- να τερματίσει τη Μνημονιοκρατία ή έστω
- να υποταγεί στην τρόικα με αξιοπρέπεια ή έστω
- να προχωρήσει σε κοινωνικές αλλαγές και ρήξεις που δεν κοστίζουνε χρήματα ή έστω
- να εμποδίσει στελέχη του να συμπεριφέρονται όπως οι σκληρυμένοι παλαιοπασόκοι.
Κανονικά το θέμα το έχει καλύψει ο Μιχάλης Παναγιωτάκης. Ας προσθέσω όμως αυτά:
Το ότι πρέπει να προσηλώσουμε το βλέμμα στα εγκλήματα πολέμου που διαπράττονται στην Υεμένη, στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν και στο Ιράκ δεν συνεπάγεται ότι θα αποστρέψουμε το βλέμμα από τη σφαγή στο Χαλέπι και από τα εγκλήματα πολέμου του Άσαντ.
Το ότι οι Αμερικάνοι και η παρέα τους αλλά και οι Ρώσοι είναι ιμπεριαλιστές εγκληματίες δεν σημαίνει ότι ο Ασάντ δεν είναι αιμοσταγής τύραννος.
Το ότι ένας από τους εχθρούς του Άσαντ είναι το Daesh δεν συνεπάγεται ότι ο Άσαντ βρίσκεται εις τόπον Ρούζβελτ: άλλωστε, ένας άλλος εχθρός του είναι π.χ. οι Κούρδοι.
Γενικά, δεν υπάρχει είτε-είτε· νόμιζα ότι αυτά λύθηκαν μετά το ρεσιτάλ άκριτης σερβολαγνίας στον πόλεμο της Βοσνίας, ιδίως μετά το φιάσκο των Ελλήνων αντι-ιμπεριαλιστών που αρνούνταν ότι έγινε τίποτε περιωπής στη Σρεμπρενίτσα.
Επίσης, όσοι πολέμησαν τον ναζισμό στο πλευρό των ιμπεριαλιστών, των σταλινικών και των αποικιοκρατών δεν είχαν όλοι την ψευδαίσθηση ότι τάσσονται με το Καλό εναντίον του Κακού, πολλοί ήξεραν ότι υπερασπίζονται το Κακό απέναντι στο αδιανόητα Χειρότερο:
Τέλος, όσοι απλώς παίρνουμε θέση σε κάτι που μας φαίνεται ντέρμπυ, θα έπρεπε να είμαστε λίγο πιο συνετοί. Θα έπρεπε τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι εν έτει 2016 να ξεχωρίσουμε το Κακό από το Χειρότερο στη Συρία.
Πρέπει να το πάρω απόφαση πως κάποια πράγματα θα λέγονται ξανά και ξανά: ενδεχομένως αυτό να είναι το σωστό. Πρέπει μάλλον να κρατάμε με την πρωτοτυπία μια σχέση σαν αυτή που ιδανικά θα έχουμε με το αλκοόλ: να βασιζόμαστε σε αυτήν να μας χαλαρώσει και να μας κινητοποιήσει αλλά να μην εξαρτώμαστε από αυτήν. Άλλωστε οι ιδέες, πρωτότυπες ή μη, τελικά αποτελούν κι αυτές υλικό: δεν είναι αυτές καθεαυτές σπουδαίες, παρά σπουδαίο μπορεί να γίνει τι φτιάχνεις με αυτές, πώς τις δένεις μαζί και πώς τις στήνεις.
Φαντάζομαι μια κατάσταση όπου μνήμη συγκεκριμένων γεγονότων, εγκυκλοπαιδικών πληροφοριών και κάθε λογής βιωμένων λεπτομερειών δεν υπάρχει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Φαντάζομαι λοιπόν μια κατάσταση όπου είμαστε όλοι καθαρά οι εαυτοί μας και όπου οι γνώσεις μας και η προσωπική ιστορία μας έχουνε καταβυθιστεί μεγαλοπρεπώς μέσα στο ασυνείδητο, ή μάλλον όπου η προσωπική ιστορία και οι γνώσεις μας καταβυθίζονται μέσα σε αυτό με τον ρυθμό που δημιουργείται και που αποκτιούνται.
