Dracarys!

ή Γιατί ο κόσμος απογοητεύτηκε από το Game of Thrones.

Mideast Israel Palestinians

Η διαφορά μεταξύ δυσμενούς κριτικής και απέχθειας είναι σημαντική και προφανής: απεχθάνομαι κάτι που μου λέει ή που μου δείχνει κάτι που δεν θέλω να δω ή να ακούσω.

Για παράδειγμα, ο λόγος που απεχθάνομαι οτιδήποτε έχει ζόμπι είναι η αναιδής ασέβεια απέναντι στους νεκρούς καθώς και το νεοσυντηρητικό και κρυπτοφασιστικό πλαίσιο σχεδόν κάθε αφήγησης με ζόμπι, σύμφωνα τις οποίες αφηγήσεις η συντέλεια είναι αναπόφευκτη και θα έχει τη μορφή ορδών από πεινασμένους, ρακένδυτους και ανεγκέφαλους όχλους από διαβάτες που θα απειλούν λίγους, συνετούς και «άριστους» οπλοφόρους. Με δυο λόγια «ουουου, ψυχολογία των μαζών» και «ουουου, πρόσφυγες πρόσφυγες: κλείστε τα σύνορα».

Πάμε στο Game of Thrones. Αφήνω στην άκρη διάφορα κενά στην πλοκή, κάποια κανονικά χάσματα, ή τη σχέση της σειράς με το βιβλίο, ζητήματα που απασχολούν κυρίως τους φαν.

No happy ending

Η ανάγκη για να καλό τέλος, όπου ο μορφονιός λιγάκι Αλαντίν παντρεύεται τη μορφονιά, μαλαματένια και ξανθιά, και βασιλεύουν μαζί διαψεύδεται σε αργή κίνηση και με προσεγμένη βαναυσότητα. Δεν εκπληρώνεται η παιδική χαρά του καλού και της καλής με τους καταπληκτικούς δράκους και τους στρατούς επιλέκτων, ίσα ίσα: όλα πάνε στραβά με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Άσε που είναι θεια του, κάτι που πάει για στοιχείο σεναρίου πορνό.

Όπως έγραψε την προηγούμενη δεκαετία ο Rakasha σε κείμενο που δεν μπορώ να βρω, το Song of Ice and Fire διακρινόταν ακριβώς για τον ιστορικό και πολιτικό ρεαλισμό του: οι καλοί δεν κερδάνε πάντα ενώ πολλές φορές πεθαίνουν, άσε που δεν είναι πάντοτε σαφές ποιοι είναι οι καλοί, χώρια ότι κανείς δεν είναι 100% καλός ενώ η εξουσία διαφθείρει. Όσο και να προοδεύουμε, έχουμε πάντοτε ανάγκη από αφηγήσεις με καλό τέλος· ωστόσο ήδη από την αρχή του το Game of Thrones δεν υποσχέθηκε κάτι τέτοιο.

The evil that (wo)men do

Μια στυγερή αφήγηση χωρίς καλό τέλος θα ήταν ανεκτή αν οι καλοί έπεφταν μάρτυρες και γίνονταν σπορά ενός νέου καλύτερου κόσμου, προσδοκία προς την οποία το σενάριο της σειράς μας έσπρωξε πονηρά και απατηλά πολλές φορές, εξού και ότι επανειλημμένα περιμέναμε ότι ο Τζον Σνόου ή η Νταινέρυς θα πάνε να συναντήσουν τους προγόνους τους. Δυστυχώς όμως όχι: η ξανθιά καλλονή με τους τρεις δράκους μετατρέπεται σε παρανοϊκό ηγέτη γενοκτονικών διαθέσεων και πλέον δεν συγκρούεται το Καλό (Νταινέρυς) με το Κακό (Σέρσι), παρά δύο διεκδικήτριες του θρόνου εξίσου αδιάφορες για τον εξαθλιωμένο άμαχο λαό.

Ο επίμαχος όγδος κύκλος της σειράς μάς δείχνει ότι ο πόλεμος είναι το απόλυτο κακό, κάτι που θέλουμε να λησμονούμε, ιδίως αν είμαστε δεξιοί θιασώτες των φιλανθρωπικών εισβολών και των «επεμβάσεων» προς αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Οι πόλεις πέφτουν ή παραδίδονται με σφαγές αθώων, είτε πρόκειται για το King’s Landing, είτε είναι η Τριπολιτσά, η Βηρυτός, η Βαγδάτη, η Φαλλούτζα, η Τρίπολη της Λιβύης, το Χαλέπι, η Χομς, η Γάζα ή το Καράκας αύριο μεθαύριο — ακόμα και το ναζιστικό Βερολίνο κι η ναζιστική Δρέσδη. Δεν υπάρχουν  χειρουργικές επεμβάσεις στον πόλεμο, δεν υπάρχουν καθαρές παραδόσεις: όταν πέφτει μια πόλη την πληρώνουν οι αθώοι. Τίποτε στον πόλεμο δεν είναι καθαρό, κάτι που η γενιά μας προτιμά να λησμονεί παρακολουθώντας βομβαρδισμούς και συρράξεις σε ζωντανή αναμετάδοση και προσποιούμενη ότι αποτελούν θέαμα και μόνο ή παρτίδα γεωπολιτικού σκακιού.

Η μακροσκελής και επίτηδες λεπτομερής σκηνή της αναίτιας σφαγής στο King’s Landing όπου εξαθλιωμένοι άνθρωποι θάβονται κάτω από ερείπια ή καίγονται ζωντανοί από δρακογενή ναπάλμ (καθόλου τυχαίο) παραείναι κοντινή μας αλλά και αλλόκοτα απομακρυσμένη από εμάς για να μας αφήσει αδιάφορους. Σκηνές όπως αυτή αποτελούν το μέρος των ηρωικών καταλήψεων και των mission accomplished το οποίο δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να βλέπουμε.

