Λιβανέζικα

Κάποιες σκέψεις που μοιράστηκα κατ’ ιδίαν με τον Κουκουζέλη και μετά είπα να τις βγάλω και παραέξω.

α. Διάβασα εδώ (μέσω Λοξία) για τις εγκλωβισμένες σριλανκέζες στον Λίβανο και έφριξα. Μέχρι πριν μήνες έτσι ήταν επισήμως και στην Κύπρο: η δούλα-υποζύγιο (η οικιακή βοηθός) και η ξένη πόρνη (μπαρδόν: η ‘καλλιτέχνιδα’) άφηναν τα διαβάτηριά τους στα χέρια του εργοδότη, ενώ αλλαγή εργοδότη κανονικά σήμαινε απώλεια βίζας, ιδίως για τις οικιακές βοηθούς (τις άλλες κάπως τις βόλευαν). Για την Ελλάδα δεν ξέρω, το ψάχνω.

β. Σκέφτομαι τους εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους πρόσφυγες των λιβανέζικων καταυλισμών στους οποίους ο Λίβανος (ή οποιοσδήποτε άλλος) δε δίνει διαβατήρια, για να μην ξεφεύγουν κατά την εκάστοτε κατακρεούργηση. Αυτοί οι επισήμως απάτριδες δεν έχουν καμμία επιλογή, αλλά τι σημασία έχει: έτσι κι αλλιώς τους έχει όλους κερδίσει η τρομοκρατία…

γ. Η Χεζμπολλά είναι κόμμα με λαϊκά ερείσματα μέσα στο Λίβανο (έχουν 25 από τις 64 έδρες που αντιστοιχούνε στους μη-χριστιανούς) — αν και δε θα ήμουνα πια τόοοσο γλυκός μαζί της όσο ο Τάλως: οπλισμένοι φανατικοί είναι. Ελάτε να φανταστούμε τώρα το εξής: να θύμωνε η Ελλάς με το ΒΜΡΟ επειδή απήγαγε δύο φαντάρους μας από το φυλάκιο του Νεστορίου (μέσα στο δάσος, έχει και αρκούδες) και να βομβάρδιζε τη (Δημοκρατία της) Μακεδονία(ς) ανηλεώς, με έμφαση στις υποδομές αλλά και σε κατοικημένες περιοχές, ιδίως σε αυτές όπου, λ.χ., το ΒΜΡΟ βγάζει βουλευτές. Αλλά τέτοια δε γίνονται εδώ, ε;

Τα παραπάνω είναι σκέψεις απλώς, για πιο ουσιώδη πληροφόρηση και για να σχηματίσετε γνώμη, όπως πάντοτε, άντε στον Τάλω.

Παίζω κι άλλο και παθαίνω

Μετά την κολοσσιαία επιτυχία (λέω να ζητήσω δουλειά στο Άρδην) του προηγούμενου ποστ, αντί να σας βάλω το Παρά Πέντε σε επανάληψη, σας δίνω κι άλλες λέξεις από την Οδύσσεια, αυτή τη φορά όχι (κυρίως) γκομενικής χρήσεως. Σας τις χαρίζω ακούγοντας το Black Betty και το The man who sold the world

μένος άσχετος
ο ‘άντε γεια σας’, αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται, ο μυαλοφυγόδικος

αναφανδά
η πασοκική εκδοχή του ‘αναφανδόν’ (κάτι σαν το ‘πιθανά’ δηλαδή), όμως αυτή τη χρησιμοποιεί κι ο Όμηρος

δήμιος οίκος
(το) σπίτι του λαού

άλιαι ψάμαθοι
αμμουδιές, θαλασσινές φυσικά. Επίκαιρο. Σε βαθμό που δεν είχε τίποτε άλλο να δεις στο σημερινό ΒΗΜΑγκαζίνο.

άνευ(θε) πόνου και ανίας
χωρίς κόπο και προβλήματα. ‘Αβάδιστα’, που λεν κι οι αγγελίες.

άπρακτος ανία
πρόβλημα ή θλίψη για το οποίο / για την οποία δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Απολύτως τίποτα.

άπαστος (κάποιου πράγματος)
αυτός που δεν έχει δοκιμάσει κάτι, π.χ. «Ο Φώτης είναι άπαστος φούντας.» Αυτό θα αρέσει πάρα πολύ στον Πλωρίτη και στο Γιανναρά. Φαντάζομαι, λ.χ.: «ο Χ είναι άπαστος ήθους / παιδείας» κ.ο.κ.

