Δύο εντελώς γερμανικά σκάνδαλα

Photo 6-7-16, 20 10 58.jpg
 

… όπως μου τα περιέγραψε Γερμανός φίλος και συνάδερφος. Το πολυσκάνδαλο του Stuttgart 21 θα το ξέρετε ήδη.

Νέο αεροδρόμιο Βερολίνου

«Έχουνε φτάσει σε σημείο που η φτηνότερη λύση είναι να το γκρεμίσουν και να το ξαναφτιάξουν από την αρχή. Έχουνε ξεφύγει γύρω στα 800 εκατομμύρια πάνω από τον προϋπολογισμό. Κι έχει κι άλλο: ο ηλεκτρολόγος για τις εγκαταστάσεις δεν ήταν μηχανικός, ούτε καν αρχιτέκτονας — διακοσμητής ήταν. Δεν είχε ιδέα από δημόσια έργα αλλά είχε βύσμα.
Οι εργολάβοι ήξεραν ότι ο τύπος είναι άσχετος κι έκαναν απίστευτες κακοτεχνίες. Δύο πράγματα θα σου πω: αυτοί που έφτιαξαν έναν πυρίμαχο τοίχο φρόντισαν να τον φτιάξουν όσο πιο φτηνιάρικο γινόταν και δεν έδιναν μία για τις προδιαγραφές, συνεπώς ο πυρίμαχος τοίχος είναι άχρηστος. Επίσης, οι ανιχνευτές καπνού είναι εγκατεστημένοι τσάτρα πάτρα. Έχουν γίνει πολλά άλλα τέτοια.
Το καλυτερο: όταν όλα αυτά αποκαλύφθηκαν, έψαξαν να βρουν τους εργολάβους που έφτιαξαν τον τοίχο και τους ηλεκτρολόγους που είχαν εγκαταστήσει τους ανιχνευτές καπνού. Όλα τα παραστατικά αλλά και τα σχέδια είχανε χαθεί μυστηριωδώς κι έτσι δεν υπάρχει τρόπος να βρουν ποιος εργολάβος έκανε τι και να τον αναγκάσουν να τα ξαναφτιάξει σωστά. Επίσης, επειδή έχουν εξαφανιστεί τα σχέδια, οι ανιχνευτές, που είναι εγκατεστημένοι και καλωδιωμένοι όπως να ‘ναι, ένας χαμος από καλώδια, πρέπει να ξηλωθούν.»

Η καταστροφή των Γενικών Αρχείων της Κολωνίας το 2009

«Όταν έσκαβαν τη σήραγγα για το μετρό κατέρρευσε το κτήριο από πάνω. Το κτίριο ήταν τα Γενικά Αρχεία, ένα εξαώροφο το οποίο κατάπιε το έδαφος. Λέγεται ότι δεν είχε γίνει κανονική γεωλογική μελέτη.
Ήτανε μέρα μεσημέρι και το κτίριο ήτανε γεμάτο εργαζόμενους και επισκέπτες. Ευτυχώς οι εργάτες που έσκαβαν κατάλαβαν τι έγινε εγκαίρως, έτρεξαν κι έβαλαν τις φωνές και βγήκε έξω ο κόσμος και σώθηκε. Έτσι είχαμε μόνο 2 νεκρούς ενώ θα είχαμε εκατοντάδες. Το μεγαλύτερο μέρος των αρχείων, μιλάμε για χίλια χρόνια ιστορίας, δεν μπόρεσε να σωθεί και έγινε μπάζα, ακόμα και σήμερα σκαλίζουν εθελοντές τα χαλάσματα να σώσουν ό,τι μπορούνε.
Έκτοτε μούγκα. Κανείς δεν λέει τίποτα για το θέμα. Ούτε ξανάρχισαν τα έργα, βέβαια. Περιμένουν να εκδικαστεί η υπόθεση, αλλά ποιος ξέρει πότε θα γίνει αυτό.»

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση — ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπειξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες — όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l’hydre-Univers tordant son corps écaillé d’astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε — και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής — τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

Θάλασσα κι αλμυρό νερό

Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι — αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ’ άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.

Cui prodest Brexit?

Photo 2-7-16, 18 50 45
Ξεχασμένο πανώ μετά από διαδήλωση κατά του Brexit. Λονδίνο, Ιούλιος 2016.
Θα προσπαθήσω να καταγράψω στοιχεία εμπειρίας και κάποιες γνώμες μου για το πρόσφατο δημοψήφισμα, άτακτα και αποσπασματικά.

One way or another

Το Ηνωμένο Βασίλειο επιδίωκε ούτως ή άλλως ειδική σχέση με την (υπόλοιπη) ΕΕ, σχέση χαλαρότερη από της Δανίας και της Σουηδίας αλλά ίσως στενότερη από αυτή που έχει η Νορβηγία με την ΕΕ. Κανονικά θα μπορούσε να επιβάλει αυτή τη σχέση όπως επέβαλλε κάθε απαίτησή του μέχρι τώρα: με το στανιό κι εκβιαστικά. Με την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτή η ειδική σχέση θα προκύψει μέσα από διαπραγματεύσεις Βρετανίας-ΕΕ.

