Αγροτοποιμενικά ήθη

Κατά καιρούς προσπαθώ να περιγράψω τα ελληνικά ήθη χαρακτηρίζοντάς τα αγροτοποιμενικά.

Πολύς κόσμος, που εν έτει 2022 ακόμα ταυτίζει την επαρχία με γεωργούς και βοσκούς, προσβάλλεται. Βεβαίως κακώς προσβάλλεται. Τα αγροτοποιμενικά μας ήθη ορίζουν συμπεριφορές και στις πόλεις και στη λεγόμενη ύπαιθρο. Όπως το έθεσε η Δώρα Πεφάνη, «Χωριό: γνωστοί μαλάκες. Αθήνα: άγνωστοι μαλάκες». Ναι, λυπάμαι: από αυτή την άποψη μόνον η Αθήνα μετράει για πόλη.

Πολλοί ξενίζονται ακόμα και από την αντίληψη ότι είναι κάτι μεμπτό τα αγροτοποιμενικά ήθη: αν μη τι άλλο η εξιδανίκευση του προ-αστικού παρελθόντος μας είναι συστατικό της εθνικής μας ιδεολογίας.

Τι είναι όμως τα αγροτοποιμενικά ήθη;

Πρώτον είναι η κατ’ αρχάς απόρριψη κάθε διάθεσης του υποκειμένου για αυτοπροσδιορισμό και αυτενέργεια: για τον καθένα και την καθεμιά υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι που πρέπει να παίζει, συγκεκριμένες έγνοιες που πρέπει να την απασχολούν. Τις νεαρές κοπέλες πρέπει να τις απασχολεί η παρθενιά κι ο γάμος, τους νέους άντρες η (όποια) λεβεντιά κι ο γάμος· ακολουθούν η τεκνογονία (αλλά όχι απαραιτήτως η γονεϊκότητα), η διαφύλαξη του καλού ονόματος κτλ.

Οι κάθε λογής ετεροπροσδιορισμοί δεν αποτελούν σύμπτωμα αλλά βασικό συστατικό των αγροτοποιμενικών ηθών. Ακόμα κι όσοι είναι παραβατικοί ή παραστρατούν, οφείλουν να το πράττουν μέσα σε πλαίσιο που έχει τεθεί από πριν. Πιο απλά: εξάρσεις όπως «ανήκω σ’ εμένα και τα ονειρά μου» ή «I did it my way» βρίσκονται στον αντίποδα των αγροτοποιμενικών ηθών.

Η προστασία και η επιβολή των ετεροπροσδιορισμών αυτών επιτυγχάνεται με το τι θα πει ο κόσμος. Είναι πάντως πολύ ενδιαφέρον που ο «κόσμος» δεν μιλάει για όλους και δεν μιλάει για τα πάντα. Ο κόσμος έχει π.χ. να πει αυτά που έχει να πει για γυναίκες (ιδίως νέες) ή για φτωχούς (ιδίως νέους), αλλά λ.χ. τηρεί θαυμαστή ομερτά και αλληλεγγύη με πιο εύπορους και πιο γηραιούς άντρες

Δεύτερον, κάθε παρέκκλιση ή συνειδητή απόρριψη των παραδεδομένων ρόλων είναι αντικείμενο συναισθηματικής αντίδρασης. Κάθε παραστράτημα εγείρει πάθη όπως οργή, αηδία, απέχθεια, τα οποία σωματοποιούνται συμβολικά (τι ωραία αντίφαση!) στο σώμα της παραστρατημένης ή του παραβάτη ως τελετουργική ακαθαρσία. Όποιος και όποια δεν συμμορφώνεται είναι λέρα, σιχαμένος, βρωμιάρα, ένα λέσι…

Ο τρόπος να απαλλαγεί κανείς από την ακαθαρσία αυτή, από το μίασμα (σκεφτείτε λίγο τη διαδρομή και τη γενεαλογία αυτής της έννοιας στη σύγχρονη Ελλάδα, μη γίνεστε φιλόλογος και κολλάτε στον Οιδίποδα Τύραννο), δεν είναι ούτε η πολυδιαφημισμένη στην εποχή μας χριστιανική μετάνοια, ούτε καν κάποιος συμβιβασμός: ο τρόπος να ξαναγίνεις σχεδόν καθαρή ή σχεδόν καθαρός είναι να υποταγείς στον ετεροπροσδιορισμό, δηλαδή να πάψεις να είσαι ο εαυτός σου. Εάν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, μπορείς απλούστατα είτε να συντριβείς είτε (αν προλάβεις) να πας στον διάολο: «μακριά από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας πάει».

Τρίτον, στα αγροτοποιμενικά ήθη δεσπόζει η δυνατότητα (ή και η ανάγκη) να είναι εφικτή η φραγή της ενσυναίσθησης. Ο αγροτοποιμενικός τρόπος δεν είναι βεβαίως η γενικευμένη βαρβατίλα ή σκατοψυχιά, πολύ λιγότερο η γενικευμένη βαρβαρότητα. Η σκατοψυχιά, η χολή, η μισανθρωπία, η ανείπωτη σκληρότητα είναι επιτρεπτές αν όχι επιβεβλημένες συμπεριφορές για όσες και όσους βρίσκονται πέρα από το αυστηρά καθορισμένο όριο της ενσυναίσθησης: για τους Τσιγγάνους, τους Εβραίους, τους φτωχούς ξένους, τις αδέσποτες γυναίκες, τα κάπως ζαβά ανήλικα, τους τρελούς του χωριού, τα νόθα βρέφη κτλ. Γνωστά αυτά:

τα τραχιά αγροτοποιμενικά ήθη υπαγόρευαν αλληλεγγύη, μπρατιμιές, καλοσύνες και τις όποιες αβροφροσύνες με όλους εκτός από τους σαπέρα, τους ξενομερίτες, τους ζαβούς, τους ξενομπάτες, τους κουρλούς και ζουρλούς και κάθε λογής τρελούς, τις πουτάνες και ζωντοχήρες, τους Οβριούς, τους Γύφτους κτλ. κτλ. κτλ.