άττα
προσφώνηση τύπου ‘ντάντυ’, ‘ρε θείο’ ή ‘μπάρμπα’. Κατάλληλο ιδίως για Κυπραίους. (Προσέξτε τι θα μου γράψετε στα σχόλια επ’ αυτού, διότι είναι προφανώς προελληνική λέξη και, μάλλον συμπτωματικά, κοινότατη στις τουρκικές γλώσσες και παραπέρα. Κοινώς, μη μ’ αρχίσετε με «αχ, καλέ, έτσι το λέμε στην Κάτω Κουτσούφιανη / στη Μικρή Τραχανοπλαγιά / στο Βγέθι / στον Πάνω Ζεματισμένο — άρα είμαστε Αχαιοί!»)

λάινος ουδός
κατώφλι που αστράφτει. Το πουλάω στην Άζαξ για μετοχές της Γιουβέντους, να το κάνει σλόγκαν .

τηλεδαπός
αυτός που είναι πιο μακριά κι από αλλοδαπός. Ωραία ταμπέλα για φασιστόμουτρα που ψάχνουνε να κοτσάρουν νέες ετικέτες στους ξένους. Π.χ. «τουλάχιστον ο Αλβανός από κάτω είναι αλλοδαπός — αμ ο τηλεδαπός που μετακόμισε δίπλα τι διάολο είναι; Κινέζος;»

φαεσίμβροτος
που φέρνει φως στους θνητούς. Ίσως μια χούφτα σπάνιοι άνθρωποι, ίσως και αυτά που λένε και γράφουν και κάνουν. Ίσως, απλώς, ο ήλιος.

Παίζω και μαθαίνω

Με αφορμή τα σχόλια του προηγούμενου ποστ, τα οποία με αποκαλούν μερακλή ποιητή ή μας καλούν να αναβιώσουμε ωραίες ελληνικές λέξεις που μαραζώνουν ανείπωτες χωρίς κανείς να τις γλεντάει, έψαξα και βρήκα μια λίστα λέξεων που είχα ερανίσει όταν διάβαζα την Οδύσσεια. Σας παραθέτω τα χαϊλάιτς μετά συντόμου ερμηνείας:

πολύμυθος
γλωσσοκοπάνα

κακορραφία
καλπουζανιά, μηχανοραφία, πουστιά

βαθύζωνος
με αβυσσαλέο ντεκολτέ (όχι ακριβώς αλλά με το ίδιο εφέ)

καρπαλίμως
σβέλτα, γρήγορα

καλλίσφυρος
με πόδι για φουτ φέτις (ή, έστω, για πέδιλο χρυσό με δεκάποντο τακούνι). Άρεσε στο Σεφέρη.

αγαπάζω
αγαπάω σαν παιδί, αγαπάω. Κάργα, όμως.

ασάμινθος
μπανιέρα

κηληθμός
έκσταση, μάγεμα, γήτεμα, τσιμπουκόπλακα

ασπαστός
τζουτζουκώδης, γλύκα, για φίλημα (ίσως και για τσίμπημα)

μεγαλήτωρ
μεγαλόψυχος, μεγάθυμος, λαρτζ

ανεμώλιος
παπαρολογία, παπαριά, αρμόζων σε κυβερνητικό εκπρόσωπο

φιλοτήσια έργα
χαμούρεμα + φάσωμα + φιστίκωμα, τρία σε ένα

φιλότης
(ευφημιστικά) το αυτό, το απαύτωμα

Με αυτά και παρόμοια εφόδια μπορούμε να πορευθούμε στον 21ο — αρκεί να μην κολλήσει το αναβατόριο (όπως έλεγαν το ascenseur στην Πόλη).

Yakamoz

Σκέφτομαι πολύ τις τελευταίες μέρες την αβάσταχτα επιθετική αγένεια των Ελλήνων. Τέτοια επιθετική αγένεια χαρακτηρίζει μόνον εμάς, τους Ισραηλινούς και τους Ιταλούς: λαούς δηλαδή με τα μυαλά παραφουσκωμένα από σχολεία όπου μάς διδάσκουν πως ο κόσμος αυτοδικαίως μάς ανήκει, κυρίως λόγω ενδόξων προγόνων και των έργων, καμωμάτων ή κατορθωμάτων τους. Τρομάρα.