Γιατί κακολογείς την Αλβιόνα;

Από την ΕΕ οι βρετανικές κυβερνήσεις ήθελαν μόνο την Κοινή Αγορά: αυτό απαιτεί το Σίτυ. Το Σίτυ είναι προϊόν εκτροφής με τα χρήματα του πετρελαίου της Βόρειας Θάλασσας και απεχθάνεται κάθε μορφή έξωθεν ελέγχου και ρύθμισης. Εντός της ΕΕ οι βρετανικές κυβερνήσεις επικαλούνταν το ιερόν όνομα της εθνικής κυριαρχίας (sovereignty) για να φέρουν την Ένωση στα μέτρα τους. Οι βρετανικές κυβερνήσεις
  1. πολέμησαν το ισχυρό Ευρωκοινοβούλιο ξανά και ξανά,
  2. μπλόκαραν την εκλεγμένη Επιτροπή,
  3. κατέπνιξαν την εκπροσώπηση των ευρωπαϊκών περιφερειών.
Γενικότερα, οι βρετανικές κυβερνήσεις σαμποτάρισαν ξανά και ξανά κάθε δειλή απόπειρα εκδημοκρατισμού και λαϊκής νομιμοποίησης της ΕΕ, ενώ το 2004 έμπασαν τις χώρες του Βίσεγκραντ, πρόθυμους αλείπτες των ΗΠΑ, για να μην αποκτήσει ποτέ ενιαία εξωτερική πολιτική η ΕΕ. Και πάει λέγοντας. Με άλλα λόγια, κατάντησαν την ΕΕ αυτό το αυταρχικό ξυνεστηκός που σφυρίζει αδιάφορα απέναντι στους φασίστες, φτωχοποιεί τον Νότο και πνίγει πρόσφυγες· μετά έστριψαν δια του δημοψηφίσματος.

Γιατί δημοψήφισμα;

Γιατί ήθελε ο Κάμερον να περιθωριοποιήσει τους αντιευρωπαϊστές Τόρηδες και να απαλλαγεί από τον κρυπτοφασίστα Φαράζ, που είναι ένας Άγγλος Καρατζαφέρης.

Μα γίνονται αυτά στην green and pleasant land;

Υπάρχει μια σκιά στον βρετανικό δημόσιο βίο, λέγεται συγκρότημα Μέρντοκ και είναι ανίκητο. Βρετανικά ΜΜΕ δεν είναι μόνο το BBC και κάτι ωραία έργα που βάζει το Channel Four. Οι Βρετανοί που διαβάζουν, διαβάζουν κυρίως φυλλάδες. Η Daily Mail π.χ. κάποτε θα συγχωνευθεί με το Πρώτο Θέμα. Πέρα από τις φυλλάδες, η Telegraph ανέκαθεν ήταν επιπέδου του νυν παρακμασμένου Βήματος, οι Times ανήκουνε στον Μέρντοκ, ο Guardian μπορεί να γίνει το πιο αφόρητα ελιτίστικο φύλλο που υπάρχει. Ο πολιτικός διάλογος δεν είναι καλύτερος από τον ελληνικό: ξυπνάδες, μεγάλα λόγια, τρομολαγνεία, κομψά μπινελίκια, πατερναλισμός, κινδυνολογία αβέρτα, μπηχτές, character assassination, βουλευτικός μαυρογυαλουρισμός (ένεκα και των μονοεδρικών περιφερειών). Σε αυτό το θολό τοπίο δεσπόζει ο υπερφυσικός ανδριάντας του πατέρα κάθε ερασιτέχνη Παππά, το είδωλο του Alastair Campbell, πατρός του ψεύδους.

Καλά, και οι Άγγλοι γιατί δεν θέλουν την Ευρώπη;

Την θέλουν, όσοι είναι Middle Class και δεν είναι τρελαμένοι θατσερικοί (οι περισσότεροι θατσερικοί έχουνε πεθάνει ή έγιναν New Labour τη δεκαετία του ’90 — το ίδιο κάνει). Την θέλουν όσοι είναι νέοι, ανεξαρτήτως τάξεως, και τους άγγιξε για λίγο η μαγεία των Erasmus και των άλλων ανταλλαγών, του ταξιδιού και της ανοιχτωσιάς, όσα δηλαδή νομίσαμε μεταξύ 1989 και 2008 ότι θα γίνει η Ευρώπη.

Και πώς βγήκε το Leave τότε;

Ο Μέρντοκ και τα έντυπά του το απεργάζονται από το 1992. Δεν περνάει ούτε μέρα χωρίς να γράψουν για τους ευρωγραφειοκράτες, την τυραννία των Βρυξελλών, τις προδιαγραφές της ΕΕ για τα αγγούρια, τις σοκολάτες, τα λουκάνικα. Αυτά όλα επιβεβαιώνουν και πατάνε πάνω στο παλιό θατσερικό στόρυ: What has Europe ever done for us? Μιλάμε για στόρυ που διανθίζεται με ιστορίες φρίκης για τη Γαλλική Επανάσταση (ενώ εμείς κάναμε την Glorious Revolution και δεν άνοιξε μύτη), με Ναπολέοντα, με πουρκουάδες και πώς σάπισαν για την Ευρώπη τα παλληκάρια μας στα χωράφια της Φλάνδρας όπου βγαίνουν παπαρούνες, με γελοίους δειλούς Γάλλους κι αγέλαστους εωσφορικούς Ναζί (τουλάχιστον ένα ντοκυμαντέρ τη βδομάδα για τον Πόλεμο), με αστείους μεσογειακούς (wops), ή άξεστους ανατολικοευρωπαίους και κωμικούς σκανδιναβούς κτλ κτλ κτλ… Η Ευρώπη είναι για τη Middle England ό,τι ήτανε για εμάς η Τουρκία — μείον την απειλή πολέμου.

