην κατηγορία «μυθοπλασία» ή «ποίηση στο χαρτί».
Στην Ελλάδα η λογιοτατοσύνη (όχι λογιότητα, όχι λογιοσύνη) μας έχει φάει και μας έχει ξαναφάει τουλάχιστον από τον καιρό του Σολωμού. Είναι διασκεδαστικό το μένος και τα επιχειρήματα κατά του να βραβεύονται «στιχουργοί», αν και ο Ντύλαν στιχουργεί όσο εγώ κάνω αστυνομικό ρεπορτάζ, ίσως και λιγότερο. Το μένος όμως τροφοδοτείται από την ψώρα της λογιοτατοσύνης, ελέω και αυτή του σχολικού μας συστήματος: όταν συζητάμε τον λόγο και τα έργα του, ταυτίζουμε το μέσο, τον λόγο, με συγκεκριμένες και λογίως αποδεκτές μορφές τέχνης του.
Στην Ελλάδα λέμε λ.χ. ότι «ο κινηματογράφος είναι τέχνη». Και όταν λέμε «τέχνη» εννοούμε κάτι μεταξύ Μπέργκμαν, Τρυφώ και Παρατζάνοφ, Κουροσάβα, Μαλ και Κάπρα: το σινεμά του auteur. Όπως όμως μας υπενθυμίζει η Αθηνά Καρτάλου στη διδακτορική διατριβή της, ο κινηματογράφος είναι μέσο με το οποίο μπορεί να γίνει τέχνη αλλά μπορούν κι ένα σωρό άλλα πράγματα να γίνουν, όπως και να γίνει τέχνη που δεν είναι σινεμά του auteur. Ομοίως, ο λόγος είναι μέσο, με το οποίο μπορεί να γίνει τέχνη αλλά  κι ένα σωρό άλλα πράγματα: μπορεί να γίνει και τέχνη που δεν είναι πεζή μυθοπλασία ή ποίηση του βιβλίου.
Τέλος, αν δεν παραλάβει ο Ντύλαν το Νόμπελ δεν θα πρωτοτυπήσει ούτε σε αυτό.