Πατερναλισμός

Ένα είναι το χούι που όλους μάς ενώνει,

Όχι. Ο πατερναλισμός είναι.

Και όλους μας ενώνει.

Σε άλλες κοινωνίες ο πατερναλισμός είναι συνήθως ταξική συμπεριφορά. Στην Αγγλία γίνεται τεράστια συζήτηση σχετικά με τον πατερναλισμό (στα όρια του ρατσισμού) της μεσαίας τάξης απέναντι στην εργατική. Στη Γαλλία, ο πατερναλισμός του κοσμικού λευκού παριζιάνου αστού είναι πια κοινός τόπος, αφού μάλιστα τροφοδοτείται από την ουνιβερσαλιστική ιδεολογία του γαλλικού κράτους: οι αξίες της Γαλλίας είναι οι πανανθρώπινες αξίες και όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουμε δύο πατρίδες με δεύτερη τη Γαλλία, τελεία και παύλα.

Στην ελληνική κοινωνία, όπως τρικυμιωδώς εκφράζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς τη διαμεσολάβηση του τύπου, των ραδιοσταθμών ή των καναλιών πια, ο πατερναλισμός εκπορεύεται από όλους και καταπέμπεται προς όλους.

Όλοι λοιπόν μπορούμε να διακρίνουμε με μοναδική διαύγεια τις προθέσεις όλων, ατόμων και ομάδων: κουκιά μετρημένα είναι οι άλλοι, είτε διάφανοι και απλοϊκά οργανωμένοι είτε δεκτικοί άμεσης ετικετοκόλλησης. Ακόμα και αν παραιτηθούμε από την απόλαυση μιας δίκης χαρακτήρα, που μας χαρίζει την αίσθηση ηθικής ανωτερότητας την οποία τόσο στερούμαστε και λαχταράμε, προχωράμε στην ντετερμινιστική ερμηνεία των πράξεων του άλλου: τέτοια είναι, τέτοια κάνει· από το σινάφι του τι να περιμένει κανείς· ο λύκος κι αν εγέρασε κτλ.

Στην κατάσταση γενικευμένου πατερναλισμού που ζούμε, θα πίστευε κανείς ότι δεν υπάρχουνε περιθώρια αυτενέργειας, απόφασης κι ελευθερίας. Όλοι μυγαράκια, σβουρίζουμε γύρω από τη φλόγα του υπερπατερναλιστή Γκυ Ντεμπόρ, έρμαια της «νοοτροπίας», του Zeitgeist. Τις περισσότερες φορές, απλώς είμαστε παίγνια αυτού που είμαστε — το οποίο βεβαίως αντιλαμβάνεται και κατανοεί ο άλλος πολύ καλύτερα από εμάς τους ίδιους. Η ζωή ολωνών είναι μελωδία μηχανικού πιάνου που οι άλλοι γνωρίζουνε τάχα εκ των προτέρων, αφού βλέπουν καθαρά τα σημαδάκια στον περιστρεφόμενο κύλινδρο. Αίτιο, αποτέλεσμα. Οι πατερναλιστές, όλοι μας, γνωρίζουμε το πρώτο. Το δεύτερο μηχανικά αναπόφευκτο: ο άλλος, ο απέναντι.

Και ναι, όλοι είμαστε πατερναλιστές, έστω κι αν μας έχει δοθεί μισό κλικ αυθεντίας πάνω από τον απέναντί μας: σοφοί γονείς, διορατικοί δάσκαλοι, ώριμοι ενήλικες, θυμόσοφοι δεξιοί, πεφωτισμένοι αριστεροί, πιο πεφωτισμένοι αναρχικοί, αδιάφθοροι έφηβοι, ώριμοι γκόμενοι, ψαγμένες γκόμενες, υψιπετείς θεωρητικολόγοι, προσγειωμένοι πραγματιστές, ψημένοι άνθρωποι των πόλεων, γνήσιοι άνθρωποι της επαρχίας, ακομπλεξάριστοι στρέιτ, μεταρσιωμένοι γκέι, ευλογημένοι χριστιανοί, ήμεροι αγνωστικιστές, απελευθερωμένοι άθεοι, σοβαροί μονογαμικοί, υγιείς πολυγαμικοί, βαθιά μορφωμένοι, αγνοί ολιγογράμματοι, περήφανα νιάτα, τιμημένα γερατειά. Ο Γιανναράς και ο Γεωργελές. Η Διβάνη κι ο Ζουράρις. Ο Αποστολίδης, ο Ραφαηλίδης κι ο Σαββόπουλος. Η Μαλβίνα κι η Αρβελέρ. Ο Πάσχος και η Κανέλλη. Το ΚΚΕ κι οι δεσποτάδες. Όλοι αυτοί θεωρούμε όλους τους άλλους κατ’ αρχήν βλάκες. Ή ανήθικους. Ή μπανάλ. Ή αφελείς. Ή πλανημένους. Κι έτσι αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε και τους γνήσια κακόβουλους στο τέλος.

