Μαύρη χήρα

Η μάνα μου ήτανε καλλονή. Όταν ο παππούς μου την άφησε να πάει σε χορό για πρώτη φορά, στους Εγγλέζους, κάποια λέσχη είχανε, κάτι τέτοιο, έπεσε αναστάτωση σε ολόκληρο το Χαρτούμ. Τι να σου λέω, παιδί μου, χαμός. «Η Ελληνίδα» και «η Ελληνίδα» — χαμός. Η μαμά μου ήτανε σαν κι εμένα, μόνο που είχε πάρει τα μαλλιά της μάνας της, της γιαγιάς μου, που ήταν από την Ανδραβίδα. Δηλαδή κάπως είχε πάρει τα μαλλιά της, όχι ακριβώς. Αϊσέ την έλεγαν. Τέλος πάντων, την ξέρεις την ιστορία, κατέβηκε ο μπαμπάς μου με την κυβέρνηση στην Αίγυπτο και μετά κάπως με τους Άγγλους, δεν ξέρω κι εγώ πώς, βρέθηκε το ’41 στο Χαρτούμ με πολλά λεφτά. Γνώρισε τη μαμά μου, την Ελληνίδα, και το ’42 έκαναν εμένα.

Σαν όνειρο το θυμάμαι το Χαρτούμ. Θυμάμαι τον Νείλο. Όταν πρωτοείδα θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια στο λιμάνι το ’53, ρώταγα τον πατέρα μου γιατί είναι τόσο φαρδύς ο Νείλος εκεί. Μετά έμαθα ότι αυτό είναι θάλασσα και δεν έχει τη χάρη του ποταμιού, παρά είναι θηρίο που ανακατώνεται και γεμίζει αλάτι τα γυαλιά σου. Ναι, από μικρή τα φόραγα και όλοι έλεγαν στην Κυψέλη τι κρίμα να κρύβω τα μάτια μου πίσω από γυαλιά αλλά η μάνα μου κι ο πατέρας μου ήταν Ευρωπαίοι, από το Χαρτούμ ερχόντουσαν, και τους κορόιδευαν τους Κυψελιώτες. Άλλωστε τι ήταν η Αθήνα τότε; σχεδόν τη θυμάμαι: ένα χωριό σκονισμένο. Εκεί στο Πολύγωνο σχεδόν είχε παράγκες ακόμα, τα σύνορα της Κυψέλης ήταν η Ευελπίδων.

Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Στο γυμνάσιο εδώ ήμουνα πρώτη, είχαμε καλό δημοτικό στην παροικία. Μαύρη με ανέβαζαν, αραπίνα με κατέβαζαν, αλλά μίλαγα ελληνικά καλύτερα από τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Κι ο πατέρας μου ήταν κύριος με κουστούμι και καπέλο και τσιγάρα αμερικάνικα. Η καημένη η μάνα μου, όμως, αχ η μαμά μου, δεν την ήθελε την Κυψέλη, δεν την ήθελε την Ελλάδα. Στο Χαρτούμ ήταν Ελληνίδα και καλλονή, εδώ ήταν η Αϊσά η αραπίνα — η κυρία Τερζίδου, στην καλύτερη περίπτωση.

Το ’57 γνώρισα τον άντρα μου, τον παππού σου. Ήταν Ιούλιος, φόραγε ένα μαύρο κουστούμι και ίδρωνε όσο δεν φαντάζεσαι. Κουβάδες ίδρωνε. Μόλις είχε τελειώσει το στρατιωτικό κι αμέσως τον έβαλε ο πατέρας του, ο πεθερός μου, στη δουλειά. Εργολάβος. Εμείς μέναμε ήδη έδώ που είμαστε, τότε η Φωκίωνος ήταν πολυτέλεια, χλιδή που λέτε τώρα, την πήρα προικιό. Ο κόσμος ξέρεις έμενε σε μικρά δωμάτια που βρώμαγαν υγρασία τον χειμώνα και σκόνη το καλοκαίρι, με καμπινέ εξωτερικό. Εμείς όμως ζούσαμε σαν βασιλιάδες. Ήρθε λοιπόν ο Τάκης να μιλήσει με τον πατέρα μου για κάτι διαμερίσματα που ήθελε να αγοράσει ο μπαμπάς, οι μπαλκονόπορτες ήταν ορθάνοιχτες γιατί στον τέταρτο φύσαγε ακόμα περισσότερο τότε, είχαμε και ασανσέρ, άλλοι δεν είχαν. Αλλά ο Τάκης ίδρωνε. Μια κοίταγε εμένα μια τον πατέρα μου. Ίδρωνε πολύ. Εγώ ήμουν καθισμένη στην άλλη μεριά του σαλονιού και διάβαζα στα γαλλικά τα Αγνά Νιάτα, του Toth. Μου το είχανε συστήσει στο κατηχητικό, γιατί ήμουν ανεπτυγμένη κοπέλα. Κατάλαβες τώρα, σωστή γυναίκα ήμουν. Στο κατηχητικό πήγαινα για χατήρι του πατέρα μου, κυριακάτικα, η μάνα μου ήταν και παρέμενε μουσουλμάνα, «μωαμεθανή» έλεγε και στην ταυτότητα.

Όταν έφυγε ο παππούς σου, κάτω από το φλυτζάνι του καφέ του βρήκα έναν αριθμό. Αρχικά δεν ασχολήθηκα. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν άσχημος. Αν άντρας έχει προγούλι στα εικοσιτρία, πώς θα είναι στα σαράντα; Κι εμένα, ρε λεβεντάκο μου, πάντα μου άρεζαν οι ωραίοι οι άντρες.