The Stalinator

Πολλοί αριστεροί απεχθάνονται το πώς εξελίσσεται η σειρά γιατί βλέπουν την Νταινέρυς να μετατρέπεται από Λένιν-Τρότσκυ, απελευθερώτρια των σκλάβων και εισηγήτρια λαϊκών σοβιέτ στο Μερήν, σε Στάλιν-Πολ Ποτ (αν ο Πολ Ποτ είχε αεροπορία με ναπάλμ). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Καλήσι του όγδοου κύκλου έχει διολισθήσει κανονικά προς την προσωπολατρία: και απαιτεί υπακοή και θέλει να την αγαπούν (ως μητερούλα). Ταυτόχρονα, ως άλλος Πολ Ποτ αποφασίζει ότι τα πλήθη του King’s Landing αξίζουν θάνατο επειδή δεν εξεγέρθηκαν κατά της τυραννίας και επειδή δεν είναι δεκτικά αναμόρφωσης: όθεν, θα σφαγιαστούν για να ζήσουν οι επόμενες γενιές (εδώ μια παύση πάλι).

Βεβαίως κάποιος (εγώ π.χ.) θα αντέτεινε ότι το Χόλυγουντ για προπαγανδιστικούς λόγους αρέσκεται να παρουσιάζει συστηματικά τον σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό ως περίπου φυσική εξέλιξη κάθε εξεγερτικού και επαναστατικού κινήματος, όπως π.χ. στο The Dark Knight rises του Νόλαν. Ωστόσο η διολίσθηση της Ελευθερώτριας των Σκλάβων σε παρανοϊκή αυταρχική ηγέτιδα γενοκτονικών πρακτικών δεν είναι ούτε αποκλειστικά ψυχολογίστικης φύσεως ούτε γενικό σχόλιο στο πόσο μάταιες είναι οι επαναστάσεις, γιατί απλούστατα στο Westeros δεν υπήρξε πουθενά επανάσταση και στο Westeros η Νταινέρυς / Καλήσι έφτασε ως εισβολέας και διεκδικήτρια θρόνου — κάτι που ο σχωρεμένος ο Βάρυς υπαινίχθηκε πολλάκις. Κάτι σαν την ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν το ’79, ας πούμε.

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ενώ ο Βάρυς μίλησε για την απόλυτη εξουσία και πώς αυτή επηρεάζει τη ζωή και των θάνατο εκατομμυρίων, ο Τύριον κοιτάζει με μεγάλα μάτια την πεφωτισμένη δεσποτεία και προσδοκά το έλεός της. Και πάλι, πράγματα καθημερινά, που δεν θέλουμε να βλέπουμε.

Targaryen

Συναισθησία για το Λονδίνο

Στον Γιώργο Παπακώστα και στον Γιώργο Χρυσικόπουλο

Βλέποντας απόψε Peaky Blinders θυμήθηκα τις πρώτες μέρες μου στο Λονδίνο το 1996. Πέρα από όσα έχω πει εδώ, έφυγα από την Αθήνα γεμάτος προσδοκίες, βεβαίως.

Πολλές από αυτές ήταν προσδοκίες σχετικές με τον καιρό, αφού λαχταρούσα να λυτρωθώ από τη διαρκή τυραννία της ηλιοφάνειας και της ζέστης και να πάω να χωθώ στο πλάγιο φως και το τοπικό χρώμα του Βορρά.

Ακόμα περισσότερες προσδοκίες μου είχαν να κάνουν με τοπία μέσα στην πόλη, όχι όμως όπως τα βλέπαμε στην τηλεόραση ή στο σινεμά αλλά όπως τα έχτιζα στη φαντασία μου με μουσική. Άκουγα τότε Smiths, Orbital, House of Love, Stone Roses, Charlatans, Radiohead, James, Suede, Happy Mondays, Stereophonics, Mansun, Heart Throbs κι ένα σωρό άλλα εφήμερα γκρουπάκια της φάσης Madchester. Περιμένοντας να φύγω για το Λονδίνο άκουγα τη μουσική και έβλεπα μπροστά μου νεφοσκεπή αστικά τοπία, δρόμους και τραίνα μέσα στην τουβλοθύελλα, μέσα στα οποία θα κυκλοφορούσα κι εγώ ευτυχισμένος. Αρκούσαν τα τραγούδια για να μου δώσουν τις εικόνες και τη διάθεση και την ελπίδα — οι μυρωδιές μού διέφευγαν.

Όταν έφτασα πια εκεί το Λονδίνο δεν με γέλασε. Αν και το είχα πλάσει με βάση μουσική γραμμένη όχι απαραίτητα εντός του Μ25, το πραγματικό τοπίο υπήρξε πιστό σε ό,τι είχα φανταστεί και προσδοκήσει.

Αυτή η μουσική και η χώρα που επαγγελλόταν για μένα, τα τοπία που έπλασε στη φαντασία μου ώστε να πάω να τα επισκεφθώ είναι τελικά για μένα η πιο έντονη και διαρκής ανάμνηση που έχω από την Αγγλία, μια χώρα που για εμένα έγινε μια πατρίδα τελικά μέσα σε μόλις έξι χρόνια.

