Ανάμνηση



(με ευχαριστίες στον κύριο Φώλιο, που με έκανε να την ανασύρω)

Καλά παιδιά οι ρηγάδες, μου άρεσαν. Εγώ ήμουνα μικρός τότε.

Ωστόσο, με τραβολογούσε ο πατέρας μου σε φεστιβάλ πολιτικών νεολαιών όταν ήμουν μικρός «για να σχηματίσω άποψη». Εκεί μεταξύ 9 και 13 ετών. Τα φεστιβάλ και οι προφεστιβαλικές εκδηλώσεις της ΚΝΕ με ψυχοπλάκωναν, του Ρήγα ήταν ωραία τα φεστιβάλ, ενώ της ΟΝΝΕΔ ήταν αηδία (οι γονείς μου κορόιδευαν: «αντιγράφουν την ΚΝΕ», έλεγαν).

Θυμάμαι που είχε πάρει η μάνα μου κάτι πορσελάνινα περιστέρια από παλαιστίνιους φοιτητές (μάλλον υπότροφους του αστικού ελληνικού κράτους — άσχετο) από ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ κι εξ αφορμής είχε μια έντονη συζήτηση με τον πατέρα μου διότι ο πατέρας μου (ΚΚΕ εσ. τότε) δεν ήθελε να δώσει λεφτά στο ΚΚΕ. Η μάνα μου έλεγε ότι τα λεφτά θα τα πάρουν οι Παλαιστίνιοι που αγωνίζονται. Δεν πείστηκε ο πατέρας μου. Τοτε η μάνα μου είπε ότι είναι κρίμα τα καημένα τα παιδακια που τα πουλάνε. Ε, στο τέλος είπε ότι θα τα πάρει γιατί τα θέλει. Πρέπει να τα έχουν ακόμα στο σαλόνι, εκτός κι αν τα κατάπιαν τίποτε ανήψια μου.

Στραγάλια

Πάει κι ο Ρασούλης. Μεγαλείο ο σχωρεμένος: πώς γίνεται να γράφεις τραγούδια που απηχούν σε ερωτόληπτο κουλτουριάρη έφηβο, σε εράσμια φοιτήτρια ψαγμένη, σε μπουζουκονταγλάν κυρία εξηντάρα, σε σαραντάρη γκομενιάρη (αλλά με μεγάλη καρδιά), σε βαριά κι ασήκωτα διανοούμενο — και πάει λέγοντας. Πώς γίνεται να καλύψεις τόσο διαφορετικούς ανθρώπους;

Τεμπέληδες κειμενοκόποι, σκέφτεστε καθόλου προτού γράψετε; Όταν πεθαίνουμε δε φεύγουμε. Δεν πάμε πουθενά. Παραμένουμε κοκκαλωμένοι και ακίνητοι, ολοκληρωτικά πλέον στο έλεος των άλλων, των ζωντανών. Δεν πάμε ταξίδι, γαμώ τη στραβομάρα σας και τις ωραίες εκθέσεις που γράφατε στο Λύκειο. «Καλό ταξίδι» για πού; «Για τη γειτονιά των αγγέλων»; Όπου θα παίζουν άρπα, λύρα και κιθαρίτσα (άντε, τζουρά ο Ρασούλης) πάνω στα σύννεφα στους αιώνας των αιώνων; Αν δεν κοιμόσασταν στα Θρησκευτικά, θα ξέρατε ότι ψοφάμε και παραμένουμε πεθαμένοι «επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Αλλά μάλλον κάποιο ωραίο κοσμητικό σχήμα ψάχνετε, χεστήκατε για τα δόγματα της Εκκλησίας. Γιατί λοιπόν όχι κάτι σαν «καλό κουτρουβάλημα στον Κάτω Κόσμο»; «είθε οι τσέπες σου να είναι γεμάτες ναύλα για τον Χάροντα»; «καλή αντάμωση στα Ηλύσια Πεδία»; Αλλά τι λέω, μιλάμε για τους ίδιους γραφιάδες που αποκαλούν τις πόρνες «ιερόδουλες» και που προσπαθούν να επιβάλουν το χυδαίο ψέμα «άνθρωποι με ειδικές ικανότητες» για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες.