Μετά από τόσα χρόνια που είμαι Έλληνας δεν έχει πάψει να με κουφαίνει η ευκολία και η αυτοπεποίθηση με την οποία οποιοσδήποτε από εμάς είναι έτοιμος να πατρονάρει οποιονδήποτε άλλο. Δεν έχει πάψει να με τρελαίνει σαν πονόδοντος το πόσο λαγνευόμαστε τον ετεροκαθορισμό, πόσο γουστάρουμε να καμωνόμαστε ότι ξέρουμε ποιος είναι ο άλλος, πόσο καυλώνουμε να του πούμε για τη ζωή του, πόσο ποθούμε να του επιβάλουμε αυτό που ξέρουμε γι’ αυτόν. Για το καλό του, τελικά.

Ένας είναι ο εχθρός, ειν’ ο πατερναλισμός.

Ένδον σκάπτε

Ελάτε, φίλοι, να μιλήσουμε για εθνοτικά στερεότυπα, ελάτε να πούμε για τον χαρακτήρα των λαών, να επιχειρηματολογήσουμε πάνω στο δυτικό ratio και την βορειοευρωπαϊκή απονία απέναντι στον ελληνικό Λόγο (του Ζουράρεως;) και τη μεσογειακή φιλαλληλία. Ελάτε να μιλήσουμε για λαούς ολόκληρους που έχουνε τον σταχανοβισμό, την κρυοκωλιά ή τη σκληρότητα στο αίμα τους.

Χτες ξαφνικά άρχισε να πονάει ένα δόντι στο οποίο είχα εδώ και μια βδόμαδα ευαισθησία. Με σκότωνε κάθε φορά που το πίεζα. Σήμερα το πρωί μάλιστα ένιωθα πόνο οπουδήποτε και να άγγιζα το ούλο πάνω από τη ρίζα του. Θα έβλεπα τον οδοντίατρό μου τη Δευτέρα, αλλά μόλις τέλειωσα τη δουλειά σήμερα έψαξα και τοπικό οδοντίατρο να με συμβουλέψει ή και να μου δώσει τίποτα.

Με πήγαν κάτι παιδιά εδώ σε μια κλινική του τοπικού πανεπιστημίου. Αυτοί όμως ήθελαν καπάρο 150 ευρώ, γιατί η ασφάλεια η δική μου δεν καλύπτει οδοντιατρικές εργασίες. Θα μου επέστρεφαν το υπόλοιπο. Αρνήθηκα κοφτά κι απότομα. Οπότε με πήγανε μετά σε ένα κοντινό οδοντιατρείο, υπερκυριλέ, με έξι οδοντιάτρους μέσα. Πήχτρα ήταν. Μου είπανε να περιμένω μία ώρα, που τελικά έγιναν τρεις. Στο μεταξύ διάβασα το μισό ‘Μάρτυς μου ο Θεός’ (μα τι βιβλίο!), μπινελίκωσα τους καριοληδες εδώ και ένα τρίωρο που δεν κάνουνε μια εξαίρεση για τον πόνο του ανθρώπου, έψεγα την πανέμορφη ρεσεψιονίστα του οδοντιατρείου που δεν άφησε το παιδάκι να περιμένει για να με δουν εμένα σφήνα — άλλωστε συμβουλή και κανα φάρμακο ήθελα μόνο, τη Δευτέρα θα πήγαινα στον οδοντίατρό μου.