Μετά τα τραγούδια υπάρχουν συναισθήματα, αλλά πιο αχνά πλέον από τα τοπία που δημιούργησαν τα τραγούδια: απελπισία, μοναξιά, ταραχή, πείνα, έκσταση, ελευθερία, ελευθερία, ελευθερία (κι όχι, δεν είναι πάντα ευφρόσυνη η ελευθερία)· υπάρχουν η πρώτη εισπνοή παγωμένου αέρα το πρωί που σε ξυπνάει, τα μακρινά φώτα του Σίτυ τη νύχτα, το Senate House από κάτω προς τα πάνω alzarsi perpendicolarmente, η μυρωδιά καμένου λάστιχου και πίσσας στους σταθμούς, η Waterloo Bridge, η τηγανίλα έξω από τα φισάδικα, η δόξα των χρωμάτων την άνοιξη.

Παραλίγο να σκοτωθώ στο Λονδίνο σχεδόν με τον τρόπο που δολοφονήθηκε ο de Menezes. Στάθηκα όμως τυχερός κι ας κλαιγόμουν κάθε τόσο πως τάχα «London is killing me». Και είπαμε, τα μουσικά τοπία του τα κουβαλάω μέσα μου και επιστρέφουνε σχεδόν σαν οράματα όταν ακούσω το κατάλληλο τραγούδι.

Συντέλεια, ψυχανάλυση, κυριολεξία

art class 1972

Η επιστημονική φαντασία για χρόνια ήθελε να μας πείσει ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι αποπνευματωμένες συνειδητότητες που κατοικούν μέσα σε υπολογιστές ή μηχανήματα, ασώματες και άυλες. Ίσως αυτή η πνευματοκρατική διάθεση να λειτουργούσε ως αντιφώνηση στην ανάδειξη του σώματος που έφεραν τα κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 — του ερωτικού σώματος, ας μη γελιόμαστε, όχι του αντικείμενου εκγύμνασης και επίδειξης που το κατέστησε ο 21ος αιώνας.

Μετά η μαζική κουλτούρα εκστασιάστηκε με τα ζόμπι και τις ταινίες μαζικής καταστροφής. Οι λόγοι αυτής της νοσηρής ενασχόλησης με την καρικατούρα της ανάστασης νεκρών ή με τη συντέλεια έχουνε συζητηθεί ξανά και ξανά. Ίσως να πρόκειται για το υποκατάστατο επανάστασης, ίσως να πρόκειται απλώς για την επίγνωση ότι ο κόσμος όπως μας τον έχτισαν (δείτε τι καλός που είμαι και δεν λέω «καπιταλισμός») δεν πάει άλλο, επίγνωση που συνοδεύεται από γενικευμένη ακηδία κι απροθυμία για κάτι καινούργιο. Ίσως ο κουλ σατανισμός των νεανικών σειρών του νέτφλιξ και ο νεοπουριτανισμός που ευαγγελίζεται να απαιτεί μια ανθρωποθυσία πλανητικών διαστάσεων.

Μετά το Πάσχα έπεσα κατά λάθος σε μία ακόμα τάση: ψυχανάλυση παντού. Είδα τέσσερα επεισόδια του εξαιρετικού Chef’s Table, σε καθένα από αυτά ο σεφ παλεύει με τη σκιά των γονιών του και εξέρχεται συμφιλιωμένος με το ποιος είναι. Ένας αμερικανός σεφ και μια Ινδή σεφ καταφέρνουν μέσα από την τέχνη τους να πάψουν πλέον να αναμετριούνται με τους γονείς τους, με αποτέλεσμα θεραπευτικό — κάτι που ο Τόνυ Σταρκ στο Endgame πετυχαίνει ταξιδεύοντας πίσω στον χρόνο και συζητώντας με τον νεκρό πατέρα του. Ένας Ιταλός σεφ αγκαλιάζει την τέχνη του και με τον τρόπο αυτό ενστερνίζεται το ποιος είναι, χασάπης και μάγειρας, αφήνοντας κατά μέρος το ποιος θα έπρεπε να είναι, δηλαδή κτηνίατρος — κι εδώ μας θυμίζει τον Θωρ, πάλι στο Endgame, που συναντάει τη μαμά του (!) η οποία του διδάσκει το μεγάλο μάθημα: να είναι αυτός που είναι και να μην πασχίζει να γίνει αυτός που θα έπρεπε να είναι. Βεβαίως αυτά σας τα έχει πει προ πολλού ο Σραόσα, αλλά ας μην πλατειάζω.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως αντανακλάται η εκάστοτε ιδεολογία (νεοπουριτανική, αντιδραστική, ψυχοθεραπευτική ή δεν ξέρω τι) απευθείας στα έργα της μαζικής κουλτούρας; Όχι αδιαμεσολάβητα — τα έχει ήδη πει ο Ένγκελς αυτά. Μήπως, αντιστρόφως, ισχύει μια απλοϊκή εκδοχή της θεωρίας της αναπαράστασης, κατά την οποία «κάθετι σε ένα έργο (π.χ. μυθοπλασίας) έχει κοινωνικό αντίκτυπο»; Με άλλα λόγια, άμα βλέπουμε να ψυχαναλύονται υπερήρωες και μάγειρες (έννοιες σχεδόν πια ταυτόσημες για τη μαζική κουλτούρα) θα προκύψει κινηματάκι να πάμε για ψυχοθεραπεία; Υπεραπλουστεύω ίσως αλλά και αυτή η εκδοχή, η δανίκειος και κνιτική, της θεωρίας της αναπαράστασης αποτελεί με τη σειρά της μια απλοϊκή εκδοχή του χύδην μπιχεβιορισμού τύπου «βλέπω βίαιες ταινίες άρα γίνομαι φονιάς». Ωστόσο ούτε η ζωή ούτε η νόηση είναι τόσο απλές. Εκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν γουέστερν, δεν κατέληξαν ούτε πιστολέρο ούτε φονιάδες ιθαγενών. Αυτός που έχει την προδιάθεση και τη ροπή και τη λαχτάρα να γίνει πιστολέρο θα το επιτύχει ακόμα και αν ζει σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον χωρίς βίαιες εικόνες και αφηγήσεις — θα παραδειγματιστεί από μπουγελώματα με τη μάνικα ενδεχομένως.

