Το φίδι κι η περιστέρα

Εντάξει, όλα ξεκίνησαν εκείνη τη βραδιά τη στραβή. Δεν ήθελε να έρθει πάλι σπίτι μου. Ήθελε «σέξι κιτς», «κίνκυ καταστάσεις» και «τρελή ντεκαντάνς» ο άλλος. Εντάξει, τι να του πεις κι αυτουνού, εικοσιδύο χρονών παιδί, ήθελε να ζήσει αυτά που βλέπει στις τσόντες του και, αφού τα κρίσιμα τα ουσιώδη τα κάνουμε μια χαρά, ήθελε και τα συμπαρομαρτούντα: ντεκόρ με σατέν, πολυελαίους και μωβ κρέπια στους τοίχους, τζακούζια και κρυφούς φωτισμούς. «Όλοι έτσι είστε στην ηλικία σας;», του είχα πει, «με τουντού λιστ στο πήδημα;». Μου απάντησε κάτι του στυλ σιγά που δεν ξέρεις και με τσάντισε. Τεκνατζού με είπε. Αλλά δεν το έδειξα. Είμαι άλλης πάστας γυναίκα εγώ. Κρατάω τα κρατούμενα και κατεβάζω υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα, όχι πριν. Αλλά με θύμωσε. Το μαλακισμένο. Κι ας του έχω πει ότι είναι η εξαίρεση, γιατί οι νεαροί είναι ανυπόφοροι, γνώμη τεκμηριωμένη που έχω σταθερά εδώ και τρεις δεκαετίες (να μην πω τέσσερις).

Πήγαμε με το μηχανάκι ώστε να βρει να παρκάρει, γιατί το ξενοδοχείο ήταν χωμένο κάπου στα άδυτα της Δάφνης, ή κάπου εκεί μέσα. Με είχε φυσικά να φοράω κάλτσες, κρύωναν τα κάτω μου γιατί τα φύσαγε το αγιάζι, ενώ οι ελαστικές καλτσοδέτες (σιλικόνη) ήτανε τόσο σφιχτές που μου έκοβαν την κυκλοφορία. Φτάνουμε σε ένα νεοκλασικό πάνω σε μια ανηφόρα, ανοίγουμε την πόρτα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και βρισκόμαστε σε ένα πάμφωτο φουαγιέ, σαν από ξενοδοχείο στην Αιδηψό. Μόνο που ήτανε γεμάτο ζευγάρια. Μιλάμε για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης, για να κάνω κι εγώ το χιουμοράκι μου. Το μάτι μου πήρε μπροστά μας, στη ρεσεψιόν, ένα ζευγάρι τρομερά ευδιάθετο και χαμογελαστό. Αυτό με χάλασε επίσης, μετά τους υπαινιγμούς του Νίκου ότι είμαι τεκνατζού. Μεγαλώσαμε με την ντροπή. Έπρεπε να αφήνουμε να εννοείται ότι το σεξ το κάναμε για το κέφι του άντρα ή για να ξεφουντώσουμε, πάντως δεν ήτανε κάτι να το παινεύεσαι. Δηλαδή το παινευόσουν, αλλά με τις φίλες για καφέ, όταν έλειπαν οι άντρες για δουλειά. Προϊστορικά ακούγονται αυτά αλλά έτσι μεγάλωσα εκεί όπου μεγάλωσα, το σπίτι ήταν αυστηρό και οι δικοί μου ποτέ δεν μου το συγχώρησαν που έκανα του κεφαλιού μου. Κι εν πάση περιπτώσει, εγώ τώρα κοτζάμ γυναίκα στα σαρανταφεύγα να τρέχει με τον εικοσπεντάρη, που θα μπορούσε να είναι γιος μου, αν είχα παιδιά, να πάει να το κάνει στα ξενοδοχεία και να τη βλέπει κάθε καρυδιάς καρύδι, λες κι είμαι πουτάνα, ε, δεν ήταν και το καλύτερό μου.

Κοίταξα εγκάρσια τους γύρω μου. Πίσω από κάτι ψεύτικους φίκους κινέζικους ήταν ένα ζευγάρι άντρες. Ταράχτηκα στην αρχή. Μετά είδα πώς κοίταζε ο μελαχρινός τον καστανό και συγκινήθηκα. Τριαντάρηδες, ωραία παλληκάρια. Και μακάρι να με είχε κοιτάξει άντρας κι εμένα όπως ο μελαχρινός τον καστανό, αλλά τέλος πάντων, εδώ μάλλον επίτηδες κάνω ότι ξεχνάω. Πιο δίπλα ένας τσαλακωμένος σαν πακέτο Καρέλια σκληρό, με κίτρινο σακάκι, κράταγε από τον κώλο ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, αν και κάπως σαν σκυλού. Ο ρεσεψιονίστας μας είπε να περιμένουμε στο σαλόνι, εγώ πιο μέσα δεν ήθελα να μπω κι αγριοκοίταξα τον Νίκο, που είπε ότι θα στεκόμασταν εκεί, στον διάδρομο, δεν πειράζει. Πιο μέσα προς το παράθυρο ήταν ένα κουρασμένο ζευγάρι, ένας κουρασμένος άντρας και μια γυναίκα στάνταρ μια δεκαετία πιο μεγάλη από εμένα: χαχά, κέρατο, σκέφτηκα. Μετά είδα δίπλα μας το χαμογελαστό ζευγάρι, ψιθύριζαν μεταξύ τους κι είχανε ξεραθεί σε βουβά γέλια. Τους ζήλευα. Θα ήθελα να ήμουνα νέα. Κι ακομπλεξάριστη. Κι ελεύθερη. Και θα ήθελα να είχα τολμήσει να κοιμηθώ με την Ελένη στη σχολή, τη μόνη γυναίκα που πόθησα. Και άλλα πολλά θα ήθελα, που καθόλου δεν ήτανε της στιγμής.