Τελικά με δέχτηκε ένας φανερά καταπονημένος οδοντίατρος στην ηλικία μου. Διά χειραψίας. Μου ζήτησε συγγνώμη που περίμενα. Μιλήσαμε. Μου έβγαλε ακτίνες. Χρειαζόμουν απονεύρωση. Ναι, το είχα χαμπαριάσει αυτό. Όχι, χρειαζόμουν επιτόπου απονεύρωση. Του είπα ότι μπορεί να με διώξει με κάποια αντιβίωση ή και παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Όχι, επέμενε, πάτε για απόστημα, έχει γαμηθεί ο Δίας στη φλεγμονή, πάτε για απόστημα. Πόσο θα κοστίσει; 350, μου λέει. Πόνεσε, αλλά τόσο πάει το μαλλί κι εκεί που μένω. Πάμε, του λέω.

Όσο με έσκαβε μου εξηγούσε τι και πώς, μετά όταν πήγε να χτίσει την κουφάλα μού ζήτησε συγγνώμη γιατί μούγκρισα. Με έκλεισε. Μου έδωσε παυσίπονα και τις καλύτερες ευχές. Το οδοντιατρείο είχε ήδη κλείσει, βοηθοί και ρεσεψιονίστες την είχανε κάνει, πήγε ο ίδιος στον γκισέ και μου έβγαλε τον λογαριασμό: 191,27.

Οι κάρτες μου δεν πέρναγαν. Πήγα να δώσω μετρητά, «α, δεν έχω ρέστα», απάντησε. Και τι θα γίνει; Θα σας στείλουμε τον λογαριασμό στην Αθήνα. «Μα τι λέτε;» «Εσείς με εμπιστευτήκατε, σας εμπιστεύομαι, we are on the same side». Επέμενα. Επέμενε. Ήταν κουρασμένος. Εντάξει, να μου στείλετε τον λογαριασμό στην Αθήνα. Τον χαιρέτησα με χειραψία, ευχήθηκα Auf wiedersehen κι έφυγα κατάπληκτος.

Επικαιρικά, Μάρτιος του ’15

Το θέμα, βεβαίως, δεν είναι οι αποζημιώσεις. Και αν είναι θέμα, δεν αποτελεί προτεραιότητα.

Προτεραιότητα, μετά την τετράμηνη αναστολή εκτέλεσης που πέτχυε ο Βαρουφάκης, είναι:

α. Μέτρα και νόμοι που δεν κοστίζουν λεφτά και θα ανακόψουν την επέλαση θανάτων, την υλική καταστροφή, τον εκβαρβαρισμό και την ανέλκυσή μας από το βάραθρο του ολοκληρωτισμού που μας κατακρήμνισε η πενταετία. Ιθαγένεια. Σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Κάτι για τα σώματα ασφαλείας. Τέτοια πράγματα.

β. Σύγκρουση με εργολάβους, καναλάρχες και εφοπλιστές και τέτοιους, τους οποίους ο ξένος τύπος ανοιχτά αποκαλεί ολιγάρχες και λαμόγια.

γ. Μονομερή μέτρα ανθρωπιστικού χαρακτήρα, κατά της λιτότητας, που θα κοστίσουνε λεφτά.

Αυτά ή θα ρίξουν την κυβέρνηση ή δε θα τη ρίξουν.

Αν την ρίξουν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επανέρθει αυτοδύναμος. Μετά έπονται και άλλα, όπως οι πραγματικά αναγκαίες αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις (δε γίνεται να σφετερίζονται εσαεί τον όρο οι μισάνθρωποι).

Αν δεν την ρίξουν, θα έρθουν το διευθυντήριο της ΕΕ και η γερμανική κυβέρνηση του CDU μύτη με μύτη με τη χρεωκοπία της Ελλάδας εντός του ευρώ. Αυτό είναι το μόνο σοβαρό διαπραγματευτικό όπλο που έχει η στριμωγμένη Ελλάδα.

