Roma locuta, causa finita

Στον Thomas, εξ αφορμής του ‘My Vocation‘.

Θυμήθηκα σήμερα το βίντεο κλιπ του «Why does my heart» του Moby. Πιο συγκεκριμένα, θυμήθηκα να το βλέπω πρωί στo μικρό χαζοκούτι που είχαμε στη γκαρσονιέρα (κι έχουμε ακόμη), ένα βίντεο κλιπ όπου ο little idiot (βλέπε κάτωθι) προσπαθεί να ανέβει στα αστέρια.

little idiot

Θυμάμαι την αναίτια πίκρα που αυτός ο ‘βλαμμένος’ τυπάκος με τα δυσανάλογα μεγάλα όνειρα (και μάτια) με έκανε να αισθάνομαι πρωί-πρωί, άνεργο και χωρίς μέλλον πίσω από το πέτασμα που, κατά τον Όμηρο, το κρύβει από τα μάτια μας.

Παίχτε μπάλα ρεεεεε

Δεν αναφέρομαι στο επικείμενο ματς με την Αλβανία. Η ελληνική ψυχή θα επικρατήσει και πάλι, όπως και άλλοτε. Γιατί, ως γνωστόν, μόνον οι Έλληνες έχουν ψυχή. Οι κουτόφραγκοι την ξεπούλησαν στο λατινικό ράτσιο (τόσο διαφορετικό από τον λόγο τον ελληνικό), οι Ασιάτες έχουνε περίσσευμα ψυχής και το εκτονώνουν σε αδελφοκτόνους πολέμους και βαρβαρικά έθιμα. Τα έχει πει αυτά κι ο Αριστοτέλης. Και οι Αλβανοί; Αυτοί είναι οι μπάσταρδοι αδερφοί μας, στην καλύτερη περίπτωση. Στη χειρότερη; Μπάσταρδοι απλώς. Δέστε πόσο κομφορμιστική είναι η εθνικοφροσύνη: σε κρίνει από το αν η μανούλα σου ήτανε παντρεμένη με τον μπαμπά σου. Η μητέρα η δικιά μας, που βγάζει μαυροτσούκαλα τουρκόσπορα και γασμούλα ξανθογάλανα, καθώς και όλα τα ενδιάμεσα σχέδια και χρώματα, τον είχε τελικά στεφανωθεί τον συγχωρεμένο;

Όχι λοιπόν, θα σας πω για μια είδηση που μισοάκουσα τρώγοντας σουβλάκια: ό,τι δεν έπιασα να το συμπληρώσετε, σας παρακαλώ, να μην παραπληροφορούμε. Η ομάδα της Βουλής των Ελλήνων δεν έπαιξε σε ματς με την Τουρκία γιατί αυτοί οι διάολες (που λένε και τα Ημισκούμπρια) κάλεσαν την ομάδα των «Σκοπίων» ως Μακεδονία. Οι βουλευτές μας επισήμαναν ότι κάτι τέτοια οδηγούνε τα Σκόπια σε απομόνωση. Ναι.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Τι θα είχε γίνει στην Ελλάδα αν κάποιοι γείτονες μας αποκαλούσαν Αθήνα (με το ιστορικό επιχείρημα πως οι Αρχαίοι Έλληνες είναι όλοι νεκροί); Αλλά εμείς έχουμε τα λεφτά (όχι αυτοί), εμείς είμαστε στην ΕΕ (ας ανήκανε κι αυτοί στη Δύση, τιτοϊκοί βρομορεβιζιονιστές), και θα λέμε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας και Σκόπια και Τέτοβο και Μοναστήρι και Βαρδαρία, και όπως γουστάρουμε — κι άσε τον υπόλοιπο κόσμο στην πλάνη του.