Τον κακό μας τον (παλιό) καιρό

Με άλλα λόγια: ναι, αλληλεγγύη· ναι, προστασία διά της σιωπής υπό όρους («όλοι ξέρουν κανείς δεν μιλάει»)· ναι, συλλογικό και κοινοτικό πνεύμα ― όμως μέχρι εκεί και μόνον για όσους και (δευτερευόντως) όσες είναι από αυτή τη μεριά του νοητού φράχτη. Πέρα από αυτόν δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν γύφτοι, μπάσταρδα, ξενομερίτες, πουτάνες κτλ., δηλαδή όντα για τα οποία ισχύει όχι μόνο φραγή ενσυναίσθησης αλλά και της στοιχειώδους συμπόνοιας.

Από αυτόν τον κόσμο προέρχεται η συνήθως δεξιά ροπή προς τη νουθεσία ως μέσο καταστρατήγησης της αυτενέργειας και του αυτοπροσδριορισμού: «για το καλό σου» και γιατί ξέρεις ήδη «τι θα πει ο κόσμος». Δεν πρόκειται για διαπραγμάτευση, ούτε καν για διάλογο, παρά για πρόσκληση να συμμορφωθείς με τον ρόλο που σου αντιστοιχεί και τέλος.

Συνεπώς δεν είναι απρόσμενο το γεγονός ότι η αγροτοποιμενική κοινωνία μας και όσοι αναλαμβάνουν να επιβάλουν τα ήθη της, θεσμικώς ή εξωθεσμικώς ή παραθεσμικώς, απεχθάνονται την αντιλογία. Θυμηθείτε: το να είσαι «πνεύμα αντιλογίας» είναι μομφή, το να θες να κάνεις το δικό σου είναι εκ των προτέρων επιλήψιμο.

Κλείνω έτσι

Βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και τη δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.

Έλλειμμα φαντασίας

Στην απεργία των ποιητών

Στις αρχές του αιώνα έγραψα ένα μυθιστόρημα. Το πρώτο μέρος είναι γαμάτο, το δεύτερο ασ’ τα να πάνε.

Το θυμήθηκα σήμερα με αφορμή την Τζέιν Ώστεν επειδή σκεφτόμουν ότι το να γράφεις μυθιστόρημα είναι αγώνας δρόμου που πρέπει να λήγει λίγο πριν η δεξιοτεχνία και η μαεστρία υποχωρήσουν απέναντι στις απαιτήσεις της αφήγησης, απέναντι στο εικός και το αναγκαίον, και υπό την πίεση πραγματολογικών παραγόντων, δηλαδή του πώς και του τι και του πότε και του γιατί.

Πάντως τίποτε πιο απογοητευτικό από ένα έργο, ό,τι έργο κι αν είναι, που αναπαράγει και επαναλαμβάνει ― έστω και πιο δυνατά, έστω πιο τσαχπίνικα ― όσα ήδη νομίζουμε πως ξέρουμε και όσα θέλουμε να δούμε και να ακούσουμε.

Αυτόν τον καιρό ας πούμε ελάχιστοι είναι ικανοποιημένοι ή ευχαριστημένοι ή έστω ενθουσιασμένοι με κάτι που φτιάχνουν ή που κάνουν: είναι proud. Η περηφάνεια είναι καραμέλα, σαν εκείνη της αγάπης. Όμως, συγγνώμη, περηφάνεια μπορεί να αισθάνεσαι όταν αυτό που είσαι, κάνεις ή φτιάχνεις είτε είναι αποτέλεσμα γενναιότητας, είτε είναι επίτευγμα ― και μάλιστα επίτευγμα που πάει κόντρα σε όσα ήδη νομίζουμε πως ξέρουμε και όσα θέλουμε να δούμε και να ακούσουμε.

Επίσης όλο και περισσότεροι αναφέρονται στην τέχνη, στο σινάφι, στην κοινότητά τους με τον όρο industry. Παιδιά, αν όλα είναι industry τότε τίποτα δεν είναι βιομηχανία. Αν όλα είναι δουλειά τότε τίποτε δεν είναι δουλειά. Εάν η μακαρίτισσα βασίλισσα των Άγγλων ήταν όντως «the working Queen», όπως την ήθελε η προπαγάνδα των σχεδόν προνεωτερικών πειθήνιων υπηκόων της, τότε τι είδους εργασία κάνουν οι ανθρακωρύχοι, όσες κι όσοι δουλεύουν στην εστίαση, οι καθαρίστριες και οι καθαριστές, οι πάντοτε θηλυκές κι άμισθες νοικοκυρές; Τι είδους εργασία κάνουν δασκάλες και δάσκαλοι, καρδιολόγοι, ογκολόγοι, νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, σεξεργάτριες και σεξεργάτες και οι σκλάβοι των γραφείων;

Δεν είναι κάθε δουλειά τσάπα, δρεπάνι και σφυρί· μόχθος δεν είναι μόνο το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί αλλά δεν είναι κάθε δουλειά το ίδιο δύσκολη ή εξίσου εξαντλητική. Όπως όλο και περισσότερα άτομα λένε πια, κάπου ώπα. Και θα συμφωνήσω.

Αν

στον Θάνο Κόη και στους Lost Bodies

Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά και μάλλον θα πάνε χειρότερα.

Αν δεν ασχοληθεί κανείς με την κλιματική αλλαγή και με το ότι νοεμβριάτικα μας βαράει ο ήλιος κατάμουτρα από την αλλαγή της ώρας σε χειμερινή γιατί δεν υπάρχει χειμερινό συννεφάκι να φιλτράρει το φως το πρωί ώστε να μας χαρίσει ελάχιστη αναψυχή ή παρηγοριά, μπορεί κάλλιστα να δει τι γίνεται από εκλογικά αποτελέσματα παγκοσμίως: το μέλλον μας πλέον είναι διάφορες εκδοχές του φασισμού, αφού το σημαντικό στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς είναι να έχεις πολλές επιλογές από σχεδόν το ίδιο πράγμα αλλά να χαίρεσαι που έχεις τη δυνατότητα να επιλέγεις εσύ ― προς θεού, όχι μονοπώλια!

