Η ρητορική εργαλειοθήκη

Συνοπτικός τυφλοσούρτης θέσεων των μνημονιακών εκθεσάδων, σε σχεδόν χρονολογική σειρά:

  • Είμαστε νήπιος λαός, Έλληνες αεί παίδες εισίν: οριενταλισμός, βαλκανισμός, ελληνοκεμαλισμός, εξεψιοναλισμός («αυτά μόνο στην Ελλάδα, δεν είμαστε κράτος, δεν είμαστε λαός, δεν είμαστε Ευρώπη»). Η μνημονιοκρατία παιδαγωγεί.
  • Μαζί τα φάγαμε. Ταύτιση του λαού με την προνομιούχα νομενκλατούρα της πασοκαρίας· απόδοση συλλογικής ευθύνης. Η μνημονιοκρατία καθαίρει.
  • Δεν έγιναν οι μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις ως η αρετή των χριστιανών: απόλυτη και άπιαστη, ιδιότητα μόνο του Πανάγαθου. Η μνημονιοκρατία αγώνας της μεταρρυθμιστικής αρετής κατά των αμαρτιών υμών των πεπτωκότων.
  • Αχ, αν είχε περάσει το μέιλ Χαρδούβελη. «Αχ, αν δεν σε είχα παντρευτεί θα ήμουν βασιλιάς μέσα στου Ρέντη τώρα.»
  • Κα-τα-ρα-μέ-νο δημοψήφισμα. Διότι όποιος λιμάρει τα δεσμά του οχλαγωγεί. Πού να μην είχε αγνοηθεί κιόλας.
  • Η ζωή έδειξε… / έτσι είναι οι νόμοι της Οικονομίας. Όπου πραγματικές τιμωρητικές πολιτικές βαφτίζονται «νόμοι της Οικονομίας», σχεδόν φυσικοί νόμοι. Η Μνημονιοκρατία ως θετικιστική επιστήμη απέναντι στη μαγική σκέψη.

Επίμετρο, του Γιώργου Γιαννόπουλου:

Παριστάνουν τους δικαιωμένους επειδή τους παλινόρθωσαν οι ευρωαποικιοκράτες με πραξικόπημα, […] ζητάνε και δηλώσεις μετανοίας απ’ όσους τους εκπαραθύρωσαν ― «άδικα», δηλαδή μάταια — από την εξουσία που θεωρούν ότι τους ανήκει κληρονομικά. […]

Παρουσιάζουν τα αντίποινα των αφεντικών τους εναντίον των Ελλήνων, ως δίκαια και αυτονόητη συνέπεια της αντίστασης στις «μεταρρυθμίσεις» τους[.]

Είναι ενδεικτικό του τρόπου που λειτουργεί ο άρρωστος εγκέφαλος των ολιγαρχικών, και εξηγεί γιατί τα βασικά τους «επιχειρήματα» είναι του τύπου «είστε κακόγουστοι», «είστε ακατέργαστοι», «είστε μπας κλας».

Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

Ο Ων

Συνέχεια αυτού εδώ.

Μέρος πρώτο: πηγές

*

ויאמר אלהים אל־משה אהיה אשר אהיה ויאמר כה תאמר לבני ישראל אהיה שלחני אליכם׃
(Έξοδος 3, 14)
*

καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Μωυσῆν λέγων· ἐγώ εἰμι ὁ ὤν. καὶ εἶπεν· οὕτως ἐρεῖς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με πρὸς ὑμᾶς. (Έξοδος 3, 14)
*

And God said unto Moses, I AM THAT I AM: and he said, Thus shalt thou say unto the children of Israel, I AM hath sent me unto you. (Έξοδος 3, 14)
*

Ἐγώ εἰμι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὦ, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ.(Αποκάλυψη 1, 8)
*

ego sum Alpha et Omega principium et finis dicit Dominus Deus qui est et qui erat et qui venturus est Omnipotens (Αποκάλυψη 1, 8)
*

*
Eure »Ordnung« ist auf Sand gebaut. Die Revolution wird sich morgen schon »rasselnd wieder in die Höh’ richten« und zu eurem Schrecken mit Posaunenklang verkünden: »Ich war, ich bin, ich werde sein!«  (Rosa Luxemburg – “Die Ordnung herrscht in Berlin”, Die Rote Fahne 14,14. Ιανουάριος 1919)
*

*

**

Μέρος δεύτερο: σχόλιο

Μια θεότητα αποκαλύπτεται σε ένα πολύ ξερό και πολύ τραχύ βουνό. Αντί ονόματος περιγραφικού, σαν κι αυτά των αιγυπτιακών και των μεσανατολικών θεοτήτων, συστήνεται με το Όνομα: είμαι αυτός που είμαι. Η πρόταση ευθύς γίνεται μετοχή: יהוה. Δεκάδες χιλιάδες θεολόγοι και φιλόσοφοι θα ζαλίζονται στη θέα και στο άκουσμά του για τους επόμενους 32 αιώνες. Η Ύπαρξη. Η Ύπαρξη που επικυρώνει τον εαυτό της.

Για την αποφυγή παρεξηγήσεων, και κάπως αραιώνοντας την απόλυτη κατάφαση της ύπαρξής Του, ο Χριστός στην Αποκάλυψη θα εισαγάγει την παράμετρο του κτιστού χρόνου: είμαι, ήμουν και σας έρχομαι (που είναι και το θέμα του οράματος της Αποκάλυψης).

