Μεταξύ δύο αιώνων

Το 1997, τον καιρό του IRC, ενώ άλλοι έκαναν τσατ για σάιμπερ και για να βρούνε γκόμενους και γκόμενες, εγώ έψαχνα κόσμο να μιλήσω. Το 2005, όταν ξεκίνησα το μπλογκ, ομοίως. Αυτά δεν τα λέω με τον παραμικρότερο υπαινιγμό ότι, π.χ., είμαι αγνός διαδικτυακός πατριώτης ανάμεσα στους υστερόβουλους ή τέτοιες ανοησίες. Με τίποτα, άλλωστε είμαι από τους τελευταίους (;) ονειροπόλους υπερασπιστές της λίμπιντο, και της δημόσιας έκφρασής της. Θέλω απλώς να πω ότι… αλλά ας το πω καλύτερα.

Το 1997 γνώρισα στο IRC έναν αμερικανό φοιτητή του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν (UT Austin). Επειδή έμπαινε στο ίντερνετ μαύρη νύχτα δική του, βόλευαν οι ώρες για να μιλάμε. Αφού τότε δεν είχαμε καλά καλά σαρωτές και κάμερες (άσε δε ψηφιακές φωτογραφίες), δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν πέρα από όσα μου έλεγε. Η φάση με το τσατ ήτανε για μένα σαν εκτροχιασμένη αναβίωση της εποχής των πένπαλ κι εκείνης της φιλανδικής εταιρείας που σου τους έβρισκε με αμοιβή δύο διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια (κάτι που στο Γυμνάσιο μάς φαινόταν σχεδόν ανυπέρβλητα δυσεύρετο).

Ο Τόμας ήτανε σίγουρα νερντ, ευφυής νότιος βαπτιστής. Έφτιαχνε τεχνητές γλώσσες (κάτι που φρονώ ότι θα έπρεπε να εκλείψει με τον θάνατο του Τόλκιν) και σπούδαζε πέντε πράματα μαζί. Τον κορόιδευα τότε, του έλεγα για τα αμερικάνικα πανεπιστήμια σούπερ μάρκετ, βάλε κι απ’ αυτό να έχουμε. Αλλά, φυσικά, ό,τι κοροϊδεύεις θα το λουστείς κάποια στιγμή. Το major του πάντως ήτανε Σύγχρονες Γλώσσες. Νομίζω.

Ο Τόμας μού είχε πει μια σοφή κουβέντα, που την κατάλαβα πέρσι (έγραψα για το θέμα αλλά δε βάζω λινκ γιατί προσβάλλω τις ευαισθησίες αναγνωστών που δικαιολογημένα ζοχαδιάζονται με τόση αυτοαναφορικότητα). Είπε λοιπόν ότι η Αμερική φαντάζει τόσο μπανάλ και πανηλίθια στους Ευρωπαίους αλλά και στους ανθρώπους των «πόλεων» (όρα Βοστώνη-Νέα Υόρκη-Λος Άντζελες-Σαν Φρανσίσκο) επειδή είναι πολιτισμικά πλουραλιστική χώρα, «a cultural democracy», έτσι το έθεσε. Ακολούθησαν εβδομάδες συζητήσεων: αυτά έχουνε τα νιάτα και η επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μέσω πληκτρολογίου.

Τι εννοούσε, εν ολίγοις: κάτι που πια μας είναι σχεδόν ξεκάθαρο. Όταν η παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος (τραγουδιού, χορού, αθλημάτων, διαγωνισμών, ζωγραφικής, θρησκείας, κειμένων, αρχιτεκτονικής κτλ.) φεύγει από τα χέρια των μορφωμένων (και επιδοτούμενων ή φραγκωμένων) ελίτ, τότε βρίσκει χώρο έκφρασης και το κιτς. Μου έφερνε για παράδειγμα τους αγώνες monster truck.