Αν δεν μουδιάσει κανείς με το πόσο ανίερα έχουνε μπλέξει τα μπούτια τους θεοί εν ουρανοίς με τους επί γης φασίστες, μπορεί να φρίξει από τη διάβρωση του φιλελεύθερου κράτους δικαίου στα χέρια διάφορων φιλελευθέρων, νέων ή και μη. Αν δεν τον πτοεί ούτε κι αυτό, ενδεχομένως γιατί είναι τεθωρακισμένος με βαρειά μαρξιστική-λενινιστική κατάρτιση, ίσως να τον θορυβήσει κάπως η συμπαράταξη των όπου γης αριστερών κομμάτων όχι με τους κολασμένους της γης παρά με όσους κραδαίνουν δικράνια και πυρσούς απαιτώντας να λυθούν τα προβλήματα του κόσμου με περισσότερους μπάτσους, με βαρύτερες ποινές, με περισσότερες και στεγανότερες φυλακές και ανυπερθέτως με στυγνότερο πουριτανισμό. Διότι μόνον οι αειπάρθενοι και οι ευνούχοι είναι άμεμπτοι, διότι ένας (1) μπάφος οδηγεί αναπόδραστα στην πρέζα, διότι κάθε τι στο σεξ που δεν είναι συμπεφωνημένο και συνομολογηθέν εξ αρχής και ρητώς δεν είναι παρά η αρχή στην κατηφόρα: προς την παραβίαση, την κακοποίηση, τον βιασμό.

Αν δεν απελπιστούμε με το δικαιωματικό κουκλοθέατρο της απολίτικης πολιτικής ταυτοτήτων στο οποίο πρωταγωνιστούν φασίστριες μεν αλλά γυναίκες ή ζάπλουτοι τρανσφοβικοί μεν αλλά ινδικής καταγωγής πρωθυπουργοί, όπου ζάπλουτα καθεστωτικά ΛΟΑΤ άτομα «κάνουν represent» κάθε περιθωριοποιημένο, μπορούμε σίγουρα να γελάσουμε πικρά με την τάχα αντιναζιστική φονική εκστρατεία ενός ανθρώπου που βούλιαξε τη Ρωσία πίσω στη λάσπη των τσαρικών πογκρόμ εις το όνομα μιας ιδεολογίας που δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του φίλου των ναζί Μπενίτο Μουσολίνι. Στο μεταξύ πόσο ίντερνετ ξοδεύεται, θε μου, για να μη βλέπουμε ότι η προπαγάνδα (σόρυ: η πληροφόρηση) βρίσκεται στα χέρια τόσο λίγων και τόσο φαύλων όσο τον καιρό του Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ ή της Globo στη Βραζιλία του 1980-2000.

Αν δεν καταθλιβεί κανείς με τα εγκλήματα κατά μεταναστών (πόσοι πνίγηκαν πάλι σήμερα; ποιος θυμάται; πόσα χρόνια (θα) πάει αυτό;) και κατά παιδιών και γυναικών και κατά εργατών που σκοτώνονται συνοπτικώς κι αμενσιωτί σε «εργατικά ατυχήματα», αν ξεχάσει ότι σκότωσαν τον Ζακ μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας μόνο και μόνο γιατί δεν τον γούσταραν τον πούστη κι ότι σαν τον Ζακ είναι άλλοι και άλλες και άλλα πολλά άτομα που επιτυχώς καταχωρήθηκαν στα αστυνομικά δελτία ως πρεζόνια κι αυτόχειρες κτλ, μπορεί οπωσδήποτε να νιώσει να υψώνονται γύρω μας τα τείχη μιας ωραίας καινούργιας φυλακής, γιατί ασφαλέστερη και σκυθρωπότερη φυλακή από τη φτώχεια δεν υπάρχει.

Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά και μάλλον θα πάνε χειρότερα. Ή μόνη παρηγοριά είναι ότι όταν τα πράγματα πάνε τόσο άσχημα, αναγκάζονται να κινηθούν και οι συνήθεις κοιμήσηδες· ίσως.

Αριστεροί πατριωτισμοί

Έχει καταντήσει γραφικό και τελικά θλιβερό κάποιοι αριστεροί να σκούζουν, να ωρύονται και να καταδικάζουν μαζικές κινητοποιήσεις ή εξεγέρσεις που υποτίθεται ότι υποκινούνται από σκοτεινές δυνάμεις ή από τους ιμπεριαλιστές.

Πέρα από το τι γίνεται τώρα στο Ιράν ή και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στην Τσεχία, θυμάται κανείς την καταδίκη της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης και των κατά καιρούς διαδηλώσεων στο Χονγκ Κονγκ ― και άλλα πολλά. Για αυτές και παρόμοιες μαζικές κινητοποιήσεις ανακινείται η γνωστή κουβέντα ότι υποκινούνται από μυστικές υπηρεσίες, πράκτορες, αντιδραστικούς κύκλους ή κόμματα, τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες ― και ούτω καθεξής.

Δεν αμφιβάλλω βεβαίως ότι το παιχνίδι της αποσταθεροποίησης και της υπονόμευσης μπορεί να παιχτεί και με το να ενθαρρύνεις εξεγέρσεις και διαδηλώσεις. Αυτό που διαφεύγει από τους φίλους οι οποίοι στεγανά χωρίζουν τα κινήματα σε καθαρά και ακάθαρτα είναι το εξής: όσο ικανοί κι αν είναι οι πράκτορες οποιασδήποτε δύναμης και όσα χρήματα κι αν ρίξουν στο να στήνουν διαδηλώσεις κι εξεγέρσεις, είναι μάλλον αδύνατο να κατεβάσουν εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους στον δρόμο μόνο και μόνο επειδή συνωμοτούν επιδιώκοντας να κατεβάσουν κόσμο στους δρόμους.

Για να μη μιλάω για το Ιράν, για το οποίο υπάρχουν αυθεντίες όπως ο Κ. Ράπτης, υπενθυμίζω τι έγινε στην Ελλάδα και με τις ταυτότητες επί Χριστοδούλου αλλά και με το Μακεδονικό. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα δεν ήταν η (μάλλον βέβαιη) ρωσική υποκίνηση ή σκοτεινές δυνάμεις ή δεν ξέρω ποιοι μεταφυσικοί παράγοντες.

Το πρόβλημα, όπως και σε όλες τις άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, είναι η αδυναμία της κατά τόπους Αριστεράς να ζυγίσει τους ταξικούς και (ιδίως) τους ιδεολογικούς συσχετισμούς, η αδυναμία της να κατανοήσει τι διάολο συμβαίνει και να κινηθεί αναλόγως. Ενίοτε η Αριστερά πληρώνει παλιές αμαρτίες.