Στην ελληνική εκδοχή ο Ων είναι μετάφραση της μετοχής יהוה και θα χρησιμοποιηθεί για να μαρκάρει το φωτοστέφανο της Θεότητας, ένεκα τα ίχνη εικονοφοβίας της ανατολικής χριστιανοσύνης και το εικονομαχικό παρελθόν της.

Στα αγγλικά θα μεταφραστεί πιστά ως πρόταση: I am that I am.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θα οικειοποιηθεί αριστουργηματικά την εσχατολογία του «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος»: αυτό που έρχεται να αλλάξει τον κόσμο, αυτό που λέει Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα, δεν είναι κάποιος ένθρονος παντοκράτορας μέσα από λοιμούς, φωτιές και σεισμούς της συντέλειας. Αυτό που έρχεται να αλλάξει τα πάντα είναι η ανατροπή της παντοκράτειρας τάξης: η ίδια η επανάσταση, που ήταν είναι και θα είναι.

Μετά ήρθε ο κεϋνσιανισμός και γίναμε όλοι λίγο θεούληδες. Αποφασίσαμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας προτού αλλάξουμε τον κόσμο. Και ποιος ο καλύτερος τρόπος να αλλάξεις τον κόσμο από το να τον επαναπροσδιορίσεις με βάση την υπαρξή σου, ξεκινώντας από το ότι είσαι αυτός που είσαι όπως εσύ πλάθεις τον εαυτό σου. Τα λέει η Γκλόρια μια χαρά, τραγουδώντας τον ύμνο όχι μόνον της γκεϊοσύνης αλλά και όλων όσων δεν χωράν πουθενά.

Ο αιώνας μας ξημέρωσε λίγο χιλιαστικά και Y2K, με την επάνοδο της αναμονής του Χριστού για να εγκαθιδρύσει άχρονη, ακύμαντη κι ατάραχη νιρβάνα, σαν αυτή στα τελευταία άσματα του Παραδείσου στη Θεία Κωμωδία. Μακριά από επαναστάσεις, η μελοποίηση της Αποκάλυψης από τον Πράισνερ εναγκαλίζεται μια εκδοχή του λεγόμενου τέλους της ιστορίας και της νίκης της ενωμένης χριστιανικής Ευρώπης. Καλώς ή κακώς.

Ευτυχώς υπάρχει και η κλαμένη εκδοχή της Ύπαρξης: του Καζαντζίδη. Και η σαφώς καλύτερή της του Πουλικάκου: όλα επανερμηνεύονται.

Η προμετωπίδα είναι της πάντοτε καταπληκτικής Apollonia Saintclair.

Requiem

Well I would keep it above but then it wouldn’t be sky any more
So if I send it to you you’ve got to promise to keep it home
REM — Fall on me

Με δυσκολεύει πάρα πολύ η αποστήθιση. Δεν μπορώ να αποστηθίσω σχεδόν τίποτα και όταν ήμουν παιδί η επανειλημμένη ερώτηση στους γονείς μου ητανε πώς μπορούν οι ηθοποιοί να θυμούνται τόσα ξένα λόγια. Η απορία παραμένει.

Ξέρω απ’ έξω τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας, το Πιστεύω, κάποια σολωμικά αποσπάσματα, μικρά αποσπάσματα τραγουδιών. Παρακολουθώ τη Θεία Λειτουργία στα ελληνικά και το Ρέκβιεμ στα λατινικά.

To Ρέκβιεμ μού προέκυψε από μια κασέτα χρωμίου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πολύ πριν αρχίσω να συχνάζω σε κηδείες (κι ακόμα δεν έχω πάει στις πραγματικά καταλυτικές). Η κασέτα ήτανε το Requiem του Μότσαρτ. Λόγω πρώιμης εφηβείας με εντυπωσίαζαν τα πιο θεαματικά μέρη: Kyrie, Dies Irae, Confutatis, Sanctus. Λόγω ανωριμότητας επίσης με ενδιέφερε μόνο το μέρος του έργου που είχε βγει από το χεράκι του Αμαντέους (τότε μεσουρανούσε η ταινία του Φόρμαν και η παράσταση της Μιμής Ντενίση και του Γιάννη Φέρτη). Αργότερα αγάπησα πολύ και το υπόλοιπο, ιδίως το Domine Jesu. Παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου μουσικά έργα.

Στο μεταξύ, ως φοιτητής με τα κουτσολατινικά μου άρχισα να καταλαβαίνω τι λένε και οι στίχοι. Αντίθετα με τη δική μας νεκρώσιμη ακολουθία, που βρίσκεται σε φάση άντε γεια και κουκουρούκου, το requiem είναι πήχτρα στον μεσαιωνικό τρόμο. Σαν να μην αρκεί η φρίκη του θανάτου, το requiem επισσωρεύει πάνω της κόλαση, πολλή κόλαση, οργή, τρόμο, ενοχή, σαδιστικά ενοχικές ατάκες όπως quem patronum rogaturus, cum vix justus sit securus?. Αν αυτή πρέπει να είναι η μελέτη θανάτου μας, τότε η ζωή μας θα έπρεπε να είναι σύντομη για να μην καταντάει βασανιστική, όργιο ενοχής, τύψεων και μεταμελειών.

Αργότερα πήρα σβάρνα τα ρέκβιεμ: Κερουμπίνι (αριστούργημα, λένε, αλλά εγώ δεν το έπιασα), Βέρντι (εντελώς τεατράλε, όπερα για πεθαμένους), κάτι μεσαιωνικά (κηδεία φάση), Φωρέ (γλυκύτατο), Πράισνερ (σωστό, οκέι) ― κι άλλα που δεν θυμάμαι. Μετά, κατά τα πρώτα επαγγελματικά μου χρόνια το έριξα στις Λειτουργίες, λόγω Μπαχ (σι ελάσσονα) και Μπετόβεν (Solemnis).