Τελικά τον πήρα τηλέφωνο τον Τάκη. Ξένη ήμουν, αραπίνα ήμουν, πλουσιοκόρη ήμουν: λογαριασμό δεν έδινα σε κανένανε. Πήγαμε για μια πορτοκαλάδα εδώ κοντά στο σπίτι, γεμάτη από ζαχαροπλαστεία ήταν η Φωκίωνος. Βεβαίως εγώ ήμουνα μαθήτρια κι έπρεπε να προσέχω μη μας δει κανα μάτι, άγχος το είχα. Ο Τάκης μού έλεγε κάτι χαζομάρες, κάποιος τον είχε δασκαλέψει: ότι είμαι σαν αφρικανίς βασίλισσα (όχι αφρικανή, αφρικανίς), ότι μοιάζω με οπτασίαν οάσεως, ότι είμαι δαμάστρια λεόντων. Εγώ γέλαγα: αυτός νόμιζε επειδή ψηνόμουν, εγώ γιατί με πέρναγε για δούλα του Ταρζάν. Ευτυχώς τέτοιες κουταμάρες δεν μου ξαναείπε, ευτυχώς γιατί μετά από λίγο δεν θα είχανε πλάκα.

Ε, αγαπηθήκαμε. Πολύ. Παντρευτήκαμε το ’59 στον Άη Γιώργη, δόξη και τιμή. Ο παππούς σου ο Τάκης ήτανε καλός σε όλα του, κατάλαβες. Και σωστός. Και δεν ήτανε τζογαδόρος, μάστιγα τότε ο τζόγος. Σινεμά, θέατρα, κέντρα — τίποτε δεν μας έλειψε. Και στοργικός, πολύ. Η θεία σου γεννήθηκε το ’60, ο θείος σου το ’65 και η μάνα σου το ’69. Ενδιάμεσα κάτι αποβολές… έτσι ήτανε τότε. Μετά τη μάνα σου έπαιρνα το χάπι. Όλες παίρναμε το χάπι τότε. Ζούσαμε καλά. Ο κόσμος υπέφερε αλλά εμείς ζούσαμε λαμπρά. Μην ακούς τι λένε, δεν ήτανε καλύτερα τότε. Χαφιές, παπάς, χωροφύλακας (όχι στην Κυψέλη, εμείς ήμασταν Αθήνα, Αστυνομία Πόλεων, σχήμα λόγου). Πάντως με τα παιδιά συμβαίνει το εξής: δεν περνάει ο καιρός, ιδίως άμα δεν κοιμούνται ή άμα αρρωστήσουν, αλλά περνάνε τα χρόνια. Γρήγορα. Πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν καλά.

Βρέθηκα λοιπόν 35 χρονών γυναίκα να έχω τρία παιδιά, το προικιό μου εδώ, εδώ που θα πεθάνω, ψηλά πάνω από τη Φωκίωνος, και 17 χρόνια παντρεμένη. Είναι πολλά 17 χρόνια, τα παλιά τα χρόνια δεν κράταγαν τόσο οι γάμοι, ένας από τους δύο θα χήρευε — το ίδιο και οι φτωχοί στο Χαρτούμ. Εγώ ένιωθα νέα γυναίκα, αν και τη δεκαετία του ’70, ε, μετά τα τριάντα έμπαινες στη μέση ηλικία αν ήσουνα γυναίκα. Τον Τάκη τον αγαπούσα και δεν έπαψα ποτέ να τον αγαπώ. Άρχισε όμως κι αυτός να βγαίνει. Βέβαια στη δουλειά του πάντα σε τραπεζώματα γίνονταν οι δουλειές, αλλά καταλάβαινα ότι έβγαινε πια και για ποτά, θυμάσαι πόσο την ήθελε τη βότκα, έβγαινε και με γυναίκες. Κάναμε στην αρχή κάποιους καβγάδες. Εμένα βεβαίως με φρόντιζε πάντα, αδιαλείπτως και με έγνοια, αλλά έβγαινε και με άλλες. Ε, και εκεί το ’76, το θυμάμαι, που ήτανε κι ο κόσμος πιο ελεύθερος, που όλες παίρναμε το χάπι, που δεν είχαμε και AIDS, έκανα κι εγώ τον πρώτο δεσμό. Εξωσυζυγικό.

Δεν ήταν δύσκολο. Πάντα με κοίταζαν στον δρόμο. Μαύρη στην Αθήνα, σπάνιο θέαμα τότε. Κι ωραία μαύρη η γιαγιά σου. Κι όταν άνοιγα το στόμα μου ακούγαν ελληνικά. Και πάντοτε ντυνόμουν μοντέρνα, ας είναι καλά ο παππούς σου. Ήμουν φρόνιμη, δεν θα έμπλεκα με γείτονα. όχι βέβαια, η γειτονιά στην Αθήνα είναι χωριό, έφεραν τα χωριά μαζί τους, τρομάρα τους. Επίσης, εκείνο τον πρώτο καιρό, έλεγα «εραστές έχεις, μα τον άντρα σου αγαπάς: το στεφάνι σου».

Ε, την πρώτη ιστορία την έχεις καταλάβει: ο γιατρός στη Μιχαήλ Βόδα. θα σου τα είπε η μάνα σου… Στο ιατρείο του συναντιόμασταν. Ωραίος άντρας, θερμός. Μύριζε κι ωραία. Με φίλαγε πάρα πολύ αδέξια, σαν μαθητής. Ήτανε στην ηλικία μου, οπότε με έκανε να νιώθω μικρότερη: μην ξεχνάς πως ο παππούς σου με περνάει εφτά χρόνια. Με πέρναγε. Δεν με περνάει πια. Σύντομα θα τη φτάσω την ηλικία του.

Ήτανε κι άλλοι. Δεν θέλω να πω πολλές λεπτομέρειες. Ήτανε κάποιοι μικρότεροι, τους ξετρέλαινε που ήμουν, λέει, μιγάδα. Εγώ εκνευριζόμουν να με λένε έτσι: ή πείτε μαύρη, αραπίνα, ή τίποτα. Τι θα πει «μιγάδα»; Μιγάδες είναι οι μουλάρες. Ήτανε κι άλλοι, όμως έλεγα πάντοτε στον εαυτό μου «Μόνα, οι amants είναι της χαράς και της χαράς της ζωής, ο Τάκης είναι η αγάπη σου και ο άντρας σου κι ο πατέρας των παιδιών σου». Εκείνη την εποχή και ο παππούς είχε ερωμένες, όχι μόνο μπαρόβιες, αλλά δεν ξέρω αν έκανε τέτοιες σκέψεις. Άντρες, δεν βγάζει άκρη κανείς μαζί σας: περιφράζετε τον κόσμο σας και ζείτε εκεί μέσα μόνοι, ολομόναχοι, με τις σκέψεις σας και τις λόξες σας.