Στη δική μας περίπτωση, για παράδειγμα, η Αριστερά (ΠΑΣΟΚ κι ό,τι υπήρχε στα αριστερά του) ήδη από τη δεκαετία του ’70 φλέρταρε με τον πατριωτισμό ώστε «να μην τον αφήσει στα χέρια των δεξιών». Πολλές φορές διολίσθαινε μάλιστα έως τον εθνικισμό, παραμένοντας ταυτόχρονα σε διάλογο με μάλλον αφελείς αλλά επικίνδυνους ελληνοκεντρισμούς ― όταν φυσικά δεν τους υιοθετούσε.

Βεβαίως κάθε φορά που κάποιος θα εγκαλούσε τους αριστερούς πατριώτες και τους μαρξίζοντες νεορθόδοξους η απάντηση συνήθως είχε να κάνει με τη Λατινική Αμερική («ναι, αλλά Ντομ Χέντερ Καμάρα», «ναι, αλλά στο Ελ Σαλβαδόρ») ή με την Αφρική και τα εκεί αριστερά και λαϊκά κινήματα.

Με τη μόνη διαφορά ότι ο αριστερός πατριωτισμός στη μεν Αφρική είχε αντιαποικιακό και αντιτριμπαλιστικό χαρακτήρα, στη δε Λατινική Αμερική αφορούσε τον αγώνα κατά ιμπεριαλιστών και πολυεθνικών μέσα σε λατινόφωνα έθνη κι εντός της λατινόφωνης ηπείρου.

Στην Ελλάδα απεναντίας ο ελληνοκεντρισμός ήταν θεμελιωμένος πάνω σε ύποπτες και σαθρές έννοιες όπως ο ελληνισμός και η ιδιοσυστασία του, το Γένος ως ένας τύπος «υπερέθνους», η ρωμιοσύνη και τα λοιπά.

Καθεμία από αυτές τις έννοιες εμπεριείχε την ιδέα της αυτοθυματοποίησης, που αποτελεί την καλύτερη δικαίωση της επιθετικότητας (θυμηθείτε τη Σερβία τη δεκαετία του ’90). Εντωμεταξύ η αυτοθυματοποίηση αποτελεί αρκετά παράδοξη στάση για έναν λαό που κυριαρχούσε πολιτισμικά αρχικά μέσω του Πατριαρχείου στα Βαλκάνια και αργότερα μέσω της αναγνωρισιμότητας του νεοκλασικού κράτους του στην Ευρώπη.

Παράλληλα η όλη σύλληψη της ιδιοσυστασίας ήταν αρκετά ασαφής ώστε να μπορεί να γίνει υλικό για ιμπεριαλιστικές και αντιδραστικές ιδέες και δραστηριότητες, όπως λ.χ. η Μεγάλη Ιδέα και κατόπιν η στανική ταύτιση του ελληνικού λαού με την Ορθοδοξία. Ήδη τη δεκαετία του ’80 για την Αριστερά λαός ήταν το ποίμνιο των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη ― κι αναρωτιέται κανείς πού κολλάει ο μαρξισμός εκεί μέσα.

Όλα αυτά φυσικά η ελληνική Αριστερά δεν μπορούσε να τα αντικρύσει, θεωρώντας ότι μπορεί να παίξει καλύτερα από τη Δεξιά το παιχνίδι του ελληνισμού, άρα και του εθνικισμού και της πατριωτικής Ορθοδοξίας. Χαχά. Με την ανοχή της πατριωτικής Αριστεράς, όταν ήρθε η ώρα η πραγματική Δεξιά (και μάλιστα ούτε καν αυτή που εκπροσωπείται στην Βουλή) κατάφερε με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών να μαζέψει τα πλήθη της και να σείσει το Σύνταγμα.

Κάτι αντίστοιχο φαντάζομαι ότι γίνεται κι αλλού: όταν δεν μπορεί η Αριστερά να μαζέψει τον κόσμο ενώ ο κόσμος είναι έτοιμος να κατέβει στους δρόμους, τότε θα τον μαζέψει κάποιος άλλος. Συνήθως κάποιος υστερόβουλος άλλος.

Κάτι τελευταίο: διεθνισμός είναι να γνωρίζεις ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, συνεπώς ούτε οι λεγόμενοι προλετάριοι, ενώ κοσμοπολιτισμός είναι να νομίζεις ότι δεν έχεις εσύ πατρίδα επειδή έχεις στην τσέπη πέντε φράγκα…

Οι επόμενες εκλογές

Κάποιοι ανυπομονούν να ξαναρχίσουν αντιπολίτευση με όρους σχολαρχείου

Ίσως, και λέω ίσως, εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουνε καταλάβει ακριβώς τι γίνεται γύρω τους. Το έχουνε ξαναπάθει, τη χαμένη άνοιξη του ’19

Η χυδαία πρόταση Τσίπρα να χώνουμε τους μετανάστες στα χωράφια βεβαίως και έχει προηγούμενο: στην Κύπρο λόγου χάρη απαγορεύεται οι αιτούντες άσυλο να εργαστούν σε οτιδήποτε εκτός από την καθαριότητα και τη γεωργία-κτηνοτροφία. Το θέμα δεν είναι όμως από πού την ξεσήκωσαν μια τέτοια πρόταση οι λογογράφοι του Αλέξη, το θέμα είναι αν ο ίδιος θεωρεί ότι αντιπροσωπεύουν τον ΣΥΡΙΖΑ τέτοιες αθλιότητες.

Η απάντηση είναι βεβαίως πολύ απλή: πασχίζουν εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ να ψαρέψουν δεξιούς ψηφοφόρους. Οι οποίοι βεβαίως ηδονίζονται μουλωχτά στην ιδέα ότι ένα δεύτερο κύμα «Αλβανών» και «Μπαγκλαντεσιανών» (γιούχου Μανωλάδα) θα μας έρθει για να δουλεύει στα χωράφια και στα περβόλια για μισό ξεροκόμματο. Αυτό που δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν στην Κουμουνδούρου είναι το εξής:

Η κεντροδεξιοί και λοιποί κεντρώοι που επιτέλους σιχάθηκαν το κυνικό και διεφθαρμένο τσίρκο που μας κυβερνάει (τους πήρε μόλις μια άλωση της χώρας και ενάμισυ εξευτελισμό της Δημοκρατίας) θα πάνε να το ρίξουν ΠΑΣΟΚ: χαριτωμένη, «κανονική» και μη-αριστερή (βασικό!) επιλογή, που αφενός όλους τους βολεύει και αφετέρου κρατάει τις συνειδήσεις τους σχετικά ήσυχες ― ιδίως αν το ΠΑΣΟΚ ξεφορτωθεί τον αρχιβρυκόλακα Λοβέρδο.