Μα γίνονται αυτά τα πράματα;

Κάτω από το λούστρο ψώνια-μουσεία-Λονδίνο-βασίλισσα-τσάι-φλέγμα βρίσκεται η πραγματικότητα. Μέρος αυτής της πραγματικότητας αποτελεί η εργατική τάξη της Αγγλίας. Η εξαθλίωσή της ίσως δεν είναι πιο τρομακτική από αλλού. Μάλλον δεν αποτελούν αγγλικές αποκλειστικότητες πόσο τριτοκοσμικά φτωχό κι εξαθλιωμένο μοιάζει το Πρέστον, πόσο ανεξέλεγκτο είναι το έγκλημα στο Χαλ, ότι εμφανώς κακοποιημένη γυναίκα και άνδρα με όλα του τα δόντια σάπια έχω δει μόνο στο Νιουκάσλ, όσο κι αν ταξίδεψα. Το πιο τρομακτικό γεγονός σχετικά με την εργατική τάξη στην Αγγλία είναι η απόλυτη απαξίωση και δαιμονοποίησή της, ιδίως των φτωχότερων στρωμάτων της, καθώς και ότι η ίδια έχει εσωτερικεύσει τον πατερναλισμό που υφίσταται: benefit cheats, bloody chavs, underage mums είναι μερικές από τις έννοιες πάνω στις οποίες χτίζεται η συζήτηση για τους φτωχούς. Συνήθως η συζήτηση αυτή για τα παράσιτα και τους λούζερ στο estate housing συνοδεύεται από κορώνες για την αγνή εργατική τάξη πριν λ.χ. τη δεκαετία του ’70 (πριν τον Winter of Discontent και την απεργία των ανθρακωρύχων), όταν honest hardworking men δούλευαν, έτρωγαν αυγά με μπέικον, έπιναν real ale και πήγαιναν νωρίς για ύπνο (για να πεθάνουν εκεί γύρω στα εξήντα τους, αν ήταν τυχεροί).

Άρα τι;

Άρα αυτοί οι άνθρωποι, αλλά και οι γενικά εύποροι Εγγλέζοι της υπερλατρεμένης countryside, δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί, ελάτε, δεν μιλάμε καν για ευρωπαϊκό ιδεώδες πια, για την ΕΕ μιλάμε: μια ένωση που έχει τόσο στενή και τόσο ειλικρινή σχέση με τα ευρωπαϊκά ιδεώδη όσο η πάλαι ΕΣΣΔ με την επανάσταση και τον σοσιαλισμό.

Μάλιστα. Άρα κακώς έγινε δημοψήφισμα;

Κανένα δημοψήφισμα δεν έγινε κακώς. Και το γεγονός ότι πλήθυναν τα δημοψηφίσματα τώρα τελευταία μάλλον σχετίζεται με τη γενικευμένη απονομιμοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ίσως να είναι μια αγωνιώδης απόπειρα της προσχηματικά αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να δώσει εχέγγυα δημοκρατικότητας. Σημασία έχει ότι κανένα δημοψήφισμα, επαναλαμβάνω, δεν έγινε κακώς — εκτός από το ιρλανδικό για την επέκταση του δικαιώματος του γάμου σε όλους, γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να είναι αντικείμενο απόφασης της πλειοψηφίας.

Δημοψηφίσματα

Εμένα τα δημοψηφίσματα μού δίδαξαν το εξής: πίσω από το Ναι και το Όχι συστρατεύονται ετερόκλιτα και ετερόκλητα πλήθη και σκοποί. Το ελληνοκυπριακό Όχι του 2004 το στήριξαν φασίστες, δημαγωγοί, σταλινικοί, νομικιστές, γαιοκτήμονες, παπάδες, μερικοί αναρχικοί, λαμόγια, πραγματιστές, σοσιαλδημοκράτες κτλ. Πήρε το 75%. Τα ζητήματα στα δημοψηφίσματα, είναι δύο:
  1. Το προφανές, δηλαδή αν θα γίνει σεβαστό και
  2. Ποιος ωφελείται από το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα — το cui prodest? του τίτλου. Είναι σαφές για μένα ότι το Leave, ασχέτως με το ποιοι το στήριξαν και γιατί, συμφέρει το χειρότερο κομμάτι των αγγλικών ελίτ: τους υπερπλούσιους, τους αμερικανόφιλους απομονωτιστές, τα fat cats του Σίτυ και τους πρωτοφασίστες εθνικιστές.