Με τον Τάκη αγαπιόμασταν. Και μου λείπει ακόμα ο παππούς σου, παιδί μου, και σαν άντρας… Έπαθα κι εγώ λοιπόν το σοκ εκεί στα σαράντα. Με εκείνη την υπόθεση πήγαν όλα λάθος. Αλλά όμορφο λάθος, όμορφο. Στον γάμο που λες της θείας σου το ’81, μια βδομάδα πριν κλείσω τα σαράντα, γνώρισα έναν πιτσιρικά. Τι πιτσιρικάς, εικοσπεντάρης ήταν αλλά τότε δεν πήγαινες με μικρότερο άντρα, πάει και τελείωσε. Το καλό με αυτόν, να σου πω το όνομά του, δεν έχει σημασία, Χρήστος, ήταν ότι δεν ήτανε μαλακισμένος. Εντάξει, ήτανε κνίτης, όμως είχε μυαλό το παιδί. Και είχε καλλιέργεια κι όρεξη στον έρωτα: ούτε παραμυθιαζόταν με την αραπίνα τη σιτεμένη, ούτε μου φερόταν σαν ήτανε μυξιάρικο. Ωραίος, σωστός, απελευθερώμενος. Ομιλητικός. μαθηματικός σε φροντιστήριο ήταν αλλά μιλάγαμε πολύ για τον Χατζιδάκι και τον Ελύτη, όλοι μίλαγαν τότε για τον Ελύτη. Κι εκεί ήρθε η κρίση σ’ εμένα, η κρίση η δική μου: τον αγάπησα. Άμα έχεις και άντρα και παιδιά και έρωτες, την αγάπη την ξεχωρίζεις. Αμέσως. Τον αγάπησα. Κι αν ήμουν Αμερικάνα κι όχι η Μόνα, η κυρία Πετράκη από την Κυψέλη, θα χώριζα πολιτισμένα και θα ζούσα μαζί του. Μη με κοιτάς έτσι, τι νόημα έχει να κρυβόμαστε πια, πάνε και τόσα χρόνια. Αλήθεια λέω. Τον Χρήστο τον αγάπησα στ’ αλήθεια. Μέχρι και βέρα θα ξαναφόραγα γι’ αυτόν.

Αλλά δεν ήμουν Αμερικάνα. Κι είχα και παιδιά. Κι αγάπαγα και τον παππού σου. Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια διέκοψα, του είπα να βρει ένα κορίτσι να παντρευτούν. Με τα πολλά αυτό έκανε. Μετακόμισε στη Ζάκυνθο, άνοιξε εκεί φροντιστήριο. Μιλάμε ακόμα, μια φορά τη βδομάδα, τον κοροϊδεύω: είμαι πια γριά και χήρα και δεν βλέπομαι, του λέω. Εκείνος δεν απαντάει. Μιλάμε. Το κλείνουμε κι ύστερα είμαι χάλια, καμμιά φορά πίνω μισό λεξοτανίλ.

Φυσικά και παίρνω φάρμακα: τα φάρμακα κάνουνε καλό. Τα φάρμακα είναι φίλοι μας. Και το κρασί επίσης.

Μετά ήρθανε κι άλλοι. Δεν τους υποτιμώ. Η χαρά της ζωής είναι ο έρωτας. Σε βγάζει έξω από το σπίτι και έξω από τον εαυτό σου, σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνο σύζυγος, μάνα κι αραπίνα. Καθαρή χαρά είναι ο έρωτας κι όσοι τον κακολογούν έχουν άλλα να πάνε να λύσουν με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Κανα δύο από τους αγαπητικούς είχανε και πλάκα, δεν είχανε «ξαναπάει με μαύρη», φοβόντουσαν — ε, τι ρωτάς κι εσύ! Αναγκάστηκα να τους αποπλανήσω. Είχε πολλή πλάκα, πάρα πολύ γούστο.

Αλλά πέρναγαν τα χρόνια. Όταν έφυγε και η μάνα σου από το σπίτι, το ’91, ε, έμεινα με τον παππού σου. Σπάνια έβγαινε πια, αν κι είχε σχεδόν μπλέξει με μια κοπελιά ξένη, το αντίθετο από εμένα: λευκή, κατάξανθη, μικρή, με μικρά στήθη. Ελπίζω να μην ντρέπεσαι: πρέπει να μάθεις να μην ντρέπεσαι γιατί όσο αφήνεις την ντροπή να κυκλοφοράει στο αίμα σου, τόσο θα σε δηλητηριάζει. Αυτό να θυμάσαι από τη γιαγιά σου την Αφρικάνα από το Χαρτούμ, που τη βρίζουνε κάθε φορά που θα πάει να ψηφίσει, ότι την έκαναν Ελληνίδα οι «φαύλοι πολιτικοί». Κι εσάς ρε κωλοφασίστες ποιος σας έκανε ανθρώπους; Τέλος πάντων.

Μετά τα ξέρεις, τα εγκεφαλικά του παππού σου. Τι ειρωνεία, μια ζωή φοβόταν τα καρκινογόνα, δεν έπινε πάνω από τρία ποτήρια σερί ποτέ, έκοψε το καπνισμα όταν γεννήθηκε η μάνα σου, απέφευγε το χοιρινό —  αλλά μετά τον πήρανε φαλάγγι τα εγκεφαλικά. Τον έβλεπα να χάνεται κομμάτι κομμάτι, εγκεφαλικό το εγκεφαλικό. Αξιώθηκα να μη χάσω παιδί αλλά ο Αλλάχ, που θα ‘λεγε κι η μάνα μου, μου το χρέωσε με το να χάνω τον άνθρωπό μου λίγο λίγο. Αχ ρε Τάκη, αχ ρε Τάκη μου. Γαμώτο.