Η δεξιοί είναι οι δεξιοί και γι’ αυτό ποτέ η ΝΔ ή όπως αλλιώς θα τη λένε στο μέλλον δεν πρόκειται να πάρει κάτω από 20% με τίποτα. Ιδίως αν παίξουν κανα μοναρχοφασιστικό χαρτί (όπως έπαιξαν το ’19 το Μακεδονικό τους), μια χαρά τους βλέπω.

Η ανένταχτοι αριστεροί, από τους αναρχοκομμουνιστές μέχρι τα κλαμένα απόπαιδα του Κόμματος, δεν πρόκειται ποτέ να ψηφίσουν το κόμμα του οποίου δεν ηγείται ο Άρης Βελουχιώτης και το οποίο δεν θα κάνει περιφορά του σκηνώματος του Λένιν στη «Σκομπία» αμέσως πριν ανακηρύξει τη ΛΔΕ. Ίσα-ίσα θα επιλέξουν όοοολα αυτά τα ταξικώς αλαφροΐσκιωτα νεοΝΑΡίτικα ζαβά και τα συν αυτοίς να απέχουν, ακουσίως πριμοδοτώντας το πρώτο κόμμα, όπως κάνουν εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Το ΚΚΕ είναι το ΚΚΕ, τα είπα τις προάλλες και σεκλέτισα τους 5 κνίτες φίλους μου· και μόνον ότι ο Πιθηκαλώπηξ είπε ότι θα μπορούσε το ΚΚΕ να συμμετέχει σε ευρεία κυβέρνηση με το Μέρα25 και τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει και πόσο άμπαλος είναι ― πέρα από όλα τ’ άλλα.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά: αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να βάζει διαρκώς νερό στο κρασί του υποχωρώντας προς τη δεξιά φαυλότητα (όπως κάνει από τον Σεπτέμβριο του ’15 διαπράττοντας αηδίες ή κάνοντας μισές καλές δουλειές), ίσως να προσπαθήσει να πείσει τον λαό ότι παραμένει σταθερός στις όποιες αρχές του και ότι σε μια (αναπόφευκτη) κυβέρνηση συνεργασίας θα προσπαθήσει να ξεκάνει ένα μικρό μέρος της κολοσσιαίας ζημιάς που έκανε η κυβέρνηση που υφιστάμεθα αυτή τη στιγμή.

Με άλλα λόγια δεν υπάρχει πια καμία προοπτική αυτοδυναμίας ή και ποσοστών πάνω από το 25%. Όσο κι αν ονειρεύονται ένα νέο 2015, οι Συριζαίοι καλά θα κάνουν να προσαρμοστούν στην ιδέα ότι στην καλύτερη περίπτωση θα κυβερνήσουν μαζί με το Μερα25 και με το ΠΑΣΟΚ.

Είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω.

Άνθρωποι και Θεάνθρωποι

Η ισλαμική δημιουργία του Αδάμ κατά τον Craig Thompson στο Habibi

κείμενο κατά παραγγελία του Βάσου Γεώργα

Στην ταινία Titane περιέχεται η εξιστόρηση της υποστατικής ένωσης μεταξύ σάρκας και μετάλλου, ανθρώπου και αυτοκινήτου. Δεν με συγκίνησε ιδιαιτέρως από αυτήν την άποψη η ταινία, άλλωστε η πρώτη γκρανγκινιόλ υποστατική ένωση είναι εκείνη που οι χριστιανοί επινόησαν για τον Θεάνθρωπό τους, ο οποίος ήδη τους είχε παρατήσει να περιμένουν δυο αιώνες περίπου.

Σάρκα σημαίνει άνθρωπος. Ο Λόγος Σαρξ εγένετο. Υπάρχει πολλή κουβέντα για τις διάφορες ερμηνείες του όρου «σάρκα» στα βιβλικά κείμενα, με γλωσσικά και άλλα κριτήρια. Αλλά ίσως περισσεύουν όλες οι προσεκτικές αυτές διακρίσεις. Ούτως ή άλλως, ο άνθρωπος είναι σάρκα. Δεν είναι χώμα, γιατί όταν γίνει χώμα δεν είναι πια άνθρωπος. Δεν είναι πνεύμα, γιατί το πνεύμα του είναι ένσαρκο ― και πώς προκύπτει αυτό το αξιοπερίεργο θαύμα ανάθεμα κι αν γνωρίζει κανείς. Ο άνθρωπος είναι σάρκα που μιλάει και που νιώθει και που νιώθει ότι νιώθει και που σκέφτεται. Αλλά είναι σάρκα. Είμαστε σάρκα.

Στους καιρούς του νέου πουριτανισμού που μας έλαχε να χτίσουμε τη σάρκα μας με μητρικό γάλα, με μοντέρνες τότε παιδικές τροφές, με κρέας για να δυναμώσουμε και ψωμί για να μεγαλώσουμε, αργότερα με μεζέδες και πατάτες τηγανητές κι εσχάτως με μπέργκερ, αμπελοφάσουλα, μελιτζάνες ιμάμ, ακούμε παράπονα για την κυκλοφορία εικόνων ερωτικού περιεχομένου και για όσους (και ιδίως όσες) είτε αποκαλύπτουν τη γυμνότητα τη δική τους είτε πάνε κι ιστορούν τη γυμνότητα των άλλων.

Έχουν πληθύνει και πάλι όσοι αισθάνονται και θεωρούν αποδεκτότερη ή κι ανεκτότερη την αναπαράσταση σπασμένων και ακρωτηριασμένων και διερρηγμένων σωμάτων από την αναπαράσταση ζωντανών σωμάτων που λαγνουργούν ή που απλώς υπάρχουν γυμνά και άντυτα. Πολλοί από αυτούς αναμασούν καταγγελτικά σαν σκληρό χόνδρο στο στόμα τους έναν όρο που ακουγόταν πολύ τη δεκαετία του ’70, στα συμφραζόμενα του ηθικού πανικού κατά του γυμνισμού: κρέας, κρέατα, κρεοπωλείο του ίντερνετ.