Βεβαίως, τότε, τον περασμένο αιώνα, παιδί καθώς ήμουν της κουρλής (που λέμε στην Κεφαλονιά) παιδείας μας, μόνον τα monster trucks, τη ρώσικη ποπ — η οποία εκπαραθύρωσε τη γενικευμένη καταβύθιση στην κλασσική μουσική που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση — και τέτοια έβλεπα. Τώρα ξέρω ότι η γενίκευση της δυνατότητας για πολιτιστική παραγωγή, είτε λόγω του ότι έχει περισσότερα λεφτά η πλέμπα, είτε λόγω του ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, μας έδωσε και τα μπλουζ, και την προσφυγική λαϊκή αρχιτεκτονική (που μελέτησε ο Άρης Κωνσταντινίδης), την πόβερα κουζίνα και τους λαϊκούς θρησκευτικούς ύμνος της Νότιας Ιταλίας και τόσα άλλα. Και τα μπλογκ. Κι όλα.

Another journey by train

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα, που δεν πρόκειται να εκδοθεί. Το τελείωσα το 2003, διαδραματίζεται το 2012. Υπέθετα τότε ότι η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα ήταν εφικτή και μάλλον αναμενόμενη. Τα υπόλοιπα, δικά σας

Εδώ. Εκεί. Αυτό δεν είναι το τραίνο της Γλασκώβης, που ευτυχώς δεν πήρα, είναι η αμαξοστοιχία 626 για Παλαιοφάρσαλο-Πλατύ-Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη-Πύθιο(-Κωνσταντινούπολη). Τώρα που δεν έχει πια, εδώ και χρόνια, μουτζούρηδες (τις αμαξοστοιχίες υπ’ αριθ. δεκαπέντε-κάτι) και ‘απλά’ (υπ’ αριθ. πεντακόσια-κάτι), αυτή είναι η τελευταία ταχεία: το πιο αργό τραίνο δηλαδή, που θα μού δώσει καιρό να νιώσω την αλλαγή τοπίου, κατάστασης, κόσμου, ζωής – αντίθετα με τις λαχανιασμένες τέσσερις ώρες του αεροπλάνου. Είναι και το πιο φτηνό μέσο για Κομοτηνή – αντίθετα με την αλυσιτελή πολυτέλεια των Ιντερσίτυ. Επιπλέον, η 626, και όχι κάποιο διαστημικό Ιντερσίτυ made in Germany, συνδέει απευθείας Αθήνα και Πόλη, αποτελώντας διακριτικό δείγμα υπεροψίας μας και σχετικής υποβάθμισης της φιλίας και υποστήριξής μας προς την ακίνδυνη πλέον Τουρκία. Και ας μη θέλει ακόμα κανείς να το παραδεχτεί αυτό το τελευταίο. Άλλωστε η Πόλη είναι δική μας κατά βάθος. Όπως το Λονδινο είναι των Νορμανδών, κατά το ίδιο βάθος των πεντακοσίων τόσων ετών, δεν ξέρω από χρονολογίες. Αυτά για την αμαξοστοιχία 626 και τα αντεθνικά μου σχολιάκια. Γύρισα μια κυνική γενιτσαρίνα από την Εσπερία.

Είμαι κάπου στη Βοιωτία κι αυτό αριστερά μάλλον είναι ο Παρνασσός. Η Μεγάλη Χαμουτζία.

Αλλά το να μιλάς για μυθιστορήματα που δεν μπορεί να διαβάσει ο άλλος είναι βαρετό. Όπως είπε και ο σοφός Κουκουζέλης κάποτε: «το πιο βαρετό σεξ είναι αυτό που δεν κάνεις». Έτσι, το πιο βαρετό μυθιστόρημα είναι αυτό που δε διαβάζεις.

Από όλα τα μέσα συγκοινωνίας μου αρέσουν όσα έχουν σιδηροτροχιές: τραμ, μετρό, τρένα. Ακόμα και το τελεφερίκ του Λυκαβηττού ή τα φινικυλαίρ που ανεβαίνουν τις ανηφόρες της Λισσαβόνας. Κόβετε τα τρένα, μου κόβετε τη χαρά, μου κόβετε το ταξίδι. Και πολλά άλλα, πολύ σημαντικότερα.