Και μια σημείωση για τον Βαρουφάκη. Ο Βαρουφάκης μιλάει δημοσία όπως μιλούν οι καλοί εκλαϊκευτές πανεπιστημιακοί του αγγλοσαξωνικού κόσμου: ούτε σαν να απευθύνεται σε μεταπτυχιακούς φοιτητές (όπως ο Κ. Τσουκαλάς, που σέβομαι βαθιά), ούτε με τα μπούλσιτ και τις φιοριτούρες των πολιτικών. Η ελληνική κοινή γνώμη, εθισμένη να ακούει πασοκικό μπούλσιτ, κνίτικη συνθηματολογία ή δεξιοφιλελεύθερες εκθέσεις ιδεών και κηρύγματα, ξενίζεται. Δεν πειράζει.

Μανχάτταν

Γεννήθηκα στο Μανχάτταν, στον Νέο Κόσμο.

Γεννήθηκα στην οδό Λέκκα. Γεννήθηκα στον Πειραιά και στο Κερατσίνι. Γεννήθηκα στο Gin Joint. Γεννήθηκα βεβαίως στο Λονδίνο. Γεννήθηκα στην Αιόλου, στην Κυψέλη, στην Ασκληπιού και στη Συγγρού. Παραλίγο να γεννηθώ στο Βερολίνο, αλλά δεν ήτανε γραφτό. Γεννήθηκα στην Αθήνα ξανά και ξανά. Και πάλι και πολλάκις.

Υπάρχουνε λοιπόν πόλεις που διαβάζω τους χάρτες τους σαν γενέθλιους χάρτες: τραβάω γραμμές μεταξύ σημείων πάνω τους και μαθαίνω κάτι για μένα, για το παρόν και για το παρελθόν και ίσως για το μέλλον. Ακολουθώ πορείες μέσα τους που στροβιλίζονται γύρω από παράξενους ελκυστές και λέω ότι κάπου οδηγούν, εκεί όπου τέμνεται το δικό μου και το συλλογικό, ο έρωτας και η γνώση, η αποδοχή και η ακοίμητη φλόγα, η μουσική και οι μεταμέλειες, η φιλία και το απρόσμενο, νέοι κόσμοι που αναδύονται μέσα από αυτόν εδώ, με τη ζωή του ο καθένας, και τρόποι για να βλέπεις. Κάθε τομή και σημείο, κάθε σημείο και τόπος: ολόκληρος πλανήτης άλλος γοργός και άλλος ψυχρός. Και γύρω τους ένα δαχτυλίδι με δώδεκα ζώδια, ένα δαχτυλίδι που φοράω στο αριστερό χέρι μου από τότε γεννήθηκα.

Υπάρχουνε λοιπόν, που λέτε, πόλεις των οποίων διαβάζω τους χάρτες σαν βιβλία στα λατινικά: πιάνω μια λέξη εδώ, μια φράση εκεί, κάτι γνώριμο σαν ρητό. Στα περιθώριά τους κρατάω σημειώσεις: Αυτό κάποτε ήξερα τι σημαίνει, τι να θέλει πια να πει. Αυτό δεν ξεχνιέται, το κάνεις και σλόγκαν και το χαράζεις πάνω σου ανεξίτηλα. Εδώ είναι ένα κενό γράμμα, εκεί ένας χρησμός που εξακτινώνεται και σε ερμηνεύει. Αν κοιτάξεις τις σελίδες του από εντελώς λοξά, όπως σε όλα τα βιβλία, βλέπεις χάρτες ξανά, όχι πια λέξεις: νησιά από μελάνι ανάμεσα στα οποία διακλαδίζονται σαν δέλτα ποταμών (ή μονοπάτια) οι λευκές ταινίες τις οποίες φτιάχνουν τα διαστήματα ανάμεσα στις αράδες και τα τυχαία κακοστοιχισμένα κενά ανάμεσα στις λέξεις.

Υπάρχουν χάρτες που φαίνονται απλοί: ένος κάνναβος πάνω σε ένα φαλλόσχημο νησί, ένα δαχτυλίδι που το κόβει ένα ποτάμι σαν κορδέλα, τρίγωνα και παραλληλόγραμμα που περικλείουν ακανόνιστους δρόμους και τέως ρέματα. Μέσα τους κλείνουν αδιανόητα μικροσύμπαντα, ό,τι έχει να πει μια ζωή, όπως και κάθε βιβλίο της προκοπής: ξανά και ξανά.