Ας πούμε ότι αυτό το διάγραμμα είναι ακριβές. Περιγράφει τι πάθαμε στην Ελλάδα με την κρίση. Χρειαζόμασταν λεφτά. Από πού θα τα βρίσκαμε, κόβοντας την αριστερή στήλη ή τη δεξιά; Κόψαμε την αριστερή, άλλωστε αυτό είναι το ντάρμα του ΔΝΤ. Μα, θα μου πείτε, έχουμε δεξιά στήλη, φοροαπαλλαγές για τους πλουσίους, στην Ελλάδα; Όχι. Έχουμε φοροδιαφυγή, διαφθορά και εξοπλιστικά. τα οποία δεν πρόκειται να θιγούν, ακόμα και οι συμπαθείς Φ. Γεωργελές και Π. Δούκας πρέπει να το έχουνε καταλάβει αυτό. Άσε που τα έσοδα του κράτους μειώνονται έτσι κι αλλιώς.

Και, λυπάμαι που θα το πω, αλλά έχουμε πάθει σκλήρυνση, με τη βιβλική έννοια: γκρεμίζεται, καίγεται και πνίγεται η Ιαπωνία και εμάς μας απασχολεί αν θα ανακάμψει η ιαπωνική οικονομία: τα δελτία ειδήσεων μέχρι πρόσφατα έβλεπαν όλον τον κόσμο χρωματισμένο από την εθνικιστική ιδεολογία, πλέον τα γυαλιά που φοράμε έχουνε το χρώμα του χρήματος. Επίσης ο καθηγητής Βαρουφάκης μάς εξηγεί στη ΝΕΤ ότι με τις καταστροφές αυξάνεται το ΑΕΠ. Το είχε πει κάποτε ο Τσόμσκυ στο Τορόντο και γελούσα, έλεγα ότι ο ζαμπόνηρος αναρχόγερος θέλει να κάνει όλους τους νεοφιλελεύθερους να μοιάζουνε με σκουληκαντέρες τύπου Άυν Ραντ: είπε ότι οι λακκούβες στους δρόμους αυξάνουν το ΑΕΠ γιατί μετά δουλεύει η οδική βοήθεια, ο φαναρτζής, το συνεργείο κτλ. Αλλά το είπε κι η μάνα μου: ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.

Στο μεταξύ ο αιμοσταγής καραγκιόζης ούτε ξεκουμπίζεται, ούτε ψοφάει. Κι ο διαλλακτικός Βασιλεύς του Μπαχρέιν εκμεταλλεύεται την αναμπουμπούλα για να φέρει στρατό κατοχής από το καθηκέστερο κράτος της Μέσης Ανατολής (όχι το Ισραήλ βρε, το Ισραήλ έχει κοινοβούλιο, εκλογές και ανεξιθρησκία· το άλλο, το μοναδικό κράτος στον κόσμο που ονοματίστηκε από τον φύλαρχο που το κυβερνούσε και που κατάργησε τη δουλεία το 1962).

Ωστόσο, μέσα μου χαμογελάω

Νίκη (ναι, έστω: του αυτονόητου και της στοιχειώδους ανθρωπιάς).

Πάντως, δεν ξέρω για την εργατική τάξη, για να το πω ευγενικά κι εκτός αν ‘η εργατική τάξη’ είναι μια αφαίρεση όπως ‘το έθνος’, αλλά πιο περήφανοι πρέπει να είναι οι λιγοστοί «αλληλέγγυοι» κουλτουριάρηδες, μερικοί «ακτιβιστές του διαδικτυακού καναπέ’, εφτά σαμουράι-δημοσιογράφοι, και κυρίως όσοι άνθρωποι (υπο)στήριξαν αυτούς τους ανθρώπους.

Και για να μη χαλαρώνουμε, παίδες:

On repart à zéro

Και φυσικά η Επανάσταση ήρθε, ένα νέο 1989 των λαών (ή 1848; δεν ξέρω). Όχι όμως στην Ευρώπη, που μάλλον τον έχει πιει στο ουζοπότηρο πανταχόθεν, αλλά στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά (μέσω Μισιριού), στο άγνωστο πετρελαιοφόρο κρατίδιο του Μπαχρέιν, στην άγρια Υεμένη. Εξού και κανείς μας δεν τη συμπαθεί πραγματικά: αντί για εράσμιες Ουκρανές και καπάτσες Ουγγροπολωνέζες, έχεις πισώβαρες Αράβισσες (κάποιοι φυσσικά δεν τις έβλεπαν καθόλου), αντί για τη Βατσλάβσκα Ναμέστι, τον σταθμό της Φρίντριχστράσε, τους μεσευρωπαϊκούς καθεδρικούς του Κούντερα και τις χαύνες και άτεγκτα ευθείες λεωφόρους του Βουκουρεστίου (που τόσο είχε θαυμάσει η Έλλη Αλεξίου στο ταξιδιωτικό της για τη Ρουμανία που διαβάζαμε μικροί), έχεις σκόνη, μεταλικούς ουρανούς και τον βορειοαφρικανικό μπρουταλισμό του μπετού. Αντί για λαούς με τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια, την οποία εξ ορισμού έχουμε οι Ευρωπαίοι και η οποία τελειώνει εκεί που δένουν τα βαπόρια του Βοσπόρου, έχεις κάτι χαχόλους, λαούς-παιδιά, που δεν ψέλνουν πατριωτικά άσματα χαϋντνικά, να δακρύσεις κι εσύ, παρά κάτι γηπεδικά συνθήματα στην όλο πνίγες γλώσσα τους. Κι έχουνε και πετρέλαια.

Κι εγώ αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Η κατάσταση στην Ελλάδα δε μου δημιουργεί πια φρίκη, μου μοιάζει πια εφιαλτική. Μου έρχεται να παρακαλέσω όποιον με παίρνει τηλέφωνο να μου λέει μόνο κουτσομπολιά, γκομενικά κουτσομπολιά. Άντε, να μου πούνε για ταινίες και βιβλία. Και τίποτε άλλο. Δεν έχει κάποιο βαθύ νόημα αυτό που λέω, είναι το ζωώδες μουγκρητό κάποιου που βασανίζουν και θέλει να πει «σταματήστε, δεν αντέχω», αλλά δεν μπορεί πια να μιλήσει γιατί είναι πρησμένος μέσα κι έξω. Εδώ κανονικά θα απαριθμούσα, με τον προσφιλή μου τρόπο της λίστας σε ασύνδετο σχήμα, τα στοιχεία του εφιάλτη: αυτό, αυτό, αυτό και άλλα πολλά. Αλλά κι αυτό είναι ακκισμός πια. Τι κουβέντες να πεις πια. Το πολιτικό πρόβλημα υπήρχε και παραμένει (μία λέξη, συμβολική: Πάγκαλος), το επιδεινώνει ότι στα πράγματα είναι όχι πια οι απλώς πανηλίθιοι και κυνικοί, παρά λαμπροί ιδεολόγοι, πλην όμως «πραγματιστές» και άρα ανενδοίαστοι· το κοινωνικό-πνευματικό-ηθικό πρόβλημά μας διογκώθηκε εκθετικά, αφού λ.χ. πια η δημόσια επίδειξη αναλγησίας και απροκάλυπτης απανθρωπιάς απέναντι σε κολασμένους απεργούς πείνας, για τους ομοίους των οποίων φυσικά κάποτε δακρύζαμε τζάμπα, αποτελεί μέτρο πολιτικής υπευθυνότητας — εκτός φυσικά και αν ανήκεις στους πεφωτισμένους που φρονούν ότι πρέπει να θεριστούν οι μπάτσοι (λες και ωρίμασαν ποτέ). Όλα όσα έκαναν την κοινωνία μας, «πρωτοπόρα και προοδευτική«, ωραία σαν Έλληνα, ήταν απλώς καιροσκοπικά φτιασίδια ή περασμένα μεγαλεία στην καλύτερη περίπτωση. On repart à zéro.

Έτσι, τι να γράψει και τι να διαγνώσει κανείς και τι να σαρκάσει κανείς πια. Πόσα λόγια πια. Μένει μόνο η κούραση και η αρχή της απελπισίας.

Να ευχηθώ «Καλή Σαρακοστή» θα ήταν μάλλον ανεπίτρεπτος σαρκασμός.

Παρενθέσεις από μια κηδεία

Προσπαθώ να γράψω αυτό το σημείωμα από χτες. Αν αποτύχω, θα είναι γιατί απέτυχα, όχι γιατί δε μ’ ένιαξε.