Όχι ότι δεν ήμουν ελεύθερη. Όσο μπορούσα, ήμουν. Μέχρι τα 32, που το πήραν οι γονείς μου απόφαση ότι δεν θα παντρευτώ και με άφησαν να πάω να μείνω μόνη μου ακριβώς από κάτω τους (κι ήταν σαν να πήγα στο Αμέρικα), έλεγε για μένα ο θείος φρόνιμη ως ο όφις. Ερχόταν κάθε Κυριακή και έπινε καφέ μετά την εκκλησία. Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και κέικ με κοίταγε καλά καλά και διερευνητικά, ετάζων νεφρούς και καρδίας, και έλεγε αυτό το πράγμα. Κι απαντούσε ο αδερφός του, ο πατέρας ο φιλεύσπλαγχνος, «ναι, αδερφέ, αλλά να είναι και ακέραια ως η περιστερά«. Κάθε φορά το ίδιο. Εγώ τότε πίστευα, με τον δικό μου ενοριακό (έτσι τον λέγαμε τότε) κι ατίθασο τρόπο και θύμωνα: κοίτα να δεις που χρησιμοποιούν το ευαγγέλιο για να μιλήσουν για το σώμα μου, έλεγα. Που φυσικά, τότε έλεγα «σώμα» εννοώντας «μουνί». Τότε πίστευα ότι ο Χριστός ελευθερώνει, η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, έτσι είπε. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι καθόλου μα καθόλου σίγουρη. Πράγμα που μάλλον με κάνει να νιώθω πιο ελεύθερη: δεν έχω αυταπάτες, που λένε.

Στεκόμουνα λοιπόν εκεί με τον αγαπητικό μου, έτσι τον αποκαλεί η Αγγέλα, να κοιτάζω πούστηδες, μοιχούς και βιζιτούδες. Κι αυτά τα μαλακισμένα ξεδιάντροπα δίπλα μου, που χασκογέλαγαν στην προοπτική να γαμηθούνε στα σεντόνια των πολλών, που λέει κι η Βιτάλη η θεά. Πήρα μια βαθειά ανάσα, «ώπα», είπα, «ώπα, μιλάει ο μπαμπάς σου πάλι, ώπα ρε συ, είσαι μεγάλη γυναίκα, άλλες έχουν εγγόνια στην ηλικία σου, δεν είσαι για ψυχαναλύσεις μωρή». Αυτό με τα εγγόνια με ξεκαύλωσε κάπως (το «καυλώνω» έμαθα να το λέω με τον καινούργιο αιώνα, «είμαι υγρή» έλεγα πριν, σαν βλάβη σωληνώσεων), αναρωτήθηκα τι κάνω με τα θάι-χάι (μα δεν ξέρουν τίποτε να το λένε στα ελληνικά αυτοί οι 30 και κάτω;) και την κυλότα τη μικροσκοπική κολλημένη στη ρεσεψιόν συνοικιακού γαμιστρώνα. Κοίταξα τον Νίκο, έπαιζε με το κινητό του, αμήχανα. Ή έχει κι άλλη. Στάνταρ έχει. Οι προικισμένοι άντρες (αυτό θα μάθω να το λέω κυριολεκτικά τον επόμενο αιώνα, καλά να είμαστε) πάντα είναι πολυγαμικοί. Όπως π.χ. οι ψηλοί καταλήγουν μπασκετμπολίστες.

Πέρασε από μπροστά μας μια συνομήλική μου, καθαρίστρια. Κατάκοπη, φόραγε ακόμα τα γάντια της. Ωραία, τώρα ήμασταν κανονικά τα Κόκκινα Φανάρια, μόνον η σκάλα η μεταλλική στη μέση έλειπε. Είχα πλέον ξεκαυλώσει εντελώς, ήθελα να φύγω, να πάμε πίσω στο σπίτι μου, να το κάνουμε στο μπάνιο και να τον διώξω, άντε με τα φρουφρού, τα μπλακ λάιτ, τις μαλακίες και τα στρογγυλά κρεβάτια. Το βλαμμένο. Άμα θέλει ιστορία και ντεκορασιόν, να πάει να μείνει μόνος του. Αλλά πού να πάει ο άνεργος; Πάλι καλά που δεν έχω παιδιά.

Για να ηρεμήσω έπιασα να κοιτάζω τον πολυέλαιο. Απομίμηση πολυελαίου με κεριά, τύπου γαλλικό ρουστίκ πανδοχείο, φτιαγμένη καλουπωτά από κάτι σαν τσίγκο βαμμένο επίχρυσο. Με φτηνές λάμπες οικονομίας αντί για πυρακτώσεως. Και τα ντουί να προεξέχουν πλαστικά (φτηνιάρικα) τουλάχιστον δυο δάχτυλα μέσα από τους κλώνους τους τσίγκινους. Χάλι. Ας κοιτάξω κάτι να μην έχει να κάνει με τη δουλειά μου, σκέφτηκα, και παρατηρούσα το χαλί. Φθαρμένο, τύπου Μοιραράκη. Μοιραράκη, τίποτα δεν θα σημαίνει αυτό σε δέκα χρόνια. Ήθελα πολύ τόσην ώρα να ισιώσω την αριστερή καλτσοδέτα την ελαστική που είχε τυλιχτεί ρολό και μ’ ενοχλούσε αλλά ντρεπόμουν. «Η μπουτού, η χοντροπουτάνα, ήθελε και καλτσοδέτα», θα σκεφτόντουσαν. Το ζευγάρι των αντρών είχε φύγει στο μεταξύ, μάλλον τους είχαν ετοιμάσει δωμάτιο. Ο τσαλακωμούρης είχε κάτσει στον καναπέ με το κορίτσι και κοίταγαν κι οι δυο ευθεία μπροστά τώρα. Το κουρασμένο ζευγάρι στεκότανε πια πίσω από το ψεύτικο φυτό, φίκος μάλλον. Το γελαστό ζευγάρι είχε χυθεί στον άλλο καναπέ και χαμουρευόταν, αν έχεις τον θεό σου. Ο Νίκος κοίταζε το ταβάνι.

Δεν έχω να απολογηθώ για τη ζωή μου. Υπήρξα ο εαυτός μου και υπήρξα ο πιο ανελέητος κριτής του εαυτού μου, μάλιστα πιο αυστηρή απέναντί μου από ό,τι στους άλλους. Δεν το διάλεξα να μην παντρευτώ αλλά ευτυχώς δεν τα έριξα στον εαυτό μου: οι άντρες είναι κακομαθημένα και δεν το ξέρουν. Πίσω δεν έκανα ποτέ, ούτε και κώλωσα. Rien de rien, je ne regrette rien. Αν ήμουν άντρας δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να πω τίποτε από αυτά: οι άντρες είναι άνθρωποι, εμείς το δώρο του Θεού (ή η κατάρα Του) στους ανθρώπους. Δηλαδή στους άντρες.