Πέρσι έγινε κι ο Τάκης παραμύθι. Πάει. Θα τον κλαίω μέχρι να πεθάνω. Το ήξερα πως θα γίνω χήρα απ΄την αρχή, εφτά χρόνια με πέρναγε, τι διάολο, αλλά σκεφτόμουν ότι μετά τη χηρεία θα ξαναρχίσω τη ζωή μου. Αν το σκεφτείς, τι, 75 χρονών γυναίκα είμαι, δεν είμαι και κανα ερείπιο. Όμως απλώς δεν έχω πια όρεξη, είμαι πια χήρα και νιώθω χήρα. Είμαι τώρα μια χήρα που έχει μόνον ιστορίες παλιές. Ευτυχώς υπάρχουνε κι αυτές.

Η κανονική ζωή

σ’ εσένα που με διαβάζεις

Καθένας από εμάς λέει τις ιστορίες του.

Ίσως οι ιστορίες είναι για να λέγονται και όχι για να γράφονται, τελικά. Να τις παίρνει κάποιος άλλος και να τις πειράζει λίγο, ένας να τις στρίβει εδώ και άλλος να τις τανύει εκεί, κάπου να τις ξεχειλώνει ο κιμπάρης και κάπου να τις μαζεύει ο στριφνός, να ρίχνει κάποιος άλλος κι ένα καρίκωμα. Ίσως άμα τη γράψεις την ιστορία τελικά την αγκυλώνεις και ύστερα σκαλίζεις και κεντάς περισσότερο το πώς τη λες την ιστορία παρά την ίδια την ιστορία. Βεβαίως, κάποιοι αγαπάμε να τις γράφουμε και να τους δίνουμε υλικότητα σε φωτεινές κι ετερόφωτες οθόνες ή στο χαρτί, άλλοι όμως ζούνε και χαίρονται την άψη να τη λες την ιστορία και να την ακούει ο άλλος εκεί και τότε — όχι να την αμολάς γραμμένη για όποιον τυχόν την περισυλλέξει σε διαδίκτυα, σε περιοδικά και σε ράφια βιβλιοπωλείων.

Το ουσιώδες είναι να μη μένουνε φυλακισμένες οι ιστορίες μέσα στα καύκαλά μας, να μη χάνονται μαζί μας όταν σβήσουμε εμείς. Όποιες και να είναι αυτές, όσο ασήμαντες ή απλές ή και κάπως κακογουστες. Έχουνε δεν έχουν το κατιτίς τους. Δεν είναι όλα τέχνη και δεν χρειάζεται.

Καθένας από εμάς λέει την ιστορία του και θέλει να πιστεύει ότι είναι η ιστορία της γενιάς του.

Και ας ξέρουμε όλοι ότι η γενιά δεν ορίζεται με το διάστημα της τριακονταετίας αλλά με το ποιοι είναι σαν εσένα, γεννημένοι συν-πλην λίγα χρόνια από εσένα. Και λέμε ιστορίες για αυτούς, για τους φίλους τους και για τους φίλους των φίλων τους και για όσους εκείνοι μπορεί και να γνωρίζουν. Λέμε τις ιστορίες για αυτούς, για παρέες, και πιστεύουμε πως μιλάμε για τη γενιά μας.

Είναι αξιοσημείωτο πως εκείνοι που θέλουν να πουν ιστορίες για τη γενιά τους είναι συνήθως εκείνοι που δεν βρίσκονταν στον πυρήνα της παρέας που θεωρούν τα πνευμόνια την καρδιά και το συκώτι της γενιάς τους. Αναμενόμενο, θα μου πείτε: άλλος ο παλληκαράς κι άλλος ο παραμυθάς, άλλη η μαυλίστρα κι άλλη η κεντήστρα (για να παραμείνουμε εντός αρχετύπων). Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι για τη γενιά τους μιλάνε συνήθως αυτοί που είναι έξω από αυτήν, δηλαδή ούτε ανάμεσα στους φίλους, ούτε ανάμεσα στους φίλους φίλων. Τις ιστορίες μιας γενιάς θέλουνε να τις πούνε μάλλον όσοι απλώς τη γνωρίζουν, και δη εξ ακοής.

Καλύτερα λοιπόν να μην ασχολούμαστε με τη γενιά μας ή με το να δώσουμε στον τόπο μας λαλιά — οι ίδιοι τόποι δίνουνε πολύ διαφορετικούς χρησμούς σε διαφορετικούς ανθρώπους. Καλύτερα να πούμε ο καθένας την ιστορία του ξέροντας ότι είναι μια ανθρώπινη ιστορία, όσες εμμονές μας και όσα καθέκαστα και ό,τι χούγια ολοδικά μας κι αν κουβαλάει.

Ίσως η ιστορία μας μιλάει για μια κανονική ζωή αλλά με λαμπρή μεταξωτή φόδρα ή για μια ζωή που θα ήθελε να γίνει κανονική μα δεν χωράει σε αυτό που είναι κανονικό. Ίσως να μην είναι στην τελική μια καθόλου κανονική ζωή, αλλά και τότε τα νέα είναι ευφρόσυνα: μια κανονική ιστορία σπάνια θεμελιώνεται σε κανονική ζωή. Κι όπως είπε και η Αναΐς Νιν, ποιος θέλει κανονική ζωή στο κάτω κάτω; Ένα ωραίο κέλυφος κανονικότητας θέλουμε — όσοι το θέλουμε κι όσοι δεν αγαπάμε την ύπαιθρο και το έναστρο στερέωμα της παλαβομάρας — για να κοιμούνται όσα θα ωριμάσουν και θα γίνουν ιστορίες μέσα στα υπόσκαφα κελάρια από κάτω από αυτό το κέλυφος.

Ενας θαμπός κι αμφίθυμος Βαλεντίνος

Πρέπει να τελειώνουμε. Ο κόσμος κινείται προς μία κατεύθυνση, εμείς πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική. Ο κόσμος προσπαθεί να κανονικοποιήσει όσο δυνατόν περισσότερες ερωτικές συμπεριφορές, αυτές που μπορεί να αντέξει και να εντάξει, παραγκωνίζοντας και περιθωριοποιώντας τις υπόλοιπες, δηλαδή τις περισσότερες.

