Απόψε στα Δώδεκα Ευαγγέλια κι αύριο στον Επιτάφιο ίσως θα θαυμάσετε τη δραματικότητα των ακολουθιών: τη δραματοποίηση του Πάθους. Σταύρωση, Αποκαθήλωση (κι ένας κενός Σταυρός), Εξόδιος Ακολουθία. Θα την αποδώσετε, ίσως, στη βυζαντινή κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, στη συνέχεια του δραματικού στοιχείου μέσα από το βυζαντινό τυπικό. Ίσως πάλι να γνωρίζετε ότι αυτά είναι καινοτομίες μεταβυζαντινές που ίσως ξεκίνησαν από το Αιγαίο (υπό την επιρροή των Φράγκων) και — όπως λένε τα εγκόλπια — άργησε να ενσωματώσει στο τυπικό της η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.
Οι παραδοσιακές φορεσιές όπως τις ξέρουμε χρονολογούνται στον 19ο αιώνα· υπάρχουν βεβαίως απεικονίσεις εκδοχών του 18ου αλλά είναι πραγματικά αλλόκοτες. Παραδοσιακό έπιπλο πριν το 1774 ουσιαστικά δεν υφίσταται. Τα παραδοσιακά φαγητά μας, η παραδοσιακή κουζίνα, χρονολογούνται στον 19ο αιώνα, με κάποια πιάτα μόνο να εξαιρούνται. Η παραδοσιακή μουσική μας, εκκλησιαστική και μη, δεν είναι παλιότερη από τον 18ο αιώνα, όπως μας υπενθύμιζε ο Μπερεκέτης στα Βουστάσια κι όπως γράφει εδώ o opoudjis. Η δημοτική ποίηση είναι η διασκευασμένη, αποκαθαρμένη και μεταφρασμένη των λογίων του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα. Ακόμα και το τυπικό των εκκλησιαστικών ακολουθιών και το «έθος» πολλών εκκλησιαστικών πρακτικών είναι πάρα πολύ πιο πρόσφατα απ’ ό,τι διαφημίζεται. Η γλώσσα οποιουδήποτε ελληνόφωνου μόλις του 18ου αιώνα (λογιότατου, παπά, χωρικού, ψαρά, αστού κτλ.) θα μας δυσκόλευε ανυπέρβλητα. Στην Κωνσταντινούπολη του 1410 θα τρώγαμε πραγματικά εξωτική κουζίνα. Παρόμοια πράγματα ισχύουν και για την αρχιτεκτονική, τα ήθη, τις αντιλήψεις μας.
Ένας λαός που ακκίζεται ανυπόφορα κι ακαταπαύστως στον ιδεασμό της παράδοσης και της συνέχειας είναι — τελικά — τόσο ‘καινούργιος’ όσο οι Αμερικάνοι ή οι Μεξικάνοι. Η νεοπαγής «μακεδονικότητα» που καγχάζουμε στους γείτονές μας, μας χαρακτηρίζει κι εμάς (αλλά συν 100τόσα χρόνια): οι Έλληνες είμαστε παιδιά του 19ου και του 20ου. Βεβαίως, οι καταβολές μας πάνε πολύ πιο πίσω, αλλά και ποιου δεν πάνε; Ιδίως όσες είναι είτε καρτερικά συντηρημένες (από θεσμούς όπως λ.χ. η Εκκλησία), νεκραναστημένες (π.χ. το «ελληνικό αθλητικό ιδεώδες» ή το θέατρο) ή και επινοημένες (…). Έτσι κι ο μεξικάνος πάει πιο πίσω από την κατάκτηση του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς. Έτσι κι ο μεξικανισμός είναι προϊόν μοναδικής σύνθεσης, αλληλοενσωμάτωσης και δυναμικής αλληλοπεριχώρησης των «tres culturas»: της προκολομβιανής, της ισπανικής και της «σύγχρονης». Σημειωτέον ότι εδώ οι Μεξικάνοι μάς ξεπερνούν: μακάρι να αναγνωρίζαμε κι εμείς τον ρόλο της γενιάς του ’30 στο ποιοι είμαστε ως εξίσου καθοριστικό με αυτόν της Ορθοδοξίας, της λαϊκής παράδοσης, της οθωμανικής διοίκησης, της Μεσευρώπης κτλ., κτλ.