Κενή ανάρτηση

Κάθομαι μπροστά στην οθόνη εδώ και μία ώρα και προσπαθώ να μη γράψω. Πασχίζω να μη γενικεύσω, να μη γίνω κακός (κι ας μου πάει) και να μη γίνω τρυφερός (όπως θέλω να είμαι, όταν αξίζει). Είπα να δω τον Λεβιάθαν, δυόμιση ώρες με Ρώσους που δεν είναι του Ταρκόφσκι — όχι απόψε. Είπα να δω το Grand Budapest Hotel, αλλά λέω να το αφήσω για μια μέρα που δεν θα έχω όρεξη να γράψω.

Διαβάζω αποψάρες στο φέισμπουκ για να νυστάξω: κραυγές αιμοδιψείς για τους παιδεραστές, φιλολογικές διαμάχες για την παιδοφιλία. Δεκάδες οικονομολόγους, διεθνολόγους και ιστορικούς να εξηγούν φορτικά πολλά και δυσνόητα. Αφανείς γλωσσολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και δικαστές να αγανακτούνε δικαίως. Πολλούς που απλώς και γενικώς ξέρουνε. Παρακολουθώ διακριτικά την καθόλου χαριτωμένη ακαταστασία της κυβέρνησης — αλλά αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, ακόμα Κώστα Καραμανλή θα ψήφιζε ο κόσμος, τι λέμε τώρα: από ιδρύσεως ΕΑΜ, προσπέφτουμε ικέτες στην Αριστερά αφού πρώτα μας πάρει οριστικά ο διάολος τον πατέρα και το σπίτι, όπως καταφεύγει μελλοθάνατος σε αγίους και θεούς.

Διαβάζω αποψάρες και αναλυσάρες, ζαλίζομαι λίγο. Άραγε οι αριστεροί της αυτοπεποίθησης (πολλοί σπουδαγμένοι στους ντετερμινιστικούς δογματισμούς της ΚΝΕ) και οι δεξιοφιλελεύθεροι της νηφάλιας απανθρωπιάς (βουτυροθρεμμένοι με καφρίλες ΔΑΠ-ΝΔΦΚ ή με απολίτικες ευαισθησίες και πολίτικες κουζίνες στο γύρισμα του αιώνα), οι απόστολοι της καλοσύνης και οι θυμόσοφοι ξερόλες, άραγε όλοι αυτοί είναι στ’ αλήθεια σοφότεροι, σπουδαγμενότεροι, εξυπνότεροι, διαβασμενότεροι από μένα; Ίσως, γιατί εμένα το μυαλό μου δεν φτάνει εκεί όπου φτάνει το δικό τους και γι’ αυτό για πολλά δεν ξέρω τι να πω.

Κάθομαι μπροστά στην οθόνη και καμαρώνω που δεν γράφω τίποτα, που δεν ρίχνω κι εγώ ακόμα μια αποψάρα κι ένα ανάθεμα για να γυρίζει ο μύλος. Που άφησα αυτό το παράθυρο εδώ που λέει «νέα ανάρτηση» κενό. Όμως, δεν έγραψα που δεν έγραψα τίποτα, τουλάχιστον να είχα διαβάσει κανα βιβλίο.

Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου

Η υπόθεση «έμπνευση» μού είναι ελαφρώς ακατανόητη.

Θέλω να πω, έμπνευση βρίσκεται παντού. Η δουλειά που πρέπει να επακολουθήσει είναι το πρόβλημα. Βεβαίως, μπορεί να τα λέω αυτά γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα δημιουργικός άνθρωπος: από μουσική νούλλα, από εικαστικά Α’ Γυμνασίου (και έχω χάσει την παιδική αφέλεια και δεν ξέρω να βλέπω) κι ατάλαντος, από πλοκή και ποίηση άχαχαχα. Πάντως την όποια έμπνευση συνήθως την περιμένω ήσυχα να έρθει. Τις περισσότερες φορές όταν ακούω μουσική ζωντανά ή σε δημόσιο χώρο — και μετά ψάχνω εναγωνίως να σημειώσω ιδέες, συνήθως στο κινητό, άντε σε καμμιά απόδειξη με το στυλό της σερβιτόρας.