Τα τραίνα (δεν έχω αποφασίσει πώς γράφεται) δεν είναι για να τα βλέπεις να περνούν. Ποτέ δεν κατάλαβα το trainspotting και πάντα λυπόμουν τον καημένο αλλά ηρωικό σταθμαρχούλη, τον άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν (ακούστε ωραία μετάφραση τίτλου: ακούγεται σαν τρένο που περνάει, μπλουζάρει μετρικά). Τα τρένα είναι να τα παίρνεις και να σε πηγαίνουν, έστω κι αν χρειάζονται 8μιση ώρες για Σαλονίκη, όπως ο ματρακάς που έμεινε δις εκείνο το μοιραίο φθινόπωρο του ’97.

Βεβαίως αυτά δεν τα γράφει κάποιος ρεαλιστής που αντιλαμβάνεται την αναπόδραστη ιστορική πραγματικότητα που υπαγορεύει η ελέυθερη κι απαραβίαστη αγορά: να ξηλωθούν οι σιδηροδρομικές γραμμές και να γεμίσουμε από δρόμους με διόδια, δρόμους λαμπρούς όπως το τμήμα Κόρινθος-Ρίο της ΠΑΘΕτικ. Όλα αυτά τα γράφει ένας στον κόσμο του, κάποιος που μικρός αντιπαθούσε τη Λιλιπούπολη με τις τσιριχτές φωνές, τα αχώνευτα τραγούδια, τις αλλόκοτες ιστορίες και τα παράξενα ονόματα. Κουτός και ταπεινός όπως ήταν, μόλις άκουγε τη σάλπιγγα της Λιλιπούπολης, αμέσως γύριζε τη βελόνα του ραδιοφώνου ΙΤΤ στον Τσουφτσούφη και το Τραινάκι. Δεύτερο Πρόγραμμα, νομίζω.

Μια και μιιλάμε για τρένα. Εδώ και βδομάδες με ενοχλεί αυτή η ανόητη διαφήμιση.

Θα μου πεις, διαφήμιση είναι, τι περιμένεις; Ε, ναι, γι’αυτό λέω «ενοχλεί», όπως μας ενοχλεί μια μύγα το καλοκαίρι ή μια χαραμάδα που μπάζει τον χειμώνα.

Ξεκινάει λοιπόν με χαζά κλισέ για τη γενιά αγγλακίων που θα πληρώνουν τη μάνα και τον πατέρα τους σε δίδακτρα: αφήνουμε την πρώτη γκόμενα, πάμε ταξίδι στη ζούγκλα για να δεθούμε με τους φίλους, αφήνουμε τη μανατζεροθέση που θα μας έκανε πλούσιους και γινόμαστε σκηνοθέτες, ενώ βρίσκουμε και μια αδελφή ψυχή με την οποία κάνουμε ένα κουτσούβελο, ή περισσότερα. Και μετά η δυσβάσταχτη κοινοτοπία:

«Πιστεύω ότι κάθε τρένο που παίρνω είναι το σωστό.»

Αυτή η στάση στα αγγλικά λέγεται smugness, συνταίριασμα υπερβολικής αυτοπεποίθησης, υπεροψίας και ψυχαναγκαστικά κουλ διάθεσης. Στα ελληνικά λέγεται «είμαι παρτσακλός και δεν το ξέρω (αφού πιστεύω ότι κάθε επιλογή που κάνω είναι και η σωστή)».

Ας εξηγήσει κάποιος στον ουισκάτο γκόμενο με την ολοστρόγγυλη εκφορά που παριστάνει τον Κρίστοφερ Νόλαν (μεγάλη η χάρη του σχεδόν συμφοιτητή) μασουλώντας το καταπίστευμα των γονιών του ότι το τρένο που παίρνεις είναι συνήθως το τρένο που θα περάσει — αν περάσει στην ώρα του, δηλαδή.

Άσυλο

Πηγαίνω στη δουλειά με τα πόδια όσο πιο τακτικά μπορώ, δεν είναι πολύ μακριά. Η διαδρομή δεν είναι ούτε ιδιαίτερα ευχάριστη ούτε αξιοσημείωτα δυσάρεστη. Έχει όμως έναν κόμπο, περίπου στα δύο τρίτα της από το σπίτι.