Με αυτή τη βάναυση και γενικευμένη ροπή για ρύθμιση και ποδηγέτηση δεν συνδιαλέγεσαι. Δεν της απαντάς. Όπως και σε άλλα θέματα, δεν περιορίζεσαι στα πλαίσια του διαλόγου που επιτρέπει και ανέχεται η Εξουσία ή η Αυθεντία: την αμφισβητείς, αρνείσαι να την αναγνωρίσεις και αρθρώνεις τον δικό σου λόγο.

Ξεκινάμε λοιπόν: Ο απλούστατος κανόνας περί τα ερωτικά, αυτός της συναίνεσης μεταξύ ενηλίκων, ο μόνος που έχει οποιοδήποτε ηθικό χαρακτήρα, καταστρατηγείται καθώς φορτώνεται με κάθε λογής υποσημειώσεις και τροπολογίες: επικλήσεις στο φυσιολογικό ή αποφάνσεις για το τι αντανακλά ψυχική υγεία και τι νόσο,  μέχρι δισταγμούς για το κοινωνικά ωφέλιμο. Είναι όμως ο μόνος κανόνας: ό,τι κάνουνε συναινούντες ενήλικοι μεταξύ τους κι ανάμεσά τους είναι άμεμπτο και αυτοδικαίως ορθό.

Για θέματα συμβίωσης δεν μιλάω: επί της αρχής δεν αφορά την κοινωνία η ερωτική ζωή όσων επιλέγουν να συμβιώσουν και όλοι έχουνε δικαίωμα να επιλέξουν με ποιον άνθρωπο θα μοιραστούν τις μέρες, τις ώρες, τις μπουγάδες, τις δυστυχίες, τις χαρές και την πλήξη τους.

Συνεχίζω. Έχοντας ημιτελώς και σχεδόν ανεπιτυχώς εξοστρακίσει τους θεούς από την ερωτική μας ζωή, έχοντας απαλλαγεί από χαράμ, καντός, αμαρτίες, κρίματα, κοσέρ, ευλογίες και νηστείες, ήρθε η ώρα να στείλουμε κατά διαόλου και τον ίδιο τον διάολο, τον σατανά. Είναι αναγκαίο να μουτζώσουμε πια την εικονογραφία και τη μεταφορά του διαβόλου στο κορμί και του σατανά που γαμά υπέροχα, που και καλά does this thing with his tongue. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κατάλοιπο μαγικής σκέψης που μας λερώνει, παρά για λίβελλο και κηλίδωση της ανθρώπινης φύσης, για την πιο ρυπαρή κληρονομιά του βικτωριανισμού μετά την πεφωτισμένη αποικιοκρατία. Το ερωτικό πάθος, η καύλα (ο τεχνικός όρος της μόδας), η παραφορά της κλινοπάλης και η θηριωδία του ίμερου είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι ούτε ο διάολος που μας καβαλάει, ούτε ο δαίμονας που μας καυλώνει.

Ούτε δαίμονας ο έρωτας, ούτε κτήνος. Είμαστε άνθρωποι (ή δελφίνια) γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με τον έρωτα και με το γαμήσι, όπως ο καθένας το παλεύει και μπορεί. Απεναντίας, τα ζωάκια ζούνε ανέραστες και τακτοποιημένες ζωές δέκα-έντεκα μήνες τον χρόνο και απλώς κάνουνε τη δουλειά της μάνας φύσης την εποχή του οίστρου τους, γόνιμα κι αποτελεσματικά. Ζωώδες δεν είναι να ζεις και ανάμεσα στα σκέλια σου, ζωώδες είναι να αποσκωρακίζεις με έδικτο και με στυγνή πειθαρχία αυτή την όψη του κόσμου εντός σου και του βίου σου, στη μεγάλη σου πλάνη ότι έτσι αγνίζεσαι και μεταρσιώνεσαι.

Κι αφού ξεμπλέξουμε με θεούς, δαίμονες και τους τάχα ζωώδεις έρωτες, πρέπει να επιτεθούμε στις κόκκινες ζαχαρόπηκτες παραμύθες της αγάπης που κυβερνάνε την ποπ κουλτούρα και που μας ζορίζουν να ερμηνεύουμε τον έρωτα σαν κάτι που θα καρποφορήσει αγάπη — λες και δεν αρκεί ο έρωτας, όταν αρκεί, σαν να είναι ο έρωτας προνύμφη της αγάπης. Ας βγούμε να κράξουμε, έστω και φάλτσα ρε γαμώτο, την πλάνη ότι το σεξ είναι συνεκδοχή ή, έστω, προοίμιο της αγάπης. Πρέπει κάποτε να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδεασμό ότι η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες ωριμάζουν και τελεσφορούν ως αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή ότι οδηγούν αναπόδραστα είτε προς την αγάπη είτε προς τον γκρεμό και στη δυστυχία.

Τέλος, μια και πήραμε φόρα, να ξεμπερδεύουμε και με την εξιδανίκευση του γαμησιού, με την αναγωγή του σεξ σε αυταξία και σε ευεργετική δύναμη που όλα τα επανορθώνει και όλα τα ανακουφίζει. Μάλλον για υπόλειμμα εφηβικής αδιάκοπης διέγερσης είναι αυτή η αντίληψη, ότι δηλαδή το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, κάτι εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Το σεξ είναι αυτό που το κάνουν όσοι το κάνουν — και όπως κάθε συνεργατική προσπάθεια, απαιτεί πολλά περισσότερα από ευτυχείς φυσιολογίες και καλή διάθεση.

Αν ο Βαλεντίνος είναι γιορτή του έρωτα, ας τη γιορτάσει όποιος θέλει. Αλλά να θυμόμαστε ότι είναι λίγο σαν γενέθλια, που μαζί με τη γιορτή φέρνουν ίσως και αναμνήσεις απώλειας, προοικονομία θανάτου ή τη διάθεση είτε να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο είτε να τιμήσει ό,τι θεωρεί κατακτημένο. Ας είναι θαμπός και ιριδίζων Βαλεντίνος, ούτε εξαϋλωμένος, ούτε γλασαρισμένος κόκκινος με σκέτη σοκολάτα — ούτε καν εξιδανικευτικό πανηγύρι του ξεκαυλώματος.