Κι εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα η ξύλινη του νεοκλασσικού και βλέπω μπροστά μου στον πάτο της σκάλας τον γαμπρό μου μαζί με μία αλόγα που του έριχνε ενάμισυ κεφάλι και φόραγε στολή εργασίας και κράταγε και βαλιτσάκι. Η σκηνή ήταν ακριβώς όπως όταν με τράκαρε ο μεθυσμένος στη Θηβών: εκτυλισσόταν πάρα πολύ αργά αλλά είχα κοκαλώσει σαν σε όνειρο. Ο μαλάκας ο γαμπρός μου ακαριαία έπιασε τη βίζιτα από το μπράτσο, τεντώθηκε, της είπε κάτι στο αυτί, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Περίμενα ένα ατελείωτο τρίλεπτο και μετά είπα στον Νίκο να φύγουμε. Με πήγε σπίτι, τον έδιωξα. Ήπια ένα νεροπότηρο γεμάτο σίβας, ανοιγμένο την Πρωτοχρονιά του 2011, έκανα κεφάλι επιτόπου, όπως ήλπιζα, μπήκα στα σκεπάσματα και κοιμήθηκα.

Οι βόμβες αυτές είναι βραδυφλεγείς. Βεβαίως, εγώ είχα πιάσει τον Αργύρη να κερατώνει την αδερφή μου με βίζιτα, άρα είχα στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ αυτός απλώς είχε δει τη γεροντοκόρη (έτσι με λέει το ζώον) κουνιάδα του με ένα τεκνό σε γαμιστρώνα. Αλλά δεν παν έτσι αυτά. Η αντρική υπόληψη είναι πουκάμισο, πλένεται και σιδερώνεται τακτικά και, αν είσαι προσεκτικός, μοιάζει κάθε φορά σαν καινούργια. Η γυναικεία υπόληψη είναι καυστήρας πολυκατοικίας: λίγο οι καλά κρυμμένες τέφρες, κάτι η σκουριά, οπωσδήποτε η χρήση, έστω κι ελαφρά (γιατί δεν είμαστε άνθρωποι, σκεύη είμαστε, σκεύη που ραγίζουνε με το ξεσφράγισμα και ξεχειλώνουν με τη χρήση) σταδιακά σπιλώνεται και φθείρεται, όση συντήρηση κι αν της κάνεις.

Άρα κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Επίσης, ποιος ξέρει τι πήγε και της είπε της μικρής ο Αργύρης της, ως προληπτικό χτύπημα, ώστε να μη μετρήσει ό,τι κι αν της πω εγώ (τίποτε δεν θα έλεγα, η μάνα μου μου έμαθε να μισώ τους καταδότες). Από εκείνη τη βραδιά δεν πολυτηλεφωνεί, όλο βιάζεται, δεν έχει χρόνο ούτε από το μαγαζί να περάσει — τέτοια. Πάνε τώρα εφτά μήνες. Επιπλέον δεν ξέρω τι διαδίδει η αδερφή μου στο σόι, γιατί με έχουνε τρελάνει στη σπόντα. Με νοιάζει; Με νοιάζει, ιδίως η θεια μου, που δηλώνει και πάλι να βρω έναν μόνιμο κύριο να έχω έναν «σύντροφο ζωής» στα γηρατειά μου.

Αλλά πόσο πια να ασχοληθεί κανείς με την υπόληψη και το καλό το όνομα; Όποια κι αν είμαι, το σόι θα με κρίνει, ό,τι και να καταφέρω πια, θα είμαι πάντοτε ο καημός με τον οποίο πέθανε ο σχωρεμένος ο πατέρας μου που δεν με αποκατέστησε, άγιος άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του  κτλ. κτλ. κτλ. Η ζωή όμως είναι μικρή, εδώ παιδάκια κανονικών ανθρώπων κάθε μέρα σκυλοπνίγονται μπας και γλυτώσουνε πολέμους και τέτοια. Εγώ λοιπόν που έφτασα τα 52 δεν δικαιούμαι να σπαταλάω την τόση ζωή που μου δόθηκε: όλες οι ζωές μικρές είναι, είτε ενός μήνα, είτε ενός αιώνα. Δεν μπορώ ν’ αφήσω χέρσα τη δική μου.

Όσο για τον Νίκο, μπήκε στο ίντερνετ και βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, στο Νέο Φάληρο. «Εκεί πάνε σελέμπριτι», μου είπε, «άρα δεν κινδυνεύουμε». Και πήγαμε. Κι είχε δίκιο. Διακριτικότατα ήταν εκεί. Κι ομολογώ ότι τα σατέν σεντόνια κι οι καθρέφτες ήτανε καύλα.

Ο πίνακας είναι του Malcolm Liepke.

Εξακουστωδιανός

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ της πόλης με υποδέχθηκε μια αποφορά σαπίλας. Όχι από ψοφίμι, αλλά σαν να κακοφόρμιζε κάτουρο, κάπως έτσι. Σαν ξινισμένες κοπριές. Για χρόνια νόμιζα ότι ήταν η ιδέα μου, ότι σωματοποίησα ήδη από τα πρώτα λεπτά όλη την αποστροφή μου για τον τόπο που θα πέρναγα τον επόμενο χρόνο και στον οποίο κατέληξα να γεράσω, αυτή την ασυνάρτητη παραφουσκωμένη κωμόπολη στη μέση ενός ελεεινού γούπατου. Μετά μού εξομολογήθηκαν κι άλλοι ξενομερίτες ότι όντως έτσι μυρίζει ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Άλλοι λένε πώς φταιν οι αιωνίως σάπιες τούρκικες τουαλέτες του, άλλοι τα ρίχνουνε στο αποξηραμένο έλος που δεν πέθανε, παρά ενταφιάστηκε, όπως το ρέμα της Πανδρόσου, ο Ιλισσός, η Καλλιρρόη, ο Ποδονίφτης. Όμως, τα θαμμένα ρέματα και τα ενταφιασμένα ποτάμια σε ξεπαγιάζουν, τα τενάγη και οι βάλτοι συνεχίζουν να σαπίζουν: όπως πάντα, ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει.