Γενικότερα, μας έχει καβαλήσει η κυριολεξία, παιδιά. Κι αυτό δεν έχει καθόλου πλάκα.

Ταινίες και σειρές: χαρακτήρες

Screen Shot 2019-03-30 at 10.36.31 PM

Σε ένα πράγμα η σειρά ως είδος υπερέχει από την ταινία: η σειρά δίνει χώρο και ιδίως χρόνο για να χτιστούν και να αναπτυχθούν πραγματικά πολυδιάστατοι χαρακτήρες.

Στην ταινία των 90, 120, άντε 240 λεπτών οι χαρακτήρες αποτυπώνονται συνήθως είτε ως τύποι είτε ως προϊόντα της προσωπικής ιστορίας τους. Επειδή η φόρμα της ταινίας είναι χτισμένη πάνω στο μοντάζ (και προφήτης αυτής ο Αϊζενστάιν), οι χαρακτήρες συντίθενται κυρίως μέσα από τα ανάλογα στιγμιότυπα, ενώ συχνά ο ηθοποιός είναι αναγκασμένος να καταφεύγει σε αυτό που λέγεται overacting.

Απεναντίας στη σειρά, στην καλή σειρά, υπάρχει η ευχέρεια να αναπτυχθεί ο χαρακτήρας μέσα από λίγο ως πολύ σταθερές αφηγήσεις: τον παρακολουθείς σε παράλληλες πλοκές στη δουλειά, στις σχέσεις, στις παρέες κτλ. Με δυο λόγια, άλλο να δίνεις σε έναν χαρακτήρα το πολύ μιάμιση ώρα, άλλο έως και 12 ώρες…

Δεν είναι τυχαίο ότι οι σειρές που αρέσουν είναι ακριβώς εκείνες που σταδιακά σκιαγραφούν χαρακτήρες και μάλιστα χαρακτήρες που δύσκολα περιγράφονται με τρεις τέσσερις λέξεις.

Καραμέλες για την ερμηνεία του κόσμου

ER 1955
Δημόσια βρύση στην Κακοπετριά της Κύπρου (ER: Elizabeth Regina).
Τη δεκαετία του ’80 πάρα πολλοί γκρίνιαζαν με την τάχα καραμέλα «ιμπεριαλισμός», λέγοντας ότι είναι καινούργιο φρούτο ή ότι είναι σλόγκαν των αριστερών. Άλλοι, πιο ψαγμένοι, αναγνώριζαν τον ρόλο του ιμπεριαλισμού σε αυτό που πλέον υποκριτικά αποκαλούμε «γεωπολιτική» όμως επισήμαιναν (ορθώς) τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν για να μας πάνε μετά στα «έτσι είναι η ζωή, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, έχεις μαχαίρι τρως πεπόνι» κτλ.
 
Τη δεκαετία του ’10 πάρα πολλοί γκρινιάζουν με την τάχα καραμέλα «πατριαρχία», λέγοντας ότι είναι καινούργιο φρούτο ή ότι είναι σλόγκαν των φεμινιστριών. Άλλοι, πιο ψαγμένοι, αναγνωρίζουν τον ρόλο του σεξισμού στην καθημερινή ζωή όμως επισημαίνουν (ορθώς) τις σεξιστικές συμπεριφορές και την τρανσφοβία κάποιων φεμινιστριών για να μας πάνε μετά στα «έτσι είναι η ζωή, δεν βγάζεις άκρη, η ανθρώπινη φύση» κτλ.
 
Αν μας ενοχλεί να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα με παιδαριώδεις όρους όπως αγάπη, παιδεία, ανθρωπιά, μέτρο, αυτοσυγκράτηση κτλ. ή με όρους μάρκετινγκ, θα πρέπει επιτέλους να αποδεχθούμε ότι οι ανθρωπιστικές, οι κοινωνικές και οι πολιτικές επιστήμες αναπτύσσουν αναλυτικές κατηγορίες ακριβώς για αυτόν τον σκοπό: την ερμηνεία του κόσμου.

Ομογενοποίηση

American Gods
Από το American Gods του Neil Gaiman

Πριν κάποια χρόνια ψηνόταν μια σπουδαία φάση να πάρω μια σημαντική δουλειά στο Αμέρικα και να μετακομίσω εκεί.

Επειδή στην Αμερική απρόσωπες και αδιάβλητες διαδικασίες δεν παίζουν και επειδή είναι ικανοί να τις δέσουνε φιόγκο τις διαδικασίες προκειμένου να προσλάβουν «τον καταλληλότερο» με περιέφεραν ως δελφίνο γύρω γύρω για τρεις βδομάδες, από τραπέζωμα σε μπαρ και από συνεστίαση σε informal meeting (τάχα), με κάμποσα τσάγια και καφέδες εντωμεταξύ. Σκοπός της περιοδείας ήτανε να γνωριστώ με τα μέλη του Board αλλά και με όσους θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση του Board.

Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, μέρος του αρραβώνα ήταν επίσης να νταραβερίζομαι σε καθημερινή βάση με την Ομογένεια. Οι μη ομογενείς που οργάνωναν το επαγγελματικό προξενιό μού εξήγησαν ότι ναι μεν τη δουλειά την είχα στην τσέπη (κανονικά όμως) κι ότι δεν θα δούλευα ούτε για την Ομογένεια ούτε με την Ομογένεια, πλην όμως έπρεπε η Ομογένεια να με συμπαθήσει. Εγώ ούτε έγλειψα (μπλιαχ) αλλά ούτε ύψωσα τη μαυροκόκκινη· ίσα ίσα, κάθε φορά που άκουγα για την παραχάραξη της Ιστορίας και τους εκ φύσεως αιμοβόρους Τούρκους, τους το γύριζα ξανά και ξανά στο «εθνικόν είναι το αληθές». Διότι όταν τα χρειαστούμε επικαλούμαστε Κόντε, γνωστά πράγματα.