Ακόμα ψάχνω μουσική να εκφράζει πιστά το πένθος και την απώλεια.

Μετά τα σοσιαλμηντιακά

Δουλεύω και μπροστά σε υπολογιστή από το 1997. Χρειάζομαι πάντοτε μικρά διαλείμματα μετά από παρατεταμένες περιόδους συγκέντρωσης, οι οποίες μπορεί να διαρκούν από 10 μέχρι 80-90 λεπτά. Παλιά έπαιζα παιχνίδια στρατηγικής για διάλειμμα, αργότερα χάζευα λίγο ειδήσεις, ενδιαφέροντα σάιτ ή τσόντες. Αλλά ήτανε χρονοβόρα και ξεμυαλιστικά, ιδίως τα παιχνίδια (μέχρι το Civ II και το Age of Empires έφτασα, μετά μου πέρασε). Κατόπιν ήρθανε τα σοσιαλμήντια: ιδανικό σύντομο διάλειμμα.

Τις τελευταίες βδομάδες αισθάνομαι ότι ποστάρω υπερβολικά στο Facebook. Δεν φταίει η πολιτική απελπισία του ’12 πια, ούτε η περσινή ελπίδα που ήρθε κι έφυγε. Δεν φταίει πια και κανένας παροξυσμός παγίδευσης, καμμιά ασφυξία του βίου. Άλλωστε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συναναστρέφομαι πια κυρίως με πραγματικούς ανθρώπους: 11 χρόνια μετά την πρώτη ανάρτηση στο μπλογκ πολλούς τους ξέρω και προσωπικά. Θέλω να μοιράζομαι στιγμές και φλασιές κι ιδέες μαζί τους.

Λόγου χάρη, γύρναγα από τη δουλειά απόψε αργά. Οι δρόμοι εδώ στη γειτονιά είναι στραβοφωτισμένοι, σαν σκηνή θεάτρου: αλλού υπερβολικά, αλλού καθόλου. Δύο σκιές αναδύθηκαν μέσα από τους ίσκιους και λούστηκαν ξαφνικά στο φως του φανοστάτη: δύο κατάκοποι μορμόνοι.

Σκέφτηκα να το μοιραστώ με τους πραγματικούς ανθρώπους στο Facebook. Μετά συνήρθα λίγο: φλυαρώ, αδολεσχώ, το έχω παρακάνει. Θα ανοίξω την εφαρμογή και θα δω θόρυβο. Ή θα δω πάλι καναν καλό άνθρωπο να γράφει αθλιότητες, ή θα πέσω σε χαζά καλαμπούρια, ή θα υποστώ πάλι καναν πανεπιστημιακό τσέπης να με βρίζει γιατί με θεωρεί αγράμματο επειδή διαφωνώ μαζί του. Στην καλύτερη περίπτωση θα δω κάποιον να βρίζει το Facebook, ή κανα γυμνό με γάτες, ή την εύστοχη αλλά οδυνηρή διαπίστωση κάποιου ανθρώπου που είναι και οξυδερκής και ευαίσθητος. Καμμία όρεξη.

Μαγείρεψα. Άνοίγω μετά τον λάπτοπ και ανακαλύπτω αυτό. Σχεδόν αποκαταστάθηκε η πίστη μου στο μέσο. Και υπάρχει πάντα και το ίνμποξ.

Στη φωτογραφία η Ρόμι Σνάιντερ φωτογραφημένη από τον Giancarlo Botti. Clickbait, βεβαίως.

Η μόνη φορά που έφυγα από το θέατρο

Δεν εκτιμώ μια συνθήκη που δεν γνωρίζει τίποτα για τον ελληνικό πολιτισμό και νιώθω ότι κινδυνεύω μέχρι θανάτου.
Ρούλα Πατεράκη

Ένας συνάδερφος από το Γκρατς ισχυρίζεται ότι στην Αυστρία υπάρχει μουσική παιδεία και ότι αυτό το καταλαβαίνει κανείς από ένα και μοναδικό γεγονός: ο κόσμος δεν χειροκροτεί εάν δεν του άρεσε η συναυλία, ενίοτε γιουχάρει, ενώ δεν το έχει τόσο σε κακό να φύγει στη μέση συναυλίας εάν επιβάλλεται από την ατζαμοσύνη των μουσικών ή την αγαρμποσύνη του μαέστρου.

Εγώ το θέατρο το έμαθα στα 24, πιο πριν το απέφευγα κι αυτό και την ελληνόφωνη πεζογραφία σαν τον διάολο. Άρα δεν ξέρω από θέατρο, αν και βλέπω πολλά έργα πια. Επίσης δεν φεύγω από παραστάσεις και σίγουρα δεν γιουχάρω. Άρα μάλλον δεν ξέρω από θέατρο. Τέλος, κατανοώ τις επιδιώξεις του αλλά αδυνατώ να αποδεχθώ το θέατρο της Ρούλας Πατεράκη· και αυτή τη στιγμή τουλάχιστον ένας φίλος και κάμποσοι αναγνώστες κυμαίνεσθε μεταξύ ιερής αγανάκτησης κι άφατης περιφρόνησης.