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ, που ήτανε κολλώδης παντού κι όχι σκονισμένος, παρά τον καύσωνα, στράφηκα κατευθείαν στην κοιλιά του λεωφορείου που με έφερε. Πήρα τη βαλίτσα, ένα θηρίο μεγαλύτερο από μένα, πάνω από 35 κιλά βάρος γεμάτη, τη σήκωσα και πήγα προς τα ταξί. Δεν είχε ουρά. Οι ταξιτζήδες με κοίταξαν όπως κάθε φορά που θα με κοίταζαν ενώ τους πλησίαζα στο ΚΤΕΛ, ακόμα και όταν το εκσυγχρόνισαν το υπόστεγο μαζί με την υπόλοιπη χώρα, ακόμα κι όταν εγκατέστησαν στην πιάτσα μπάτσο-φόβητρο: με κοίταξαν σαν κατσίκι στο τσιγκέλι. Κι εκείνη τη στιγμή, την πρώτη φορά στο ΚΤΕΛ, ακούστηκε ένας θόρυβος από την άκρη του χεριού μου: κόπηκε το χερούλι της βαλίτσας από τη μια μεριά του και έτσι όπως το βάρος της κρεμόταν πια από τη μια πλευρά του μόνο, ξεκόλλησε και σκίστηκε όλο το πάνω μέρος της βαλίτσας. Από μέσα χύθηκαν σαν σπλάχνα από σφαχτάρι εσώρουχα, πουκάμισα, κάλτσες, παντελόνια, όλα πάνω στη χιλιοπατημένη γλίτσα του σταθμού, βλεννώδη σαν το μέσα εντέρου κι όχι υγρή ή λασπερή. Θυμάμαι μια φανέλα μου να ξεδιπλώνεται, παρότι όλα μέσα στη βαλίτσα ήτανε σιδερωμένα και μετά τα είχα διπλωμένα, τυλιγμένα ή πατικωμένα, και να πέφτει κινηματογραφικά σαν μεγάλη μικροαστική σαλούφα, ώσπου χύθηκε κατάλευκη πάνω στη γλίτσα και στα λάδια μηχανής. Δεν αηδίασα, καθόλου. Ίσα ίσα, ζήτησα σακούλες σούπερ μάρκετ, μάζεψα τα ξεχειλισμένα ρούχα μου όπως τα σάπια λαχανόφυλλα από νεροχύτη και τα στούμπωσα μέσα σε τρεις σακούλες. Μετά, με τη βοήθεια ενός ταξιτζή που με κοίταζε περίπου όπως οι παπάδες τους αρρώστους στους οποίους πάνε να συμπαρασταθούν κατά τις άγιες μέρες, κουβάλησα τη βαλίτσα σαν κασόνι, για να μη χυθούν και τα υπόλοιπα πράγματα από μέσα της, μέχρι το πορμπαγκάζ ενός όπελ.

Πάντως δεν αηδίασα. Ή αηδίασα τόσο όσο να μην το πάρω χαμπάρι. Πάντως μάζεψα μεθοδικά τα εντόσθια της βαλίτσας μου, τα πρώην άμωμα και πεντακάθαρα και σιδερωμένα, όπως τα έφερα από έναν άλλο κόσμο στη γλίτσα του καύσωνα, με εμπιστοσύνη στα πλυντήρια. Είπα τότε, όπως λέω και διαρκώς έκτοτε: μη σιχαίνεσαι τώρα, πλύνε και σιδέρωσε αργότερα.

Ο ταξιτζής δεν ήξερε τη διεύθυνση αλλά τη βρήκε τελικά την πολυκατοικία, ρωτώντας στο σιμπί. Το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο με μπαταρισμένα έπιπλα σουηδικά από μάλλον φοιτητικές καταχρήσεις, αλλά χωρίς πλυντήριο και χωρίς κλιματισμό. Πέταξα την ξεκοιλιασμένη βαλίτσα στο πάτωμα και δίπλα της τις σακούλες με τα ασπρόρουχα που είχανε σφουγγαρίσει τις πλάκες και την άσφαλτο του ΚΤΕΛ. Η υγρασία ήταν αποπνικτική, σαν να ‘μουνα στον πάτο χλιαρής πισίνας, και το γούπατο παρείχε άφθονη σκόνη για να αναμιχθεί μαζί της: ανέπνεα λάσπη. Έκτοτε λάσπη αναπνέω. Γδύθηκα τελείως, ίδρωνα, ίδρωνα σαν τρελός. Άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας. Από απέναντι πήρε το μάτι μου μια κυρία πενηντάρα να με μπανίζει γουρλωμένη κι ακίνητη, υπό άλλες συνθήκες θα της έκανα πλακίτσα, θα της τον κούναγα ξέρω γω. Αλλά πνιγόμουν. Μπήκα στην μπανιέρα, το νερό το ένιωθα κρύο. Με πήρε ο ύπνος εκεί μέσα.

Ξύπνησα δυο δεκαετίες μετά, πριν μια βδομάδα. Σε ένα άλλο διαμέρισμα, καλύτερο, το τρίτο μου εδώ: αυτό εδώ έχει συσκευές που αγόρασα εγώ και κλιματιστικά ινβέρτερ που είχε εγκαταστήσει ο ιδιοκτήτης και ξύλινα πατώματα στα δυο υπνοδωμάτια (το ένα το έκανα γραφείο), βρίσκεται φάτσα σε ένα μαδημένο αλλά επαρκές πάρκο, περνάει και λεωφορείο απ’ έξω. Εδώ και δυο μέρες πακετάρω όμως. Μετακομίζω, φεύγω από το γούπατο. Όταν με ρωτούν οι λιγοστοί φίλοι εδώ πώς πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια εγώ λέω ότι θα τους γελάσω, αφού απλώς κοιμόμουν τόσον καιρό. Έβλεπα κάτι όνειρα μόνο, μερικές φορές τον χρόνο, που άρχιζαν στον σταθμό του ΚΤΕΛ και τελείωναν στον ίδιο σταθμό, πότε μέσα στην ψύχρα και βρεγμένο από τις βροχές, πότε γλιτσερό με το γλάσο της σκόνης, γλάσο καμμιά φορά πηχτό σαν κι εκείνο που αφήνει το χοιρινό αίμα πάνω στο πριονίδι συνοικιακών κρεοπωλείων.