Εκεί βρίσκεται ένα ίδρυμα από αυτά που δεν έχουν όνομα, πολλοί τα λένε «κλινικές», άλλοι άλλα πράγματα, πιο περιφραστικά. Όταν κάνει πολύ κρύο ή πολλή ζέστη δεν μπορείς να καταλάβεις καν ότι πέρασες απ’ έξω του: το καλοκαίρι είναι όλοι οι τρόφιμοί του κλεισμένοι μέσα κάτω από τον κλιματισμό, το χειμώνα μέσα και δίπλα στη θέρμανση.

Στις σύντομες ενδιάμεσες εποχές οι τρόφιμοί του κάθονται έξω, σε μια βεράντα που από το στενό πεζοδρόμιο χωρίζει μια διάτρητη πρασιά. Ακόμα κι όταν περπατώ αφηρημένος και απορροφημένος στα δικά μου, συνήθως δηλαδή, με ειδοποιεί η μυρωδιά του ιδρύματος ότι πλησιάζω: μυρίζει έντονα χλωρίνη σφουγγαρίσματος και ανθρωπίλα, τη διάχυτη μυρωδιά των ανθρώπων που μπαγιατεύουν. Είναι η μυρωδιά του ασύλου, η βάρβαρη αλλά λειψή καθαριότητα των κλινικών της επαρχίας, των μικρών γηροκομείων, της κόπωσης που δεν έχει ελπίδα.

Ανεξαιρέτως σηκώνω το κεφάλι. Οι τρόφιμοι μοιάζουν να είναι διαφόρων αιτιολογιών: ψυχικά ασθενείς, νοητικά ασθενείς, (απ)εξαρτημένοι, κινητικά ασθενείς, γέροντες. Υποψιάζομαι ότι δύο-τρεις από αυτούς, που τους αφήνουν να βολτάρουν στο πεζοδρόμιο, εκτός της περίφραξης, για τσιγάρο, είναι απλώς άστεγοι. Ίσως κάποιος φιλάνθρωπος πληρώνει τη φιλοξενία τους εκεί. Ποιος ξέρει.

Δεν έχω να καταγγείλω τίποτε, άλλωστε ξερω μόνον όσα έχει σαρώσει η ματιά ενός βιαστικού περαστικού τρεις-τέσσερις ντουζίνες φορές. Πάντως οι άνθρωποι που φροντίζουν τους τροφίμους φαίνονται ζεστοί, κεφάτοι, χαλαροί — άλλωστε ή έτσι γίνεσαι σε αυτές τις ιερές αλλά ψυχοφθόρα μπανάλ δουλειές, ή τύραννος. Ή συντρίβεσαι. Αντιλαμβάνομαι ότι οι υπερήλικες και οι ψυχικά ασθενείς, όσοι έχουν ανίατες αρρώστειες και οι ανάπηροι δε θα ‘πρεπε ίσως να συνυπάρχουν ανάκατα. Δεν ξέρω από αυτά τα πράγματα. Αισθάνομαι τη γνωστή κι αναμενόμενη θλίψη όταν περνάω μπροστά από αυτό το άσυλο, δεν έχω χρόνο και διάθεση να κρίνω. Περνάς από μια βεράντα με ήλιο και βλέπεις το μέλλον σου, το μέλλον δικών σου, το εναλλακτικό παρόν σου, το ακυρωμένο μέλλον άρρωστων παιδιών.

Σήμερα έπιασε το μάτι μου έναν σκούφο πίσω από την καγκελόπορτα του ιδρύματος, γύρισα προς το μέρος του. Ο σκούφος, κατεβασμένος χαμηλά έκρυβε ένα φθαρμένο πρόσωπο με ένα βαθύ βαθούλωμα πάνω αριστερά. Του χαμογέλασα. Μάλλον δεν το πρόσεξε, θα έχει συνηθίσει να τον κοιτάζουνε με φρίκη και κάποια αηδία. Κι αυτό ανθρώπινο είναι. Άλλες φορές το βλέμμα μου διασταυρώνεται με κάποιου που μοιάζει με τον Παπαδιαμάντη: είναι ένας από αυτούς που είτε είναι απλώς άστεγος, είτε τον κατέστρεψε το αλκοόλ (το νόμιμο ναρκωτικό μας). Μάλλον του φαίνομαι αστείος, με κοιτάει με θυμηδία, ίσως του φαίνεται αλλόκοτος ο χοροπηδηχτός διασκελισμός μου και η βιασύνη στο βάδισμά μου, τα γκροτέσκα ακουστικά στα αυτιά μου. Δεν ξέρω.