Το κρέας όμως ήδη έχει φονευτεί, διαρραγεί, σφαγιαστεί, τεμαχιστεί (κατάλληλο για άνω των 12 ετών). Κρέας είναι το προϊόν του πολέμου και η επιδίωξη της καταστολής. Κρέας είναι αυτό που κάθε τόσο παράγει ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, με έμφαση στο γάλακτος (μια και, ως γνωστόν, οι μουσουλμάνες γεννοβολάνε). Κρέας είναι ό,τι απομένει από τους πρόσφυγες που εγκληματικά επαναπροωθούμε μακριά από τα τείχη της Ευρώπης. Κρέας είναι αυτό που πάει και κρεμιέται από τα δέντρα μετά από βιασμούς νουμεράδα, όταν το απαιτούν κοινότητες και κάποιες τοπικές ευαισθησίες.

Η σάρκα, αυτή που τάχα ενδύθηκε ο Λόγος, είναι ζωντανή και αδιάρρηκτη και αυτόβουλη: αυτενεργεί. Λυπάται, πονάει κι αρρωσταίνει αλλά και χαίρεται και λαγνεύεται (κατάλληλο για άνω των 16 ετών) και γελάει, ενώ τα μάτια της (σάρκα κι αυτά) ανιχνεύουν και διασταυρώνονται με άλλα μάτια ― κι είναι, λένε, αυτή η πιο θεμελιώδης επικοινωνία. Η σάρκα επίσης γνωρίζει την αμοιβαία ηδονή και τη χαρά, η σάρκα περιπτύσσεται και τρέμει και ασπαίρει και σφύζει (κατάλληλο για άνω των 18 ετών).

Κρέας είναι το μυαλό όσων μεριμνούν για τα ήθη και όσων αγωνιούν για το πώς θα μιλήσουνε στα παιδιά τους για την ανθρώπινη ανατομία και για τις ερωτικές δυνατότητές της, ενώ είμαστε φυτεμένοι μέσα σε έναν κόσμο ήδη βάρβαρο που εκβαρβαρώνεται με χαλαρότητα και σχετικό μπρίο, όταν δεν τον πνίγει ο γκλαμ μεταλιζέ κυνισμός κι ο πόλεμος.

Γιατί τι είναι το μυαλό παρά η πιο ένδοξη σάρκα στο σύμπαν, ένα βαρύ κομμάτι λίπος που περιέχει πολυπλοκότητα δεινότερη από αυτή ολόκληρων γαλαξιών.

Τέρμα πια στις αυταπάτες κτλ.

Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στην πρακτική να αποδομούμε με βάση τον μαρξισμό ή τον αναρχισμό τις σχέσεις παραγωγής, την πατριαρχία, την αστική ιδεολογία ― ακόμα και την τέχνη ― αλλά να τραβάμε τη γραμμή όταν θα πρέπει να προχωρήσουμε προς τη μεριά του να αποδομήσουμε λ.χ. το άβατο του Αγίου Όρους, παραδοσιακούς θεσμούς και ήθη, την έννοια του λεγόμενου Γένους ή και του έθνους. Και ούτω καθεξής.

Η αταβιστική θαλπωρή που αισθάνονται ότι νιώθουν όσοι αφήνουν στο απυρόβλητο μέρος του παλιού (και σαρακοφαγωμένου) κόσμου, ίσως επειδή απηχεί κάτι από γιαγιά ή παιδικότητα ή τη μαγεία και τον τρόμο ενός κόσμου μέσα από παιδικές ματιές, δεν δικαιολογεί τη σίγαση της κριτικής μας απέναντί του: κάθε ιεραρχικός θεσμός που καταχράται την εκχώρηση εξουσιών εκ μέρους μας πρέπει να αποσυναρμολογηθεί (και βλέπουμε μετά τι θα κάνουμε με πάρτη του).

Συνεπώς, η απορία πολλών προοδευτικών κεφαλών για τη λατρεία που τρέφουν οι μέσοι ριζοσπάστες Εγγλέζοι για τη θανούσα βασίλισσα τους είναι το λιγότερο υποκριτική. Δεδομένου του σοσιαλχριστιανικού και παραδοσιόπληκτου ενστερνισμού κάθε λογής «παράδοσης» εκ μέρους των εν πολλοίς ασώματων αυτών κεφαλών, θα έπρεπε να φωνασκούν λιγότερο: τις ίδιες οιμωγές θα έμπηγαν αν είχαμε έναν τάχα διάδοχο των Παλαιολόγων στον θρόνο. Άλλωστε ο σεβασμός των κεφαλών αυτών απέναντι σε ό,τι είναι Παράδοση με π κεφαλαίο είναι δεδομένος.

Κατά τα άλλα η εξιδανίκευση της «Παράδοσης» και η μετατροπή ανορθολογικών στοιχείων του παρελθόντος σε αξία μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε προνεωτερικές και προκαπιταλιστικές εποχές, άρα a priori άνευ καπιταλιστικής επιμόλυνσης και ιμπεριαλιστικής μανίας τάχα μου, έχει δυστυχώς καταστεί ξανά και ξανά προθάλαμος ιδεολογιών που όζουν (όνομα και μη χωριό). Αλλά τι μας διδάσκει η Ιστορία; ότι δεν μας διδάσκει τίποτα.

Για να το θέσω σχηματικά: μεταξύ του δεσποτικού νεοφιλελεύθερου μπλαζέ αθεϊσμού κάθε καθεστωτικού μεγαλοκαθηγητή και των παραληρημάτων ημιάγραμματων κομποσχοινοφόρων ρατσιστών γερόντων δεν θα διαλέξω ούτε το ένα ούτε το άλλο.

We are family

Συνέχεια αυτού εδώ, μάλλον.

Αντιλαμβάνομαι ότι οι περισσότεροι και οι περισσότερες έχετε καταπληκτική και βαθειά σχέση με τους γονείς σας: είναι φίλοι σας και εδραία στηρίγματα και διαρκής έμπνευση· είναι οι δικές σας ενσώματες Εδέμ. Γενικά η σχέση σας μαζί τους βρίσκεται πολύ κοντά στο ιδεώδες σχέσης γονιού-παιδιού.