Αλλά δε θα γράψω γι’ αυτό.

Πριν χρόνια, μία καλή συνάδελφος και φίλη από την Τουρκία καθόταν μαζί μου πάνω στον λεγόμενο Πύργο του Οθέλλου στην Αμμόχωστο και συζητούσαμε κοιτώντας το άδειο λιμάνι με κάποια θλίψη. Μετά με πήγε τσάρκα με το αυτοκίνητο μέσα στην απαγορευμένη ζώνη πίσω από την πεθαμένη πόλη της Αμμοχώστου (το Βαρώσι), φτάσαμε σχεδόν στη γραμμή αντιπαράταξης.

«Τι έχουμε κάνει σε αυτόν τον τόπο»
«Όχι εμείς, οι πατεράδες μας.»

Όταν αναπόφευκτα μάς σταμάτησε ο φαντάρος, μια ανάσα από το φυλάκιο και με το ελληνοκυπριακό φυλάκιο να φαίνεται ξεκάθαρα απέναντι, εγώ έκανα το παπί, όπως είχαμε συμφωνήσει. Ήταν ευγενέστερος από πολλούς συνοριοφρουρούς. Η φίλη μου «φόρεσε» (που λεν κι οι Εγγλέζοι) την πιο «ρε συ παμ’ πλατεία» προφορά της Ιστανμπούλ που τής επέτρεπαν τα χρόνια μας (δεν ήμασταν δα και δεκαπεντάχρονα) και είπε στον φαντάρο πως χαθήκαμε και συγγνώμη και «αμάν πού είμαστε;». Ο στυγνός πλην ευγενέστατος ολετήρας της ελληνικής πατρίδας μάς υπέδειξε ευγενικά πώς να γυρίσουμε πίσω στην Αμμόχωστο. Δεν ανέφερε πως μέχρι να φτάσουμε εκεί που είχαμε φτάσει είχαμε περάσει από καμμιά δεκαριά πινακίδες με περιεχόμενο τύπου ‘δρόμος κλειστός’, ‘απαγορεύεται’, ‘σταμάτα’, ‘πού πας;’, ‘ίσα ρε!’ και ούτω καθεξής — «χαζοί σταμπουλιώτες», θα σκέφτηκε.

Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο, όπως προχτές. Μου έδειξε τη μαρμαρυγή του φεγγαρόφωτου πάνω στη θάλασσα:

«Και γι’ αυτό έχουμε ελληνική λέξη.»
«Για ποιο;»
«Yakamoz
«Ποια είναι η ελληνική λέξη;», ρώτησα.
«Ε, μάλλον ‘yakamos’.»
«Μάλλον ‘διακαμός‘ θα έπρεπε να είναι. Δεν την ξέρω», είπα.

Ούτε και κανένας άλλος. Η λέξη ‘διακαμός’ δε φαίνεται να υπάρχει πουθενά σε λεξικά, ενώ όπου παρατίθεται ονλάιν τη δίνουν ως ‘αποθησαύριστη‘ (αυτό δεν ξέρω τι σημαίνει) ή αμάρτυρη. Εν ολίγοις, είμαι ευγνώμων που οι βρωμότουρκοι διασώζουν αυτή τη δίχως άλλο πανάρχαια ελληνική λέξη η οποία ποιητικά παρουσιάζει το φεγγάρι να καίει τη θάλασσα με τη χλωμή φωτιά του. Διότι οι λέξεις έχουν σημασία και ουσία. Τίποτε άλλο.

Ο Διάβολος εν Τουρκία

24796550_301598003578540_8381147941965129020_n

εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν. τι δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς, ή πώς ερείς τω αδελφώ σου «άφες εκβάλω το κάρφος εκ του οφθαλμού σου» και ιδού η δοκός εν τω οφθαλμώ σου. υποκριτά, έκβαλε πρώτον εκ του οφθαλμού σου την δοκόν και τότε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού του αδελφού σου

Κατά Ματθαίον 7, 3-5

There are others who commit worse crimes, and it is convenient to focus on them, not those for which we are responsible and can therefore easily bring to an end.
[Υπάρχουν κι άλλοι που διαπράττουν χειρότερα εγκλήματα και είναι πολύ βολικό να ασχολούμαστε με αυτά παρά με εκείνα για τα οποία είμαστε εμείς υπεύθυνοι και άρα μπορούμε εύκολα να σταματήσουμε.]