Φαντάζομαι λοιπόν πως για τα περισσότερα που πρέπει να θυμηθείς αναγκάζεσαι να ανατρέξεις σε αρχεία, ημερολόγια, φωτογραφίες, βίντεο, κείμενα ή το ταμείο της φλυαρίας και της μνήμης που λέγεται διαδίκτυο. Με δυο λόγια, φαντάζομαι μια όλο σφρίγος άνοια, μια αμνησία που θα μας κρατάει προσηλωμένους στο παρόν και δεν θα μας επιτρέπει να αναπολήσουμε ή να νοσταλγήσουμε τίποτα εκτός από αισθήσεις, διαθέσεις και συναισθήματα: φαντάζομαι μια κατάσταση όπου όλα τα συμβάντα, το πότε και πώς και το πού, υπάρχουν μόνον σαν φευγαλέα φώτα στην άβυσσο του ασυνείδητου.
Αν και σε καθεστώς αμνησίας, όποιος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση παραμένει απολύτως ο εαυτός του. Οι έρωτες είναι εντυπωμένοι μέσα του και χαραγμένοι πάνω του — συνήθως υπό τη μορφή ρυτίδων, ή ξαναερωτεύεται ξανά και ξανά και ξανά τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες φυσιογνωμίες, τις ίδιες ιδιοτροπίες, πλάτες, χαρακτήρες, γάμπες, ιδιοσυγκρασίες, φρύδια, παλάμες, γέλια, ιδρώτες… Οι διαθέσεις, οι ευαισθησίες και ο χαρακτήρας, ό,τι βρίσκεται στη σύγκλιση του έμφυτου και της προσωπικής μας ιστορίας (έστω και με τις λεπτομέρειες λησμονημένες), θα χτυπάνε και θα ξυπνάνε ξανά και ξανά με τις ίδιες αφορμές. Ο τρόπος να σκέφτεται και να πλησιάζει τα ζητήματα του βίου και τα αιτήματα εκτός του βίου θα παραμένει ως έχει: όσοι είναι της πρακτικής οδού θα είναι πάντα πρακτικοί, οι παρορμητικοί παρορμητικοί και οι τολμητές τολμητές.
Στα όνειρα θα αναδίδονται στιγμιαία λεπτομέρειες και περιστατικά, που όμως θα είναι ίδια κι απαράλλαχτα με έντονες επιθυμίες, ο πληθυσμός κάποιας πόλης στο Κεντάκυ, που όμως κάλλιστα θα μπορούσε να είναι είτε μια λάθος εκτίμηση είτε ο πληθυσμός κάποιας πόλης που απλώς φαντάστηκες ένα βράδυ του Ιουνίου.
Σημασία δεν έχει η μνήμη, σημασία έχει ο εαυτός μας, η ψυχή μας: η φτιαξιά μας και το πώς μας έχει πλάσει η προσωπική μας ιστορία. Σημασία έχει η δημιουργικότητα και τι την ενεργοποιεί. Κάθε φορά που θα υπάρχει η κατάλληλη αφορμή, θυμόμαστε δεν θυμόμαστε, θα γράψουμε μουσική καυλάντες ή ποιήματα, θα ζωγραφίσουμε, θα τσαπίσουμε τον μπαξέ και θα περιποιηθούμε τις γλάστρες, θα μαγειρέψoυμε ή θα χορέψουμε, θα κουτσομπολέψουμε, θα παίξουμε κιθάρα ή το σωστό τραγούδι, θα βρούμε τον τρόπο, θα παίξουμε το τέλειο μπασκετάκι. Κάθε φορά κι αλλιώτικα, κι ας γυρίζουμε στα ίδια.
Κανα δυο χρόνια αφού τελείωσα το ken, ήθελα να γράψω ακόμα ένα μυθιστόρημα, αλλά σύντομο, σχεδόν νουβέλα. Η υπόθεση θα ήταν ως εξής:
Ο Διάολος κατεβαίνει στην Ελλάδα και χτυπάει την πόρτα ενός ημιάνεργου μοντέλου. Ο μοντέλος ενσαρκώνει όλο το δυνάμει της Ελλάδας του λάιφ στάιλ, μείον τα λεφτά: φυτοζωεί σε μια γκαρσονιέρα, αγκαλιά με το πορτφόλιό του, τον ζουν με χαρτζηλίκια διάφορες ώριμες κυρίες κι ώριμοι κύριοι· αυτός όμως πάνοτε ονειρεύεται να ζήσει το όνειρο της ισχυρής Ελλάδας: κόκα, απενοχοποίηση α λα Μαλβίνα, αποστασιοποιημένη αλλά συνεπής εντρύφηση στον κόσμο της πίστας, fashion, κουραδομαγκιά, φράγκα, γκόμενες, παλάτια — άντε και καλά κρεβάτια.