Ναι, νομίζω ότι για να έρθει η έμπνευση πρέπει πρώτα να χαλαρώσεις λίγο. Να χαζέψεις και να αφεθείς. Γι’ αυτό και οι δημιουργικοί άνθρωποι έχουν ενταγμένους περιπάτους στην καθημερινή τους ρουτίνα. Καμμιά φορά βοηθάει το κρασί. ‘Όχι η μπύρα, κατουριέσαι. Όχι το ουίσκι, χαλάει. Όχι το τζιν, ερεθίζει (ναι, λαγνικά).

Μιλώντας για καύλα, συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Υπάρχουν φορές που έχεις κάνει έρωτα και περπατάς στον δρόμο, ή είσαι στο ντουζ, ή σε κάποιο ταξί ίσως, και συνειδητοποιείς ότι μόλις άλλαξε η ζωή σου, ότι μόλις άνοιξε μια ζωή μέσα στη ζωή σου, όπως — λέει — αναδύονται μικροσύμπαντα σαν αφρός μέσα από το δικό μας σύμπαν, το γνωστό και μη εξαιρετέο. Είναι κάτι φορές που φοράς τα ρούχα σου μετά ή τις μπυτζάμες σου και απλώς δεν πιστεύεις ότι έζησες κάτι τόσο — πώς να το πω; Δεν θέλω να το πω «θεοτικό» και τέτοια: φτάνει πια με τις εξιδανικεύσεις και τις ερωτικές μεταφυσικές. Δεν πιστεύεις λοιπόν ότι έζησες ό,τι έζησες, ήτανε τρελό γαμήσι αλλά και πέρα και πιο δυνατό και πιο μακριά από τρελό γαμήσι. Είναι κάτι που η ανθρώπινη γλώσσα δεν έχει εξελιχτεί να διατυπώσει χωρίς να καταφεύγεις σε μεταφορές και σε μίζερες περιφράσεις. Κι έτσι στέκεσαι βουβά απέναντί του, αναπολείς τα καθέκαστά του, μισοξανακαυλώνεις. Σκιρτάς και λίγο. Χαμογελάς, επικαλείσαι ονομαστικά εκεί κι έναν όποιο Θεό, όχι από φόβο αλλά από καθαρή ευγνωμοσύνη.

Και σε λίγο αυτή η ζωή που αναδύθηκε αυθόρμητα και δυνατά, η καύλα, ο ίμερος, η ερωτοπραξία, το σκοτεινό κύμα των οργασμών που χτυπάει, η καθαρή χαρά μετά, το ξανά και ξανά, όλα μαζί αναλαμβάνονται στο στερέωμα της νοσταλγίας, αναλαμβάνονται από τη μνήμη. Σε λίγες ώρες, το επόμενο πρωί λόγου χάρη, δεν θα ξέρεις αν έζησες ό,τι έζησες πριν είκοσι, δέκα, πέντε, τρία, δύο χρόνια, πέρυσι, πριν έξι μήνες ή πριν ένα μήνα — πάντως το προηγούμενο βράδυ, αποκλείεται, με τίποτα. Και θυμάσαι στιγμές στο φως και αφές και μυρωδιές και γεύσεις αλλά πιο πολύ θυμάσαι την ακατάβλητη μακαριότητα και την ανεκλάλητη χαρά, την παρουσία της γυναίκας. Και λες «για να το έζησα αυτό» — κι ας νομίζεις ότι ήτανε μήνες και χρόνια πριν πια — «για να το έζησα αυτό, κάτι καλό έφερε σ’ εμένα κι η ζωή».

Φως ιμερικό

Καθόλου δεν αντέχω την υπερφωτισμένη πορνογραφία, να παρακολουθώ γαμήσια μέσα στην άπλετη φωτοχυσία χειρουργείου που καίει τις σκιές με εκτυφλωτικούς προβολείς στούντιο. Ίσως να ταιριάζει αυτή η φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινής, στη φάση «όλα στο φως» της αμερικάνικης εποχής μας. Ίσως πάλι το χειρουργικό φως να είναι προϊόν εντελεχών ερευνών αγοράς, ίσως έτσι να καυλώνει το λεγόμενο μέσο αρσενικό, άλλωστε άντρες είμαστε: θέλουμε να βλέπουμε — και μάλλον στο πόσα και στο πώς να διαφέρουμε τελικά.