Χτες κηδέψαμε έναν γλυκό και χαρούμενο άνθρωπο, μια συνάδερφο εξαιρετική στη δουλειά της. Νέα από τις περισσότερες απόψεις. Ας πούμε ότι πέθανε από μαράζι. Εντάξει, δεν είναι ιατρικώς ορθή η αιτιολογία, αλλά ας πούμε ότι το βλέπω έτσι. Ο Σραόσα είμαι, ό,τι θέλω γράφω.

Στην κηδεία τη σκεφτόμουν, σκεφτόμουν τους δικούς της. Όταν ήμουνα μικρός, φοβόμουν μην πεθάνουν όσοι μ’ αγαπάνε, μετά έτρεμα μην πεθάνω εγώ, τώρα διώχνω με φρίκη τη σκέψη ότι θα πεθάνουν όσοι αγαπώ. Από την πένθιμη διάθεση για την εκλιπούσα (θα πω «αδικοχαμένη», αν και δε θεωρείται δόκιμος ο όρος όταν ο φυσικός αυτουργός είναι ο καρκίνος που όλοι φοβόμαστε ή τα καρδιακά, από τα οποία έχουμε ακόμα περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουμε) με έβγαζε πότε ο θλιβερός ψάλτης με τη σοβαρή διαταραχή ομιλίας (τι διασυρμός των νεκρών αυτοί οι ψαλτάδες στις κηδείες, πάντα οι τελευταίοι), πότε το εκνευριστικά ιουδαΐζον-στωικίστικο κείμενο της νεκρώσιμης ακολουθίας (Ανάσταση; ποια Ανάσταση;). Μετά ξανακαταλάγιαζα στην ενατένιση δύο φαρμακωμένων ανθρώπων στα στασίδια φάτσα στο φέρετρο ή των θλιμμένων προσώπων μας. Κάποιου τα δάκρυα στα δεξιά μου έσταζαν στο πάτωμα σα λασκαρισμένη βρύση, χωρίς να κυλήσουν καθόλου στο πρόσωπό του. Η μέρα έξω είχε λοξό και άτρωτο φως, βαρύ ουρανό και υπέρλαμπρα ανοιξιάτικα λιβάδια, κίτρινα και πράσινα, αλλά κυρίως κίτρινα.

Μετά, καθώς έβγαζα το κουστούμι, τα παπούτσια (πασπαλισμένα με χώμα), τη μαύρη γραβάτα που είχα αγοράσει για μια άλλη κηδεία πάρα πολύ μακριά αλλά ποτέ δεν είχα φορέσει, ένιωσα περίεργα. Πένθος αλλά όχι μελαγχολία, οργή αλλά όχι θυμό, πίκρα αλλά όχι θλίψη. Σκεφτόμουν ότι ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη και κέφι και μπρίο για τη δουλειά (ακόμα κι όταν την είδα διασωληνωμένη για τελευταία φορά στο νοσοκομείο), πέθανε με πίκρα και με την αίσθηση ότι αδικήθηκε. Αυτό με βάρυνε περισσότερο απ’ όλα. Πολύ. Η αγάπη που δίνουμε δεν μπορεί να μας σώσει, σκέφτηκα. Αφοριστικά και μελοδραματικά ίσως, αλλά το σκέφτηκα. Και όταν λέμε να μας σώσει, δε μιλάμε για τον Θεό και τον Γιο Του, μιλάμε να μπορέσεις να φύγεις ήσυχα χωρίς να πονάς για τις αδικίες που υπέστης. Η αγάπη δεν μπορεί να μας λυτρώσει, δεν μπορεί καν να μας γιάνει.

Αργότερα, μιλώντας με έναν φίλο για να ξεπλύνω από τη σκέψη μου τη στιφάδα και τη γλυφή διάθεση, του το είπα: η αγάπη δε θα σε σώσει, αλλά θα σώσει τους γύρω σου που θα την δεχτούν από σένα.

Ο φίλος μας ο Καντάφι


(αφιερωμένο σε όσους την έχουνε μικρή τη μνήμη)

Μουαμάρ Καντάφι:

Ο φίλος του Μεγάλου Ανδρέα, χάρη στον οποίο τα βρήκε με τον άλλο φίλο Μιτεράν στην Ελούντα, σε μια κίνηση μυστικής διπλωματίας, η οποία απαγορεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα και στην οποία ειδικευόμαστε, όπως μάθαμε τη μία φορά που τα κάναμε μούσκεμα, χάρη στους φιλόκουρδους παύλους μελάδες (χαρχ) και την υπόθεση Οτσαλάν. Στο μεταξύ αγοράστηκαν κάτι Μιράζ 2000.