Ο Διάολος χτυπάει την πόρτα του μοντέλου την ημέρα που κλείνει τα σημαδιακά και προφητικά τριάντα, άρα ενώ ήδη έχει αρχίσει να πηγαίνει για απόσυρση ως μοντέλο. Ο Διάολος του χτυπάει πρωί εφτά η ώρα το κουδούνι, μπαίνει σπίτι του σαν κύριος και του συστήνεται με ένα εντελώς τετριμμένο ονοματεπώνυμο (το έψαχνα), την ώρα που ο ήρωάς μας μισοξυπνάει κακήν κακώς μέσα στο χανγκόβερ και την μπίχλα μετά από τα μύρια όσα. Ανάβει τσιγάρο και του εξηγεί ότι ψάχνει να προσλάβει έναν Αντίχριστο και ότι οι κυνηγοί ταλέντων του κατέληξαν σε αυτόν.
Του εξηγεί τον ρόλο και το job το description του Αντιχρίστου, υπενθυμίζοντάς του την κινηματογραφική τριλογία που δεν έχει δει και παραθέτοντάς του αποσπάσματα από την Αποκάλυψη την οποία αγνοεί. Του λέει ότι μέθοδοι τύπου «Μωρό της Ροζμαρί» ή εικονογραφίες θηρίων με κέρατα δέκα και κεφαλές επτά ανήκουν σε άλλες εποχές, μεσαιωνικές, ιπποτικές κι ηρωικές. Του ζητάει αφενός να μη μεγαλοπιάνεται, γιατί ο ίδιος δεν είναι ο Εωσφόρος παρά κάποιος δαίμονας του τομέα Ανθρώπινου Δυναμικού, αφετέρου να μην έχει προσδοκίες παγκόσμιας κυβέρνησης, απόλυτης εξουσίας κτλ, γιατί αποστολή του είναι να γίνει όχι το ανάποδο του Χριστού και μεσσίας σατανικός παρά ένας θεϊκός Τομ Φορντ, μια αρσενική Κέιτ Μος.
Ο μοντέλος τον περνάει για κάποιον που το έσκασε από ψυχιατρείο και, όπως είναι οι συμβάσεις της μυθοπλασίας, αντί να τον πετάξει έξω, του πιάνει την κουβέντα. Από τον Διάολο μαθαίνει ότι οι δαίμονες δεν έχουνε να κάνουνε με το Απόλυτο Κακό ή με τις Δυνάμεις της Φύσης, παρά είναι κάτι τύποι σαν χαντακωμένοι μικροεπενδυτές που θέλουνε να κάνουνε το μπαμ στο κοσμικο χρηματιστήριο ή στις κοσμικές στήλες του σύμπαντος: τους απασχολεί να φανούν και να δειχτούν και όχι να σφετεριστούν την εξουσία του Ονόματος (έτσι αποκαλούνε τον Θεό), το Οποίο είναι απόμακρο, μπλαζέ και μπαϊλντισμένο ούτως ή άλλως.
Ακολουθούσαν σχεδιάσματα κωμικής βλασφημίας. Υπάρχει ένας διάλογος στον οποίο ο μοντέλος αναρωτιέται πώς οι δαίμονες ανέχονται να τους λατρεύουν οι σατανιστές με σφαγές και ανθρωποθυσίες, αφού κατά βάθος είναι εταιρικά στελέχη που θέλουνε νε πληρωθούν σε μετοχές και μικροεπενδυτές που θέλουν να τζογάρουν. Ο Διάολος ανάβει τσιγάρο, σιάζει την κουστουμιά και απαντάει ότι εδώ το ανέχεται ο Πρίγκηπας της Ειρήνης και Υιός του Ανθρώπου κι ότι ομελέτα χωρίς να σπάσεις αβγά δεν φτιάχνεται.