Ισλάμ, μπέικον, μαντήλες

Το Ισλάμ δεν είναι χειρότερη θρησκεία από τη δική μας. Και η δική μας και το Ισλάμ είναι καθολικές εξ αποκαλύψεως μονοθεϊστικές θρησκείες. Συνεπώς

  • καθολικές, άρα αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως ο βουδισμός αλλά σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό,
  • εξ αποκαλύψεως, άρα προσκολλημένες στη θεία αποκάλυψη, είτε λέγεται Κοράνι, είτε Βίβλος (οι προτεστάντες), είτε «η αλήθεια της Εκκλησίας» και
  • μονοθεϊστικές, άρα ένας είναι ο Θεός, δεν υπάρχει άλλος, ούτε εναλλακτικές λύσεις.

Το γνωστό ιδεολόγημα ότι το Ισλάμ βρίσκεται στην ιστορική φάση που ο Χριστιανισμός βρισκόταν τον Μεσαίωνα, δηλαδή στη φάση «βαρβαρότητα και βαρβατίλα», είναι ανιστορικό και βαθιά οριενταλιστικό. Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη δύο παραμέτρους για να το δει αυτό:

Πρώτον, τα δισεκατομμύρια των χριστιανών έχουν γενικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τα δισεκατομμύρια των μουσουλμάνων. Από τη σκοπιά του ισχυρού και χορτάτου οι φτωχοί τείνουν να φαίνονται κομματάκι βάρβαροι — συμβαίνει αυτό όταν τους κόβεις όλες τις υπόλοιπες επιλογές.  Ταυτόχρονα, το σκοτάδι της όποιας θρησκείας, και δη της μονοθεϊστικής, αποτελεί άριστο περιβάλλον για να τους κρατήσεις αδρανείς. Το Ισλάμ των ουαχαμπιστών συντηρεί τη σαουδική απολυταρχία, ο ευαγγελικός χριστιανισμός το ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Δεύτερον, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά Ισλάμ και πολλοί χριστιανισμοί. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται «στη φάση» που βρίσκεται ο αφρικανικός προτεσταντισμός και οι Βαπτιστές και οι Ευαγγελικοί των ΗΠΑ, και στην οποία βρισκόταν η Ιρλανδία της δεκαετίας του ’80. Ο εκλεπτυσμένος χριστιανισμός των αγγλικανών και του πάπα Φραγκίσκου βρίσκεται «στη φάση» του ευγενούς και φιλεύσπλαγχνου Ισλάμ των Ιορδανών φίλων μου, των Τούρκων διανοούμενων που το αντιμετωπίζουν ως ηθική δύναμη και στοιχειο παράδοσης, κάτι σούφηδων, της συμφοιτήτριάς μου Diane που αλλαξοπίστησε γιατί το Ισλάμ είναι αγάπη. Τέλος, το Ισλάμ των τζιχαντιστών και του Daesh είναι ο προτεσταντισμός της Κου Κλουξ Κλαν και του David Koresh, ο καθολικισμός του Opus Dei, η Ορθοδοξία των Εσφιγμενιτών και της μονής του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.

Με δυο λόγια, ο μονοθεϊσμός παράγει νησίδες γαλήνης, μελέτης και αγαπητικής ενατένισης αλλά και νησίδες φρενήρους φανατισμού και ωμής βίας. Ενδιάμεσα θρέφει ενοχές, συντηρεί καταπίεση και εξανδραποδισμό, καταπραΰνει τη δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Επί της ουσίας: δεν οφείλουμε κανέναν σεβασμό στους ακκισμούς, καινοφανείς ή πανάρχαιους, καμμιάς μονοθεϊστικής ή άλλης θρησκείας. Θα σεβαστώ προσωπικά τον πιστό Εβραίο συνδαιτυμόνα μου και δεν θα χλαπακιάσω μπέικον μπροστά του, δεν θα παραγγείλω μπέργκερ δίπλα σε φίλο που νηστεύει. Καθαρά σε προσωπικό επίπεδο: παρομοίως θα στερηθώ το τυρί με τη βίγκαν φίλη μου και τα θαλασσινά με τη συνάδερφο που τα σιχαίνεται.

Φεύγοντας όμως από τις προσωπικές σχέσεις: τα γυμνά αγάλματα τα καλύπτουν οι Ιταλοί γιατί θέλουν να κάνουνε μπίζνες με τον Ιράν, ενώ οι Γάλλοι ακυρώνουν γεύμα με τον ηγέτη του έχοντας για πρόσχημα το κρασί επειδή τους παίρνει. Η Κύπρος εξεταζει το ενδεχόμενο να αφαιρέσει την αναδυομένη Αφροδίτη από τα διαβατήριά της για να μην προσβάλλονται οι σεμνότυφοι σαουδάραβες συνοριοφρουροί (…).

Όσο για τη μαντήλα, τα περιγράφει μια χαρά εδώ: κι αυτή μέσο άσκησης πολιτικής είναι. Υπενθυμίζω ότι η κάλυψη της γυναικείας κεφαλής ήταν παγχριστιανική πρακτική γιατί την απαιτεί ο Απόστολος Παύλος (Α’ προς Κορινθίους 11,4-14 — λέει κι άλλα όμορφα εκεί), ενώ διατηρήθηκε μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλές φορές μεταμφιεσμένη σε καπέλο. Η κυρία Μπαζιάνα καλύφθηκε για να εμφανιστεί δημοσία στο Ιράν όχι από σεβασμό προς το Ισλάμ αλλά προς την ιρανική κυβέρνηση, πάντως από τον κύριο Τσίπρα δεν απαιτήθηκε αναλόγως να αφήσει μια ευπρεπώς ισλαμική γενειάδα.