Ο άνθρωπος που θαύμαζαν οι πασοκάνθρωποι του ’81-’89, που θα έφτιαχνε τεχνητό ποτάμι για να αρδεύσει τη Σαχάρα, που τράβαγε γραμμές θανάτου, γραμμές Αουζού στο Τσαντ και μετά μαζευόταν καρπαζωμένος από τους αδίστακτους (αυτό χωρίς ίχνος ειρωνείας) ιμπεριαλιστές.

Ο άνθρωπος που διέταξε να ανατιναχτεί επιβατικό αεροπλάνο για παραδειγματισμό, στη λαμπρή παράδοση της κατάρριψης του κορεατικού τζάμπο.

Ο άνθρωπος που ελέω πετρελαίου έγινε εσχάτως φίλος και της Ιταλίας και της Βρετανίας αλλά και της Ελλάδας, πατρονάροντας τον πρωθυπουργό χώρας της ΕΕ σαν να ήταν ιταλίδα γκομενίτσα που της χάρισε τζάμπα Κοράνι.

Ο καραγκιόζης μπερλουσκονικών προδιαγραφών, ο κομπλέ περιφερόμενος θίασος: με τέντα και ένοπλες μοντέλες.

Ο αναγκαίος δικτάτορας που χρειάζονται οι χαχόλοι. Αντίθετα από τον αμερικανόδουλο Μουμπάρακ, αυτός πιο αναγκαίος, γιατί θα άνοιγε τον δρόμο στον σοσιαλισμό. Ο πολιτικός άνδρας που θαύμαζε 0 Μανώλης Γλέζος γιατί κατάργησε τα κόμματα κι εφάρμοσε την άμεση δημοκρατία.

Ο αιμοσταγής τύραννος, που διέπραξε ό,τι μόνον οι Βρετανοί (βετεράνοι αυτοί) τόλμησαν να κάνουν το ’72 στην Bloody Sunday: να ρίξουνε στρατό πάνω σε αμάχους. Και οι ευθύνες της μικρής αδύναμης και πάντα ριγμένης Ελλάδας. Της πάντα γελαστής και γελασμένης, που θέλουμε να λέμε.

Fire in Cairo

Γύριζα από την τράπεζα σήμερα, όπου μόλις είχα μάθει ότι ο κυπριακός Τειρεσίας λέγεται Άρτεμις (γιατί; επειδή είναι παρθένα; ή επειδή είναι κυνηγός;) κι άκουσα το παρακάτω πετακαταπληκτικό άσμα:

Κάιρο
Στίχοι: Πήγασος
Μουσική: Πήγασος
Πρώτη εκτέλεση: Σάκης Ρουβάς

Θες να το ξεχάσω
και να το προσπεράσω
δεν ήταν, λες, λάθος σοβαρό.
Αν θες να γυρίσεις
πρέπει ν’ ακολουθήσεις
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας
για να μετανοήσεις
στης πυραμίδας τα σκαλιά
συγνώμη να ζητήσεις.
Θέλω χιλιόμετρα εκατό
γυμνή να περπατήσεις
μες στην καυτή την έρημο
και τότε ας γυρίσεις.

Για να σε κρατήσω
και να σε συγχωρήσω
άκου αυτό τώρα που θα πω.
Για την απιστία
υπάρχει θεραπεία
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας…

Κι αν δε κάνεις όλα αυτά
με ένοχη καρδιά
δε θέλω πίσω πια να γυρίσεις.
Με τις τύψεις σου να ζεις
που πια δε θα μπορείς
τα μάτια μου ξανά ν’ αντικρίσεις.

Θέλω στο Κάιρο να πας…

Εγώ δεν έχω να πω τίποτα. Τα λέει όλα η ποίηση, πάντοτε πολυδιάστατη και, σε αυτή την περίπτωση, επίκαιρη.

Σύγχρονες μορφές μαντείας

Το γκάλοπ έκλεισε. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε δίπλα: στο πνεύμα της εποχής, νικήτρια είναι η αποχή και ανάμεσα στους ψηφίσαντες η ψήφος διαμαρτυρίας (δε μας χε, ρε σρα) με 55%.