Μου είπε κάποτε ένας πατριώτης Κύπριος γιατρός, ο οποίος ζει στη Θεσσαλονίκη εδώ και τριάντα χρόνια, πως αδυνατώ να κατανοήσω τις κυπριακές πραγματικότητες και ότι είμαι φιλότουρκος. Όσον αφορά τις «πραγματικότητες», εννοείται, πώς να τις κατανοήσω, κατανοούνται; Ακατανόητες είναι, εδώ τις ελληνικές πραγματικότητες δεν μπορώ να κατανοήσω. Όσο για το ‘φιλότουρκος’, φυσικά και δεν είμαι, αν και μάλλον είμαι Τούρκος, τουλάχιστον θα μπορούσα, δεν ξέρω: δεν έχω μελετήσει τους περί υπηκοότητας νόμους της γείτονος, ωστόσο υποπτεύομαι πως προστατεύουν αρκούντως τον τουρκισμό από ξένα σώματα όπως εγώ.

Πώς μπορεί στ’ αλήθεια να είναι κανείς φιλότουρκος. Ακόμα και εάν ξεπερνούσε το πανευρωπαϊκό αντιτουρκικό αντανακλαστικό (τουλάχιστον από την πολιορκία της Βιέννης και ύστερα), ακόμα και εάν ξεπερνούσε τον αραβικό αντιτουρκισμό (μουσουλμάνοι της πλάκας — ούτε αραβικά δεν ξέρουν), ακόμα και αν ξεπερνούσε τον οριενταλισμό που παίρνει και τους Τούρκους σβάρνα, ακόμα και εάν παρέκαμπτε την εικόνα του ‘Αλλου, βρωμύλου, βάρβαρου, γλείφτη, κομπλεξικού Τούρκου την οποία επανειλημμένα ενσαρκώνει η κοινή μας κουλτούρα, από τον Σαίξπηρ και τον Θερβάντες έως το ‘Τοπκαπί’, το ‘Αραράτ’ και το ‘Από τη Ρωσία με αγάπη’, υποστασιάζοντας τα παραπάνω αντανακλαστικά, θα είχε κανείς σοβαρά πραγματικά προβλήματα στο να γίνει φιλότουρκος: τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων στην εν λόγω χώρα, το πολιτικό παράδοξο να υπερασπίζεται τον ‘ευρωπαϊσμό’ της ένα στυγνό στρατιωτικό κατεστημένο, τα ανά δεκαετία πραξικοπήματα που διοργανώνονται εκεί, το κουρδικό, τη γενοκτονία των Αρμενίων και την άρνηση να την αναγνωρίσουν, τη (μέχρι πρότινος) αποτελεσματικότερη διπλωματία του πλανήτη με ένα και μόνο δόγμα: παρελκυστική τακτική (αυτή έπαιζε πολύ επί Ψυχρού Πολέμου, τώρα απλώς εξοργίζει — βλέπε και τα βάσανα των όψιμων ακολούθων της όπως κάποιος Τ. Παπαδόπουλος).

Προφανώς, η Ελλάδα είναι πολύ πιο ‘πολιτισμένη’ χώρα και θεωρώ κωμική οποιαδήποτε σύγκριση των δύο χωρών, σε όλα τα επίπεδα. Ας πούμε, θεωρώ τουλάχιστον ατυχή επιχειρήματα τύπου «άμα οι Τούρκοι (δηλ. μια χούφτα γκρίζοι καραγκιόζηδες) προπηλακίζουν τον Πατριάρχη γιατί εμείς (δηλ. το ελληνικό κράτος) να τους αφήνουμε (δηλ. τη μειονότητα) να εκλέγουν τον μουφτή τους;» Ωστόσο στην Τουρκία υπάρχει μια δυνατή φωνή αντίστασης εκ μέρους των διανοουμένων της, τους οποίους συνήθως περιμένει τουλάχιστον το κελλί για την παραμικρή αποκοτιά τους. Στην Τουρκία υπάρχει μια γενναία διανόηση που στηλιτεύει και επικρίνει τα κακώς κείμενα, η οποία τολμάει να μιλάει ακόμα και για τουρκικά εγκλήματα.

Αυτό που με προβλήματίζει είναι τι κάνουν οι διανοούμενοι στην Ελλάδα.