Είχα λοιπόν την ευκαιρία για τρεις βδομάδες να ζήσω συστηματικά το φαινόμενο ελληνική Ομογένεια. Τι Greek Olympics, τι Κατηχητικά, τι «με πήρε τηλέφωνο ο πάτερ να με ρωτήσει γιατί δεν πήγα εκκλησία», τι «αχ μου λείπει η Ελλάδα but it sucks», τι «οι τεμπέληδες Έλληνες ζούνε στην Ελλάδα», τι παρελάσεις, τι μνημόνια που μας χρειάζονται, τι traditional Greek Orthodox values, τι που είμαστε μαλθακοί και δεν πολεμάμε τον Τούρκο να πάρουμε την Πόλη, τι τσολιάδες και δισκοπότηρα, τι βρωμιάρηδες Εβραίοι και τρισχειρότεροι μαύροι — απ’ όλα.

Μετά από τέσσερις-πέντε εβδομάδες η δουλειά που είχα στην τσέπη μού έπεσε από την τσέπη, όχι επειδή δεν άρεσα στην Ομογένεια αλλά γιατί η Ομογένεια είχε άλλα σχέδια τα οποία δεν με περιελάμβαναν. Ένιωσα ρίγη ανακούφισης. Στο κάτω κάτω, αν θέλω να ζήσω στο Κωσταλέξι δεν χρειάζεται να περάσω τον Ατλαντικό.

Σύντομο σχόλιο στην Γκίτα

bhagavadgita

Διάβασα επιτέλους τη Μπαγκαβάτ Γκίτα. Τέσσερα σχόλια ανερμάτιστα:

Η δομή της Γκίτα είναι:

Γιόγκα γιόγκα γιόγκα.
Μετά: γουάου.
Μετά: γιόγκα γιόγκα γιόγκα.

Tα κεφάλαια 7 μέχρι και 11, δηλαδή τα «γουάου», είναι θεσπέσια. Μιλάμε για υπερπαραγωγή. Εκεί μέσα βρίσκεται η επικότερη και πιο θεοτικά όμορφη εικονογραφία που έχω συναντήσει ποτέ σε ιερά κείμενα. Μιλώντας για τον εαυτό του ο Κρίσνα κάνει τους θριαμβεύοντες θεούς των μονοθεϊστικών γραφών να μοιάζουν με υπερήρωες ινδικών b-movie. Μιλάμε για συγκλονιστικό απόσπασμα.

Με την Γκίτα κατάλαβα κι εγώ ότι οι Ινδοί επινόησαν την ολική θρησκεία: μια θρησκεία που δεν αποσκοπεί στο να γίνει μέρος της κοινωνικής σύμβασης ή και της καθημερινής ζωής παρά αποτελεί το ίδιο το νόημα της ζωής και τον προορισμό της. Η γιόγκα, όπως διδάσκεται από τον Κρίσνα, γίνεται όντως ένωση με το Απόλυτο, είναι όντως υπερβατική.

Επιπλέον κατάλαβα ότι για τους Ινδούς οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες πιθανότατα μοιάζουνε με τρεις εκδοχές της ίδιας θρησκείας. Μέσα στην Γκίτα ο Κρίσνα τα χώνει δυο-τρεις φορές στις Βέδες γιατί αποτελούν «ατελή σκιά» κτλ., καλή ώρα όπως ο Παύλος τα χώνει στην Τορά και τον μωσαϊκό Νόμο, ενώ ο Ίδιος είναι ο συγγραφέας τους και το πλήρωμά τους και η υπέρβασή τους. Οι μεσογειακοί φτιάξαμε δύο (και τρεις) θρησκείες με αφορμή τις Γραφές και τον ρόλο τους, οι Ινδοί θα τις θεωρούσαν και τις τρεις θρησκείες εκδοχές του Ιουδαϊσμού και δεν βαριέσαι.

Τέλος, η μονοθεϊστική θεολογία έχει απορροφήσει μπόλικη Γκίτα και παριστάνει ότι δεν το ξέρει: οι Ινδοί επινόησαν την υπερβατική θεότητα, η οποία μάλιστα στην Γκίτα συνυπάρχει με 2-3 πάνθεα «κανονικών» θεών. Επίσης, βεβαίως, επινόησαν την ενανθρώπιση και την ένωση με το θείο και την ενατένιση του θείου και τη σημασία της πίστης σε αντίθεση με την προσκόλληση στην τελετουργία ― κ.ο.κ. Μέχρι και Θεοφάνεια περιέχει το κείμενο, τα οποία όμως δεν περιγράφονται…

Η χαρά του έρωτα

49351207_325396214851635_3629325043898515456_n
Φωτογραφία του Antoine d’Agata

Έλεγα πριν λίγους μήνες:

Κάθε σκέψη και κάθε φαντασία λαγνική είναι κίνηση είτε προς ένα μέλλον επιθυμητό, είτε νοσταλγικά προς το παρελθόν. Ως γνωστόν στο γαμήσι, την ώρα εκείνη, δεν σκέφτεσαι ποσώς αλλά υπάρχεις μόνο και, αν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι με τον τρόπο της μέθης και στον ρυθμό της περίπτυξης: είτε σε αντιχρονισμό με τον ρυθμό της περίπτυξης είτε με τρόπο σόλο τζαζ ή άριας αν δεν έχει έρθει ακόμα ή ώρα της περίπτυξης. Αλλά το ουσιώδες στο γαμήσι δεν μπορεί να είναι η όποια σκέψη, είναι ότι υπάρχεις. Καθαρή ύπαρξη, που λέμε.

