Το 1997, τον καιρό του IRC, ενώ άλλοι έκαναν τσατ για σάιμπερ και για να βρούνε γκόμενους και γκόμενες, εγώ έψαχνα κόσμο να μιλήσω. Το 2005, όταν ξεκίνησα το μπλογκ, ομοίως. Αυτά δεν τα λέω με τον παραμικρότερο υπαινιγμό ότι, π.χ., είμαι αγνός διαδικτυακός πατριώτης ανάμεσα στους υστερόβουλους ή τέτοιες ανοησίες. Με τίποτα, άλλωστε είμαι από τους τελευταίους (;) ονειροπόλους υπερασπιστές της λίμπιντο, και της δημόσιας έκφρασής της. Θέλω απλώς να πω ότι… αλλά ας το πω καλύτερα.
Το 1997 γνώρισα στο IRC έναν αμερικανό φοιτητή του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν (UT Austin). Επειδή έμπαινε στο ίντερνετ μαύρη νύχτα δική του, βόλευαν οι ώρες για να μιλάμε. Αφού τότε δεν είχαμε καλά καλά σαρωτές και κάμερες (άσε δε ψηφιακές φωτογραφίες), δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν πέρα από όσα μου έλεγε. Η φάση με το τσατ ήτανε για μένα σαν εκτροχιασμένη αναβίωση της εποχής των πένπαλ κι εκείνης της φιλανδικής εταιρείας που σου τους έβρισκε με αμοιβή δύο διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια (κάτι που στο Γυμνάσιο μάς φαινόταν σχεδόν ανυπέρβλητα δυσεύρετο).
Ο Τόμας ήτανε σίγουρα νερντ, ευφυής νότιος βαπτιστής. Έφτιαχνε τεχνητές γλώσσες (κάτι που φρονώ ότι θα έπρεπε να εκλείψει με τον θάνατο του Τόλκιν) και σπούδαζε πέντε πράματα μαζί. Τον κορόιδευα τότε, του έλεγα για τα αμερικάνικα πανεπιστήμια σούπερ μάρκετ, βάλε κι απ’ αυτό να έχουμε. Αλλά, φυσικά, ό,τι κοροϊδεύεις θα το λουστείς κάποια στιγμή. Το major του πάντως ήτανε Σύγχρονες Γλώσσες. Νομίζω.
Ο Τόμας μού είχε πει μια σοφή κουβέντα, που την κατάλαβα πέρσι (έγραψα για το θέμα αλλά δε βάζω λινκ γιατί προσβάλλω τις ευαισθησίες αναγνωστών που δικαιολογημένα ζοχαδιάζονται με τόση αυτοαναφορικότητα). Είπε λοιπόν ότι η Αμερική φαντάζει τόσο μπανάλ και πανηλίθια στους Ευρωπαίους αλλά και στους ανθρώπους των «πόλεων» (όρα Βοστώνη-Νέα Υόρκη-Λος Άντζελες-Σαν Φρανσίσκο) επειδή είναι πολιτισμικά πλουραλιστική χώρα, «a cultural democracy», έτσι το έθεσε. Ακολούθησαν εβδομάδες συζητήσεων: αυτά έχουνε τα νιάτα και η επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μέσω πληκτρολογίου.
Τι εννοούσε, εν ολίγοις: κάτι που πια μας είναι σχεδόν ξεκάθαρο. Όταν η παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος (τραγουδιού, χορού, αθλημάτων, διαγωνισμών, ζωγραφικής, θρησκείας, κειμένων, αρχιτεκτονικής κτλ.) φεύγει από τα χέρια των μορφωμένων (και επιδοτούμενων ή φραγκωμένων) ελίτ, τότε βρίσκει χώρο έκφρασης και το κιτς. Μου έφερνε για παράδειγμα τους αγώνες monster truck.
Βεβαίως, τότε, τον περασμένο αιώνα, παιδί καθώς ήμουν της κουρλής (που λέμε στην Κεφαλονιά) παιδείας μας, μόνον τα monster trucks, τη ρώσικη ποπ — η οποία εκπαραθύρωσε τη γενικευμένη καταβύθιση στην κλασσική μουσική που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση — και τέτοια έβλεπα. Τώρα ξέρω ότι η γενίκευση της δυνατότητας για πολιτιστική παραγωγή, είτε λόγω του ότι έχει περισσότερα λεφτά η πλέμπα, είτε λόγω του ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, μας έδωσε και τα μπλουζ, και την προσφυγική λαϊκή αρχιτεκτονική (που μελέτησε ο Άρης Κωνσταντινίδης), την πόβερα κουζίνα και τους λαϊκούς θρησκευτικούς ύμνος της Νότιας Ιταλίας και τόσα άλλα. Και τα μπλογκ. Κι όλα.