Έτσι, επειδή γουστάρουμε λέγαμε τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου ‘Αλβανόφωνους’ (μάλλον μην τυχόν και πικαριστούν οι Σέρβοι αδερφοί και πάνε να ξεπλύνουνε τα ντόλαρς σε άλλη βρύση), κι επειδή γουστάρουμε ονομάζουμε όσους Τούρκους της Θράκης Μουσουλμάνους. (Αλήθεια, η Συνθήκη της Λωζάννης πώς αποκαλεί τους συμπατριώτες μου στην Πόλη; Να ξέρω, αφού εμείς με τη Συνθήκη της Λωζάννης συμπλέουμε.) Δε λες πάλι καλά που δεν έχουμε γνώμη για το πώς πρέπει οι Μολδαβοί (πόρνες και ξεβράκωτοι εξ ορισμού σχεδόν) να αποκαλούνε τη χώρα τους; Κι ευτυχώς το Λουξεμβούργο είναι πιο φραγκωμένο από εμάς, μπορεί να κάναμε λόμπυ με το Vlaams Blok για να τους την πέσουμε… Πάντως, εν κατακλείδι, ωραίο αλλά και εύκολο είναι να δικαιώνεις την ιστορία σου εις βάρος των φτωχών.

Άντε, Ελλάς ολέ ολέεεεεε.

[Ενθύμια]

«[…]
Ξύπνησα γύρω στις εννιά, µάλλον αναδύθηκα µέσα από έναν βαρύ ύπνο. Πάλι έχασα το πρωινό και µπήκα έτσι κι αλλιώς για µπάνιο. Στο µυαλό µου επικρατούσε νηνεµία, µια ήρεµη ακίνητη θάλασσα βαρειά ακόµα από το αλάτι του ύπνου. Ντύθηκα, πήρα µαζί και τον χαρτοφύλακά που µού έκανε δώρο ο µπαµπάς αφού θυµήθηκα να βάλω µέσα και το δοκίµιο της διπλωµατικής. Βγήκα στον δρόµο, σήµερα αντί για πνιγηρή ζέστη είχε έναν ανοιξιάτικα έκπαγλο ουρανό µε ελαφρύ αεράκι, γι’ αυτό ο κόσµος κυκλοφορούσε µε κοντοµάνικα και καλτσωµένα σαντάλια (ηµερολογιακά είναι ακόµη καλοκαίρι και δεν έχει χιονιά), η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ θα µπορούσα να πω πως ο καιρός ήτανε δυσάρεστος. Τα φύλλα των δέντρων (που δεν έχει ποτέ αρκετή ζέστη ώστε να τσιτσιριστούν και να σβήσουν νεκρά) θρόιζαν και σηκώνοντας το βλέµµα είδα τη σηµαία του Βατικανού τεράστια να κυµατίζει έξω από την καθολική εστία. Τα παραταγµένα δέντρα σηµατοδοτούσαν την πορεία προς τον τρούλλο του Κολλεγίου, leafy Bloomsbury, όπως µάς το διαφήµιζε ο οδηγός…

Η κεντρική βιβλιοθήκη βρίσκεται ακριβώς κάτω απ’ αυτόν τον τρούλλο. Έδειξα την κάρτα µου στον αγουροξυπνηµένο κι ήδη πηγµένο φύλακα κι ανέβηκα τα σκαλιά. Ακριβώς κάτω από τον τρούλλο, ένα γλυπτό όπου κάποιο τεκνό λογχίζει και ποδοπατάει κάποιον γέροντα, κλασσικά γυµνοί κι οι δύο. ‘Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ καταβάλλει τον Εωσφόρο’. Δεν ήξερα πως είχανε τόση διαφορά ηλικίας αυτοί οι δύο, κανονικά δεν θα έπρεπε… Ωραίο γλυπτό πάντως, έτσι ακαδηµαϊκό. Έφερα γύρω του δυο-τρεις βόλτες. Ο τελευταίος ρόγχος του µιχαηλαγγελικού ιδεώδους, να σαρκώσουµε την πνευµατική ρώµη µέσα από το σωµατικό σφρίγος, να πλάσουµε οµορφιά ώστε να παραστήσουµε αρετή. Ένας ρόγχος παγωµένος και κρυσταλλιασµένος κάτω από τον κολλεγιακό τρούλλο, για τους εκλεκτούς.

flaxman

Μπήκα µέσα στην αίθουσα της βιβλιοθήκης, ξυλεπένδυση, ρολόι, ωραία ψηλά παράθυρα. Αφού βρήκα κάτι εισαγωγικά βιβλία και κάποια έργα αναφοράς που έψαχνα, τα κουβάλησα γύρω γύρω στους διαδρόµους µέχρι που βρήκα θέση. Η αίθουσα µύριζε κάτι ακαθόριστο, ίσως αυτή είναι η µυρωδιά της πολυκαιρίας, που λέει κι ο Ιούλιος Βερν. Ακούµπησα κάποια µικρότερου σχήµατος βιβλία πάνω στο αναλόγιο µπροστά µου κι άρχισα τις αναγνωριστικές αναγνώσεις.