Αυτό μου θύμισε ένα σημείωμα που ήθελα να γράψω για σύγχρονες μορφές μαντείας. Διότι, βεβαίως, ο τεχνικός πολιτισμός προχωρεί και μας παρέχει περισσότερους διαύλους μέσα από τους οποίους θα πείσουμε τους εαυτούς μας ότι κυλάει στάγδην το μεταφυσικό για να ποτίσει τις καθημερινότητές μας. Παράλληλα, ο πνευματικός πολιτισμός βρίσκεται κάπου εκεί στον 19ο, ή και πιο πίσω, οπότε η ανάγκη να βρούμε μαντικούς διαύλους παραμένει.

Προτείνω λοιπόν τα εξής δοκιμασμένα:

PINομαντεία: σου στέλνει η τράπεζα PIN. Εφαρμόζεις όλες τις αριθμομαντικές και λεξαριθμικές μεθόδους που ξέρεις. Επειδή ο PIN είναι (ψευδο)τυχαίος, σίγουρα κάποια «ανώτερη δύναμη» θα μιλάει μέσα από αυτόν. Εγγυημένα πράματα.

Ραδιομαντεία / Κλιπομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. «θα απολυθώ;» Ανοίγεις κανάλι μόνο με βίντεο κλιπ ή το ράδιο. Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Προσοχή στην επιλογή καναλιού ή σταθμού, αν έχει το πλέιλιστ του μπαρμπα-Γιάννη Σπόνσορα, τα αποτελέσματα δεν είναι εγγυημένα. Πάντως, αν πέσει το «πάγωσε η τζιμινιέρα» (δεδομένων και των ασυμπτωτικά μηδενικών πιθανοτήτων να πέσει το «πάγωσε η τζιμινιέρα»), τυπώστε βιογραφικά και αναζητήστε σουπερμάρκετ στο οποίο θα επενδύσετε την (υποθετική) αποζημίωση.

iPodομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. «Είναι προβληματικός/-ή ή φέρεται έτσι επίτηδες;». Προχωράς στο iPod ένα τραγούδι μπροστά (έχοντας πρώτα επιλέξει shuffle). Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Η iPodομαντεία έχει το πλεονέκτημα ότι τα τραγούδια μέσα από τα οποία θα επιλεγεί μαντικώς η απάντηση έχουν πρώτα επιλεγεί από εσένα, άρα λένε κάτι για τη ζωή σου και μάλιστα με τρόπο που τον καταλαβαίνεις. Για παράδειγμα,: αν είσαι της κλασικής, άμα σου πέσει η Σονάτα του Κρώυτσερ, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: «είσαι υπογαμημένος, ασχολήσου με τα φιλοτήσια έργα και πιες ένα κρασί»· άμα σου πέσει το κοντσέρτο του Μέντελσον για βιολί, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: «όχι μόνο το κάνει επίτηδες, αλλά σε έξι μήνες θα είσαι αλκοόλας» — αν είσαι των ελληνικών, του ροκ, των κλαρίνων, της ελεχτρόνικα, της μπαλάντας, αντιστοίχως. Προσοχή όμως: άμα η λίστα αναπαραγωγής περιέχει λιγότερα από 150 τραγούδια, η αξιοπιστία της μεθόδου είναι περιορισμένη: καλύτερα λοιπόν απευθυνθείτε σε κάποιον με κληρονομικό χάρισμα. Επίσης: αν πέσει Πλιάτσικας η απάντηση είναι «πόνα» ή «ψόφα» (ανεξαιρέτως ερώτησης). Για τους Tool, τους Tindersticks, τον Τερλέγκα και την Τσανακλίδου οι απαντήσεις περιέχονται στο σχετικό συνδρομητικό σάιτ που θα φτιάξω σύντομα.

Επιλογές από τον ημερήσιο τύπο

Κερατέα, όπως Ραμάλλα — αφήστε τη Γάζα ήσυχη, ούτε που τη διανοούμαστε τη Γάζα. (Για να το βρίσκω στο μέλλον.)

Η προέλευση της Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη: το όριο της φωτιάς.

Πόθος και αφοσίωση. Ή ο πόθος ως φάρμακο της μοναξιάς, αλλά μάλλον, τελικά, η άρνηση της μοναξιάς ως πόθος.

Και πάνω που πήγα να πατήσω το ‘δημοσίευση’, σκέφτηκα: «να οι εμμονές σου». Εκτός από τη μουσική και τα βιβλία.