Τουαλέτες

funny-toilet-signs-12
Έγραφα πρόσφατα εδώ πως «πίστευα […] και πιστεύω ότι πρέπει να θέτουμε εμείς την ατζέντα του τι συζητιέται στην κοινωνία. Πιστεύω ότι πρέπει να θέτουμε εμείς τα θέματα επί τάπητος αλλά και την οπτική γωνία και τους όρους που θα συζητηθούν.»
Υποθέτω λοιπόν ότι σύντομα θα έρθει και στην Ελλάδα, εμβόλιμη και εκτός τόπου, η αμερικάνικη συζήτηση για το ποιες τουαλέτες μπορούν ή και πρέπει να χρησιμοποιούν τα τρανς άτομα, άντρες και γυναίκες. Τη λέω εμβόλιμη και εκτός τόπου γιατί τα δικαιώματα των τρανς ατόμων στην Ελλάδα απλώς δεν υφίστανται και επειδή τρανς γυναίκες και άντρες αντιμετωπίζονται περίπου όπως οι πρόσφυγες: με αποστασιοποιημένη συγκατάβαση, με άοσμη συμπόνοια, με «μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας πάει», εξιδανικευτικά, ως εξωτικά ή κι υπερφυσικά όντα αλλά και ως μιάσματα που αμέτι μωχαμέτι έχουνε βαλθεί να ξεκάνουν τις μακραίωνες και πανάρχαιες παραδόσεις του ελληνισμού, που χρονολογούνται από το 1949 ή και παλαιότερα.
Εικάζω λοιπόν ότι σύντομα κάτι θα γραφτεί σε κάποιο έντυπο ή ιστότοπο του ελληνικού χιψτερισμού και μετά θα κάθονται πολλοί, σε σοσιαλμήντια και κανάλια, στα καφενεία, στην αγορά, να σχολιάζουν, να παθιάζονται, να βρίζουν, να κάνουνε τον καζουισμό τους ο καθένας. Πολλοί θα ασχολούνται με το ποιο κριτήριο θα ορίσουμε εμείς σχετικά με το πού θα κάνουνε την ανάγκη τους (ή θα τσεκάρουν τα μηνύματά τους στο κινητό) τα τρανς άτομα.
Και πάλι η ατζέντα θα έχει τεθεί από έξω, μέσα σε στενά πλαίσια και με έμφαση στο επιμέρους. Και πάλι θα πρέπει να πάρουμε θέση, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να κορυβαντιούμε με τους σοσιαλμηντιακούς συμπανηγυριστές μας, για κάτι που θυμίζει λίγο το «σκόρδο εναντίον κρεμμυδιού» που διχάζει παλιές αρμένικες οικογένειες, λένε. Θα μας έχει διαφύγει το προφανές, όμως:
Γιατί υπάρχουνε χωριστές τουαλέτες αντρών και γυναικών;
Η απάντηση συνοπτικά είναι «κουλτούρα του βιασμού» και αποτυπώνεται αθώα τάχα στην εικονογράφηση αυτού του βιδανίου. Έτσι νομίζω, δηλαδή, δεν ξέρω: αρκετούς ειδικούς περί τα πάντα έχουμε, δεν χρειάζεστε κι εμένα από πάνω.

 

Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς

Τίποτε λαμπρό και τίποτε αληθινό δεν γεννιέται στο φως της ημέρας.

Οι ελπίδες φέγγουν απόκοσμα ακριβώς εκείνη την ώρα τη νυχτερινή που έχουν χορταστεί οι πόθοι και οι ταμιευμένες επιθυμίες.

Η τροχιά της φεγγαροντυμένης είναι ταυτολογικά νυχτερινή: στον ουρανό ή καθρεφτισμένη πάνω σε νερά σχεδόν ασάλευτα ή και ως επιφάνεια στην άκρη μιας λεωφόρου που γαληνεύει κι ακινητεί αφύσικα.

Η ανάσταση είναι κάτι που συμβαίνει πριν τον όρθρο τον βαθύ, την ώρα του λύκου, την ώρα της ελάχιστης θερμοκρασίας και ενώ πίσω από κλειστά βλέφαρα παίζονται όνειρα αλλά και οι πειστικότεροι εφιάλτες.

Η ελευθερία είναι κι αυτή μια donna velata που θα αποκαλυφθεί εντελώς υλικά, γυμνή κι ιδρωμένη με τα μάτια να μαρμαίρουν και με το δέρμα να λευκάζει στο σκοτάδι, με τον κόλπο της υγρό, την ώρα που το σκοτάδι είναι βαθύ και που τα παιδιά ησυχάζουν κουρασμένα από το κλάμα.

Η ελευθερία αναδύεται μέσα από το πέλαγος του ασυνείδητου ηριγένεια κι αθόρυβη. Το βήμα της είναι ελαφρύ και όταν μιλάει σχεδόν γελάει ήσυχα. Δεν τη στεφανώνουν ήλιοι και φεγγάρια ηλεκτρικά αλλά αστέρια που αναγαλλιάζουνε και ταπεινές φωτεινές επιγραφές. Τρώει κάτι για μετά το ποτό, αν και δεν πίνει πολύ, κι έτσι έχει άλλοθι να σε κοιτάζει. Η ελευθερία σε κοιτάζει κι εσύ κοιτάς αλλού, γιατί δεν χρειάζεται καθόλου να την αντικρύζεις: όταν είναι κοντά σου σε καταυγάζει.

Όμως η ελευθερία δεν είναι η mulier amicta sole της εφηβείας μας για την οποία διαβάζαμε στον Έκο και στη θεία Γραφή και στη Χαλιμά. Είναι ανεπαίσθητη. Η ελευθερία δεν έκανε μεγάλες θριαμβικές εισόδους με αστροπελέκια και τέτοια. Έλυσε το πουκάμισό της κι αμέσως το ξανάδεσε μετά, βεβαιώθηκε ότι θα συναντήσεις το βλέμμα της και ας το αποστρέψεις μετά: όποιος αντίκρυσε την ελευθερία ούτε σφραγίζεται ούτε χαράζεται, παρά αλλάζει και δυναμώνει και απλώνει κλαδιά και δένει καρπούς σιγανά κι ανεπαίσθητα, σχεδόν αρρίγητα.

Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος, θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για την ελευθερία. Μέσα στη νύχτα δεν βλέπει την αρχή για κάτι καινούργιο και δεν διανοείται καμμιά ανάσταση, ενώ κάθε ίνδαλμα της ελευθερίας το νιώθει προϊόν αλκοολικής χαράς, φαντασία ερωτική ή μνήμη μισοξεχασμένη παλιών και αδιανόητων εικονισμάτων της πρώτης νιότης του. Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος κινδυνεύει να πιστέψει ότι νύχτα είναι μόνο το σκοτάδι, να μην αντιληφθεί ποσώς το ανάερο πέρασμα της ελευθερίας από δίπλα του.

Μέσα στη νύχτα ξυπνάς, από εφιάλτη ενδεχομένως, και ξέρεις ότι δίπλα σου είναι εκείνη και θα σηκωθεί πριν καν χαράξει και θα σε κοιτάξει και ακούς που ανασαίνει και τα μαλλιά της κοιμούνται στο μαξιλάρι και ξέρεις ότι αυτή είναι η ελευθερία και ότι τώρα, που εσύ νομίζεις ότι είναι η ώρα της αστραπής, δεν υπάρχει τίποτε παρά η ψιθυριστή ησυχία της πόλης και το κίτρινο φως της. Αντιλαμβάνεσαι τότε επιτέλους αυτό που καιρό ένιωθες: ότι είσαι άξιος για την ελευθερία, ότι δεν είναι όλα φόβος και θλίψη, ότι η ζωή σου ξαναρχίζει τώρα για ακόμα μια φορά, ότι επιτέλους θα πάψεις να γίνεσαι ο εαυτός σου γιατί θα είσαι πια ελεύθερος.

Φωτογραφία: Classic torso (1952) της Ruth Bernhard

Επιφοιτήσεις

Bosch2

Στη δουλειά μου και παραέξω έχω την ευκαιρία να συναναστραφώ ανθρώπους που δεν υποψιάζονται πόσο βλάκες είναι αλλά και ανθρώπους που περνιούνται για πολύ εξυπνότεροι από όσο είναι.

Δεν είναι κουσούρι να είναι κανείς βραδύς ή να μην φτάνει το μυαλό του. Συνήθως ξέρει ότι πρέπει να δουλέψει πολύ και να ακούσει καλά τι λένε οι άλλοι. Αν έχει και λίγη ευαισθησία, κανένας δεν τον πιάνει.

Έξυπνο με λέγαν από μικρό. Δεν το θεώρησα ποτέ έπαινο, άλλωστε σπανίως προοριζόταν για έπαινος. Η εξυπνάδα δεν είναι καν δυνατότητα, απλώς αποτελεί χαρακτηριστικό του συστήματος. Δεν είναι έπαινος να έχεις γερά γόνατα, αφού αυτό από μόνο του δεν σε κάνει αθλητή ή χορευτή, πολύ περισσότερο καλό αθλητή ή χορευτή.

Η εξυπνάδα είναι ευτελής. Η εξυπνάδα σε κάνει τεμπέλη και η ακατέργαστη εξυπνάδα σε κάνει άτεχνο και συνήθως θορυβώδη τεμπέλη, τεχνίτη του μπούλσιτ. Η εξυπνάδα καθεαυτή είναι ευχέρεια και μόνο. Είναι το είδος της ευχέρειας που σε κάνει να βασίζεσαι υπερβολικά στις δικές σου νοητικές δυνάμεις και να τις θεωρείς αυτόματα πνευματικές δεξιότητες. Και όσο περισσότερο εμπιστεύεσαι τις δυνατότητές σου, τόσο λιγότερο αμφιβάλλεις, και δεν αμφιβάλλεις σχεδόν καθόλου για τον εαυτό σου, άρα τόσο ευκολότερα την πατάς.

Όταν ο έξυπνος άνθρωπος την πατήσει, βέβαιος για τις πεποιθήσεις του και όλο εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τον βλάκα.