Νύσταζα τώρα αρκετά και ήµουνα και χωρίς καφέ. Είχα κουβαλήσει από τα ράφια και µια σειρά τεσσάρων τόµων µε διάσηµες κατόψεις και τοµές, ‘Architectural Wonders’ λεγόταν, ώστε κάποια στιγµή να κάνω διάλειµµα ξεφυλλίζοντάς τους. Δυστυχώς η ώρα ήτανε δώδεκα και έντεκα ακόµα, πολύ νωρίς για διάλειµµα, όµως είχα βαρεθεί τα θεωρητικά κείµενα και τις συζητήσεις της ανοικειωτικής λειτουργίας του µεταµοντέρνου κτίσµατος όπως εντάσσεται και δεν εντάσσεται µέσα στην µοντερνιστική πόλη. Έτσι αποφάσισα να πάρω µια προκαταβολή από το ‘Architectural Wonders’. Έσπρωξα λοιπόν προς τις άκρες της περιοχής µου όσα περισσότερα ‘χρήσιµα’ βιβλία µπορούσα, τακτοποιώντας πεντ’ έξι σε µια παγόδα στα δεξιά µου και µπουκώνοντας τα υπόλοιπα πάνω στο αναλόγιο µπροστά µου. Άνοιξα λοιπόν έναν από τους τόµους του διαλείµµατος και άνοιξε στον Άγιο Πέτρο. Θυµήθηκα την εκδροµή στη Ρώµη που είχαµε πάει µε τη Σχολή από τη Θεσσαλονίκη, το πρωινό που βγήκαµε από το ξενοδοχείο.

Περιπλανηθήκαµε χωρίς να ξέρουµε ιταλικά, περπατήσαµε χωρίς χάρτη, χαθήκαµε αφού κανείς δεν ήξερε αγγλικά και τελικά βγήκαµε στον Τίβερη, περάσαµε µια γέφυρα και περπατούσαµε κατά µήκος της όχθης, του ‘Lungotevere’. Περάσαµε µπροστά από ένα τερατώδες πέτρινο ψευδοκλασσικιστικό µπάχαλο, το Palazzo di Giustizia ήταν, και αφού γλιτώσαµε από ζουρλαµένα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν από παντού, στο βάθος αντικρίσαµε τον τρούλλο του Αγίου Πέτρου να υψώνεται κάτω από τα σύννεφα, µέσα σε µια ελαφριά καταχνιά, κάτω από έναν λόφο µε γλυπτά δέντρα αλλά σαν να ήτανε στην κορυφή της πόλης και περιβεβληµένος τον θόρυβο της πόλης. Η πόλη µύριζε, µύριζε όπως µυρίζουν εκ των υστέρων όλες οι ευτυχισµένες αναµνήσεις, στατικές και εξιδανικευµένες, κι ας έζεχνε σαπίλα το ποτάµι.

Σταθήκαµε ολόκληρο το γκρουπ, φοιτητές µε µάρσιπους και σακκίδια και παπούτσια αθλητικά µε φθαρµένες µύτες, έλληνες επαρχιώτες, Σαλονικιοί κι επαρχιώτες, να ατενίζουµε έκθαµβοι µε τα µάτια µισόκλειστα από τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα το ποτάµι και τις γέφυρές του και την πόλη γύρω από τον τρούλλο, ασθµαίνοντας από το µεγαλείο. Αριστερά µια γέφυρα µε µπαρόκ αγάλµατα στα παραπέτα της, άγγελοι και άγιοι αγκυλωµένοι στον χρόνο. […] Ο κόσµος έστεκε ακίνητος, αφού δεν χρειαζότανε να πάει πουθενά.