Απόψε σκεφτόμουν για το ίχνος της χαράς που αφήνουν κάποιοι άνθρωπο στη ζωή μας. Τα τραγούδια μάς μαθαίνουν να θυμόμαστε τον πόνο και τον χωρισμό. Αναπόφευκτοι είναι. Εξίσου αναπόφευκτες είναι η στέρηση και η νοσταλγία. Τέλος, πιθανότατα θα ποθήσουμε λάθος ανθρώπους και οπωσδήποτε θα μας ποθήσουν λάθος άνθρωποι. Οι ζημιές και τα τραύματα είναι αναπόφευκτα. Δεν γίνεται όμως να αυτονομούνται όλα αυτά υπό μορφή καψούρας και να παραγνωρίζεται το ίχνος της χαράς. Γιατί κάποιοι άνθρωποι αφήνουν τελικά ίχνος χαράς μέσα μας· ακόμα κι αν έχει λήξει η σχέση τους μαζί μας, προσωρινά ή για πάντα.

Ελπίζοντας ότι ζούμε στην αρχή μιας εποχής στην οποία οι άνθρωποι θα προτιμούν και θα διεκδικούν την ερωτική μοναξιά από μια ανταλλακτική ερωτική σχέση (μέσα σε συμβίωση ή και όχι), νομίζω ότι σιγά σιγά πρέπει να απεκδυόμαστε τις εξιδανικεύσεις. Δεν λέω, πολλές εξιδανικεύσεις γύρω από τον έρωτα ερεθίζουν όπως σε ένα πιο χειροπιαστό επίπεδο ξεσηκώνουν κάποια εσώρουχα. Όμως ίσως πρέπει να μπορούμε να πάμε παραπέρα, να παραμερίσουμε τα στρινγκάκια, να ξεκουμπώσουμε τους κορσέδες, να βγάλουμε τις κάλτσες.

Από την εξιδανίκευση του έρωτα και την αποθέωσή του να προχωρήσουμε προς ένα πιο συναισθητικό τρόπο να λαγνουργούμε και να γαμιόμαστε, άλλωστε την καύλα την πολλαπλασιάζει η καύλα που προκαλούμε: δεν χρειάζεται να κάνεις χατήρια αλλά, άμα σου αρέσει ο άλφα ή ο βήτα τρόπος, είναι ωραίο να καυλώσεις περισσότερο καυλώνοντας τον άλλο ή την άλλη. Ίσως επίσης θα έπρεπε να αποσυνδέσουμε τον έρωτα από την αναζήτηση της αγάπης και της συμβίωσης. Είναι φενάκη η χρήση του έρωτα ως προϋπόθεσης της αγάπης: η αγάπη εμφανίζεται σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα (που είπε κι ο Άλλος), ούτε καλλιεργείται ούτε ενθαρρύνεται λόγω συμβατότητας χαρακτήρων ή σεξουαλικής συμβατότητας ή δεν ξέρω τι άλλο μάς λένε τα σάιτ και τα περιοδικά και τα εγχειρίδια ευ ζην. Όπως είπε και ο Ίδιος, η αγάπη φυσάει όπου φυσάει και δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Η κατάχρηση της «αγάπης» ως ερμηνείας και η στανική προσδοκία της είναι αιτίες βαθειάς και στυγερής δυστυχίας.

Ίσως λοιπόν αν προσπαθούμε να είμαστε τσαχπίνηδες, εργατικοί κι ενσυναισθητικοί εραστές χωρίς να νιώθουμε ότι έχουμε αντίπαλο ή πελάτη από πάνω μας ή από κάτω μας ή σε όποια άλλη θέση και αν πάψουμε να θεωρούμε τον έρωτα ως προθάλαμο άλλων μεγάλων αφηγήσεων και τον ζούμε σαν ένα εκτεταμένο τώρα (όταν και εφόσον), ίσως έτσι να μπορούμε να μάθουμε να δεχόμαστε τη χαρά και να μένουμε σε αυτή. Ίσως έτσι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να δεχτούμε την αγάπη, που έρχεται απροειδοποίητη φυσώντας προς όπου φυσάει.

Γιατί αν το ίχνος της χαράς από τους άλλους ανθρώπους είναι σαν σφραγίδα και σαν τατουάζ, το ίχνος της αγάπης είναι η ίδια η χαρά που ζει μέσα μας ακμαία ως η χαρά η ίδια, παρά ως ανάμνηση χαράς.

Καρκινικά

P1050418.JPG

Το πρωί πήγα να πάρω καφέ και συνάντησα έναν συνάδερφο που βλέπω μια φορά τον μήνα. Τον σύστησα στη φίλη μου που τυχαία πέρναγε από εκεί αλλά ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν το σωστό όνομα.

Δεν θυμάμαι ονόματα ανθρώπων. Από παιδί. Πολλές φορές αυτό δικαίως παρεξηγείται ως αδιαφορία, αλλά εδώ δεν θυμόμουν ονόματα κοριτσιών που μου άρεσαν. Απεναντίας θυμάμαι ονόματα λογοτεχνικών ηρώων. Θυμαμαι λόγου χάρη τον Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες.