Η παλινωδία του μενουμευρωπαϊσμού

Στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μένουμε Ευρώπη και όλων των προηγούμενων ενσαρκώσεων αυτού του ιδιότυπα ελληνικού κεμαλισμού βρίσκεται μια αντίφαση.

Ο μενουμευρωπαϊσμός εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο «Ευρωπαίοι» και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο «Ευρώπη». Παράλληλα, επισημαίνει την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο μενουμευρωπαϊσμός λοιπόν είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

*

Πάμε λίγο πιο μέσα, όμως:

Τα στοιχεία που κατά τους μενουμευρωπαϊστές χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους είναι στην πραγματικότητα

  • ανιστορικές γενικεύσεις («χρηστή διοίκηση»),
  • προβολές της αποικιοκρατίας («πολιτισμός»),
  • ταξικά χαρακτηριστικα («σεβασμός στον δημόσιο χώρο») ή
  • γεωγραφικές ιδιαιτερότητες.

Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και — το χειρότερο — ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για «μετασχηματισμό» της Ελλάδας σε «συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος». Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο «σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους» των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

Η διπλή ζωή

Ταυτίζουμε ανθρώπους γύρω μας με έναν ρόλο τους, μία όψη της ζωής τους. Βεβαίως αυτή είναι μια ταύτιση που πολλοί από εμάς εσωτερικεύουμε: είμαστε μάνα, πωλητής, παππούς, κλειδαράς, ναξιώτης, συνταξιούχος, προϊσταμένη, πασόκος, αεκτζού, ταξιτζής — και ούτω καθεξής.
 
Ορίζουμε τους άλλους και αυτοπροσδιοριζόμαστε μονοσήμαντα.
 
Συνέπεια αυτής της μίας και βασικής ταυτότητας είναι και ότι καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τον βίο μας, τον δικό μας και των άλλων, ως κάτι απλοειδές και ως κάτι με εσωτερική συνέπεια: η ζωή μας πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνοχή μονιστικού χαρακτήρα. Βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας σαν απλοϊκά θεωρήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διπλή ζωή (της Βερόνικας ή κάποιου άλλου) ή οι δισχιδείς ή πολυσχιδείς άνθρωποι (π.χ. το πρωί ηλεκτροσυγκολλητής το βράδυ ντιτζέι) μας φαίνονται αξιοπερίεργες περιπτώσεις, ασυνάρτητες σπατάλες ή και αφορμή για καλαμπούρι.
 
Το παραμύθι του απλοειδούς βίου, ότι λ.χ. κάποιος είναι μάγειρας ή νηπιαγωγός ή πότης και αυτό τον ορίζει με επάρκεια, είναι από αυτά που δεν χορταίνουμε να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Και πρόκειται φυσικά για παραμύθι, γιατί κανείς μας δεν είναι απλοειδής και μονοσήμαντος, ακόμα και ο πιο ασκητικός αθλητής, ο πιο αφοσιωμένος στην επιστήμη του σπασίκλας, ο πιο συστηματικός πέφτουλας ή ο πιο στριφνός φιλόλογος. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες και οι ζωές μας — εξαιτίας μάλλον κάποιου θαύματος — δεν περιέχουν «αντιφάσεις», οπωσδήποτε αποτελούνται από ζωντανά κι δυναμικά στοιχεία που δεν δένουν απαραίτητα μεταξύ τους.
 
Το παραμύθι καθίσταται επικίνδυνο όταν καλούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε να είμαστε: ζευγάρι ή γονείς; μάνα ή επαγγελματίας; καλλιτέχνης ή πολίτης; Και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα κατανομής χρόνου, που είναι σοβαρό ζήτημα αλλά πολλές φορές άσχετο, όταν δει λιγάκι πώς αντιμετώπιζονται από την κοινωνία όσοι αποφασίσουν «δυσί κυρίους δουλεύειν»: όχι ως άνθρωποι που θα συναντήσουν πρακτικά προβλήματα (π.χ. χρόνου) αλλά ως άνθρωποι χωρίς αφοσίωση και σίγουρα χωρίς στοχοπροσήλωση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας, ο ρόλος πρέπει να είναι ένας — έστω κι αν έχεις χρόνο ή δυνάμεις για παραπάνω. Το να μοιράζεσαι, κάτι που τελικά είναι αναπόφευκτο, θεωρείται ένδειξη επιπολαιότητας και προχειρότητας.
 
Κατά βάθος έχουμε λίγο-πολύ ενστερνιστεί ένα υπερθετικά μοναχικό ιδεώδες, ένα σύστημα κατά το οποίο «ενός εστί χρεία» και σύμφωνα με το οποίο απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε σε τι θέλουμε να αφοσιωθούμε κατ’ αποκλειστικότητα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο αυστηρά και μονολιθικά όταν μέσα στο θεώρημα εισαχθεί ο παράγοντας «αγάπη», αυτό το πασπαρτού: «να αποφασίσεις τι αγαπάς και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά σ’ εκείνο».
 
Στο τέλος, όσοι δίνουνε την εντύπωση της ολοκληρωτικής αφοσίωσης γίνονται ινδάλματα και πρότυπα, με ό,τι κόστος και συνέπειες συνεπάγεται αυτό, αφού η «ολοκληρωτική αφοσίωση» σε κάτι ή σε κάποιον είναι είτε φενάκη, είτε ψυχαναγκασμός. Όμως η ιδέα της ολοκληρωτικής αφοσίωσης είναι το ίνδαλμα που προβάλλεται, το πρότυπο, ως τρόπος να ολοκληρώνεσαι και ως προσωπικότητα.

Charlatans

Ω, μα υπάρχουνε δεκάδες πράγματα για τα οποία δεν μιλάω. Εκατοντάδες.

Εδώ και λίγους μήνες ξανακούω Charlatans. Αυτή τη φορά τους ακούω εντατικά. Απολαμβάνω τα σύνθια που σκάβουν (πόσοι μουσικοί μπορούν να καμαρώσουν ότι τα σύνθια τους σκάβουν;) και τις μαυλιστικές μπασογραμμές που ανεμίζουν, νίβομαι λίγο με τη χαρά της ζωής που βγάζουν και που δεν είναι εξώφθαλμα δεμένη στα ναρκωτικά, όπως με τους Happy Mondays. Γενικά ακούω, και όταν ακούω δεν πολυαναλύω, κι αυτό είναι πολύ καλό.