Είδα το 2008 τον διπλό Οιδίποδα της Ρούλας Πατεράκη στην Επίδαυρο. Η επιλογή της σκηνοθέτιδος να προτάξει τον επί Κολωνώ ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα: τα κείμενα δεν είναι εικονίσματα. Η αίσθηση που έβγαζε ο επί Κολωνώ της Πατεράκη ήτανε παράστασης κλειστού χώρου: σχεδόν έβλεπα μια χαμηλή στέγη πάνω από την ορχήστρα στο ύψος του ταβανιού στην υπόγεια Ομόνοια. Αυτό κάπως με ενόχλησε, γιατί φρονώ ότι ο όποιος δημιουργός, από τον ζαχαροπλάστη μέχρι τον Μπετόβεν και από τον χτίστη μέχρι τη Συλβί Γκιλέμ, πρέπει να σέβεται το υλικό της τέχνης του και να το αφήνει να τον καθοδηγεί. Είχα και κάποιες ενστάσεις για την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί ήτανε κάπως χαμένοι μέσα στο μεγάλο σχέδιο της σκηνοθεσίας, ένα σχέδιο σαμανικό και μυσταγωγικό. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, από έναν φτασμένο σκηνοθέτη δεν περιμένει κανείς σφάλματα, μέχρι το να έχει αντιρρήσεις μαζί του φτάνει.

Ο Οιδίπους Τύραννος με διέψευσε. Ήταν τραυματική εμπειρία από τα πρώτα λεπτά. Η υπερφίαλη και προγραμματική προσέγγιση στο έργο ήταν εξίσου σαμανική-μυσταγωγική με αυτή στον επί Κολωνώ. Ωστόσο, στον Τύραννο ήτανε σαφώς προχειρότερα στημένη και ασύμβατη με το έργο, μάλιστα κατάφερε αυτό που δεν είχε καταφέρει η οριακά επιθεωρησιακή βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα: να εξουδετερώσει το κείμενο (το οποίο υπεραγαπώ και γνωρίζω καλά), να το αποδραματοποιήσει και να το μετατρέψει σε στατικό δρώμενο όπως η Θεία Λειτουργία, σε μια άσκοπη διαδοχή ταμπλώ βιβάν όπου οι ερμηνείες των ηθοποιών αυτοκαταργιόντουσαν. Η Πατεράκη έδινε την εντύπωση ότι αγέρωχα αγνοούσε το κείμενο και την υπόθεση του Οιδίποδα Τυράννου με σκοπό να του φορέσει με το στανιό τον σαμανικό-μυσταγωγικό μετεωρισμό, το κουστούμι που είχε επιλέξει να ράψει για τον επί Κολωνώ.

Η είσοδος της Ιοκάστης είχε χαρακτήρα σατιρικό. Η επιμονή της σκηνοθέτιδος να μας τονίσει την εντέλει τραγική γελοιότητα και υπεροψία της Ιοκάστης έκανε το επεισόδιο να θυμίζει Γκόλφω ερμηνευτικά κι εικαστικά. Η επιπλέον απουσία σκηνοθετικής καθοδήγησης σε συνδυασμό με την έλλειψη ελέγχου της φωνής της εκ μέρους της ηθοποιού καθιστούσαν το θέαμα αβάσταχτο. Σηκωθήκαμε και φύγαμε.

Ωστόσο, κι εγώ που δεν ξέρω από θέατρο, αναρωτιέμαι: γιατί να αποκαλέσεις έναν άνθρωπο «συνθήκη»; Επειδή τον βλέπεις ως συνθήκη; Ή μήπως ακκίζεσαι με στόμφο επειδή βρίσκεσαι στο απυρόβλητο;

Άντρες

Άραγε γιατί σαλτάρουν οι άντρες τόσο πολύ τώρα τελευταία; Κι αν με ρωτήσετε γιατί μιλάω για τους άντρες, η απάντηση είναι απλή: άντρας είμαι, για τους άντρες μιλάω.

Τι εννοώ ότι σαλτάρουν οι άντρες; Εννοώ ότι ανοιχτά και ξεδιάντροπα πλέον φέρονται σκατά στις γυναίκες μέσα στις σχέσεις και πριν τις σχέσεις και μετά τις σχέσεις και εκτός σχέσεων. Εννοώ ότι λίγοι πια φέρονται σαν κύριοι. Και με το «κύριοι» ποσώς νοσταλγώ παλιοκαιρίσια πατριαρχία ή αστικές αβρότητες κι υποκρισίες (π.χ. χειροφιλήματα στις κυρίες και κλωτσιές στις πουτάνες). «Φέρομαι σαν κύριος» σημαίνει πρώτα πρώτα συμπεριφέρομαι με στοιχειώδη ευγένεια, με κατανόηση και με ενσυναίσθηση, όση επιτρέπει το ενδεχόμενο πάθος έστω. Εννοώ ότι φτύνουν εκεί που γλείφουν και όχι με τρόπο λάγνο και διεγερτικό. Οι άντρες πια έχουμε αναλάβει τον ρόλο που παλιά είχαν οι φαρμακόγλωσσες, οι γκιόσες και οι στρίγγλες: να καταγγέλλουμε την «πουτανιά» όποιας δεν μας κάνει, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν δεν μας κάνει.

Γιατί όμως;

Μέχρι πριν 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο από θηλυκά μόνον η Μητέρα στεκόταν ως ένα κάποιο αντίπαλον δέος απέναντι στην αντρική εξουσία. Οι γυναίκες όφειλαν είτε να συμμορφώνονται είτε να κρύβονται καλά. Αυτές που κρύβονταν καλά δημιουργούσαν, κατά την ωραιοποιητική κι εξιδανικευτική διατύπωση κάποιων θεωρητικών του κοινωνικού φύλου, «μικρούς χώρους ελευθερίας» — περίκλειστους βεβαίως. Η γυναίκα ήταν υπό, που λέμε. Και όφειλε να είναι υπό.