(Ο τίτλος της καταχώρισης είναι από ένα ξεχασμένο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, στο οποίο ένας από τους ήρωες έχει το όνομα ‘Βάρθακας’).

[Επίμετρο: ‘Ο Διάβολος εν Τουρκία’ του Στέφανου Ξένου βγήκε πρώτα στα αγγλικά το 1851 και μετά στα ελληνικά το 1862. Μιλάει για τη διαφθορά και γενικότερη αθλιότητα της σουλτανικής Πυλης και καμαρίλας — νομίζω πως ενσωματώνει κι ένα λαβ στόρυ, δεν το έχω διαβάσει.]

Misc

Δε σκεφτόμαστε μόνο με γλώσσα.

Εικόνες
και ένα συναίσθημα σχεδόν ανέκφραστο:


και ακόμα ένα, διαφορετικό όμως:

και πολλές ιδέες για το πώς είναι ο κόσμος ‘στην πραγματικότητα’:


Εικόνες, αφηγήσεις και οι μουσικές τους:

και

"Progressively backwards"

στον Χοιροβοσκό που το ενέπνευσε

Όταν ήμουνα στο σχολείο, ήμουνα το πιο ‘συντηρητικό’ παιδί της τάξης πάνω από το όριο φυτουκλότητας / βλιτοσύνης: δεν κάπνιζα (μέσα ή έξω από τις τουαλέτες), δεν ήμουν ούτε κνίτης ούτε καν Ρήγας Φερραίος, δεν είχα κάνει φούντα, δεν είχα χρησιμοποιήσει κατάληψη για να το κάνω με τη Ρ. (η οποία ήρθε από την Τρίπολη, ανέτρεψε όλες τις γκομενικές ισορροπίες στο Λύκειο και εξαφανίστηκε μέσα σε αραχνοΰφαντα πέπλα και σύννεφα καπνού), δεν είχα πάει στο μπουρδέλο, δεν έπαιρνα τσόντες από το βίντεο κλαμπ, δεν ανήκα σε ναζιστική νεολαία παναθηναϊκών οπαδών — η λίστα είναι μακρόσυρτη και μπανάλ διότι, όπως λέει κι ο Σκοτ Φιτζέραλντ στην πρώτη σελίδα του Γκάτσμπυ, «intimate revelations of young men […] are usually plagiaristic and marred by obvious suppressions» (‘οι εκμυστηρεύσεις των νεαρών είναι συνήθως προϊόντα λογοκλοπής και λεκιασμένες με προφανείς αποσιωπήσεις’).

Δεκαετίες μετά, και ενώ η ευχή που μου τραγουδούσανε κάθε χρόνο ‘με άσπρα μαλλιά’ έχει πιάσει, είμαι πλέον ο πιο αβανγκάρντ, αριστερός, προοδευτικός και γενικά γουάου από τους συνομηλίκους μου πλην ενός (για να μην πω για τους συναδέλφους μου κι έχουμε και λιποθυμίες). Και πάλι δε θα απαριθμήσω τα κριτήρια όσων ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, για να προστατέψω αθώους γύρω μου, όμως μου το λένε συχνά πυκνά, άλλοι με θαυμασμό, άλλοι με περιφρόνηση, άλλοι με απορία.

Άρα, είτε έχω στο μεταξύ πάθει κι εγώ μια δυναμική απελευθέρωση και ριζική χειραφέτηση, είτε η ελληνική κοινωνία τόσα χρόνια προχωρεί δυναμικά προς τα πίσω και δεξιά (ναι, εκεί πίσω από το ντουλάπι όπου φυλάμε τα προικιά, τη σημαία, τα χαρτιά του δανείου και τις πομπές μας).

Διάλογος

Παραθέτω απόσπασμα από συζήτησή μου με τον Τάλω που ίσως έχει κάποιο ευρύτερο ενδιαφέρον. Ξεκίνησα εγώ, μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιες τις απόψεις της συμβίας:

α. Κανείς δε θέλει να μάθει τίποτε από τους άλλους — άλλωστε αυτό σου διδάσκει και το ελληνικό σχολείο,
β. Όσοι είχαν απλώς απόψεις, τώρα — λόγω Ίντερνετ — μπορούνε να βρουν μόνοι τους τις πληροφορίες που έχουν ανάγκη για να στηρίξουν τις απόψεις τους και να γίνουν σεντονάδες (εξακολουθεί φυσικά πάντα να τους λείπει η προπαιδεία, η κατάρτιση, η θεμελίωση και το βασάνισμα των ιδεών από τον ορθό λόγο, τον κοινό νου, την εμπειρία),
γ. Για διάλογο φυσικά, ούτε λόγος (βλέπε α.).