Σήμερα πάντως, κολλημένος στον δρόμο πίσω από μία μερσεντές υπερβολικά μεγάλη και βαρειά για τις οδηγικές δεξιότητες του οδηγού της, άκουγα πάλι το Then, που έμοιαζε υπερβολικά με μοιρολόι για να καταφέρει να κάνει σουξέ, και μετά το Weirdo, του οποίου το σινγκλάκι το είχε ψαρέψει περιχαρής και περήφανος ο κολλητός μου από το Happening και έβαλε να το ακούσουμε σχεδόν επιτόπου. Τότε δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το τραγούδι, τώρα το θεωρώ το καλύτερό τους και δεν το χορταίνω. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τότε το συγκρότημα το λέγαμε ‘Τσάρλατανς’ με τον κολλητό και ότι ένας Άγγλος σε οικογενειακό θέρετρο το καλοκαίρι του ’91 μου είπε ότι προφέρονται ‘Σάρλατανς’ με παχύ σ.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε το σόλο μπάσο του Weirdo, άναψε κόκκινο και συνειδητοποίησα ότι έχουνε περάσει 25 χρόνια σχεδόν από τότε. Φρέναρα μαλακά. Ο αριθμός μού προκάλεσε δέος. Είναι πολλά τα 25 χρόνια, πολλά είναι: μέσα τους χωράει π.χ. το κατακλυσμιαίο 1949-1974, η εποχή κατά την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος που βαλθήκαμε να ξεκάνουμε, μια εποχή τρόμου κι εγρήγορσης, ελευθεριότητας και αμηχανίας.

Μετά άναψε πράσινο και θυμήθηκα τον Άγγλο. Δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ήτανε μπουρδούκος και αντιαισθητικά κάτασπρος. Μόλις λίγο μεγαλύτερός μου, κυκλοφορούσε με μια πάρα πολύ σέξι Αμερικάνα στα σαράντα, αδιανόητη ηλικία για μένα τότε, και με την εξάχρονη κόρη της. Η Αμερικάνα είχε όνομα αντρικό τύπου Ντύλαν ή Τσάρλυ και είχε διατελέσει πι-έι (άγνωστη λέξη) του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Όλη η παραλία στο οικογενειακό θέρετρο κουτσομπόλευε το αταίριαστο ζευγάρι με το χαριτωμένο παιδάκι, μα εγώ μίλαγα και αγγλικά οπότε μπορούσα να συνεννοούμαι μαζί τους.

Ο Τζέιμς ή Ντέιβ ή πώς τον έλεγαν ήταν από το Σάσσεξ ή από το Σάρρεϋ, κάπου εντελώς Home Counties φάση δηλαδή. Μου εκμυστηρεύτηκε πολύ κομψά ότι δεν είχε σχέσεις με τη σέξι σαραντάρα, η οποία μου άγγιζε το χέρι πάνω στην άμμο και όταν το τράβαγα μού έλεγε να μην σκιάζομαι, αφού απλώς το χέρι μου έπιασε. Στην πραγματικότητα, ο Άγγλος που ήτανε σαν βιομηχανοποιημένο ψωμί σακούλας εγγλέζικο, ήταν ο μπέιμπι σίτερ της μικρής, της κορούλας της Αμερικάνας. Ήταν επίσης decoy (κι άλλη άγνωστη λέξη): παρίστανε δηλαδή και τον γκόμενο-συνοδό της Ντύλαν ή Μπομπ, ή πώς την έλεγαν, για να καλύπτει τη σχέση που είχε εκείνη με έναν ντόπιο, γέννημα-θρέμμα του θερέτρου. Γιατί χρειάζεται decoy, είναι παντρεμένος ο ντόπιος; (Βαγγέλη ή Τάσο ή Κώστα τον έλεγαν; δεν θυμάμαι). Όχι, but his mum does not approve of the American tart, as she calls her. Ο Άγγλος έβαλε το tart στο στόμα της ντόπιας μανούλας του καμακιού. Πώς όμως; Μέσω της αμερικάνας; Αυτή ήτανε του γυμναστηρίου, έκανε κάμψεις στην παραλία α λα καλιφορνέζ, είχε μαλλί κοντό Billy Idol αργασμένο από πυρηνικές βαφές,. Συνεπώς bitch ή slut θα έλεγε πώς αποκαλούν τον εαυτό της, έστω και σε μετάφραση από τα ελληνικά. Μπερδεμένα πράγματα.

Πιο μπερδεμένα ήταν ωστόσο τα υπόλοιπα: η Τσάρλυ ή Ντύλαν έφυγε από την Αμερική με την κόρη της για το γνωστό αμερικάνικο προσκύνημα στην Ευρώπη μετά από διαζύγιο με έναν malakas. Πρώτος σταθμός Αγγλία, όπου γνώρισε τον Ντέιβ ή Ίαν (τον Άγγλο λουκουμά) και τον πλήρωσε να έρθει μαζί της. Στη σάνυ Γκρης γνώρισε, στο οικογενειακό θέρετρο, τον Μπάμπη ή Τάσο — κι εκεί κλήθηκε ο Άγγλος να κάνει και τον decoy. Ήδη ταξίδευαν μήνες. «Α, προσελήφθην ως μπέιμπι σίττερ αρχικά», διευκρίνισε ο Άγγλος. Άλλες ερωτήσεις δεν έκανα. Δεν χρειαζόταν και δεν το συνηθίζω. Εγώ τότε ημουν ξετρελαμένος με μια Χριστίνα, την οποία είχα δει μόλις μια φορά και μου είχε δώσει το τηλέφωνό της και όποτε την έπαιρνα το σήκωνε ο μπαμπάς της, και η οποία με τάισε συνοπτική χυλόπιτα τελικώς, την τελευταία που έφαγα ποτέ. Αυτά το 1991, τη χρονιά που ξαναγεννήθηκε η Αγία Ρωσία.