Ωστόσο, εδώ και 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο, οι άντρες αναμετριόμαστε και με ελεύθερες γυναίκες. Γυναίκες που ορίζουν τα εισοδήματα, τις ζωές, τους εαυτούς και τις ορέξεις τους περισσότερο από όσο οι γυναίκες από καταβολής πατριαρχίας — αν και όχι αρκετά. Οι γυναίκες έχουνε γνώμη και λόγο, έστω και αν φιμώνονται ακόμη. Πολλές γυναίκες δεν τα περιμένουν όλα από εμάς και δεν περιορίζονται στους ρόλους που εκάστοτε διανέμουμε στην καθεμία από αυτές: μάνα, τροφός, νοσηλεύτρια, πόρνη, μαγείρισσα, οικονόμος, μάγισσα, μαντείο.

Οι γυναίκες λοιπόν μπορούν πια να διεκδικήσουν ελευθερία. Οκέι, σε κάθε στάδιο του βίου, δημόσιο και ιδιωτικό, ξεκινούν 400 μέτρα πίσω από τους άντρες αντίστοιχων προσόντων, ικανοτήτων και προδιαγραφών. Όμως πια είναι ελεύθερες, πιο ελεύθερες έστω, έστω σε ένα μικρό μέρος του Δυτικού Κόσμου, έστω μέσα σε ένα σμικρότατο χρονικό πλαίσιο.

Η ελευθερία των γυναικών εκνευρίζει πάρα πολλούς άντρες, εκείνους που πλήρως ταυτίζονται με τα ιδεώδη της πατριαρχίας τουλάχιστον. Τα όπλα των αντρών είναι γνωστά: η ταύτιση της ελευθερίας με την πουτανιά και, αν χρειαστεί, η ταύτιση αυτής της πουτανιάς (όπως και αν εκφράζεται: υπέρμετρη επιθυμία, πολυγαμία, απροθυμία για γάμους και μητρότητες) με κάποιου είδους ψυχολογική αναπηρία, τώρα που η καύλα δεν έχει πέραση για αμαρτία.

Η ελευθερία των γυναικών αναστατώνει τους άντρες, που είμαστε ξέρω γω 70% κατασκευές της πατριαρχίας και 30% αρσενικοί άνθρωποι, με τον τρόπο που οι σπουδαγμένοι αποικιοκρατούμενοι έβαζαν τους αποικιοκράτες σε σκοτούρες: τι να τους κάνεις δαύτους; Αντίστοιχα προβληματιζόμαστε τα αρσενικά: ναι μεν δεν θέλουμε να τις ευνουχίσουμε, αλλά πασχίζουμε να έχουμε την αποκλειστική επικαρπία της λίμπιντό τους. Κι όσο αυτό δεν γίνεται να το πετυχαίνουμε πάντοτε, γιατί και οι γυναίκες είναι άνθρωποι με αυτεξούσιο και δικά τους όνειρα, χούγια και γούστα, σαλτάρουμε. Και έτσι τους φερόμαστε σαν μαλάκες: πότε παριστάνοντας τους πατεράδες και τους πυγμαλίωνες, πότε με καθαρή εξουσιαστική βία, πότε παριστάνοντας τις γκιόσες όλο κουτσομπολιά και λαχτάρα να πομπέψουμε.

Και τι να κάνουμε οι άντρες; να καταργήσουμε το πάθος και την κτητική λύσσα του, ναούμ; να γίνουμε μεγαλόψυχοι κερατάδες; να μη σκεφτόμαστε εμμονικά ότι δεν είναι παρθένες όσες είναι μαζί μας; να χαιρόμαστε που είμαστε μαζί τους αντί να μετράμε τους πρώην και τους επόμενούς τους και τα εκατοστά των ψωλών τους; τι πρέπει να κάνει κι ο άντρας ο λευκός ο στρέιτ, που είχε το 90% των προνομίων κι έχει ξεμείνει στο 85%;

Η γνώμη μου είναι, κι είναι η γνώμη μου και μόνο, ότι υπάρχει κάτι πολύ δυνατό και ζωογόνο στο πάθος, στην αφοσίωση χωρίς προϋποθέσεις. Και δεν μιλάω για ισόβια δεσμά και τέτοια, μιλάω για το να μη θέτεις στο πάθος όρους και προϋποθέσεις (π.χ. την προϋπόθεση της μονογαμίας, αλλά όχι μόνο). Μιλάω για το να μη σε βασανίζει η προοπτική της μακράς διαρκείας αλλά να την αφήνεις να ξεδιπλωθεί από μόνη της, εάν πρέπει και εάν μπορεί να εκδηλωθεί. Άλλωστε με το στανιό μόνον ο σωφρονισμός λειτουργεί και με τον πειθαναγκασμό σχεδόν τίποτε. Αλλωστε η καύλα είναι το τυράκι που μάς φέρνει κοντά αλλά το σεξ από μόνο του δεν μπορεί να μας κρατήσει μαζί. Άλλωστε το «βλέποντας και κάνοντας» είναι σαφώς καλύτερη μέθοδος από τα αμέτρητα ματαιωμένα LFE του κόσμου τούτου.