Το μπλιαξ

Παλιοτερα, π.χ. όταν ήμουν έφηβος, ήμουνα πιο ψύχραιμος. Δεν τρελαινόμουν εύκολα. Τα τελευταία χρόνια, τρελαίνομαι όλο και πιο συχνά. Αν έχει κάποιος όρεξη και κοιτάξει αυτό το μπλογκ, θα μετρήσει πολλά τρελαμένα ποστ — άλλωστε, τείνουμε να κρατάμε ημερολόγια και τέτοια όταν κάτι μας λείπει, κάτι μας τη δίνει, κάτι μας χαλάει. Όταν είμαστε καλά, ζούμε. Ή, άντε, γράφουμε άλλα πράματα.

Τις τελευταίες μέρες είμαι πάλι τρελαμένος. Δε θέλω να εξηγήσω γιατί και πώς, εν μέρει με κάλυψε αυτός κι αυτός (ναι, πάλι: αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε). Μου φαίνεται ότι κάτι γενικευμένα εκφυλιστικό έχει επίπεσει, ένας ηθικός λοιμός, πανδημία εκζομπισμού της κρίσης μας — δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Για να παρηγορηθώ σκεφτομαι τον καταπληκτικό θείο Βασίλη (για τον οποίο δεν έχω γράψει ποτέ) και λέω: «να, μαλάκα: έτσι είναι ο μέσος άνθρωπος: ψύχραιμος, λογικός, μετρημένος, με κρυμμένες χάρες, με χιούμορ, φιλόξενος, κάνει φίλους εύκολα και συζητήσεις άνετα». Αλλά δε με πιάνει η αυθυποβολή. Τα κανάλια, για να μας κάνουνε να βλέπουμε παντού τέρατα, θα μας κάνουν εμάς τους ίδιους τέρατα στο τέλος — τουλάχιστον να γινόμασταν τέρατα επειδή θα τα πολεμάγαμε, κάτι θα ήταν κι αυτό.

Μετά είναι και το ίντερνετ. Η πολυφωνία του δε σε παρηγορεί. Ίσα-ίσα: όσα παλιότερα ξεστομίζονταν, αντιδρούσαν και ξεθύμαιναν μέσα στις τραπεζαρίες μας και στους καφενέδες, τώρα αποκτούν ασήμαντη αθανασία (αλλά πόσο ασήμαντη μπορεί να είναι η αθανασία; δείτε τους ξεχασμένους βρυκόλακες πόσο το γλεντάν αφού τους ξυπνήσεις) ζώντας μέσα στους κλιματιζόμενους σέρβερ των μπλογκοπάροχων. Τελικά, όοοοολααααα αυτά που αποκαλύπτει μπροστά μας η ύπαρξη του ίντερνετ, του συμμετοχικού-κοινωνικού ίντερνετ, είναι όσα δε θέλαμε με τίποτε να πιστέψουμε.