Πάντως ο Τζων ή Ντέιβ, ο Άγγλος, άκουγε κι αυτός Σάρλατανς. Και ο Σπύρος ή Κώστας, της Αμερικάνας, ήρθε στην παραλία μια μέρα με κάτι κολλητούς και δεν χάρηκε που με γνώρισε. Και με τον Τζών ή Ντέιβ συζητάγαμε για ίντι γκρουπάκια (μπάντες ήτανε μόνο του δήμου και του στρατού τότε), δυστυχώς του άρεσαν οι Inspiral Carpets.

Τράβηξα χειρόφρενο και έβγαλα το κλειδί.

Λάσπη ή σκόνη;

Το δίλημμα είναι «λάσπη ή σκόνη;» Γιατί καθαρή δεν τη βγαζεις, όποιος κι αν είσαι, όπου και να ζεις. Μπορεί να έχεις λίγη λάσπη ή λίγη σκόνη. Μπορεί και να έχεις και τα δύο αναλόγως με την εποχή, αν είσαι άτυχος. Αλλά από τη σκόνη και τη λάσπη δεν γλυτώνεις.

Με άλλα λόγια, πρέπει να διαλέξεις τι προτιμάς: να μουλιάζεις και να τα πατάς τα σκατά και να λερώνεις τα ωραία σου παπούτσια; ή να τα εισπνέεις τα σκατά και να μπουχτίζεις τα ωραία σου πνευμόνια;

Μούχλα και μετέωρο ψιλόβροχο ή ξεραΐλα κι απροσμάχητο λιοπύρι;

Μισώ βαθιά τη σκόνη. Εγώ είμαι με τη λάσπη, με τη βροχή, έστω και με τη μούχλα. Καλύτερα να μουλιάζω παρά να αποξηραίνομαι.

Η εικονογράφηση από έργο της Apollonia Saintclair.

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ’ αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα «σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη». Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο — ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ’ εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους — σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι’ αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

Ερωτολογίες

Πάμε σιγά σιγά. Ο κόσμος δεν θέλει πια να διαβάζει, σίγουρα δεν θέλει να διαβάζει πολλά. Ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται, έχει απωλέσει ακόμα και τη χαρά της κουβέντας του καφενέ.

Διάβασα πρόσφατα το παραπάνω παράθεμα από συνέντευξη του Χ. Παπακαλιάτη. Είναι κοινός τόπος αυτό που λέει, είναι μια ιδέα σε κυκλοφορία τουλάχιστον από την εποχή του «οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει». Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλά άστοχο το παράθεμα στο οποίο «επιμένει ο δημιουργός»: Βεβαίως και ο έρωτας μπορεί να βρεθεί πέραν της πολιτικής, όπως άλλωστε και η τέχνη. Ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες.

Ο έρωτας είναι όντως και παρηγοριά, ιδίως όταν η πολιτική λανθάνει ή αποτυγχάνει. Αλλά δεν είναι υπερπολιτικός, δεν ξεπερνάει το πολιτικό. Μπορεί μεν να μην ταυτίζονται τα δύο τελικά, ο έρωτας και η πολιτική, όμως συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοσυμπληρώνονται και χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται: δύο δυνάμεις που πράγματι απορούν και δυσπιστούν και επαναδιαπραγματεύονται ιδεολογίες και ταυτότητες. Ιδίως όταν βρεθούν στην αγκαλιά της τέχνης, υψηλής ή χθαμαλής.

Παράλληλα, η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.

Μεταξύ του «φυσική ανάγκη, προς πλησμονή και κένωση» και του σεξ ως μυστικής εμπειρίας κάπου θα έχει παραπέσει αυτό που είναι, δηλαδή το εργαλείο που φτιάχνει ανθρώπους και που μας κάνει ανθρώπους, μαζί με τη γλώσσα. Και όταν λέω «ανθρώπους», εννοώ ανθρώπους, όχι Ανθρώπους.

Και ο έρωτας τι είναι; Τι κάνει; Δεν ξέρω, δύσκολα είναι αυτά τα θέματα, γελοιοποιούν τις εξιδανικεύσεις αλλά δεν χωρούν και αναγωγισμούς.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι της Irella Konof.

Ο Πανάγιος Τάφος

Μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι στενά.
Είναι σκοτεινά και μυρίζει όμορφα,
το σκοτάδι καταυγάζεται από σκοτεινή ενέργεια
κι ένα ωραίο μαύρο φως ακτινοβολεί
από προσευχές, ευχές κι ελπίδες
όπως εκείνη η υψικάμινος
στην ισπανική στέππα
που τη θερμαίνουν χιλιάδες κάτοπτρα
που κοιτάζουνε κατάματα τον βάρβαρο
τον ήλιο του θανάτου
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που γδέρνει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.
Όμως μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν έχει χώρο·
είναι σκοτεινά.

Έξω από τον Πανάγιο Τάφο
έχει μια πόλη άγρια
χωρίς πόρνες και πέτρες λαξεμένες
αλλά
με παπάδες
με ραββίνους
με ιμάμηδες
και ιεροσπουδαστές
και καλόγριες
και μαντηλοφορούσες χριστιανές
μαντηλοφορούσες εβραίες
μαντηλοφορούσες μουσουλμάνες·
κυκλοφορούσες στους λόφους
και έβλεπες άλλους λόφους:
τη Σιών
με όλο τάφους χριστιανών
να δούνε πρώτοι τη Δευτέρα Παρουσία
το μεγάλο θέαμα του Θεού,
το Όρος των Ελαιών
χωρίς λιόδεντρα
με όλο τάφους Εβραίων
πρώτους να τους σηκώσει ο Μεσσίας
συναρμολογώντας τα ξερά τα καύκαλά τους
κατά Ιεζεκιήλ.

Καθόσουν σε μια πλατεία
και ήταν η αρχή του Σαββάτου
και περπάταγαν κάτι κορίτσια
και καθόντουσαν δίπλα σου
κάτι αγάλματα
και έλεγες:

Έχω διαβεί τα στενά της Σαλαμίνας
έχω διαβεί στα στήθια της ανάμεσα.

Έχω γλείψει αλάτι από το χέρι μου, σάλιο της θάλασσας πάνω μου
έχω γλείψει και του μουνιού τ’ αλάτι.