Hate list, μέρος Β’

όσοι πάνε να με κοροϊδέψουν μες στα μούτρα μου

«σημειολογία» και «σημειολογώ», ιδίως αντί του «ερμηνεία» και «ερμηνεύω»
πλοία
ΚΤΕΛ
ΙΧ
αεροπλάνα
Ryanair
γυναίκες που νιαουρίζουν
ζάχοι χατζηφωτίου
καθηγητοκρατία
ιατρική καφρίλα
εκταφή
ξερόλες
ξερόλες

ξερόλες
τζάμπα αντιευρωπαϊσμός
φετιχιστικός ευρωπαϊσμός
όσοι δεν χορεύουν σε χορευτάδικα
κολοκυθόπιτα
Στρατός
μαγιό βερμούδα
μπάλα
Γαύρος
KISS
ταξί που ζέχνουν
ταρίφες που  κλέβουν
Καμίνης

άσχετοι μπάρμαν

κόμικ με μαλακία σενάριο
όταν δεν ξέρει τι θέλει η γάτα
Κρίστεβα
Λακάν
Ντεριντά
ελεκτρόνικα πίου πίου
Ντελέζ
Hotel California
Boston
New Age
WWF (του κατς όχι των πάντα)
στίχοι Λ. Νικολακοπούλου
τουλούμπες
δίπλες
marshmallow
steak and kidney pie
Τσάκωνας
Θ. Αγγελόπουλος

κλειδιά που μαγκώνουν
νερουλός φραπές
Julia Roberts

πληγούρι με ντομάτα
ζέστη κι υγρασία
θεωρίες συνωμοσίας
πλαστικά πιρούνια
μαχητικοί άθεοι
μαχητικοί βίγκαν
πιαρτζήδες των θρησκειών
μανατζερίστικα

κράμπες
λουμπάγκο
φαγούρες
άγχος
όσοι προκαλούν άγχος
επιστημονικό ρεπορτάζ
Serge Gainsbourg

άσχετοι ντιτζέι

χατηράκια στο σεξ
βρώμικα ξενοδοχεία
αεροδρόμια (εκτός του Όσλο και της Κωνσταντινούπολης)
ταινίες που χάνονται καθώς εκτυλίσσονται
Darjeeling Express
The Life Aquatic with Steve Zissou
Best Exotic Marigold Hotel
ταινίες σπλάτερ (πλην Ταραντίνο)
Lost in Translation
Star Wars (και οι εφτά)
τσόντες POV

κατσαρίδες
κουνούπια
μύγες

Χ. Ρώμας
σουτζούκι που δεν καίει
ναιμεναλλάδες
υπεροπτικοί γραφιάδες
ξενοδοχεία χωρίς σαμπουάν κι αφρόλουτρο
οψιμαθείς γκουρμέδες
απατεώνες εστιάτορες
ψυχολογιοποίηση

το πολύ κρέας
μέτριο κρασί
αποστεωμένα μοντέλα
Τσακνής
Θηβαίος
Αλκίνοος Ιωαννίδης
AOR
κουτσομπόληδες συγγενείς
κατειλημμένες τουαλέτες
ρακή της πλάκας
μουσακάς τίγκα στα παλιόλαδα

κομπλεξικά σκυλιά (συνήθως τσιουάουα)
τηλεοπτικές σειρές που είναι κυρίως κοιλιά
σαγιονάρες

Hate list, μέρος Α’

Χριστιανόπουλος
Jarvis Cocker
Μουζουράκης
Matthew McConaughey
Κιούμπρικ
Γκοντάρ (εκτός από το A bout de souffle)
εντόσθια (εκτός από πατέ)
ό,τι έχει να κάνει με ζόμπι (εκτός από το 28 days later)
Grande Bellezza
Κύπρος
αγγούρι, κολοκύθι, πεπόνι, καρπούζι
εσπερινοί και όρθροι
τουρισμός σε πάμφτωχους τόπους
Σαουδική Αραβία
Ντουμπάι
Σιγκαπούρη
Τέξας
Τόρηδες
Middle England
Νότια Γερμανία και Αυστρία
σκατολογικό χιούμορ
Π. Φιλιππίδης
Σεφερλής
Θ. Δ. Φραγκόπουλος
Θέμος
Μάκης
Κασιμάτης
Χωμενίδης
blended ουίσκια
ακαταστασία μέσα στο σπίτι
οι πλαστικές σακούλες ως μέσο αποθήκευσης

Η επαρχία ως βίωμα και ως αναπαράσταση
Προάστεια
Slumdog Millionaire
ΚΚΕ
passive-aggressive
θρασυδειλία
γιαπωνέζικες τσόντες
κέτσαπ και μουστάρδα στον γύρο
θυμόσοφη ποίηση
ποίηση περί ποιητικής αντιποιητικών ποιητών
Catch 22
I promessi sposi
Μορμόνοι
αγγλικός αντιευρωπαϊσμός
στίχοι Φοίβου Δεληβοριά

Κοέν και Ντύλαν ως τραγουδιστές
Eros Ramazzotti
Πικραμένοι τέως αριστεροί γραφιάδες
γεμιστά με κιμά
ντολμαδάκια γιαλαντζί με κιμά
«Καλό Παράδεισο»
αστικός θόρυβος
ποπ τσιφτετελοαμανέδες
τσιγαρίλα
Άμστελ, Αλφα, Χάινεκεν
όξινος καφές
αμερικάνικοι υπερθετικοί
τσιουάουα
Παπανούτσος
Λαζόπουλος
μη αφράτοι κεφτέδες
βιασύνη στο σεξ