Θέλαμε να πιστεύουμε ότι η Παράδοση και η Παιδεία μας (μαζί ή καθεμία χωριστά ή μόνο μία από αυτές) μας κάνουν κατά βάθος καλούς, αγαθούς, κοινοτιστές, ανθρώπους της προσφοράς και του γλυκέος πικιωνισμού. Ότι έχουμε καλλιέργεια δική μας, μυστική και βιωμένη. Τι μας πετάει στα μούτρα το πολυφωνικό συμμετοχικό-κοινωνικό ίντερνετ; Ότι η Παιδεία μας και η καλλιέργειά μας είναι ισχνές και επιφανειακές. Ότι το κατάχωλο εκπαιδευτικό σύστημά μας δεν καλλιέργησε ποτέ τίποτα και κανέναν, παρά ρίχνει μια λεπτή στρώση κοπριά περιμένοντας να φυτρώσουν ανθρωπιστές, συζητητές, ορθολογιστές, χριστιανοί, φιλότιμοι, εργατικοί, πατριώτες, φιλότεχνοι, φιλόμουσοι… Αν τα κανάλια προπαγανδίζουν τον λόγο της εξουσίας, τα σόσιαλ μήδια αναμεταδίδουν, αναπαράγουν, πολλαπλασιάζουν και επιβεβαιώνουν την αθλιότητα μιας κουλτούρας που για κάποιον λόγο βρωμάει πολύ. Πάρα πολύ.

Αυτή η συνειδητοποίηση με κάνει να αισθάνομαι παραλυτική κούραση ψυχικά.

Επαναλήψεις

Άντεξα να δω ειδήσεις για ακριβώς ένα λεπτό. Τα μέσα, με την απροκάλυπτα εκφοβιστική προπαγάνδα τους, είναι σταλινικά-γκαιμπελικά-μακαρθικά, πόσο πια να τα αγιάσει πια ο δημοκρατικός (;) σκοπός μας;

Σωστά ο Μπουκάλας παραλληλίζει την Κατάληψη της Νομικής (καημένε Φλεβάρη του ’73) με το τι έγινε στη Γαλλία με τους sans-papiers. Nous les rapatrierons, φώναζε τότε το Front National (ή κάποιο παρακλάδι του;), ενώ είχε γεμίσει το Παρίσι αυτοκόλλητα με ένα ζευγάρι (ο άντρας μουσάτος με κελεμπία, η γυναίκα με μπούρκα κι ένα κουτσούβελο στην αγκαλιά) να εκδιώκονται από έναν κάπως σκίνχεντ με πύρινη ρομφαία και να παίρνουν τον δρόμο για μια έρημο με τζαμιά, με αισθητική που προσπαθούσε να μας πει «Έξωση από την Εδέμ» αλλά κατέληγε ‘Φυγή στην Αίγυπτο’ — ανατριχιαστικά πράματα.

Παράλληλα, τα πράγματα στην περίπτωσή μας έχουνε και μια (όχι αποκλειστικά) ελληνική αγριότητα, χωριατιά θα την έλεγα εγώ αλλά δεν έχει πια πολλή σημασία αυτό. Εντωμεταξύ, όσο κι αν ακκιστώ πως κάτι είχα διακρίνει σχετικά με το πού πάει η πατρίδα πολιτικά, ούτε που διανοούμουν ότι τον ρόλο των δεξιών τραμπούκων θα τον έχουν όχι μπάτσοι με πολιτικά ή θερμόαιμοι της ΝΕ.Ο.Σ., παρά η ίδια η Χρυσή Αυγή· τώρα και με δημοτικό σύμβουλο Αθηναίων.

2-0, τέλος

Το κάζο της παρανόησης του εξώφθαλμα ειρωνικού κειμένου του oldboy είναι κατ’ αρχήν απολαυστικό, ιδίως για έναν χαβαλέ και χαβαλεδιάρη σαν κι εμένα: τόση σοβαροφάνεια, τόσα παραθέματα, τόση αυθεντία να πάνε στον βρόντο. Επί της ουσίας, πρόκειται για κάζο και φιάσκο μιας ολόκληρης γενιάς επιτιμητικά καμαροφρύδηδων, μηχανιστικά εργαλειοφρόνων και — εν τέλει — καρατσούμπαλων διανοουμένων, που ζούνε τεμπέλικα στην εύφορη και περίκλειστη κοσμάρα τους.

Ήθελα να γράψω απόψε για το «παλιό καλό ελληνικό» σινεμά και πόση δυσφορία μου προκαλούν οι κωμωδίες του. Αλλά δεν μπορώ. Ήθελα να γράψω ότι αυτό του Χατζιδάκι είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους σημαντικότερο, τολμηρότερο κι ευρηματικότερο τραγούδι από, λ.χ., τις πολύ πολύ βαρετές Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, και να σοκάρω λίγο. Αλλά δεν μπορώ. Γελάω ακόμα.