Η υπόθεση συνεχίζεται με ένα όραμα λίγο σαν αυτό του Χριστού στην έρημο και σαν αυτό του Φάουστ: ο Διάολος αναρπάζει τον μοντέλο, τον παίρνει και τον σηκώνει, και του δείχνει το Ντουμπάι, μεγάλες πίστες και την ανθρωπογεωγραφία τους, boardrooms. Του λέει ότι διάλεξε Έλληνα γιατί κανείς λαός δεν έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του — εκτός από τους Εβραίους που ήδη τους καβάτζωσε το Όνομα. Στην προσπάθειά του να τον πείσει να πει το Ναι, τον δελεάζει με το οτι θα τον κάνει αόρατο και θα τον κάνει αναπόδραστα ορατό: ότι θα του δώσει και ασυλία και την προσοχή των καναλιών και της μηχανής του λάιφ στάιλ. Τον εξορκίζει να το κάνει και να πει το ναι για την Ελλάδα και για το μεγαλείο της, για να ξαναγίνει η Ελλάδα το κέντρο του κόσμου όπως επί Ωνάση, «Ποτέ την Κυριακή» και συρτακίου.
Εγκατέλειψα τον σχεδιασμό του μυθιστορήματος όταν το Κλικ έγινε Nitro (νομίζω, μπορεί και να αναχρονίζω) και όταν διάβασα τον «Μαιτρ και τη Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ· εκεί έμαθα ότι το να φέρεις τον Διάολο στον σύγχρονο κόσμο έχει ξαναγίνει κι έχει ξαναγίνει καλύτερα κι ότι το αποτέλεσμα είναι ανιαρό: πρέπει να είμαι ο μόνος που την πάλεψε να διαβάσει το δεύτερο μέρος του «αριστουργήματος» του Ρώσου. Η χαριστική βολή στο εγχείρημα δόθηκε όταν είδα για τρίτη φορά τον «Δικηγόρο του διαβόλου», οπότε και αντιλήφθηκα ότι ο Διάολός μου έμοιαζε υπερβολικά με τον Αλ Πατσίνο.
Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. «Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα.» Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.
Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.
Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο «πέθανε κι ησύχασε». Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία — ή και παραμύθι — μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.
Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου — όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.
Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.
Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.
Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.
Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.
Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το ’95 και τους αμερικάνικους καφέδες του ’13.
Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του ’95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).
Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και — ναι — μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.
Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: «σε ξέρω», μου λέει, «θα τις χρειαστείς». Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.
Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας — όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν «ευρωπαϊκό χαρμάνι». Πινόταν.
Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.
Πολλές φορές, ως μέρος του αγώνα τους για δικαιώματα, χειραφέτηση και αυτό που λέμε «ορατότητα», δηλαδή αξιοπρέπεια πιο παλιομοδίτικα, πολλοί γκέι καταφεύγουν σε μια σειρά επιχειρημάτων που πάνε ως εξής: όλοι οι στρέιτ άντρες είναι κατά βάθος γκέι ή δοκιμάζουνε σποραδικά τον αντρικό έρωτα ή κατά βάθος θέλουνε να τον δοκιμάσουν αλλά ζορίζονται ή κιοτεύουν. Αυτά συνήθως λέγονται όχι ως μέρος κάποιας στρατηγικής παρά μάλλον αυθόρμητα (και πολλές φορές μετά λόγου γνώσεως): ο γκέι άντρας θα τονίσει σε μια συζήτηση πόσοι κατ’ όνομα στρέιτ άντρες ζουνε διπλές ζωές, ή παίρνονται περιστασιακά (προσθέτοντας καλαμπουράκια για το πώς η αντρίλα και το ματσιλίκι τους συνυπάρχουν με πολύ συγκεκριμένες προτιμήσεις και ροπές). Άλλοι, και πάλι συνήθως βασισμένοι στην εμπειρία τους, θα προσπαθήσουνε να καταδείξουν ότι οι περισσότεροι άντρες είναι αμφισεξουαλικοί, όρος που πάντως αντιπαθούν κάποιοι ακραιφνείς queer ακτιβιστές, ή ότι οι περισσότεροι άντρες είναι bicurious και heteroflexible ή δεν ξέρω τι όρο θα χρησιμοποιήσουν προερχόμενο από την πορνογραφία, που τόσο απροκάλυπτα κι απενοχοποιημένα ― μέχρι και σε επίπεδο θεωρητικής συγκρότησης ― στέργει το γκέι κίνημα.