Έχω σνιφάρει χαρτί μοσχομυριστό βιβλίων
και ιδρώτα που βαριά ερωτεύτηκα.

Έχω σταθεί στον Ταΰγετο κοιτάζοντας πέρα προς το αδιανόητο μέλλον
Έχω μουγκρίσει χύνοντας σαν βόδι και σαν τραγωδός
Έχω μιλήσει σε ανθρώπους και τους έχω ακούσει
Έχω γευτεί ζουμί της σφενταμιάς και μύδια της Καλύμνου
Έχω αγγίξει το μέσα του νου, την επιφάνεια των πυγών

Έχω περπατήσει σε ξεχασμένα λιθόστρωτα και σε υπερεκτιμημένους δρόμους.
Κάποτε βρέθηκα με φίλους, κάποτε με δασκάλους.
Με είπανε ραββί και με είπανε πατέρα και νυμφίο.
Με λέει «αγάπη μου».

Αλλά ο Πανάγιος Τάφος είναι το θέμα.
Μέσα του έχει ναούς, πάνω του έχει ναούς.
Μέγα κέλυφος γεμάτο μπουρμπουλήθρες σεπτές.
Πιο πέρα ήταν ένας Ναός
όπου άγγελοι τραγούδησαν μονότονα
ρυθμούς χορευτικούς και μιλιταίρ
πάνω σε μια κιβωτό με χερούλια.
Μετά τον γκρέμισαν τον Ναό.
Μετά γκρέμισαν μια γειτονιά
δίπλα στον Ναό
για να φαίνεται το ερείπιο,
όλο χαρτάκια στους αρμούς των αλάξευτων λίθων του,
για να λάμπει ο τρούλος του χρυσού πίσω του
που κοιτάζει κατάματα τον βάρβαρο
τον έναν ήλιο του ενός Θεού
την κυκλοδίωκτη
κεφαλή της Μέδουσας
που καίει τον ουρανό
κάθε μέρα
ακαταπαύστως.

Κι εγώ είπα,
απλοϊκά και κουτοπόνηρα:

Δικός σας ο ήλιος ο ένας,
δικοί σας οι λόφοι,
δικοί σας οι θόλοι
και η αλήθεια
και ο λόγος
και ο νόμος.
Δική σας κι η Ιερουσαλήμ.
Εγώ κρατάω το μέσα
του Παναγίου Τάφου
και τον υπόλοιπο τον κόσμο
με τα σώματα
με τα δάση
με τα βιβλία
με τις χαρές
με τις χάρες
με ό,τι τρυγήσουμε
περνώντας βιαστικά
από πόνο σε πόνο.

Eyvallah hacı baba

Πριν από λίγες μέρες, ο ολντμπόι έγραφε στο facebook περίπου τα εξής: ότι όσοι αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά Έλληνες έχουνε κατασκευάσει αυτή την ταυτότητά τους· απεναντίας, όσοι απλοειδώς και μονοσήμαντα νώθουν Έλληνες την έχουν διαμορφώσει φυσικά κι αβίαστα την ταυτότητά τους

Το πρόχειρο αντιπαράδειγμά μου είναι οι Κρητικοί που αισθάνονται πρώτα Κρητικοί και μετά Έλληνες — ή και τανάπαλιν. Ένα λιγότερο πρόχειρο παράδειγμα είναι οι Σκωτσέζοι, αυτοί που ψήφισαν να παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θυμήθηκα Ολλανδούς και Βέλγους που αισθάνονται πρώτα Ευρωπαίοι και μετά κάτι άλλο (στην περίπτωση των Βέλγων it’s complicated, που λέμε και για τις σχέσεις).

Επειδή ζούμε σε χώρα που με ζήλο κι επιμέλεια επιτυχώς εξαφάνισε διαλέκτους και μειονότητες, και με το καλό και με το άγριο, και με την εκπαίδευση και με πειράματα ή ατυχήματα εθνοκάθαρσης, δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά προϊόντα ζούμε σε Κάπα-Σίγμα. Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου (ναι, όπως το λέω: η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου) είναι να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ταυτότητες. Και δεν είναι απαραίτητο να διαχειριζόμαστε κάθε μας ταυτότητα σαν να είναι εθνική, εθνοτική, θρησκευτική κτλ. Ταυτότητα διαμορφώνει και ο Στράτος Διονυσίου, και δεν πρόκειται για ευτελή ταυτότητα, ταυτότητα διαμορφώνει και ο Βοσκόπουλος, η τζαζ, ο Νταλάρας, το κλαρίνα ή ο Καρράς. Ο Γαύρος, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης είναι πιο ισχυρές ταυτότητες, πιο καταλυτικές και σίγουρα πιο καθαριστικές από κάθε ασυνάρτητο τοπικισμό ή από κάποιους αφηρημένους τοπικισμούς. Οπωσδήποτε ισχυρότερες από σχηματικές άνευ περιεχομένου πολιτικές τοποθετήσεις τύπου «κεντρώος» ή «αριστερός».

Άκομα ένα αντιπαράδειγμα, ο παππούς μου. Έφυγε από την Πόλη στα 13, την ξαναείδε στα 70 του. Περιφρονούσε τους Τούρκους και μίλαγε ωραιότατα τούρκικα παλαιάς κοπής: κάθε Κυριακή που ερχότανε σπίτι στην ερώτηση τι κάνει απαντούσε Eyvallah hacı baba! ή, αν ήταν απλώς καλοδιάθετος, maşallah. Αποκαρδιωμένος κομμουνιστής και εκ πεποιθήσεως ΑΕΚ. Καλοφαγάς και υιοθετημένος Γκυζιώτης.

Οι ταυτότητές μας δεν είναι ούτε (μόνο) βιολογία, ούτε ανεξίτηλες. Μπορεί να είναι το στέκι και το νησί μας, οι Ramones και η Σχολή μας, η γυναίκα που δεν θα φύγει και οι άντρες που πέρασαν. Οι ταυτότητές μας διαμορφώνονται από το πού νιώθουμε να ανήκουμε, από το τι μας υποστασιάζει και από ό,τι μας δίνει χαρά.

[Ο Λώρενς Ολίβιε διαβάζει το ‘Με τον  τρόπο του ΓΣ’ στην ταινία Η δοκιμή / The rehearsal του Ντασέν (1974).]