Το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου φιάσκου

11430131_1444332725871333_8608741907204066155_n
Η εργώδης ενασχόληση με τη χθεσινή συγκέντρωση των Παραιτηθείτε πριν τη συγκέντρωση και, ακόμα χειρότερα, μετά από αυτήν εικονογραφεί τρία προβλήματα:
Οι αδιάκοπες ειρωνείες και τα εμμονικά αστειάκια εκ μέρους όσων δικαίως χλεύασαν αυτή την κίνηση (ή αυτό το ακίνημα, κατά Κώστα Κωστάκο) μαρτυρούν πολύ βαθιά αμηχανία εκ μέρους των αριστερών και όσων ακόμα αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί. Ουσιαστικά προσπαθούνε να ξορκίσουν το ελεεινό και πολλαπλό κάζο που ξεδιπλώνεται μέρα με τη μέρα μετά τη 12η Ιουλίου του ’15, κάζο βάθυ που μας λερώνει και που εξαθλιώνει τα θύματα της Μνημονιοκρατίας ακόμα βαθύτερα.  Όπως παλιότερα η επιθεώρηση εκτόνωνε γκροτέσκα, στερεοτυπικά και καρικατουρίστικα την πολιτική εναντίωση, έτσι και σήμερα τα καλαμπουράκια για τους γραφικούς «σκαρπινοφλώρους» διαδηλωτές εκτονώνουν την ταξική αντιπαλότητα που κατέγραψε το Δημοψήφισμα πέρυσι: την εκτονώνουν όμως ανοήτως και, κυρίως, ατελέσφορα.
Η υπερενασχόληση των δεξιών, κρυπτοδεξιών και νεοφιλελεύθερων με τον σχεδιασμό και κατόπιν με την αξιολόγηση μιας ψευδεπίγραφης εκδήλωσης χωρίς πραγματικό αίτημα ήταν ένδειξη αγωνίας και στάσης απέναντι στη ζωή. Αγωνίας να επανέρθουν στα πράγματα και να ξαναπιάσουν οι ίδιοι την κουτάλα — άλλωστε τη δήωση και το ξεπούλημα τα φέρνουν εις πέρας οι συριζαίοι αρτιότερα από τους ίδιους και χωρίς εναντίωση από κανέναν. Στάσης ζωής σαν κι αυτή της Φλορενς Τζένκινς, δηλαδή πλήρως αποκομμένη από την πραγματικότητα ή — κατά το πρόσφατο πετρουλάκειο — από τη «Ζωή»: Φίλοι δεξιοί, κινήματα κατσαρόλας και βενεζολιάνικα συλλαλητήρια χωρίς πολλά λεφτά από τη CIA δεν φτουράνε. Άσε που για να διώξετε «τυράννους» σείοντας κλειδοθήκες, χρειάζεστε στο πλευρό σας αυτό το μπλιαχ που λέγεται «λαός».
Η στάση της κυβέρνησης είναι απλώς αχαρακτήριστη: πολύ κακό για το τίποτα, και μάλιστα επίτηδες. Για να αποπροσανατολίζεται η κοινή γνώμη. «Στα όρια της συνταγματικότητας»: αυτή και παρόμοιες αντιδράσεις θα ήτανε γελοίες αν δεν ήταν έκφραση καλά στοχευμένης σκοπιμότητας, αγυρτείας σχεδόν. Δεν ξέρω τι άλλο να πω.

 

Άγγελοι και μύγες

Με λένε Σραόσα. Ο Σραόσα (Sraosha) είναι κάτι παραπάνω από αρχάγγελο στον ζωροαστρισμό (ορθότερα: μασδαϊσμό), κατά το «I’m not a man / I’m something much bigger and better than /A man» του Μορισέυ. Έτσι λοιπόν ο Σραόσα δεν είναι απλώς ο αγγελιαφόρος του Ωρομάσδη (Ahura Mazda) και όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες, έχει έναν σαφή ρόλο: μεταφέρει θείες αποκαλύψεις, δείχνει τον δρόμο της ευτυχίας και της αλήθειας (διότι στις θρησκείες αυτά τα δύο ταυτίζονται επί της αρχής αλλά ποτέ επί του πεδίου). Ο Σραόσα είναι ο μόνος όρθιος στην αυλή του Ωρομάσδη (όλοι οι άλλοι είναι γονυπετείς ή μπρούμυτα, λόγω Δόξης), είναι και «φίλος του Ωρομάσδη». Τέλος είναι και ψυχοπομπός. Μιχαήλ και Γαβριήλ σε ένα: Γιαζάτας.

Ο ντάλα ήλιος και η ανελέητη στέγνια της Μέσης Ανατολής έβγαλε τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες με τους αγγέλους για κομπάρσους και μόνο, αντίθετα με τον μασδαϊσμό. Απεναντίας, ο μασδαϊσμός και οι διάφορες δοξασίες που γέννησε στη συνάντησή του με τον νεοπλατωνισμό, σε έναν κόσμο εξίσου μεσογειακό αλλά λιγότερο θερμόπληκτο και διψασμένο, έβγαλαν θεουργία, γνωστικισμό και αγγελοθρησκείες καθώς και το τέως next big thing στον χώρο της θρησκείας: τον μανιχαϊσμό — όλες γεμάτες αγγέλους, δαιμόνους, θεότητες, ανθυποθεότητες και πνεύματα.

Μπορεί ο χριστιανισμός να σνομπάριζε τις αγγελοθρησκείες (κάπου στην Αποκάλυψη υπάρχει και σχετική προειδοποίηση σε μια από της Εφτά Εκκλησίες της Μικρασίας, αλλά βαριέμαι να ψάχνω) όμως κάτι από τις ιλιγγιώδεις ιεραρχίες των ασωμάτων πέρασε και σε αυτή την εκδοχή του μονοθεϊσμού (όπου ο ένας Θεος είναι τρεις και τα πρόσωπα τα τρία ένα· και όλα θυμίζουνε Πλωτίνο). Έχουμε λοιπόν χωρισμό των αγγέλων σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες. Ναι, τρεις, όπως στην Πολιτεία του Πλάτωνα, όπως στο πανάρχαιο σύστημα των ινδουιστικών καστών:

Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι
Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες
Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.

Εντάξει, όσοι πήγαμε σχολείο 1979-1991 μπορεί αρχαία να μην κάναμε στο Γυμνάσιο, και για αυτό είμαστε άλαλοι κι αγράμματοι και νεομορφωμένοι, μπορεί να μας άρπαξαν το πολυτονικό μέσα από τα δάχτυλά μας που ζάβωναν για να κρατάνε το στυλό αλλά — όλα κι όλα — τα εννιά τάγματα τα μάθαμε φαρσί και ποιηματάκι, προς διηνεκή εξευτελισμό των λαρτζ νεορθόδοξων που θεωρούν αυτό το στοιχείο γνωστικής-νεοπλατωνικής μυθολογίας στοιχείο της εξ αποκαλύψεως Αληθείας. Πού να δείτε κι άλλα στοιχεία μυθολογίας παρακάτω, δηλαδή.

