ή Tears in the rain

Ο λόγος που κάθομαι και ασχολούμαι είναι γιατί θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να δικαιωθούν με κάποιον τρόπο η ηλιθιότητα και η αθλιότητα είναι αν και εφόσον προκαλούν αντιδράσεις ώστε να μας αναγκάζουν να αντιλογίσουμε και να αναιρέσουμε τις ηλιθιότητες και τη νομιμοποίηση της αθλιότητας.
ω θε μου: ναρκωτικά!
Ξεκινάμε από τα βασικά: δεν υπάρχει ζημιά, δεν υπάρχει κακό που θα σου κάνει η υπερβολική κόκα που δεν θα σου κάνει το πολύ αλκοόλ ― παρότι, ναι το ξέρω, φαρμακοδυναμικά είναι πολύ διαφορετικές ουσίες.
Γενικότερα πρέπει λίγο να τελειώνουμε με το ουσιοκρατικό παραμύθι των ναρκωτικών, ειδικά δεδομένου ότι μέσα σ’ αυτά τσουβαλιάζουμε από τον εγγυημένο θάνατο της πρέζας και τον εγγυημένο εθισμό του κρύσταλ μέχρι τη γλυκιά μαστούρα που θα σου φέρει η πλέον σχεδόν νόμιμη φούντα.
Ζούμε ακόμα σε έναν κόσμο όπου τα ναρκωτικά είναι συνώνυμα με αυτό που την δεκαετία του 50 και του 60 αποκαλούνταν «ελεύθερος έρως» από τους ηθικοπανικόβλητους: δηλαδή το ένα και μοναδικό φόβητρο, το ένα και μοναδικό μορμολύκειο, ο ένας και μοναδικός παράγοντας που θα επέφερε τη διάλυση και την κατάλυση της κοινωνίας μας.
Είναι σύμπτωμα κυρίως ηθικού πανικού να βγαίνει το 2026 και να μιλάει ο καθένας για ναρκωτικά που σκοτώνουν και καταστρέφουν ζωές και μας απειλούν κτλ κτλ κτλ σε έναν κόσμο στον οποίο πίνουμε πολύ αλκοόλ και ακόμα καπνίζουμε πολλά τσιγάρα.
Να το θέσω κι έτσι: έχω γνωρίσει εκατοντάδες ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει το αλκοόλ ή που τους ζορίζει άσχημα, έχω γνωρίσει ανθρώπους που πραγματικά πέθαναν πολύ πρόωρα γιατί κάπνιζαν τρία πακέτα τη μέρα· ωστόσο έχω γνωρίσει τέσσερις-πέντε που δεν το παλεύουν με τη φούντα, ακριβώς έναν άνθρωπο που είναι σκαλωμένος στην κόκα και ακριβώς έναν άνθρωπο που πέθανε από πρέζα.
Θα μου πείτε «ναι ρε, αφού είσαι φλώρος και κάνεις παρέα με καλά παιδιά» και θα σας πω «ναι ό,τι πεις» αλλά κι ότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που το επισημαίνω: το αλκοόλ κάνει τεράστια και μαζική ζημιά αλλά δεν θα το απαρνηθούμε, και καλώς, ούτε θα το στιγματίσουμε, τουλάχιστον όχι όσο στιγματίζουμε κάποιον που αποφάσισε να στρίψει ένα τρίφυλλο παραπάνω ή, θεός φυλάξοι, να φάει τίποτε χαρούμενο ή να ρουφήξει σκόνες από τη μύτη του.
Γελάω κάθε φορά που διαβάζω κάποιο άρθρο στον Τύπο που περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του χι ή του ψι, κατά προτίμηση καινούργιου, ναρκωτικού. Παιδιά, μπαρμπάδες του τσίπουρου και φιλαράκια της μπύρας έχετε; Θειάδες που έπιναν βάλιουμ, λεξοτανίλ, ταβόρ και δεν ξέρω τι άλλο ή κόσμο στην παρέα σας που κουμπώνει ζαναξάκια σαν ποπκόρν; Όχι;
Όλος αυτός ο τραγέλαφος των ναρκωτικών που και γενικώς και αδιακρίτως και αμέσως δήθεν εθίζουν και σκοτώνουν συνοδεύεται από την αδυσώπητη σκληρότητα της κοινωνίας μας απέναντι στους τοξικοεξαρτημένους και ειδικά σε όσους προσπαθούν να γλιτώσουν από την πρέζα.
Δείτε πώς με τις ευλογίες αγιασμένων μορφών της αριστεράς υποβάλλουμε τους τοξικοεξαρτημένους σε στεγνά προγράμματα μέχρι να σπάσουν ή μέχρι να σπάσουν. Στο δικό μου το χωριό αυτό λέγεται βασανιστήρια ― αλλά, έλα ω ΚΚΕ, να μας πεις ότι οι κομμουνιστές δεν χρειάζονται ναρκωτικά, αλλά ούτε και ψυχοθεραπεία, αφού όοοοολα αυτά είναι του καπιταλίζμ.
