
Το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι της Ρόζας Εσκενάζυ ονομάζεται «Είμαι πρεζάκιας» και έχει παιχτεί και διασκευαστεί πάρα πολλές φορές. Φυσικά οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εμάς το ξέρουμε ως «Ούζο σαν θα πιεις». Είναι πάρα πολύ αστείο, αν κάτσει κανείς να ακούσει τους στίχους του τραγουδιού, ότι το ούζο, ίσως το ευτελέστερο αλκοολούχο ποτό για το οποίο φημίζεται η πατρίδα μας, θα σου έδινε τη δυνατότητα να αισθάνεσαι «βασιλιάς, δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας». Χώρια που το ούζο δεν θα μπορούσε μάλλον να φέρει τη φωνή που ακούγεται στο τραγούδι, και που δεν είναι η φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ βεβαίως, στη μεταρσίωση να σχολιάζει με σαρκασμό και οξυδέρκεια τη διαχρονική μιζέρια ενός κράτους που είναι υπόλογο στους πάτρωνές του και εχθρικό απέναντι στους πολίτες του – ιδίως αν πίνουν ναρκωτικά κι αν είναι τουρκόσποροι.
Φυσικά υπάρχουν διασκευές του τραγουδιού πιο φασαίικες οι οποίες έχουν αντικαταστήσει το «πρέζα» με «φούντα» σε μια προσπάθεια ναι μεν να απαλλαγούν από τη στιχουργική γελοιότητα των και καλά ακραία ευφορικών ιδιοτήτων του ούζου και από την άλλη σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί κάπως ο, αν θέλετε, παραβατικός χαρακτήρας του τραγουδιού. Βεβαίως κανείς φασαίος και κανείς έντεχνος δεν θα θελήσει να τραγουδήσει για την πρέζα, γιατί η πρέζα κάνει κακό και σκοτώνει τους ανθρώπους. Σε αυτό δίνουμε ένα δίκιο στους φασαίους γιατί όντως, αντίθετα με τη φούντα, και η πρέζα και το ούζο κάνουν κακό και σκοτώνουν τους ανθρώπους, με τη διαφορά ότι η πρέζα θα το κάνει πολύ πιο δραστικά, πολύ πιο γρήγορα και ίσως πιο επώδυνα. Από την άλλη είναι θα έπρεπε να είναι πολύ δύσκολο να μας διαφύγει η γελοιότητα του να διορθώνουμε ένα τραγούδι επειδή δεν θέλουμε να περάσουμε «λάθος μηνύματα».
Αντιλαμβάνομαι ότι η στιχουργική στα ελληνικά (με εξαιρέσεις ίσως την τραπ, το παλιό πανκ και βέβαια το πραγματικό ρεμπέτικο) είναι σεμνότυφη, καθωσπρέπει και υπαινικτική με έναν τρόπο που δεν ήταν καν το δημοτικό τραγούδι μας. Ενδεχομένως ο καλλιτέχνης ο οποίος πληρώνεται για να πει τραγούδια δεν θέλει να αποξενωθεί από το καθωσπρέπει κοινό του, το οποίο έχει πάει να μερακλώσει και να πιει τα ποτά του ρίχνοντας τους χορούς του και τρώγοντας ακριβοπληρωμένο φαγητό μέτριας ποιότητας, οπότε σίγουρα δεν θέλει να ακούσει για το τι συμβαίνει όταν πίνεις πρέζα, ενώ εν έτει 2026 πιθανότατα η φούντα είναι τόσο ρισκέ όσο χρειάζεται.
Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι βρισκόμαστε πια βαθιά μέσα στην παρασκιά της αμερικανικής πολιτικής ευπρέπειας κι οδεύουμε ταχύτατα στο να καλυφθούμε από τη σκιά της, οπότε καλό θα είναι να μην τραγουδάμε για πράγματα τα οποία είναι παράνομα, επιβλαβή, μπορεί να προσβάλλουν κάποιους, και ούτω καθεξής. Φυσικά η ερώτηση παραμένει πάνοτε γιατί μπορούμε να προσβάλλουμε τους αδύναμους και να λέμε ότι κάνουμε σάτιρα και τέχνη, ενώ αν πάμε να προσβάλουμε όσους δεν είναι αδύναμοι και όσους ορίζουν τα χρηστά ήθη, όσους λόγου χάρη ορίζουν ότι μια ουσία σαν το αλκοόλ δεν χρειάζεται να ρυθμίζεται όσο λ.χ. τα ψυχεδελικά, ανακύπτει ζήτημα ευπρέπειας, καλλιέπειας, και γενικά εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής αξίας της λεγόμενης τέχνης.
Το πιο κουραστικό από όλα είναι να σκέφτεται κανείς πως αυτές οι συζητήσεις θα έπρεπε να έχουν λήξει πάρα πολλές φορές μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας: πρόκειται για συζητήσεις που έχουν γίνει στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ινδία, στον κλασικό ισλαμικό κόσμο, στην αναγέννηση, στον διαφωτισμό, στον δέκατο ένατο αιώνα, στη δεκαετία του 50 και του 60 και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Κατά κάποιον τρόπο φροντίζουμε να επαναλαμβανόμαστε ατέρμονα και κουραστικά.
Στο τέλος ο λογοκριτής πάντα κερδάει.