Ο δε Τάλως συμπλήρωσε:

α. Χειρότερα ακόμα… κανένας δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάτι να μάθει από τους άλλους,
β. Το Google έχει κάνει την επιλεκτική τεκμηρίωση «υψηλή τέχνη», οπότε αν ψάχνεις για κάτι να στηρίξεις τις απόψεις σου θα το βρείς (και δεν θα βρεις τα 500 που την καταρρίπτουν),
γ. Γενικά υπάρχει μια άγνοια του τι σημαίνει συζητώ δημόσια (ή ιδιωτικά) και τι σημαίνει επιχειρηματολογία — που προηγείται πολύ του διαδικτύου. Είναι παλιό πρόβλημα (όχι μόνο Ελληνικό, αλλά έντονο εδώ κάτω).

Επί προσωπικού

Βλέποντας την Παρασκευή το πρωί φρέσκια φρέσκια μέσω RSS τη μούρη του von Clausewitz (ινδάλματος των απανταχού γης πολεμοκάπηλων) κάτω από τον σαφέστατο τίτλο «Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού Πολέμου» στενοχωρήθηκα αφάνταστα: το θεώρησα πράξη μπλογκικής αναισθησίας εκ μέρους του αξιόπιστου Μπατζανάκη, μια και περνάμε μέρες πονηρές. Διάβασα προσεκτικά και πολλές φορές το κείμενο που ακολουθούσε, το διάβασα όχι ως λογοτεχνία (όπου η πολυσημία, το διφορούμενο και το διαρκώς διαλανθάνον, αν δεν επιβάλλονται, τουλάχιστον κρύβονται πίσω από τη γωνία) αλλά ως κείμενο άποψης και γνώμης. Με ενόχλησε βαθύτατα. Επαναλαμβάνω, διάβασα το κείμενο, όχι αν το έγραψε ο χ, ο ψ ή ο ω. Όποιος και να το είχε γράψει θα με ενοχλούσε, ακόμα κι ο Έκο ή ο Rakasha. Αντέδρασα.

Να πω και το άλλο, μια και είμαι από αυτούς που δεν πουλάνε μούρη: δεν το ξέρω το έργο του Κονδύλη (πέραν δυο-τριών ανθολογημένων κειμένων εδώ κι εκεί), μάλιστα δε γνωρίζω το έργο πολλών Ελλήνων ‘στοχαστών’ (ναι Γεώργιε, το ‘τρανού’ ήταν ειρωνικό, της αγνοίας μου αν μη τι άλλο): Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Κ. Τσιρόπουλου, Π. Κανελλόπουλου, Ε. Παπανούτσου, Β. Φίλια, Ε. Αρβελέρ, Κ. Τσάτσου, Κ. Αξελού, Κ. Τσουκαλά (αυτού νομίζω πως θα έπρεπε), και άλλων πολλών. Δεν το λέω ούτε για καύχημα, ούτε για να δικαιολογηθώ, ούτε για να ερίσω: δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να ασχοληθώ με πολλά — εδώ τον Hobsbawm δεν έχω τελειώσει ακόμα.

Διάβασα λοιπόν ένα κείμενο ως κείμενο και με ενόχλησε βαθύτατα το (μάλλον ξεκάθαρο) νόημα όσων κατάλαβα από αυτό το κείμενο, όπως με ενόχλησε και η συγκυρία της δημοσίευσής του στο μπλογκ. Δύο πράγματα όμως μου διέφυγαν:

α. Ο Κονδύλης αποτελεί (κατά τα λεγόμενα φίλων, μην ξεχνάτε πως λείπω πάρα πολλά χρόνια από την Ελλάδα) πανίερη αγελάδα των «αντι-ιμπεριαλιστών / κρυπτοεθνικιστών» γιατί του την έπεσε βαρβάρως και άνευ επιχειρημάτων (κατά τις πάγιες πρακτικές της) η παλαιοκομμουνιστική λίγκα φωνασκώντας. Βεβαίως, ουαί κι αλίμονο εάν όποιος υφίσταται τις ασχημοσύνες των παλαιοκομμουνιστών (όπως λ.χ. ο Γιανναράς στο παρελθόν) αναγορεύεται αυτοδικαίως, αναδρομικά και απαρασάλευτα σε αυθεντία, όμως έτσι γίνεται μάλλον.