Κι αυτό το πολιτικό παιχνίδι πάνω στο γυναικείο σώμα παίζεται: και από όσους επιβάλλουν μαντήλες, και από όσους τις συνιστούν και από όσους τις απαγορεύουν. Γενικότερα, ας μη μεταφράζουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σεβασμό και ανεκτικότητα.

Αλκοολικά δελφίνια

Από το «Heroes» του Μπόουι, που ακούω συνέχεια από προχτές, μέχρι το Getting away with it (all messed up), που τραγούδαγα πιωμένος περνώντας τη γέφυρα της Friedrichstrasse το 2011.

Και τα δύο είναι τραγούδια για το αλκοόλ:

I, I wish you could swim
Like the dolphins, like dolphins can swim
Though nothing, nothing will keep us together
We can beat them, forever and ever
Oh, we can be heroes, just for one day

Και τα δυο μιλάνε για δελφίνια:

Daniel drinks his weight
Drinks like Richard Burton
Dance like John Travolta now
Daniel’s saving Grace
She was all but drowning
Now they live like dolphins

Υπόμνημα για τη λογοκρισία στον 21ο αιώνα

1.
Οι παλαιοδεξιοί, αν και μασκαρεμένοι σε φιλελεύθερους, δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του λόγου. Ενδιαφέρονται να διατηρείται απαραβίαστος ή και άθικτος ο ιδεολογικός πομφόλυγας στον οποίο κατοικούν, αυτή τη φούσκα ουνιβερσαλισμού που ιριδίζει μαυλιστικά. Βρίσκονται εγκατεστημένοι στο κέντρο της φούσκας αυτής, η οποία πιστεύουν με ζέση δογματική σταλινικού ή ιησουίτη ότι περικλείει απόλυτες αλήθειες και πανανθρώπινα ιδανικά. Δεν τους ενδιαφέρει τους παλαιοδεξιούς-νεοφιλελεύθερους η ελευθερία του λόγου. Τους αφορά ο ηθικός σχετικισμός ή ο αποδομητικός κυνισμός ή η επίκληση στο πανανθρώπινο εφόσον τους επιτρέπουν να μη θίγονται τα λεπτεπίλεπτα τοιχώματα του πομφόλυγά τους.

Αυτά περί των λογοκριτών.

2.

Λοιπόν. Μετά τον Τελευταίο Πειρασμό, το Asperge me και το Corpus Christi, η Ισορροπία του Nash. Το Εθνικό, που την κατέβασε, λέει ότι η παράσταση «ξέφυγε από τον καλλιτεχνικό της στόχο και μοιάζει, χωρίς να το επιδιώκει, να εξαντλεί τις αντοχές μιας κοινωνίας». Υπενθυμίζω σε ανθρώπους βουτηγμένους στην τέχνη, σε ανθρώπους για τους οποίους ισχύει το vissi d’arte, ότι ένας υψηλός καλλιτεχνικός στόχος είναι να προκαλείς την κοινωνία και να εξαντλείς τις αντοχές της. Είτε πρόκειται για τον κώλο του Θεού, είτε για το συναξάρι απόκληρων ή και εγκληματιών, είτε για τον εξπρεσιονισμό, είτε για κριτική για την οποία «δεν είναι έτοιμη η κοινωνία» (θυμήθηκα και τον Ιβάν τον Τρομερό του Αϊζενστάιν).
 
3.
Συνεχίζει η ανακοίνωση ότι η παράσταση παρερμηνεύτηκε. Μα δεν είναι αυτή η μοίρα πολλών ενδιαφερόντων έργων; Αν θέλω να ανεβάσω κάτι στρωτό, μονοσήμαντο και καταπραϋντικό, π.χ. μια εκ των υστέρων συμφιλιωτική και ανιστορική διασκευή της Λωξάντρας, δεν χρειάζομαι το Εθνικό Θέατρο: μου κάνει τη δουλειά και ιδιώτης θεατρώνης.

4.

Η ανακοίνωση επισημαίνει «το βασικό της μήνυμα είναι πως καμία ιδέα δεν δικαιούται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή». Εντυπωσιάζομαι ότι έργο που επιδέχεται παρερμηνείας και διαστρέβλωσης διαθέτει ταυτόχρονα κεντρική ιδέα και μονοσήμαντο δίδαγμα, όπως οι ιστορίες χρηστομάθειας της παλιάς καλής εποχής.

Κεφάλαιο γ’: η Συνάντηση

Και είπε ο Δάσκαλός μου:

Όλα σ’ εμένα έρχονται και εγώ δεν πάω σε τίποτα.

Κινούμαι ευθύγραμμα και ομαλά, αλλά δεν υπάρχει μία μόνο διάσταση: μπορείς να με συναντήσεις και χωρίς να έρχεσαι μετωπικά κατά πάνω μου.

Αφού θα έχεις έρθει εσύ σ’ εμένα, έχω χρέος να σε ακούσω.
Μπορείς να μείνεις όσο θες ή όσο πρέπει ή όσο γίνεται.
Όμως
αφού θα έχεις έρθει εσύ σ’ εμένα, εγώ δεν θα σε αφήσω
αν δεν μου το ζητήσεις.

Θα σου μιλήσω αν μου το ζητήσεις, και πάλι ίσως όχι.
Θα σου δείξω αν μου το ζητήσεις αλλά και αν μπορώ.

Σ’ εμένα θα δεις ό,τι σε τρώει
από εμένα θα ακούσεις κάτι δικό μου ή δεν θα ακούσεις τίποτα
δεν θα είμαι καλύτερός σου, γιατί μαλλον δεν μπορώ,
αλλά ούτε χειρότερός σου, γιατί δεν θέλω.

Αν δεν μπορείς να γελάς με τον εαυτό σου δίχως να τον οικτίρεις, μην έρθεις σ’ εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς με τον κόσμο δίχως να τον περιφρονείς, μην έρθεις σ’ εμένα.
Αν δεν μπορείς να γελάς μ’ εμένα, μην έρθεις σ’ εμένα.