Ο Χλάντνικ συνελήφθη από τους ναζί και όσο ήταν έγκλειστος έβαλε τον εαυτό του να σκεφτεί κάθε λογής συμφορά, πεπεισμένος ότι άν σκεφτεί κάτι κακό δεν πρόκειται να του συμβεί: με το να σκεφτείς δυσάρεστα ή φρικτά ενδεχόμενα, με το να τα περιμένεις, τα αποτρέπεις. Αυτή η μαγική μέθοδος οξύμωρα συνυπάρχει μέσα μου με την ασυμβίβαστη δοξασία του «κατά φωνή κι ο διάολος» (ναι, μεταξύ γαϊδάρου και speaking of the devil).

Η μάνα μου κλίνει σαφώς προς τη σχολή του να μην πιάνεις στο στόμα σου το κακό. Από τότε που τη θυμάμαι φοβάται τον καρκίνο. Είναι ογδόντα χρονών, την έχουνε βρει ένα σωρό, τα έχει ξεπεράσει όλα ή τους έχει υποταχτεί (οι αντοχές μας δεν είναι ανεξάντλητες) αλλά από καρκίνο τίποτα προς το παρόν. Στο μεταξύ έχει χάσει δύο αδερφούς από την αρρώστια, χωρίς να υπάρχει σαφής κληρονομική προδιάθεση — έτσι μας λένε.

Έχω κληρονομήσει την καρκινοφοβία της μάνας μου. Στον γιατρό θα τρέξω μόνον αν νομίζω ότι έχω καρκίνο (συνήθως σε περιόδους άγχους ή θλίψης) ή ότι κινδυνεύω να παραμορφωθώ, όλα τα άλλα εντάξει, μια χαρά, είμαι βράχος, είμαι θύελλα, είμαι δέντρο κτλ. Ναι, ξέρω: νευρωσάρα. Και η καρκινοφοβία ξεκίνησε όταν ήμουν μικρός.

Ερχόταν λοιπόν ο παππούς ο Πολίτης στο σπίτι κάθε Κυριακή και μου έλεγε ότι στην Πόλη του 1919 τού έμαθαν δύο καρκινικές επιγραφές. Κλώτσαγα λίγο στο «καρκινικές», ακόμα δεν είχα μάθει τι είναι palindrome. Μου έλεγε λοιπόν ότι η μία επιγραφή είναι η πασίγνωστη

ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

που δεν καταλάβαινα και με ζόριζε: τότε με ενοχλούσε να μην καταλαβαίνω κάτι, με το να μην καταλαβαίνω με συμφιλίωσε η ποίηση, πάρα πολύ αργότερα. Ο παππούς μου καθόταν και μου το εξηγούσε αλλά εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω πώς ξεπλένονται τα ανομήματα με νερό.

Η άλλη καρκινική επιγραφή ήτανε χειρότερη:

ΑΝΑΣΤΑΣΚΑΜΠΑΚΣΑΤΣΑΝΑ

«Τι λέει εδώ ρε παππού;»
«Αναστάς καμπάκ σατσάνα.»
«Τι θα πει;»
«Ο Αναστάσης πουλάει κολοκύθια.»
«Σε ποια γλώσσα;»

Κι εδώ άρχιζε το πρόβλημα γιατί ο παππούς ο Πολίτης, όπως πολλοί Πολίτες, ήταν μισότουρκος, και πώς να πει στον εγγονό ότι ήταν τούρκικα; Με τα πολλά τον κατάφερα και τον ρώτησα αν είναι πραγματική καρκινική επιγραφή, αφού τα τούρκικα δεν γράφονται με ελληνικά γράμματα. Η απάντησή του ήταν ότι «ναι, αλλά άμα τη γράψεις με ελληνικά γράμματα, η πρόταση είναι καρκινική».

Κάπου εδώ βρίσκεται κρυμμένη μια μεταφορά για τη μνήμη και το ασυνείδητο. Ίσως.

Άγιο Φως

Illuminated Letter E, Ezekiel's First Vision

Αντιλαμβάνομαι ότι οι αναγνώστες μου είναι πάρα πολύ ορθολογιστές και εντελώς πεφωτισμένοι. Τολμώ όμως να διαπιστώσω ότι καταλαβαίνουν ελάχιστα την ορθόδοξη πίστη και στη θεολογική της διάσταση και στην καθημερινή μπρουτάλ ευλάβειά της.

Ας δούμε πρώτα τι πίστευε μέχρι προχθές ο μέσος πιστός για το Άγιο Φως: ότι βγαίνει από μια ρωγμή μιας από τις κολώνες του Ναού της Αναστάσεως ή ότι πηγάζει από τον Πανάγιο Τάφο· ότι μπαίνει στον Πανάγιο Τάφο ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων φορώντας μόνο ένα αντερί με σκοπό την αφή του· ότι στην πρωτογενή του μορφή, εν τη γενέσει του, το Άγιο Φως είναι ψηλαφητό και σαν ενός είδους δροσιά που μπορείς να την αλείψεις στο πρόσωπό σου, κάτι που το βεβαιώναν είτε εξ ακοής είτε ως αυτόπτες δεκάδες χατζήδες· μετά σταδιακά αυτή η έρση θηλεία μετουσιωνόταν σε φλόγα στα φιτίλια των κεριών και των λαμπάδων.

Θα μου πείτε «ποιος τα πίστευε αυτά τα παραμύθια;» Η απάντηση είναι πιο ενδιαφέρουσα από όσο νομίζουν κάποιοι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, εποχή του I want to believe.