Καζαντζίδης
ξεσκόνισμα
σιδέρωμα
Roberto Benigni
Ιταλοί τουρίστες
Μιλανεζίλα
Τζιν Hendrick’s
Άγγλοι τουρίστες
Καστιλιάνικη χαζομάρα
Ισραηλινός τσαμπουκάς
ψάρια όλο κόκαλα
Ρεπουμπλικάνοι χριστιανοί
ημίξηρο κρασί
κανέλα στο φαΐ
κανέλα στον καπουτσίνο
δίψυχη πίπα
Kiss
ελληνικός μπακλαβάς

SUV
χορτοφαγικό σούσι
να μη βγάζουνε φλας κι αλάρμ
σοβαροφάνεια
ξερολίαση
slut shaming
Big Lebowski
τραχανάς με ντομάτα
bitter
ζέστη
αντηλιά
σκόνη
υγρασία με ζέστη
ανομβρία
κοτλέ
Κ. Μόντης
ξεραΐλα
εγγλέζικα μεθύσια
γέροντες αφημένοι μπροστά στην τηλεόραση
στεγνά πεϊνιρλί
ουαχαμπιστές
γλωσσαμύντορες
ΠΑΣΟΚ
χρηστομάθεια
μπρελόκ που τους σφυρίζεις
φολκλόρ για τουρίστες
ο λόγος του Σαββόπουλου
φιλάνθρωποι μαικήνες
φτηνά λογοπαίγνια
μισάνθρωποι συγγενείς
μέντα και δυόσμος
γύρος από παλιοκρέατα
πατάτες γιαχνί
στενά κορμάκια που δεν ξεκουμπώνουν
καθηγητές πανεπιστημίου
Άνθιμος Θεσσαλονίκης
Σεραφείμ Πειραιώς
Αμβρόσιος Καλαβρύτων
κλιματισμός με ανοιχτά παράθυρα
τζάμπα μάτσο αντράκια
πυγμαλίωνες
νερό εβιάν

Εγκώμιο του μεσημεριανού ύπνου

Ύπνο χορταίνω το πρωί. Αλλά χρειάζομαι σκοτάδι ή συσκότιση, τεχνητή νύχτα. Και όταν κοιμάμαι και όταν είμαι ξύπνιος με ενοχλεί η αντηλιά.

Ο μεσημεριανός ύπνος όμως είναι κάτι άλλο. Τραβάς τις κουρτίνες, χαμηλώνεις ή μισοκλείνεις τα πατζούρια· κοιτάς με μισόκλειστα μάτια τον κόσμο είτε πάνω από τον ψηλό ορίζοντα των παλωμάτων που σε μονώνουν τον χειμώνα, με το φως θαμπό και λοξό να λερώνει το δωμάτιο, είτε με τις μαξιλαροθήκες να δροσίζουν την παρειά το καλοκαίρι, όταν το φως είναι κοφτερό και οι παχειές σκιές αναγκαίες. Είναι σημαντικό τα χρώματα να είναι λίγο πιο θαμπά και οι πόρτες να είναι κλειστές.

Αυτή η διάθεση λίγο πριν σε πάρει ο μεσημεριανός ύπνος, ενώ ο κόσμος κορυβαντιά κάτω από τον ήλιο ή ενώ, τον χειμώνα, ετοιμάζεται να βρεθεί σύντομα μέσα στο σκοτάδι, δημιουργεί μια πολύ συγκεκριμένη διάθεση, μια διάθεση μεταξύ ευφορίας και αποκάρωσης, ασφάλειας και παραίτησης. Βρίσκεσαι και να διαλύεσαι ταυτόχρονα μέσα στον επερχόμενο ύπνο και να βλέπεις τον μικρόκοσμο γύρω σου με καθαρότητα αλλά θαμπά φιλτραρισμένη — με μια αλλόκοτη ευδία σχεδόν αντιφατική. Σχεδόν βλέπεις τον κόσμο γύρω σου με χοντρό κόκκο, αλλά τον βλέπεις καθαρά και με σαφή περιγράμματα.

Συνεπώς υποθέτω πως αυτός ο επιφανής πρόγονος των στάτους στον fb και των τουήτ, το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, είναι μάλλον προϊόν στιγμών πριν από μεσημεριανό ύπνο. Ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει, το βιβλίο αποδίδει τη διάθεσή τους: πριν τον μεσημεριανό ύπνο είμαστε βαρείς αλλά έτοιμοι και δεκτικοί. Πριν τη σιέστα τρέχει ο νους αλλά όχι με το φρενήρες κι εξοντωτικό σπριντ της αϋπνίας, παρά με χάρη και τέμπο δρομέα μεγάλων αποστάσεων. Το φως, το ίδιο φως που ανθρώπους σαν κι εμένα μας ξυπνάει πριν την ώρα μας τα πρωινά, γίνεται συντροφιά είτε καθώς σβήνει τον χειμώνα κι απαλαίνει, είτε με τις εγκάρσιες τομές που χαράζει στους τοίχους σε ωραίες αμβλείες γωνίες.

Είναι ωραίο κρασί ο μεσημεριανός ύπνος, γλυκόπιοτο αν και βαρύ, δίνει όνειρα εφήμερα και οράματα σχεδόν ναρκωτικά.

Ο κυκλικός χρόνος

 
Ο κύκλος φέρνει τις ίδιες έννοιες κάθε φορά, τα ίδια ερεθίσματα και τις ίδιες διαθέσεις, με κανονικότητα ρολογιού. Ενός ρολογιού που κάνει τους κύκλους του από τα βυζαντινά χρόνια, αν και οι ώρες έχουνε πλέον ελαφρώς διαφορετικά ονόματα και ενώ κάπως διαφορετικοί κούκοι και τραγουδάκια σημαίνουν την κάθε ώρα.
 