Επίσης μου είναι πολύ αντιπαθείς οι ψευδοαισθαντικές λήψεις στην πορνογραφία όπου η βαζελίνη πασαλείβεται στον φακό ώστε να φτιάχνεται το κατάλληλο φλου, ένα φλου που με τη σειρά του γίνεται μεταφορά της ιμερικής μέθης, της καυλωμένης θολούρας, της τυφλοβδομάδας (που λέγαν οι παλιοί). Όπως ο υπερφωτισμός ανήκει στον θάλαμο βασανιστηρίων, η θολούρα ανήκει στην μνήμη και στην ανάμνηση, είναι προνομιακός χώρος της ποίησης. Κι από ποιητισμούς έχουμε χορτάσει.

Τέλος, ίσως χειρότερο από όλα στην τσόντα είναι το κιαροσκούρο της καψούρικης εξιδανίκευσης. Εδώ πάλι έχουμε να κάνουμε με υποκρισία: όχι, δε βλέπεις αυτό που βλέπεις για να καυλώσεις, παρά γιατί είναι κάτι πολύ αχβάχ και βαθύ — και με τρόπους άλλους από τους πορνογραφικά προφανείς. Αυτές οι τσόντες με το πολύ και δήθεν κιαροσκούρο, όπως και οι φλου σε βαθμό σεβεντίλας, υποτίθεται ότι προορίζονται για γυναίκες. Τι να πω, ενδεχομένως έτσι να λέν οι έρευνες αγοράς.

Φυσικά, οι αντιρρήσεις μου δεν είναι αισθητικές, για τσόντα μιλάμε στο κάτω κάτω: από τα ελάχιστα genre με χειροπιαστό σκοπό και αποτέλεσμα (ένα δεύτερο είναι το μελό και ένα τρίτο το genre που περιλαμβάνει το Slumdog Millionaire). Υποθέτω λοιπόν παρακολουθώντας δύο (και τρεις και βάλε) ξένους κι άγνωστους ανθρώπους να λαγνεύονται, έως και να ξεσκίζονται άγρια κάθιδροι και μούσκεμα στα σάλια τους και σε όλα τ’ άλλα, ότι τελικά ψάχνω και το φως από δικές μου αναμνήσεις και από δικές μου φαντασιώσεις.

Οι φαντασιώσεις μου πάντως αφορούν γυναίκες που γνωρίζω. Γενικά, δεν ξέρω να πλάθω χαρακτήρες, τουλάχιστον όχι για να πηδηχτώ μαζί τους κατα φαντασία. Επίσης, δεν διαθέτω ούτε πολλή φαντασία ούτε σκηνοθετικές ικανότητες. Όσο για άγνωστες γυναίκες, ω μα θα ήταν απρέπεια και, κυρίως, ματαιοπονία να κάθομαι να φαντάζομαι ότι κάνουμε κάτι μαζί: οι άγνωστες γυναίκες δεν μου λένε πολλά. Όμως, εν πάση περιπτώσει, ποιος νοιάστηκε για τις δικές μου σεμνές φαντασιώσεις; Απλώς λοιπόν λέω ότι και οι φαντασιώσεις μου φωτίζονται με τον τρόπο των αναμνήσεών μου.

Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις, εκεί μάλιστα. Σε κάθε δωμάτιο, αυτοκίνητο ή χώρο υπαίθριο το φως είναι βεβαίως διαφορετικό, αν και γενικά προτιμώ να τείνει προς το σκοτάδι. Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις μου είναι άλλοτε λοξό από σούρουπο, ή δροσερό και πρωινό. Άλλες φορές μόλις που ξεχειλίζει πίσω από χαραμάδες και αμέσως αραιώνεται μέχρι να γίνει μεσημβρινό ημίφως κλειστού χώρου. Θυμάμαι περιορισμένη φωταγώγηση από φανοστάτες της πόλης ή του χωριού, θυμάμαι και φωτισμό περίκλειστου παραδείσου, άλλοτε το ημίφως που παρέχει κάποιο τάχα ξεχασμένο πορτατίφ. Κάποτε το φως είναι διάχυτο γιατί εκπορεύεται από τους δρόμους της πόλης και τρυπώνει μέσα από ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κάποτε γιατί το κόβουν και το φιλτράρουν βαρειές κουρτίνες.