Η Ρώµη έµοιαζε εκείνη την αποκρυσταλλωµένη στιγµή λοιπόν ο τόπος αιωνίων διακοπών, µεγαλείο και έκσταση, θαύµασµα και φως γλυκερό αλλά δελεαστικό. Μας περίµεναν κατόπιν πάµπολλες τουρτόσχηµες εκκλησίες και στενοί βρόµικοι δρόµοι και η σκόνη της πόλης και όλη η µαγεία τους για την οποία µάς προετοίµαζε διακριτικά το εκπαιδευτικό σύστηµα και τα διαβάσµατά µας. Δεν ήµασταν οι τουρίστες της φοιτητικής εκδροµής, παρά ταξιδευτές και οδοιπόροι, περιηγητές µε παρελθόν και αναρίθµητες παραστάσεις, µαγεµένοι από τον Άγιο Πέτρο πάνω από τον Τίβερη και τις γέφυρες όχι γιατί είχαµε δει τη Σαλονίκη και τη Λάρισα και τις Σέρρες και την Κοµοτηνή (εγώ), παρά γιατί γι’ αυτό η Ρώµη υπάρχει και χτιζόταν και υπέστη το 1527 και τους άπλυτους επιδροµείς, ερηµώσεις και µεγάλα σχέδια, άναρχη δόµηση και προγραµµατική πολεδόµηση – για να γοητεύει τους πολυταξιδεµένους και τους κοσµογυρισµένους […]»

Αναγνωστικά Ανάλεκτα

Η φυγή της Σώτης Τριανταφύλλου. Καλά κάνει και γράφει πολλά, τα έχουμε ανάγκη. Ίσως η καλύτερη ελληνίδα πεζογράφος (συμπεριλαμβάνοντας φυσικά και τους άντρες πεζογράφους). Μελό το αφήγημα; Αν είναι έτσι τα μελό, δωσε κι εμένα μπάρμπα.

Ελληνική αϋπνία του Μισέλ Φάις. Ο Φάις γράφει καλά (σώωωπα), αν και υπερβολικά πυκνά ενίοτε και με τρόπο στριφνά υπαινικτικό. Μ’ αρέσει το ξεφλούδισμα που κάνει στον Βιζυηνό, κι ας κακολογεί τον μεγάλο Ροΐδη. Δύο από τις ανθολογημένες λέξεις του Βιζυηνού που μας προσφέρει: ζώπηρον, νέρτερος.

Ο Σολωμός του Αλεξίου. Σολωμός: ανεκδιήγητος (και με τις δύο έννοιες) κι ανεξάντλητος. Διαβάστε φωναχτά:

Αλλ’ ήλιος αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσµοφόρος
από το µαύρο σύγνεφο κι από τη µαύρη πίσσα
ο στύλος φανερώνεται…
…µ’ απάνου τη σηµαία

Τι να γράψουν μετά κι οι Έλληνες σουρρεαλιστές; Άσε δε ο Ελύτης.

Ένα σημείωμα με πολλές ξένες λέξεις

Frustration: λέξη για την οποία δεν υπάρχει μονολεκτική μετάφραση στα ελληνικά (κι αυτό συνεπάγεται πολύ λιγότερα από όσα οι λεξικεντρικοί νομίζουν). Οργή και απογοήτευση μαζί. Ναι, συμφωνήσαμε να μη γίνει αυτός ο χώρος ειδησεογραφικό πρακτορείο, αλλά πώς να νιώσει κανείς διαβάζοντας τη μίνι συνέντευξη Κούγια στο ΒΗΜΑgazino; (Ορίστε, malefic συμπλογκιστή μου, είχαμε δεν είχαμε τον πιάσαμε τον Κούγια.) Τού το είπαν πως θα δημοσιευτεί; Ή πάλι τι να σκεφτεί με το παρόν, και δη την κατώνειας έμπνευσης (ξέρετε τώρα: et praeterea censeo Carthaginem delendam esse) κατακλείδα του;

Είπαμε, αν δε μας φάνε οι πούστηδες, έχουνε πιάσει σειρά οι ξένοι και οι Τούρκοι (άσε δε τις Τουρκάλες). Ξανακυλήσαμε έτσι στην πιο σκληροπυρηνική εκδοχή ενός lato sensu παπανδρεϊσμού, σαν τον πάλαι ποτέ της δεκαετίας του ’80.

Κι είχα σκοπό να σας γράψω κάτι πιπεράτα σεξουαλικά, μπας και αυξήσω λίγο την κίνηση ‘δω μέσα…