Άντε, καλή βδομάδα. Πάντα τέτοια.

Sister Wendy Beckett

Γενικά δεν μπορώ να παρακολουθήσω βίντεο για πολλή ώρα στο youtube. Το βαριέμαι, για να πω την αλήθεια, με κουράζει κιόλας. Θαυμάζω όσους κάθονται και βλέπουν ολόκληρα ντοκυμαντέρ ή και σειρές στα μικρά μπανιστηροπαράθυρα των flv.

Κι όμως, καθηλώθηκα παρασκευιάτικα με τη συνέντευξη μιας καλόγριας που μιλάει για την τέχνη. Την είδα πριν χρόνια και είχα διαβάσει τότε γι’ αυτήν και την εκπομπή της, αλλά η συνέντευξή της, που βρήκα μέσω του μπλογκ μιας αμερικάνας εταίρας πολυτελείας, πραγματικά με εντυπωσίασε. Την άκουγα και αναρωτιόμουν αν θα γινόταν περισσότεροι διανοούμενοι να μιλούσαν έτσι. Γενικά, η αδελφή Wendy τα σπάει. Άσε που η όψη της μου θυμίζει έναν αγαπημένο μου δάσκαλο (μαχητικό άθεο αλλά παρόμοιας διάθεσης και ιδιοσυγκρασίας…).

Απόλαυσα και τα έξι μέρη, αλλά κυρίως από το τρίτο και μετά, και θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας. Αρχίζουν εδω.

Πάλι μας την έπεσε ο Γκυ Ντεμπόρ

Λέει ο Radical σε ένα πολύ ενδιαφέρον ποστάκι του, του οποίου η ματιά είναι, όπως μας έχει συνηθίσει ο Αντώνης, προκλητική:

Από την άλλη, οι πιο μύχιες και κρυφές φαντασιώσεις του μέλους της αστικής κοινωνίας αποκαλύπτουν, όταν αναλυθούν προσεκτικότερα, όχι την παρουσία κάποιου μυθικά απροσπέλαστου υποσυνείδητου αλλά την μαζική και επιφανειακή ψυχολογία της διαφήμισης: το νησί των ονείρων μας συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά πόστερ από γραφείο ταξιδίων· το σεξ που ποθούμε είναι συρραφή σκηνών από πορνογραφικές ταινίες· το είδος παιδιού που θα θέλαμε να είχαμε αντί για αυτό που έχουμε είναι φτιαγμένο από σκηνές σε διαφημίσεις και σήριαλ.

Κι εμείς πού το ξέρουμε, μωρέ Αντώνη; Πώς είναι δυνατόν να έχουμε εικόνα για τις πηγές των μύχιων και κρυφών φαντασιώσεων εκατομμυρίων ανθρώπων; Ποιος αναλύει τις φαντασιώσεις αυτές (προσεκτικά ή όχι);

Αν κρίνουμε από το πώς εκφράζονται σε διάφορα φόρα ή και κατ’ ιδίαν, όχι μόνον είναι αποσπασματική η εικόνα που σχηματίζουμε, αλλά ισχύει και το γνωστό παράδοξο: προσπαθώντας κάποιος να διατυπώσει, να περιγράψει και να αφηγηθεί τις «πιο μύχιες και κρυφές φαντασιώσεις του», αναγκαστικά χρησιμοποιεί τους τρόπους, τις μανιέρες, τους τόπους, τις μεταφορές της εποχής του, τρόπους, μανιέρες, τόπους και μεταφορές που διαμορφώνει ενμέρει η διαφήμιση, το βίντεοκλίπ, το σινεμά, το τραγούδι, η λογοτεχνία κτλ.

Αλλά η περιγραφή ή αφήγηση μιας φαντασίωσης δεν ταυτίζεται με την ίδια τη φαντασίωση, οι δε πηγές της ούτε κατά διάνοια δεν περιορίζονται από τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να την εκφράσει κανείς.