β. Περί φασισμού: ο Κουκουζέλης με επιτίμησε γιατί έβαλα στη συζήτηση την κατηγορία «φασισμός». Θεώρησε πως επέλεξα να σείσω το μορμολύκειο περιφρονώντας ή αφήνοντας κατά μέρος την επιχειρηματολογία· μάλιστα μου επισήμανε τον καινοπαγή αλλά καίριο νόμο του Godwin. Θα προσπεράσω το ότι κανείς φασίστας δε θέλει να τον αποκαλούν έτσι, αν και είναι σημαντικό, και θα αναφέρω το εξής: πιστεύω πως τα εν σπέρματι στοιχεία και η εν γένει δυνατότητα του φασισμού ενυπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες που είναι οργανωμένες σε κράτη αλλά και σε όλα τα ανθρώπινα όντα που ζουν και αναπτύσσονται σε τέτοιες κοινωνίες — δηλαδή σε όλους μας — είτε λόγω της κρατικής ιδεολογίας, είτε λόγω της ανάγκης (;) μας να συμμορφωνόμαστε και να μη διαφέρουμε. Αυτό το έχω ξεκάθαρο μέσα μου: είμαστε όλοι δυνάμει φασίστες, είμαστε απλώς τυχεροί που δε ζούμε στη Μεσευρώπη του 1933. Η πεποίθησή μου αυτή παγιώθηκε όχι από τα ελλιπή διαβάσματά μου γύρω από την Αναρχία (ρωτήστε την Κυρα-‘Ντολίνα σχετικά με την Αναρχία), αλλά όταν είδα το συγκλονιστικό ‘Νύχτα και Ομίχλη‘ του Ρεναί, τη μία ταινία επί του θέματος που πρέπει να δει κανείς οπωσδήποτε.

Πωπώ κι αμάν

Σήμερα στην πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ: Κανέλλη (αφύσικα σιωπηλή, μπα), Μπίστης και κάτι άλλοι.

Κάτι έλεγε ο Μπίστης, πρέπει, λέει, να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Όταν πήγε ο Ερντογάν στη Θράκη δεν επισκέφθηκε τη μειονότητα ούτε ως μουεζίνης ούτε ως μούφτης. Αλλιώς κάθε ηγέτης μουσουλμανικής χώρας που θα ερχόταν στην Ελλάδα θα τους επισκεπτόταν, όπως, πρόσφατα, ο Πακιστανός πρωθυπουργός.

Εξανίσταται ο ένας από τους δύο παρουσιαστές (ούτε που ξέρω ποιος είναι ποιος, ο ένας λέγεται Λυρίτζης, πάντως) και του λέει:

Δηλαδή θα μας πείτε πως η μειονότητα είναι τουρκική;

Μπα σε καλό του!

Παρενθετικά να παραθέσω τα εξής δύο:

Ο πόνος για ακριβοδίκαιο και λεπτομερή προσδιορισμό και ταξινόμηση μειονοτικών πληθυσμών μας πιάνει μόνο στη Θράκη. Δεν άκουσα, λ.χ., ποτέ δημοσία να διαχωρίζονται οι Μογλενορουμάνοι από τους Αρμάνους από τους Αρβαντόβλαχους και τους Μακεντόβλαχους. Ωστόσο, οι ‘μουσουλμάνοι’ της Θράκης χωρίζονται, βεβαίως βεβαίως, σε Τουρκογενείς, Πομάκους και Αθίγγανους (τι όρος κι αυτός!).

Στην Ελλάδα, η αναγωγή μιας τοπικής ποικιλίας σε γλώσσα είναι δόκιμη και αποδεκτή μόνο για τα πομάκικα — και μάλιστα τώρα τελευταία. Τα αρβανίτικα, τα μακεδονικά (με τις τρεις διαλέκτους τους), οι λατινογενείς ποικιλίες της Νότιας Βαλκανικής (‘βλάχικα’), οι πολλές ποικιλίες των ρομάνι (να τα πω ‘αθιγγάνικα’;) αντιμετωπίζονται είτε ως παραφθαρμένη μορφή κάποιας επίσημης γλώσσας (ελληνικής, βουλγαρικής κ.ο.κ.), είτε καθόλου.