Ακόμα και το Βυζάντιό «μας» είναι μακρινό, τόσο μακρινό όσο η σλάβα των Σέρβων, τα καφενεία της Βιέννης και οι εκκλησίες των Πρεσβυτεριανών στο Ινβερνές. Η μόνη πραγματική συνέχεια που υπάρχει στον (ευρύτερα) ελλαδικό χώρο είναι η γεωγραφία του, και μάλιστα η γεωγραφία του ελέω αρχαιολογίας, αρχαιογνωσίας και κατεδάφισης τζαμιών, φραγκοκάστελων καθώς και αναβαπτισμού οθωμανικών οχυρώσεων σε «βυζαντινές». Παραφράζοντας τον Πορτοκάλογλου, «κάποιος μας έριξε εδώ» και μας είπε «κατοικήστε αυτόν τον τόπο, είστε Έλληνες». Μας σύναξε σε τουρκοπόλεις όπως η Σαλονίκη, τα Γιάννενα κι η Λάρισα, σε αρβανίτικα κρασοχώρια όπως η «Αθήνα», σε λεβαντίνικα κάστρα όπως το «Ναύπλιο» και το «Ηράκλειο» (η Κάντια, το Κάστρο, ο Χάντακας), σε νέες νεοκλασσικές πόλεις όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Ερμούπολη, η Σπάρτη. Στους προγόνους μας (κατά το ένα τρίτο ξενόφωνους και ντιπ για ντιπ χαμένους) δίδαξαν κι επέβαλαν μια μεικτή αλλά νόμιμη (λέει) λαλιά: μοραΐτικα-επτανησιακά-κρητικά στο μίξερ με μπόλικο αρχαίο από πάνω και τους είπαν «μάθετε ελληνικά-μιλάτε ελληνικά». Είμαστε μια ντεκαφεϊνέ (αλλά πολύ δημοφιλέστερη, αρκετά παλιότερη και πολύ πιο χωνεμένη) εκδοχή των Ισραηλινών.
Νομίζουμε ότι με την αυθεντικότητά μας πείσαμε τους δυτικοευρωπαίους για την ελληνικότητα και τον ελληνισμό μάς αλλά και για το πώς και η ρωμιοσύνη μας και ο 20ος μας αιώνας είναι, κατ’ ουσία, ελληνικότητα κι ελληνισμός ελληνικότερα του ελληνισμού τους. Πλανιόμαστε: αυτοί μας έφτιαξαν Έλληνες, αυτοί ξέρουν. Είμαστε παιδιά ενός πρότζεκτ της Ευρώπης, πολύ πετυχημένου αλλά με τα προβλήματά του (τα οποία έφαγε η γενιά του 1922 και η δικιά μας): της αναβίωσης του Ελληνισμού και της Ελλάδας.
Γι’ αυτό, τελικά, είμαστε οι πιο Ευρωπαίοι Ευρωπαίοι. Σχεδόν όσο και οι Βέλγοι ή οι (πάλαι) Τσεχοσλοβάκοι: σ’ εκείνους έφτιαξαν κράτη, στην περίπτωσή μας έφτιαξαν κι εμάς. Κάπως όπως στο τέλος της «Επαφής» του Καρλ Σέιγκαν, τα δημιουργήματα αναγνωρίζουν την υπογραφή του δημιουργού τους σε κάτι που νόμιζαν φυσικό και άλογο: στα τελευταία ψηφία του πι.
Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση: δυο μυστήρια άξια λόγου έχει η Χριστιανοσύνη, την Ευχαριστία-Αναίμακτη Θυσία και, πάνω απ’ όλα, την υπόσχεση της Ανάστασης των σωμάτων. Χαρείτε τα κι αφήστε τις μεταφυσικές βεβαιότητες για τους φανατικούς.