Φρονώ ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν επιθυμήσει, έστω και μια φορά, κάποιον άντρα, ότι ελάχιστοι άντρες δεν έχουν έστω μισοκαυλώσει στην όψη άλλου αντρικού σώματος. Όταν λοιπόν δω τέτοια σχόλια να αντιμετωπίζονται με αγανάκτηση συνήθως συμπεραίνω είτε ότι έπεσα στην περίπτωση είτε ότι τέτοιες επιθυμίες μάλλον καταπιέζονται απηνώς. Σε γενικές γραμμές, δεν ξετρελαίνομαι για στεγανά και, όπως είπα αλλού, «νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες».
Ωστόσο το επιχείρημα «όλα τα αγοράκια κατά βάθος είμαστε λίγο αδερφές, άρα αποδεχτείτε εμάς τα εντελώς γκέι αγόρια» πάσχει βαριά· μιλάω για τα αγόρια επειδή με τα κορίτσια που θέλουνε (και) κορίτσια τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, βασικά λόγω πατριαρχίας: οι αδερφές είναι εξωμότες, οι λεσβίες είναι κάτι βλαμμένες που είτε δεν βλέπονται είτε δεν τους κόβει να βρουν άντρα είτε δεν έχουνε κανονιστεί δεόντως ακόμα.
Γιατί όμως «πάσχει» το επιχείρημα;
Πρώτον, κανένας αγώνας δεν κερδήθηκε με το να πείσεις τον προνομιούχο (τον στρέιτ άντρα στην περίπτωσή μας) ότι μετέχει της φύσης σου. Το ζήτημα των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων είναι πολιτικό, δεν είναι πρόβλημα του να νιώσουμε όλοι την αγάπη (ή τον φαλλό). Αν οι αγώνες κερδίζονταν με το επιχείρημα «είσαι κι εσύ, προνομιούχε, λιγάκι σαν κι εμένα που με στιγματίζεις», το ισχυρότερο επιχείρημα του φεμινισμού θα ήταν οι μαντράχαλοι που ντύνονται «γυναίκες» (πουτάνες συνήθως) τις Απόκριες.
Δεύτερον, οι δεινότεροι και πιο ακατάβλητοι πολέμιοι των δικαιωμάτων των γκέι αντρών (για να το περιορίσω σε αυτούς) είναι ακριβως κάτι ενοχικές κρυφές αδερφές, αφού «μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. […] μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε». Δεν ξέρω λοιπόν τι εξυπηρετεί να πείσεις ακόμα περισσότερους άντρες ότι θα ήθελαν να παίρνονται κυρίως ή αποκλειστικά με άντρες, μήπως τελικά μάλλον στρατολογείς εχθρούς των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων; ― δεν χρησιμοποιώ τον όρο «ομοφοβία» γιατί όπως δεν είπε ο Μόργκαν Φρήμαν: «Δεν είναι φοβία. Δεν είσαι φοβισμένος, αρχίδι είσαι.»
Ο παππούς μου, όχι ο Πολίτης, ο άλλος, ήταν ένας σιωπηλός άνθρωπος. Μίλαγε ελάχιστα· όταν αποφάσιζε να μιλήσει έλεγε λίγα. Ζύγιζε πάρα πολύ τις κουβέντες του, κι αυτό αναδεικνυόταν ως φρόνηση, σχεδόν στο ύψος αφανούς και χαμηλόφωνης σοφίας, μέσα στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε με τις δυνατότητες που αυτή παρείχε για σαχλαμάρα κι αδολεσχία. Ακόμα και όταν — σπάνια — πήγαινε στο καφενείο του Κ, δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό, μίλαγε ελάχιστα.