δεν αυτός ο Έλληνας, ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι
Πάμε παρακάτω τώρα στην περίπτωση αυτού του φαιδρού, αστοιχείωτου και θρασύτατου υποκειμένου που κυκλοφορούσε με βεβαίωση σπουδών των λεγομένων κολλεγίων της δεκαετίας του 90 και είχε το θράσος να αντιμιλά και να κορυβαντιά στα ΜΜΕ.
Αντιλαμβάνεστε ότι αφού είπε όσα είπε και κουνήθηκε σκαιά όσο κουνήθηκε, τώρα τα μαζεύει ακριβώς για να ζούμε κι εμείς με τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι μέσα από το κράξιμο στα σοσιαλμήντια μπορούμε να ελέγξουμε αποτελεσματικά την εξουσία, ή έστω ένα από τα εκτεθειμένα τσουτσέκια της εξουσίας.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτός ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο ανθρωπότυπος του δεξιού ημιμαθούς χωσιματία καταφερτζή, δηλαδή ο ανθρωπότυπος που διάφοροι δεξιοί λόγιοι, ξεκούτιασμένοι πανεπιστημιακοί ή πολύ κεντρώοι και μετριοπαθείς διανοούμενοι θέλουν να ταυτίζουν με αυτό το φρικτό και δύσμορφο τέρας που ονομάζεται Έλληνας.
Λυπάμαι όμως: ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε δεν είναι ο μέσος Έλληνας: ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο μέσος δεξιός, εδώ και πάνω από 80 χρόνια. Φιλαράκια μου, δυστυχώς.
μήπως είσθε αντισημίτης;
Έχουμε φτάσει σε ένα τρομακτικό σημείο στον δημόσιο λόγο, μετά από τρία χρόνια γενοκτονικής μανίας κι ανεξέλεγκτης πολεμοκαπηλίας, στο οποίο δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε με φρίκη την ισοπέδωση χωριών στο νότιο Λίβανο ή ακόμα και την ήδη ξεχασμένη ριζική και συθέμελη γενοκτονία της Γάζας ή το διαρκές έγκλημα του γνωστού πολύ δημοκρατικού και LGBT-friendly κράτους στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη επειδή, αν το πράξουμε, είμαστε λέει αντισημίτες.
Πραγματικά δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και μόνο που καλούμαστε να απαντήσουμε κάτι σε αυτό. Και μόνο.
Κατά καιρούς διάφοροι πεφωτισμένοι Aμερικάνοι καταγγέλλουν τον εξεψιοναλισμό των ΗΠΑ αλλά, μα την αλήθεια, ο αμερικανικός χοντροκομμένος εξεψιοναλισμός δεν φτουράει ποσώς μπροστά σ’αυτό το οποίο ζούμε με τις πολιτικές ενός κράτους το οποίο πολύ κομψά και γαλλικά έχει περιγραφεί ως l’État colonial genocidaire.
Γιατί πράγματι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου οι πολιτικές ήδη από το 1947, και πλέον ανεξέλεγκτα τα τελευταία 20 χρόνια, συνοψίζονται στο εξής τρίπτυχο:
settlement,
ethnic cleansing,
forced assimilation.
Και μια και τα λέμε εδώ έτσι όμορφα, να τονίσουμε επίσης ότι εθνικό μας φρύδι δεν μας σηκώνεται εδώ στην Ελλάδα στην ιδέα ενός κράτους που βασίζεται στο τρίπτυχο εποικισμός–εθνοκάθαρση–βίαιη αφομοίωση ακριβώς γιατί αυτή είναι η ιστορία και του ελληνικού κράτους από το 1821 μέχρι σήμερα, ειδικά μετά από κάθε μία από τις διαδοχικές επεκτάσεις του ― ω συγγνώμη, ενσωματώσεις κι απελευθερώσεις ήθελα να πω.
Από την άλλη, ναι, μπορεί το ελληνικό κράτος και τα περισσότερα σύγχρονα κράτη να έχουν βασιστεί σε αυτό το τρίπτυχο για να, χμ, αναπτυχθούν αλλά στην περίπτωση του κράτους του οποίου ο εθνικός ύμνος ονομάζεται Η ελπίδα το τρίπτυχο αυτό έχει αναχθεί σε βιομηχανία: μια βιομηχανία ποτισμένη με αμφεταμίνες — μιλώντας είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, για να το συνδέσουμε και με τα παραπάνω.
αχ, πού ‘σαι Γιάννη Χάρη να τους κράξεις;
Τέλος, και αυτό είναι τρεις με τέσσερις τάξεις μέγεθος μικρότερο πρόβλημα από τα προηγούμενα, έχουμε γεμίσει εξυπνάκηδες και ψωνισμένους οι οποίοι θέλουν να επιμένουν ότι η γενική του ονόματος Μυρτώ είναι της Μυρτούς.
Εγώ προσωπικά προσβάλλομαι όταν ακούω τέτοια πράματα, αλλά σκασίλα σας και δικαίως σκασίλα σας.