Είμαι το δέντρο που βλέπεις όταν κοιτάς το δάσος. Αλλά δεν είμαι ξέχωρος από το δάσος.
Δεν είμαι ένας από εσάς, γιατί δεν βρίσκομαι απέναντι από εσάς, είμαστε εμείς και είμαστε μαζί. Είμαστε το δάσος και είμαστε ο κόσμος.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

Σύνοψη

Άρα:

Όλα πήγαιναν πρίμα με τον σώφρονα Σαμαρά, τον σωφρονέστερο Βενιζέλο και με τον ολύμπιο Στουρνάρα (την Α’ Τριανδρία). Όμως δεν εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Σταύρος Δήμας, εξαιτίας ενός ανεύθυνου αριστερού, του Φώτη Κουβέλη.

Έπεσε η κυβέρνηση, οι ηλίθιοι εξέλεξαν τους φανατικούς-τσαρλατάνους. Αμέσως ανέλαβε ο υπερφίαλος και υπεροπτικός Βαρουφάκης και καταστραφήκαμε.

Στο λαϊκιστικό δημοψήφισμα που οι ηλίθιοι ψήφισαν Όχι απαξιώθηκε η Μνημονιοκρατία αλλά ευτυχώς η ΕΕ δεν μας εγκατέλειψε και μας χάρισε μια τρίτη ευκαιρία υπό μορφή Μνημονίου.

Μετά οι ηλίθιοι ψήφισαν ξανά τους τσαρλατάνους (οι φανατικοί κι ο Βαρουφάκης αποπέμφθηκαν). Αυτοί οι τσαρλατανοι οι τσιπραίοι φταίνε για όλα από το 1949 και μετά.

Θα μας σώσει όμως ο Μητσοτάκης, που τον ψήφισαν μετά από ωδίνες και σπρωξίματα σόφοι υπερήλικες, νέστορες και μενουμευρωπαίοι, λίγοι αλλά καλοί. Θα μας σώσει με περισσότερες θυσίες συνήθων υποζυγίων στον Βαάλ.

Καλή η θρησκεία, αλλά δεν γαμιέστε και λίγο να ξελαμπικάρετε; Ενδείκνυται.

(Όσοι συριζαίοι χαίρεστε, η κυβέρνηση του Σεπτεμβρίου είναι η χειρότερη εκλεγμένη μεταπολεμική κυβέρνηση: προσλαμβάνεις χειρουργό να σου σώσει τον άνθρωπό σου και σου προκύπτει βοηθός του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Τέλος, συγχαρητήρια στην υπόλοιπη Αριστερά που συνεχίζει να κάνει με συνέπεια αυτό που κάνει από το 1949: να μουτζοκλαίει.)

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff.

Νυχτερινά μικρά

Αυτό που πάντοτε με βοηθούσε να ταυτιστώ με τους βρυκόλακες, εκτός από το ότι είναι νυκτόβιοι, είναι και ότι δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι σου αν δεν τους προσκαλέσεις, αν δεν τους πεις εσύ να περάσουνε μέσα. Βεβαίως άπαξ και το έκανες έβαλες τον βρυκόλακα στο σπίτι σου και, πιθανότατα, πάνω στον λαιμό σου.

*

Υπάρχουν ανθρωποι που τους χρωστάω ουσιώδη και ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη, τόση που δεν μεταφράζεται καν σε «χρέος» και τέτοιες ποσοτικοποιημένες μεταφορές.

*

Όλα θα περάσουνε βεβαίως, κι εμείς θα περάσουμε άλλωστε. Αυτά που περνάνε από δίπλα μας, έχουμε να τα λέμε. Όσα περνάνε από μέσα μας, ανασκολοπίζοντάς μας, ή και από πάνω μας αφήνοντας ίχνη, ε, αυτά είναι. Τι να λέμε.

*

Αυτό που λέμε «χαμένος χρόνος» και που μας βαραίνει (εμένα τουλάχιστον με βάραινε πολύ μέχρι πρόσφατα) είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κάνουμε άλλα πράγματα χωρίς να τους πολυδίνουμε σημασια και — συνήθως — τα κάνουμε και καλά.

*

Ένας εικοσάρης μού είπε ότι το φαγητό είναι το σεξ της μέσης ηλικίας. Ο καημένος, νόμιζε ότι αυτό που κάνουμε οι άντρες μέχρι τα 30 είναι σεξ. Χαχά.

*

Μικρός ντρεπόμουν πολύ που δεν ήμουν όπως οι άλλοι και πάσχιζα να το κρύψω. Μετά πείστηκα ότι είμαι ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι, όμως δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ η αυταπάτη. Κατόπιν νόμιζα ότι αυτά στα οποία διαφέρω είναι τα κουσούρια τα δικά μου. Αργότερα αποφάνθηκα ότι είμαι όπως όλοι οι άλλοι στα κουσούρια μου και ότι, απεναντίας, οι αρετές μου με κάνουν να διαφέρω. Δεν βλέπω να βγάζουμε άκρη πριν τα ογδοντακάτι, οπότε και δεν θα έχει σημασία, γιατί τα γηρατειά είναι μπλαζέ και φωτισμένα από την αυτοπεποίθηση της παραίτησης.

*

Δεν έχω δει πολλές σειρές και δεν είμαι των σειρών, αφού ένας κύκλος τους απαιτεί τον χρόνο που σου ζητούν 8 με 12 ταινίες. Ωστόσο, όποιος θέλει να μάθει για τη ζωή, να δει το Sex and the City, αγνοώντας όμως τις ιστορίες της Κάρι Μπράντσω, που πρέπει να είναι ο πιο μαλακισμένος χαρακτήρας από καταβολής τιβί σε μη κωμική σειρά.

*

Η ζωή αρχίζει στα σαράντα, όντως. Ή λίγο πιο πριν. Αφού τελειώσουν οι πρόβες, δηλαδή.

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το ‘κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες — άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε — αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το ’13, ούτε από το ’10, αλλά από το ’93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί — δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα — και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, «για το performance» λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω — εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι’ αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ’ εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα — παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το ’93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ’ Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι «ζω με το κορμί μου» — τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι’ αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο «Μάνος ο γκέι», ο «Μάνος η αδερφή», ο «Μάνος ο πούστης». Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.