Αν και η προηγούμενη παράγραφος είναι γραμμένη με σαρκασμό σαφώς ηπιότερο από όσο νομίζετε, εσάς δεν σας αφορούν τα παρακάτω.

Άλλοι και άλλες δυστυχώς δεν πρόλαβαν να προχωρήσουν την ψυχοθεραπεία τους προτού ορφανέψουν. Σε αυτούς δεν τολμώ να απευθυνθώ γιατί ξέρω πως έτσι κι αλλιώς το πένθος για τον γονέα είναι ενδεχομένως το βαρύτερο και το οξύτερο, δαγκώνει ανελέητα και με πείσμα (το πένθος για παιδί δεν είναι πένθος, παρά ακρωτηριασμός που δεν λέει να επουλωθεί).

Σε όλους και όλες που απομένουν λοιπόν

που οι γονείς σας σας κακοποίησαν ή σας κακοποιούσαν·

που οι γονείς σας «απλώς» αδιαφορούσαν για εσάς·

που σας έβλεπαν σαν βαρίδια στην υπό διαφορετικές συνθήκες αναπόδραστη ευτυχία τους·

που τα μούτρα σας τους θυμίζουν την καριόλα μάνα σας ή τον καριόλη πατέρα που τους μαύρισε τη ζωή·

που έβγαζαν πάνω σας το άχτι μιας ζωής αξόδευτης·

που σας μεγάλωσαν πνίγοντάς σας σε εργώδεις προσομοιώσεις στοργής με ισχνή τρυφερότητα και περίσσεμα φροντίδας·

που θα σας έπλαθαν όπως ήξεραν και ήθελαν γιατί το καλό σας ήθελαν στο κάτω κάτω·

που σας είχαν για ψυχοπαίδια και παραπαίδια και δουλάκια κι υπηρέτριες κι υπηρέτες·

που σας ξέχασαν και μετά σας θυμήθηκαν αλλά υπεραναπληρώνοντας σας τυράννησαν·

που ήσασταν αξεσουάρ του πολύπλευρου ταλέντου τους για arte και famiglia και δεν ξέρω τι άλλο·

που κράταγαν αποστάσεις ώσπου βρίσκονταν τόσο μακριά ώστε να μην μπορείτε πια να τους διακρίνετε·

που σας εγκατέλειψαν στεγνά ή (ενδεχομένως χειρότερα) κατασκήνωσαν σε χέρσους γάμους «για χάρη σας»·

που αξιοποίησαν το γεγονός ότι προπορευόντουσαν 2 με 5 χρόνια στη γνώση του ποιες και ποιοι είστε για να σας πλήξουν ξανά και ξανά εκεί οπού θα πονέσετε…

Σε εσάς λοιπόν το μόνο που έχω να θυμίσω είναι το δίδαγμα της Στρέλλας και το δίδαγμα του Pose: την οικογένειά μας την επαναεπινοούμε και την επανιδρύουμε εμείς οι ίδιοι κι εμείς οι ίδιες. Εμείς θα επιλέξουμε και την ανάπαυσή μας και τα στηρίγματά μας: οι φίλοι μας και οι άνθρωποί μας και τα ταίρια μας και τα παιδιά μας (όπως κι αν προκύψουν) και όποιοι άλλοι άνθρωποι δεθούν μαζί μας είναι η οικογένειά μας. Εμείς τη φτιάχνουμε την οικογένεια, κοιτώντας το φευγαλέο τώρα, όχι τα ερείπια που μας δόθηκαν, τα ερείπια πίσω μας.

Διότι όπως είπε κι ο Χριστούλης «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς».

Μια γιορτή της στέγνιας

Αντίδοτο Δεκαπενταυγούστου

Ποτέ δεν συμπάθησα τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν είναι απροσδόκητο κάτι τέτοιο, γενικά αντιπαθώ το καλοκαίρι.

Σήμερα το πρωί, που με ξύπνησαν τζιτζίκια και χαρμόσυνες καμπάνες, νομίζω ότι έκανα ακόμα μια σύνδεση του γιατί μου είναι τόσο δυσάρεστη και αντιπαθής η γιορτή αυτή.

Τα Χριστούγεννα λοιπόν είναι γιορτή του ξεπαγιασμένου Βορειοευρωπαίου που ψάχνει λίγο φως και τη θέρμη κάποιας ελπίδας στα σκοτάδια μέσα στα οποία περνούν τον χειμώνα τα βόρεια πλάτη. Δεν ξετρελαίνομαι, αλλά κάτι μου λέει σαν γιορτή.

Το δε Πάσχα είναι η απόλυτη γιορτή ολόκληρου του βόρειου ημισφαιρίου. Αν δεν πέφτει νωρίς κι αν δεν είσαι άτυχος να ρίξει ένα χιόνι απριλιάτικο εκεί όπου ζεις, τα πάντα γύρω σου είναι χαρά θεού. Αρκεί να ζεις βορείως της Τύνιδας και της Λεμεσού, δεν υπάρχει τόπος που να μην είναι όμορφος ή και μαγευτικός την άνοιξη. Το Πάσχα θα κερδάει μέχρι να αλλοιωθεί εντελώς το κλίμα.

Τι να πει όμως κανείς για τον Δεκαπενταύγουστο: γιορτή για μια μάνα που πεθαίνει, ή που δεν πεθαίνει ακριβώς, όπως όντως δεν πεθαίνουν οι μάνες, στημένη για να προσφέρει ανάπαυλα σε ανθρώπους τσουρουφλισμένος, διψασμένους, θερμόπληκτους, μισοτυφλωμένους από την αντηλιά και μπουκωμένους από τη σκόνη της Μεσογείου. Ο Δεκαπενταύγουστος δεν θα μπορούσε να αποτελεί τίποτε παραπάνω από μια στεγνή γιορτή της ξηρασίας.