Από τον παππού αυτόν πήρα τα μαλλιά. Μικρός ήμουν γλωσσοκοπάνα και μυθομανής. Οι γονείς μου προσπαθούσαν να μη με αποπαίρνουν δημοσία και να μη με χαντακώνουν που έλεγα πολλά και χαζά αλλά κάποτε δεν άντεχαν κι αυτοί: πρέπει να ήμουν εφτά-οχτώ χρονών, όταν μετά από επική ουζοκατάνυξη στο Τηνιακό στην Αλεξάνδρας οι γονείς μου μού εξήγησαν ότι δεν γίνεται να λέω ιστορίες που βγάζω από το κεφάλι μου (τη συγκεκριμένη τη θυμάμαι) μπροστά σε συνάξεις μεγάλων. Η μυθομανία κόπηκε όταν πήγα Α’ Γυμνασίου. Δεν ήθελα πια ούτε να λέω χαζές ιστορίες βγαλμένες από το κεφάλι μου, ποτέ δεν το είχα με την πλοκή, ούτε να είμαι πολυλογάς. Προειδοποιούσε ο παππούς ο άλλος, ο Σταμπουλιώτης, ότι οι Εβραίοι της Σαλονίκης, τους οποίους πρόλαβε όσο έζησε εκεί, είχανε το «πόκος παλάβρας» για απόφθεγμα και προτροπή· έμαθα και στο κατηχητικό πως ο Χριστός προειδοποιεί ότι «πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». Τα πράγματα ήταν επιεικώς ζόρικα.
Βεβαίως σαν τον παππού τον σιωπηλό δεν έγινα ποτέ. Αδυνατώντας να σωπαίνω, είπα να το καλλιεργήσω το χάρισμα. Ξεκίνησα να διαβάζω συστηματικά, όσο μπορούσα, και σιγά σιγά να απογαλακτίζομαι από τις εγκυκλοπαίδειες, τις οποίες χαριτολογούσαν οι συγγενείς ότι έτρωγα σελίδα σελίδα, σε εποχές αθώες: πριν τον τυφλό φονιά στο Όνομα του Ρόδου.
Όταν τελικά ήρθε ο έρωτας, συνέβησαν δύο πράγματα. Αφενός μού άρεσε πολύ. Μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα ποτέ να τον βάλω απέναντι και να τον ενατενίζω ψυχρά και χρηστικά. Κριτικά, ναι, περιδεής και πανικόβλητος, ναι — ψυχρά και χρηστικά ποτέ. Αν δεν μπορώ να είμαι τρυφερός, είμαι ευγενικός και τίμιος, αν δεν είναι για πολύ τιμώ και σέβομαι το λίγο, αν είναι βαθύ δεν το ονομάζω, αν είναι ρηχό ίσως θα πω για τον ιριδισμό του (όπως της λιμνοθάλασσας στον Σολωμό). Αποφεύγω να διεκτραγωδώ τις υπεραναλύσεις εντός μου, εκτός αν με πνίγουν, αποφεύγω τις περιγραφές και τις παραινέσεις και τα «έλα να σου πω». Δεν λέω λέξη παραπάνω από όσα έχω επίγνωση ότι αισθάνομαι. Κι εκεί, ιδίως εκεί, πασχίζω να ακριβολογώ. Ασιανός μεν ενίοτε, ακριβολόγος δε πάντοτε. Κομματάκι φλερύ αλλά κοφτερός σαν ατσάλι γιαπωνέζικο που μας έμαθε ο Ταραντίνο.
Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν δικαιούμαι να λέω τζάμπα λόγια, όμορφα και παχιά, για να γαμήσω. Κάπου εκεί αποφάσισα ότι δεν θα χειριστώ και δεν θα πειθαναγκάσω ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή μπορώ, ίσα ίσα για να με καβαλάν οι όμορφες και να πέφτουνε στο στέρνο μου τα μαλλιά τους. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι θα ζοριστώ αλλά θα ευτυχήσω αν λέω μόνον αυτό που έχω κι αν μολογάω μόνον ό,τι είμαι. Αυτά ρυθμίστηκαν νωρίς και έτσι έμειναν, είναι οι δικές μου παραδόσεις και τα όσια και τα ιερά μου, που λέμε.
Και βεβαίως ευτύχησα. Αλλά γιατί τα λέω αυτά;
Επειδή σκεφτόμουν ότι ο παππούς ο σιωπηλός έκανε τον βίο του λόγο. Δεν μίλαγε είτε γιατί δεν μπορούσε, σφηνωμένος καθώς ήταν μεταξύ τουρκικών και καθαρεύουσας και της διαλέκτου των καραγκούνηδων που δεν πολυεκτιμούσε, είτε γιατί εμποδιζόταν, καθώς είχε οικογένεια και παιδιά και στον κάμπο τα πράγματα γίνονταν κάθε τόσο πολύ βάρβαρα, είτε γιατί αυτός ήταν. Λόγος του παππού ήταν ο βίος του, ότι δεν μπήκε στο μπουρδέλο κι ας του πέταξαν μέσα το καπέλο μέσα κι ότι προτίμησε να πάει σπίτι ασκεπής. Λόγος του ήταν ότι σιώπησε και δεν το διαλάλησε στον καφενέ όταν ενδεχομένως πήγε — όλοι οι άντρες παν αργά ή γρήγορα, έτσι λένε. Λόγος του ήταν το μαντικώς λοξό και πρωτεϊκώς απρόθυμο βλέμμα του όταν τον ρωτάγαμε αν είναι αριστερός ή τι ψηφίζει. Λόγος του ήταν όταν σκυθρώπιασε σαν έμαθε που κάποιο παιδί του δυσαρεστήθηκε με το πώς ρύθμισε τα κληρονομικά.