Πρώτον, η χριστιανική θρησκεία δεν είναι νεοπλατωνισμός και γνωστικισμός, όχι μόνο καταφάσκει τον υλικό κόσμο και την ανθρώπινη ιστορία αλλά θεμελιώνεται σε αυτά: υποτίθεται ότι το έργο της χριστιανικής σωτηρίας είναι η ανάσταση του σώματος και η θέωση της ύλης, όχι η απόδραση σε πνευματικούς κι άυλους κόσμος. Η ύλη, η ιστορική αλήθεια, τα γεγονότα (θαυμαστά ή μη) είναι κεφαλαιώδους σημασίας για όλα τα χριστιανικά δόγματα: το σαμιώτικο κρασί και το επτάζυμο πρόσφορο είναι το αίμα και το σώμα του «δύο φύσεις και μία υπόσταση» Θεανθρώπου.

Δεν υπάρχει τίποτε συμβολικό και μεταφορικό στη χριστιανική πίστη. Κάθε φορά που η κοινή λογική, η εντελεχής παρατήρηση και η επιστήμη διαψεύδουν χριστιανικές δοξασίες, η χριστιανική πίστη ταμπουρώνεται μέσα στο φρούριο της αλληγορίας αλλά ποτέ δεν οπισθοχωρεί πίσω από το υλικό, το ιστορικό, το πραγματικό: το μάννα μπορεί να ήταν εδώδιμος μύκητας αλλά ήταν πραγματικό και το έκανε ντελίβερυ ο Θεός, ο Χριστός όντως τάισε με πέντε άρτους και δυο ψάρια πλήθος κόσμου, η Παναγία όντως έδιωξε αυτοπροσώπως τους Αβάρους από τα τείχη της Πόλης (όπως παλιότερα το φάσμα Θησέως τους Πέρσες από τη Σαλαμίνα), ο υπερβατικός και απερινόητος Θεός παρίσταται στα μυστήρια κτλ. κτλ. κτλ.

Από αυτή την άποψη, κάθε εμπειρική διάψευση χριστιανικών δοξασιών είναι χρήσιμη και αναγκαία. Οι Ινδουιστές θα σου πούνε ότι, οκέι, ο Σίβα που είναι μπλε γιατί κατάπιε το αρχέγονο φαρμάκι χαλαχάλα ίνα ζήσηται ο κόσμος δεν είναι παρά μια ιδέα ενώ η αρχαία αυτή ιστοριούλα καθαρά συμβολική, άλλωστε δεν βαριέσαι, όλα μάια είναι· οι Χριστιανοί απεναντίας, εκτός από κάτι αφηρημένους Αγγλικανούς, θα σου πουν π.χ. ότι ο Χριστός αναλήφθηκε σωματικώς μετά την ανάστασή του και ζει κάπου στο σύμπαν (ή κάτι τέτοιο) παραμένοντας ατρέπτως Θεάνθρωπος, όχι πάντως ως νεκρό σώμα σε στάση.

Συνεπώς είναι κεφαλαιώδους σημασίας η αποσυναρμολόγηση της χριστιανικής μυθολογίας ακριβώς επειδή η χριστιανική θεολογία έχει εμπειρική βάση, εμπειρική με τον τρόπο της αστρολογίας, της αλχημείας κτλ. Αυτό το γνώριζαν οι αντίχριστοι, οι άθεοι και οι αγνωστικιστές από την πρώτη πεντηκονταετία μ.Χ. και σίγουρα δεν πρόκειται για καινοφανή καμώματα του Ντώκινς, του Χίτσενς και άλλων ιεραποστόλων του νέου αθεϊσμού. Ναι, όντως δεν θα πείσεις ποτέ κανέναν πιστό για τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του υπερβατικού σκέλους της πίστης του: ήδη από τον Απόστολο Παύλο είναι εξασφαλισμένο ότι ο πυρήνας της πίστης (ως μωρίας ή σκανδάλου) θα διαφεύγει κάθε έλεγχο του ορθού λόγου και της εμπειρικής βασάνου. Ταυτόχρονα, ο ίδιος όμως είπε ότι η πίστη του είναι μάταιη αν δεν αναστήθηκε ο Κύριος του: έχουν σημασία τα (όποια) γεγονότα.

Επιπλεον, στην εποχή μας η εμπειρική αναίρεση της χριστιανικής δεισιδαιμονίας και του ψεύδους των μονοθεϊσμών είναι ακόμα πιο αναγκαία. Εδώ στην εποχή των θεωριών συνωμοσίας και των «ντοκυμαντέρ» με σενάρια X-Files, μετά τη συλλογική ανοησία των παολοκοελισμών, του Νιου Έιτζ και της ψευδοεπιστήμης ξέρουμε πολύ καλά ότι η δεισιδαιμονία δεν ηττήθηκε ποτέ από τους ψύχραιμους αρχαγγέλους του Διαφωτισμού, απλώς άλλαξε ονόματα κι αντικείμενο. Ο κόσμος μας είναι πια τόσο εξοικειωμένος με παγκόσμιες συνωμοσίες, τόσο δηλητηριασμένος από αντιεμβολιασμούς και από ψιθύρους για διατροφικές γενοκτονίες (εκτός από τη μία και πραγματική της βιομηχανίας ζάχαρης), βλέπει τόσα σήριαλ όπου η ψυχική ασθένεια τελικά είναι δαιμονισμός και καταδεσμοί, ψηφίζει τόσους τσαρλατάνους πνευματιστές ή αποκρυφιστές ή δεν ξέρω τι, που πρέπει να του εξηγήσεις με απλό τρόπο ότι το Άγιο Φως δεν είναι έρση θηλεία, δεν είναι κάτι υπερφυσικό που μπαίνει στον κόσμο μας μέσα από μια χαραμάδα των νόμων της φύσης, παρά στην καλύτερη περίπτωση είναι κάτι σαν τον αγιασμό: προϊόν των νόμων της φύσης πάνω από τον οποίο απαγγέλθηκαν μεγαλοφώνως ή χαμηλοφώνως επικλήσεις, ξόρκια και ευλογίες.