Τι παίζει λοιπόν με αυτά τα εννέα τάγματα, που χωρίζονται σε τρεις τρίχορες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες;

Διαβάζουμε εδώ ότι

Ιδίωμα της πρώτης ιεραρχίας είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων, ενώ έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «γελ».
Η δεύτερη ιεραρχία έχει ως ιδίωμα τη διευθέτηση των μεγάλων πραγμάτων και την διενέργεια των θαυμάτων, ενώ έργο τους είναι ο τρισάγιος ύμνος «Άγιος, Άγιος, Άγιος».
Τέλος ιδίωμα της τρίτης ιεραρχίας είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και έργο τους αποτελεί ο ύμνος «Αλληλούϊα».

Εντάξει, ωραία, όλοι με τους σαφείς ρόλους τους, όπως οι περισσότεροι άγγελοι κι αρχάγγελοι στις θρησκείες. Υπάρχει βεβαίως ένα θεματάκι, αφού η πηγή από πάνω λέει ότι τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του «γελ» (θα επανέρθουμε), ενώ ο προφήτης Ησαΐας μας τα λέει αλλιώτικα:

[…] Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. (Ησαΐας 6, 1-3)

Υπάρχει εδώ ένα θέμα, λοιπόν: το Άγιος Άγιος Άγιος το κράζουν τα Σεραφείμ ή μήπως οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις κι οι Εξουσίες (μέσα στην ιεραρχία και τη σωματασφαλίλα οι ονομασίες των ταγμάτων); Αυτό, ποιος κράζει το Άγιος Άγιος Άγιος, είναι ωστόσο εμπειρικό ζήτημα, όπως λέμε και στα Φάρσαλα, και θα λυθεί εντέλει δια της παρατήρησης όταν ακολουθήσουμε τα χνάρια του Δάντη και ξεναγημένοι από την καύλα της ζωής μας, την κάθε Βεατρίκη, βρεθούμε κι εμείς στη φάση

Qual è ‘l geomètra che tutto s’affige
per misurar lo cerchio, e non ritrova,
pensando, quel principio ond’elli indige,

tal era io a quella vista nova:
veder voleva come si convenne
l’imago al cerchio e come vi s’indova;

ma non eran da ciò le proprie penne:
se non che la mia mente fu percossa
da un fulgore in che sua voglia venne.

A l’alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e ‘l velle,
sì come rota ch’igualmente è mossa,
l’amor che move il sole e l’altre stelle.

Λέει ο Δάντης για κύκλους — θα επιστρέψουμε και σε αυτούς.

Στο μεταξύ, δείτε ότι μερικοί άγγελοι βρίσκονται εικονογραφικά μεταξύ αγγέλου και τέρατος. Τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, για παράδειγμα:

καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο.(Ησαΐας 6, 2)

Πλάσματα με πολλά φτερά είναι προϊόν Μεσοποταμίας (ΠΟΠ). Γιατί έξι όμως; Με τα δύο πετάνε, με τα δύο καλύπτουν τα μάτια (γιατί δεν αντέχουν τη θέα της Δόξας του Θεού — γενικά δεν τους κοιτάς στα μάτια τους ανωτέρους σου) και με τα δύο καλύπτουν τα αχαμνά τους, σε ένδειξη αιδημοσύνης. Ξαφνικά τα πιο τρελά εικονογραφικά απωθημένα του Τσαρούχη ζωντανεύουν: τα Σεραφείμ είναι προικισμένα και βρακώνονται με φτερούγες.

Μέχρι εδώ, εντάξει, κάτι σας είπα. Το θέμα «άγγελοι» το έχει δουλέψει μέχρι και ο Φίλιπ Πούλμαν. Και δεν θα καθόμουν να γράψω αυτό το μπλογκεπύλλιο αν κάτι δεν με χτύπαγε πιο πάνω:

τα Σεραφείμ, τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι έχουν έργο τον θεοπρεπή ύμνο του «γελ»

Του ποιου; Του «γελ»; Του yel ή του gel (gel kayıkçı);

Η απάντηση, μετά από λίγο ψάξιμο, έρχεται από μια άλλη πηγή — εντελώς ορθόδοξη, μην ανησυχείτε, δεν θα μπλέξουμε με καββαλισμούς κι αγγελοθρησκείες ή τη Νέα Εποχή:

Τρεις εξαίρετοι ύμνοι καί δοξολογίες είναι με τις οποίες δοξολογούν την αγία Τριάδα οι εννέα τάξεις των Αγγέλων. Καί της μεν πρώτης ιεραρχίας των Θρόνων, Χερουβίμ καί Σεραφίμ, είναι ίδιος ύμνος το, γέλ γέλ, το οποίο έβγαινε από τους τροχούς των Χερουβίμ κατά τον Ιεζεκιήλ (ι’ 13), και σημαίνει ανακυλισμός κατά τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο (Ουραν. Ιεραρχ. κεφ. ιε’), της δε δευτέρας ιεραρχίας, των Κυριοτήτων, Δυνάμεων καί Εξουσιών, ίδιος ύμνος είναι το, Άγιος, Άγιος, Άγιος (Ησ. στ’ 3), της δε τρίτης των Αρχών, Αρχαγγέλων καί Αγγέλων, ίδιος ύμνος είναι το Αλληλούια, κατά τον Νικήτα τον Στηθάτο (Φιλοκαλία κεφ. 99).