Εγώ πάλι μιλάω. Δεν ξέρω αν ο βίος μου θα μπορούσε να γίνει λόγος μου, ενδεχομένως όχι. Ο βίος μου στην καλύτερη περίπτωση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δεν ξέρω καν τι θα έλεγε ο βίος μου. Εντάξει, και ο λόγος μου επίσης σημαίνει: δεν με ξετρελαίνει το εξώφθαλμο και το προφανές, ενώ η συνθηματολογία με κάνει και φαγουρίζομαι τρελά. Όμως πολλές φορές αισθάνομαι ότι ο λόγος μου είναι η αλήθεια, όχι ο βίος μου. Κι εν πάση περιπτώσει, ο λόγος μου σημαίνει όπως θέλω εγώ. Γιατί μιλάω επειδή μπορώ να μιλάω και παραιτούμαι από το παραμύθιασμα και την απάτη επειδή έτσι θέλω. Κι όθεν η ζωή μου είναι ο λόγος μου: όσα «ναι» έχω πει και οπωσδήποτε όσα «σ’ αγαπώ» και κάθε παίνεμα και κάθε παράπονο και όλα όσα επιλέγω να φανερώσω μα και κάθε μισοφανερωμένο μυστικό και όλα μα όλα τα παραληρήματα πόθου, οργής, τρυφερότητας, απογοήτευσης και ευγνωμοσύνης.
Κι έτσι μιλάω στον έρωτα σαν φιλαλήθης και σχολαστικός αναλυτικός, κι έτσι μιλάω στη δουλειά και στο κουρμπέτι σαν δειλά ερωτευμένος. Και αυτή είναι η ζωή μου.
Οι ιστορίες που μου λένε οι άλλοι (και οι άλλοι εύκολα μού εκμυστηρεύονται τις ιστορίες και τα μυστικά τους) αποτελούν το σφιχτό ζυμάρι με το οποίο φτιάχνω τις φρατζόλες μου. Προσθέτω αναπόφευκτα το ξινούτσικο προζύμι δικών μου εμπειριών και δικών μου μυστικών, ή τη μαγιά της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης. Αλλά το ζυμάρι μού το παρέχουν οι άλλοι, απλόχερα και δωρεάν.
Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες — ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.
Φυσικά, το πρόβλημα πάει πολύ παραπέρα από το να θέλουμε να οργανώσουμε τις λαγνουργίες μας σαν να είναι τσόντες ή να σκηνοθετήσουμε όσους συμμετέχουνε σε αυτές σαν πορνοστάρ. Στο κάτω κάτω έχει κι αυτό την πλάκα του, όταν δεν γίνεται ζακόνι και καταναγκασμός.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η κοινωνία μάς τσιγκλάει ασταμάτητα και επίμονα να κάνουμε δύο πράγματα, τα οποία αλληλοτροφοδοτούνται: το πρώτο, να κάνουμε τη ζωή μας τσόντα, ρομαντική κομεντί, μυθιστόρημα, υλικό για ανέβασμα στο facebook και στο ίνστα· το δεύτερο, να βρούμε σώνει και καλά τρόπους να ταυτιστούμε, αρνητικά ή θετικά, με αυτό που παρακολουθούμε — ό,τι και να παρακολουθούμε.
Προφανή παραδείγματα της μανίας να ταυτιστούμε προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την πίεση που ασκούν σε όλους μας να σχετιστούμε με ό,τι βλέπουμε, συνήθως σχολιάζοντάς το. Παράλληλα, περιμένουμε από ταινίες και βιβλία να μας πούνε κάτι για τη ζωή μας και μάλιστα με τον τρόπο που θέλουμε εμείς να μας το πουν.