Υπάρχει τέλος και αυτό:

Η σταδιακή μετατροπή της γιορτής σε «Πάσχα» και σε θερινό αντικατοπτρισμό του Ευαγγελισμού (πατρίδα και θρησκεία και μάνα μαζί) συντελέστηκε μετά το 1981 σταδιακά μέσα σε ένα τοπίο πυρίκαυστο, όπου οι πεφτοσυννεφάκηδες (κυρίως άνθρωποι των πόλεων) καταριούνται ως άλλοι Ζαχαρίες Παπαντωνίου τον εμπρηστή, αγνοώντας πώς πλάστηκε το ελληνικό τοπίο με τη μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι ή πώς ανακατανέμεται η έγγεια ιδιοκτησία στην Ελλάδα όταν δεν γίνονται αναδασμοί και προσαρτήσεις.

Η αναγωγή του Δεκαπενταύγουστου σε «μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης» γίνεται ώστε να τέρπονται χουντικοί απόστρατοι υπαξιωματικοί, μικρομεσαίοι πασόκοι καταχραστές, οικογενειάρχες και καταστηματάρχες γαλουχημένοι από τους δίδυμους μαστούς Ζωή-Σωτήρ.

Η έμφαση στον Δεκαπενταύγουστο επιτείνεται περαιτέρω σε μια χώρα όπου οι μόνες φωνές που ακούς πια είναι εκείνες που αρθρώνουν όλο στόμφο κάτι εσωτερικοί αποικιοκράτες, ευρωπαϊστές ανιστόρητοι κι αστοιχείωτοι, μια ντουζίνα ιταμοί δεσποτάδες που έχουνε ξεθαρρέψει γιατί δεν είναι πια μόνο φολκλόρ-βάφτιση-γάμος-εγκαίνιο, τηλεοπτικές περσόνες νταγκλαρισμένες από την κοινοτοπία που ζουν, πού και πού κανας αριστερός με τσιτάτα στα σοσιαλμήντια, χυδαίοι γέροντες στα καφενεία και μπροστά στις τηλεοράσεις τους.

Nothing’s gonna change my world

Δεν νομίζω ότι ήμασταν ποτέ επαναστατικός λαός. Τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα και μετά οι Έλληνες ή Ρωμιοί ή πείτε μας όπως να ‘ναι δεν είχαμε ποτέ καμμία διάθεση να επαναστατήσουμε. Δεν μας ενδιέφερε ποτέ να φέρουμε τα πάνω κάτω, να ανατρέψουμε, να φέρουμε το καινούργιο, να φτιάξουμε τον δικό μας δρόμο.

Οι Έλληνες προτιμούμε την πεπατημένη από την αβέβαιη αναρρίχηση, διαλέγουμε επανειλημμένα να πιστέψουμε ότι αναβιώνουμε κάτι παρά ότι ξεκινάμε κάτι καινούργιο: δεν θέλαμε να γεννήσουμε έναν νέο Λαό παρά να αναστήσουμε το υπάρχον Γένος και τα αρχαία κλέη του, δεν θέλαμε να τελειώνουμε με τα παλιά αλλά να ξεκινήσουμε και να ολοκληρώσουμε (μέσα από κάθε Μεγάλη Ιδέα) μια κάποια Παλιγγενεσία. Κατανοητό μεν, θλιβερό δε.

Βαθιά μέσα στον πυρήνα της νοοτροπίας του ελληνικού λαού, της ελληνικής ιδεολογίας, δεν βρισκόταν ποτέ η ανατροπή κι η επανάσταση. Αυτό που συνέβη στην Τουρκία λ.χ. μεταξύ 1919 και 1928 μάς είναι πέρα από αδιανόητο.

Ο νεωτερικός κόσμος για τους Έλληνες είναι ιδανικός επινοητής εργαλείων και μέσων, αλλά οι ιδέες του είναι είτε επίφοβες είτε σκιές των ελληνικών απαρχών του, αμυδροί απόηχοι του ελληνικού κόσμου που (κακά τα ψέματα) τελείωσε το 146 π.Χ. Ακόμα και η ορθόδοξη πίστη, η λιγότερο κωδικοποιημένη αλλά και πιο βραδυκίνητη εκδοχή του Χριστιανισμού, για εμάς υπήρξε απλώς η ορθή εκδοχή του νεοπλατωνισμού στην καλύτερη περίπτωση.

Ποτέ δεν θελήσαμε να εκθρονίσουμε τον θεό ή τους θεούς του κόσμου τούτου, παρά να τους αναθέσουμε την κηδεμονία μας. Είτε μιλάμε για την Act of Submission που προσφέραμε στους Βρετανούς, είτε για τη φοβική στάση της Αριστεράς του 20ου αιώνα μην τυχόν και την ταυτίσουν οι ιδεολογικοί εχθροί της με ελευθέρια ήθη και ενγκελσιανές απόψεις κατά της οικογένειας, σχεδόν κάθε πολιτικό κίνημα στην Ελλάδα μετά το 1821 είχε στόχο να μας ανεύρει τον κατάλληλο αφέντη και να μας προσαρτήσει στην κουστωδία του και γενικότερα να διαφυλάξει την κανονικότητα της οικογένειας και της φάρας και του τόπου μας.

Το να πουλάς επανάσταση, ανατροπή και ριζοσπαστικότητα στην Ελλάδα μπορεί να γίνει με επιτυχία μόνον αν ο κόσμος πιστεύει ότι κατά βάθος δεν εννοείς τίποτε από τα παραπάνω, ότι απλώς ζητάς 10 για να πάρεις 7, ότι τελικά δεν είσαι διαφορετικός από εμάς ή κι από τους άλλους. Ακριβώς γι’ αυτό νοσταλγούν την πασοκάρα του Παπανδρέου όσοι δεν ήταν καν γεννημένοι τότε, γι’ αυτό ξαναβγήκε ο Σύριζα τον Σεπτέμβριο του ’15: απέδειξαν ότι είναι κανονικές πολιτικές δυνάμεις στην τελική, που μάλιστα βοήθησαν κάπως και όσους η αιώνια Δεξιά χαντακώνει.

Το αντίφωνο των Beatles που έβαλα για τίτλο δεν είναι για τον ελληνικό λαό προσευχή να διατηρηθεί η ευτυχισμένη κι ασταθής ισορροπία μεταξύ των παλιρροϊκών δυνάμεων που απειλούν την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι εμμονική μάντρα να μην κουνηθεί τίποτα τόσο όσο να γκρεμιστεί οτιδήποτε. Άλλωστε, πώς να αγαπήσουμε τους σεισμούς;