Η πηγή από πάνω αναπαράγει όσα είδαμε πριν, αλλά επί το υψιπετέστερον και θεολογικότερα. Και μας μπάζει σε μια από τις πιο cgi φάσεις της ιουδαϊκής και της χριστιανικής μυθολογίας: το όραμα του Ιεζεκιήλ. Το οποίο συν τοις άλλοις περιέχει τερατώδεις αγγέλους και κάτι άλλο και μεγαλύτερο από αγγέλους — σαν τον Σραόσα δηλαδή: τέσσερα ζώα φτερωτά κι ένα άρμα που απαρτίζεται από περιστρεφόμενους τροχούς.

Το κεφάλαιο 10 (ι), εδάφια 9 έως 14 του Ιεζεκιήλ αξίζει να διαβαστεί στα αγγλικά με φωνή Don LaFontaine. Βασικά γίνεται χαμός και είναι δύσκολο να βγάλει άκρη κανείς τι γίνεται. Παίζουν Χερουβείμ, παίζουν κάτι Τροχοί που λένε «ω τροχέ!» και παίζουνε και τέσσερα ζώα φτερωτά, που δεν είναι άγγελοι, με πρόσωπα χερουβείμ, ανθρώπου λιονταριού και αετού. Αυτά τα τέσσερα ζώα τα έχετε ξαναδεί στην εκκλησία της γειτονιάς σας, συμβολίζουνε, λέει, τους τέσσερις ευαγγελιστές, με τη διαφορά ότι το ζώο με πρόσωπο χερουβείμ το παράκανε με τα τραβήγματα κι έχει στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (κεφ. 4) πρόσωπο βοδιού:

Οκέι, αλλά στο όραμα του Ιεζεκιήλ, τι είναι οι Τροχοί; Είναι, λέει, οι Τροχοί που συνθέτουν το χερουβικό άρμα, το οποίο μεταφέρει τον, χμ, Θεό. Οι Τροχοί είναι όμως άγγελοι, όχι Σεραφείμ, αλλά Θρόνοι. Ναι: οι Τροχοί είναι άγγελοι, του τάγματος των Θρόνων. Που λέγονται «Θρόνοι» λόγω αυτού του περιστατικού, αφού στα εβραϊκά αποκαλούνται Τροχοί (ofanim). Παρεμπιπτόντως, αν είστε από αυτούς που πάνε Χαιρετισμούς γιατί απολαμβάνετε την ποίηση ξέρω γω, θα έχετε ακούσει τον χαρακτηρισμό «χερουβικό άρμα» για την Παναγία. Μόνον οι βυζαντινοί θα ταύτιζαν μια νεαρή κοπέλα, και μάνα του Θεού, με αυτόν τον τερατώδη σφαιρικό αστρολάβο.

Πού πήγε το «γελ»; Α, αυτό είναι εύκολο. Στα εβραϊκά το «ω τροχέ!» είναι «hag galgal!». Από το galgal στο «γελ», μια μετάφραση δρόμος.

Οπότε, έχουμε κάτι τροχόμορφους αγγέλους, ή και όχι, που ακούγονται να λένε καθώς περιστρέφονται «ω τροχέ!». Που έχει καλά σούπερ θεοπρεπές-απερινόητο-υπερβατικό περιεχόμενο — εδώ κολλάει και ο Δάντης. Και φυσικά εδώ κολλάει και το Turn! Turn! Turn! των ανθρώπων που κατά τα άλλα διασκεύαζαν Ντύλαν και στο συγκεκριμένο τραγούδι Εκκλησιαστή (ή Qoelet).

Πάντως το όραμα του Ιεζεκιήλ (το όνομα του οποίου όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι είναι στίχος του Bekledim de gelmedin) είναι τόσο καμένο από μεσοποταμιανή εικονογραφία, θερμοπληξία και ο Κύριος οίδε τι άλλο, που είναι το αγαπημένο θέμα του φον Νταίνικεν και τέτοιων: ο Ιεζεκιήλ είδε ούφο.

Τι θες να μας πεις; θα ρωτήσετε. Όλα όσα ήδη είπα. Επίσης, ότι κάθε πίστη σε αποκάλυψη και τέλειες αλήθειες είναι επιμολυσμένη ανεπανόρθωτα με μυθολογίες, και δη μυθολογίες εφάμιλλες των ησιόδειων. Θα απαντήσουν οι πιστοί ότι συμβολικά είναι αυτά, καημένε, 20 αιώνες μαγαζί έχουμε, ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος που μας κράζει για τροχόσχημους αγγέλους που περιστρέφονται λέγοντας γκαλγκαλγκάλ (ή «τροχέ!»). Με δύο διαφορές: αφενός ο καθείς διαλέγει τα σύμβολά του, κι αυτά είναι πολύ καμένα σύμβολα, άραγε το Άγιο Πνεύμα τα ενέπνευσε; Αφετέρου, το «συμβολικό» χαρτί (όπως κατάλαβαν όσοι πρωτοδούλεψαν το 20 αιώνων μαγαζί) δεν μπορείς να το παίζεις συχνά όταν διακηρύσσεις ότι ο Θεός σου αποκαλύπτεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία και ότι «καταφάσκει την ανθρώπινη ιστορία».

Οι μύγες, πού κολλάν οι μύγες; Ε, ας μη γίνομαι «ρητορικός» και καλύτερα να μην πω κάτι για αυτά τα σιχαμένα επίσης ιπτάμενα πλάσματα, πέρα από το ότι «η μύγα πάει στα σκατά, πηγαίνει και στο μέλι».