Αυτό το δεύτερο σύμπτωμα της έπειξης να σχετιστούμε, να ταυτιστούμε με κάτι αλλά με τους δικούς μας όρους, σκιαγραφεί πολύ ωραία σε ένα κείμενό της η Rebecca Mead στον New Yorker. Μιλώντας για τη λογοτεχνία και το σινεμά, διαχωρίζει την ταύτιση που αισθανόμαστε με κάποιον λογοτεχνικό ή κινηματογραφικό ήρωα από τη σχετισιμότητα (‘relatability’), δηλαδή από την προσδοκία ή και απαίτηση το ίδιο το έργο «να χωράει στην εμπειρία του αναγνώστη ή να την αντανακλά». Συμπεραίνει η Mead ότι αν η ταύτιση, δυναμική και ενεργητική διαδικασία, είναι αποτέλεσμα του να χρησιμοποιεί ο αναγνώστης ή θεατής το έργο σαν καθρέφτη του, η σχετισιμότητα μοιάζει με σέλφι: επιβεβαιώνει κολακευτικά τον σολιψισμό του θεατή ή αναγνώστη, του λέει αυτό που θέλει να ακούσει και του δείχνει τον εαυτό του με τον τρόπο που θέλει να τον βλέπει.
Από τη μια λοιπόν θέλουμε να κάνουμε τη ζωή μας, ή μέρος της ζωής μας, κάτι σαν κι αυτό που παρακολουθούμε, από την άλλη έχουμε την προσδοκία αυτό που παρακολουθούμε να λέει κάτι σχετικό με τη δικιά μας ζωή και μέσα από τη δική μας ματιά.
Και πάλι, αυτό εικονογραφείται ιδανικά στις αυτοσχέδιες τσόντες που ζευγάρια (ή ομάδες) ανεβάζουν στο ίντερνετ: θέλουνε να μεταφερουνε το είδος, το genre, της τσόντας στη δική τους ερωτοπραξία, την οποία κατόπιν απαθανατίζουν ως μία τσόντα με την οποία θα μπορούνε να σχετιστούν: το ζητούμενο είναι και η εισαγωγή του «ιδανικού» σεξ ως είδους απ’ έξω και η πραγμάτωσή του σε θέαμα με το οποίο οι πρωταγωνιστές του θα μπορούνε να ταυτιστούν.
Άλλο πεδίο στο οποίο εικονογραφείται αυτός ο φαύλος κύκλος είναι η κακή ποίηση: πολλή ποίηση απηχεί ακριβώς τη διάθεση να καταστεί ο βίος του γράφοντος ή της γράφουσας υλικό για ποίηση, η οποία με τη σειρά της θα γραφτεί με αυτοβιογραφισμό και σολιψιστικώς ώστε να μπορεί να σχετιστεί μαζί της ο ίδιος ο γράφων ή η γράφουσα (και μόνο).
Φυσικά πολλοί θέλουμε και τις ιστορίες μας να πούμε και τις σέλφι μας να βγάλουμε. Οπωσδήποτε έχουμε ζήσει στιγμές που αισθανόμασταν ότι ζούμε μέσα σε μια αφήγηση ή σε κάποιο ιδανικά (ο καθείς κατά τα γούστα του) στημένο πλάνο. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν γίνονται απόλυτες και εμμονικώς απαραίτητες αφενός η διάθεση να βγάζουμε σέλφι και να σχετιστούμε με αυτό που βλέπουμε ή διαβάζουμε και αφετέρου η αίσθηση ότι η ζωή μας όλη, ή στην ιδανική της εκδοχή, (πρέπει να) μιμείται την «τέχνη» (η οποία είναι μίμηση της ζωής;).
Φρονώ ότι πρέπει να ξαναβρούμε τη δύσκολη χαρά να ταυτιζόμαστε με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες με τις οποίες δεν μπορούμε με τίποτε να σχετιστούμε, με καταστάσεις, ήρωες και ιδέες που δεν είναι ούτε μέσα από τη ζωή μας ούτε εντός της δικής μας ματιάς και νοοτροπίας. Αυτό θαύμασα και χάρηκα στο 2666, αυτό προσπάθησα να κάνω στα Κυρίως το σεξ, αυτό απολαμβάνω (κάποτε με παιδεμό) διαβάζοντας την ποίηση του George Le Nonce.