Χριστούγεννα: Ξεκινούν νωρίς. Θεάνθρωπος και αγάπη. Ψώνια για δώρα και για τραπέζι. Σωτήρας και φάτνη. Τουλάχιστον χαίρονται τα παιδιά. Φορτωνόμαστε κλιματικές φαντασιώσεις βορείως των Άλπεων και πέριξ των Μεγάλων Λιμνών. Τον Άη Βασίλη, που είναι ο Άη Νικόλας, που είναι τευτονικό τελώνιο. Φαΐ. Πολύ φαΐ. Φαΐ για ανθρώπους που περπάταγαν πολύ ακόμα κι αν δεν μοχθούσαν, μέσα σε κρύα σπίτια χωρίς ψυγεία. Μια αγρυπνία χωρίς περιεχόμενο, με λαμψη και πρασινοκόκκινα στολίδια, εκτός και αν εκκλησιάζεσθε νωρίς, οπότε και κατά το ρεβεγιόν ακόμα νηστεύετε. Φωτάκια. Καμπάνες που δεν ακούγονται.
 
Την Πρωτοχρονιά έχουμε μια ανάπαυλα: χαρτοπαίγνια, μεθύσι, ξενύχτια. Μια σύντομη και κάπως στημένη αναμέτρηση με τον χρόνο, όπως στα γενέθλια. Νοσταλγία. Ελπίδα. Τετραψήφιες ευχές, η συμπύκνωση ενός χρόνου πριν κι ενός χρόνου στο μέλλον μέσα σε ώρες, σε ευχές, σε προσδοκίες, σε resolutions. Κέρμα μέσα σε κέικ που δεν θα φας, κέρμα τυχερό του οποίου ο οιωνός έχει λησμονηθεί μέσα σε μια βδομάδα το πολύ. Τσιφτετέλια σε συνοικιακά μπαρ-καφετέριες-κλαμπ.
 
Απόκριες. Μασκαρέματα και τσικνιστή κρεοφαγία σ’ έναν κόσμο που το ζαμπόν είναι πιο προσιτό προσφάι από τις ελιές. Χημικοί αφροί, σερπαντίνες που ποτέ δεν ξετυλίγονται σωστά. Παρενδυσίες. Ανούσια άρματα αφελούς κι ανώδυνης σάτιρας, στολές για να γίνεις άλλος αλλά όχι πολύ, λάτιν και ντίσκο ― μουνάτα Δόμνας Σαμίου, αν είστε του Παντείου. Πλαστικά ρόπαλα. Κάτι για Διόνυσο. Εκδηλώσεις των δήμων. Ξενογαμίες κι αρπαχτές στην Πάτρα μόνο, άντε κι αλλού.
 
Καθαρά Δευτέρα. Πολύ φαΐ. Χαρταετοί κινέζικοι κι αζύγιαστοι από τα Τζαμπο. Κακό κρασί. Λάθος θαλασσινά και υδατάνθρακες πολλοί. Ευχές για τη Σαρακοστή. Τι είναι η Σαρακοστή; Δεν έχουν αίμα τα χταπόδια.
 
Μεγάλη Τρίτη, Μεγάλη Πέμπτη και Μεγάλη Παρασκευή. Μετάληψη drive through. Κατάνυξη. Πάθη. Πένθος. Νύστα και λιβάνι και καμπάνες. Κρύο υγρό. Κεριά και βαρειά λουλουδίλα, πηγμένοι καράφλες οικογενειάρχες μπανίζουν μυροφόρες με καλαθάκια. Θεία Πάθη. Σωτήριο Πάθος. Κατάνυξη ξανά κι Ορθοδοξία. Βραχεία νηστεία. Νυμφίος. Ψαλτικά μινυρίσματα, παράφωνα εγκώμια. Ελληνισμός-Παράδοση-Σταυρός που ακολουθεί η
 
Ανάσταση. Παρά πέντε μπαίνεις, στο και πέντε βγαίνεις. Σαρκί υπνώσας ως θνητός; Πάσχα! Εντόσθια, αρνιά, κατσίκια, άντερα, συκώτια, νεφρά και καρδιές, αθώα αρνάκια και κατσικάκια που δεν μυρίζουν, πέτσα που στάζει λίπα. Ξύγκι στο χώμα. Κόκκινα αυγά που δεν τρώγονται παρά σε σαλάτα. Δημοτικά και σκυλοπόπ. Νοτισμένο χώμα. Αγιάζι. Νάρκη. Τσουρέκια καουτσούκ εδώδιμο. Φορσέ χαρά. Φορσέ γλέντι. Έλληνες, Ρωμιοσύνη, Χριστός. Η πρέζα της Ανάστασης για τις ευαίσθητες ψυχές ή για κείνες που πενθούν.

Μετά ανάπαυλα. Μετά η ευλογημένη καθημερινότητα: μέρες που είναι Τρίτη και Σάββατο και 6 και 20 του μηνός χωρίς να είναι και κάτι άλλο. Η μεγάλη έρημος των εμποροϋπαλλήλων και των μισθωτών. Μέχρι την άδεια και το Μεγάλο Ραμαζάνι του Θέρους & των Κυκλάδων, αλλά αυτά τα είπαμε αλλού.

Πρώτη δημοσίευση στο The Greek Cloud.