Τα ερώτικα σώματά μας είναι αφή και φως. Η αφή αποχωρεί μαζί με τα σώματα, τη στερούμαστε όταν το ερωτικό σώμα απουσιάζει, η ανάμνησή της ξεθυμαίνει γρήγορα. Το φως που τα φωτίζει όμως μας εντυπώνεται, είναι η συντροφιά μας και η προσμονή μας.

Μετά τη (Γεωργική) Επανάσταση

Για τα πολιτικά τη γνώμη μου την είπα εδώ. Απλώς προσθέτω ότι είχαμε μια διπλή αυτοκτονία προχτές — τίποτε απολύτως δεν έχει τελειώσει, τίποτε απολύτως δεν έχει επουλωθεί. Ας μη μας καβαλάει το συμβολικό.

Όμως άλλα με τρώνε τώρα. Περιοχές της ανθρώπινης ζωής και εμπειρίες που απαιτούν να στασιάσουμε, συλλογικά και ατομικά.

Πατριαρχία

Δύο σοφά τραγούδια έχει γράψει ο Λένον. Το ένα είναι το Working class hero, που είναι και τραγουδάρα. Το άλλο είναι αυτό. Με ενοχλεί βαθιά ο τρόπος που ασχολούνται με το στραβοπάτημα της Μαντόνας, είναι γριά και θα έπρεπε να κάτσει σπίτι της λέει, ενώ τα παλληκάρια οι Στόουνς να παίζουνε και να χορπηδάνε μέσα από τα φέρετρα. Με εξαγριώνει αυτό που είναι της μόδας να λέμε slut shaming, όρος που απλώς κουκουλώνει την ευκολία και τη χυδαιότητα της αγροτοποιμενικής ηθικής μας: μιας ηθικής που με διαπόμπευση και με ενοχή πασχίζει να αλυσοδέσει το μουνί για να ελέγχουμε τα αρσενικά τη ροή της κληροδοσίας και για να κατευνάζουμε τις μικροδυναστικές μας αγωνίες. Φρίττω με όσα γίνονται στην Τουρκία και καμαρώνω για τους αριστερούς (εκεί η αριστερά δεν είναι σέρτικη και μπουζουκονταγλάν — αλλά οι Τούρκοι έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες μάς βάζουνε τα γυαλιά) που κατέβηκαν με τις φούστες να διαμαρτυρηθούν. Και μη βαυκαλίζεστε ότι εδώ είμαστε καλύτερα.

Η πατριαρχία δε γνωρίζει τάξεις, κουλτούρες, εθνότητες — δεν καταλαβαίνει τίποτα, ντιπ για ντιπ. Η πατριαρχία είναι η χρόνια, η προαιώνια, καρδιοπάθεια που ψωνίσαμε με τη Γεωργική Επανάσταση. Είναι η πραγματική κατάρα της Εδέμ. Παραφράζοντας τον Γκορ Βιντάλ, η πατριαρχία είναι το μεγάλο, ανομολόγητο κακό στο κέντρο κάθε κουλτούρας. Όπως ήταν και η δουλεία, άλλωστε. Όπως λοιπόν και εναντίον της δουλείας, θα χρειαστεί σφοδρός κι ανελέητος πόλεμος εναντίον της, αφού η πατριαρχία αποτελεί και κιβωτό αδιανόητων προνομίων και για τον τελευταίο μαλάκα άντρα και αστείρευτη πηγή βαρβαρότητας.

Μισαλλοδοξία

Αφού κατέστρεψαν βουδιστικά μνημεία οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, ήρθε η σειρά να λεηλατηθούν και να βανδαλιστούν οι ασύλληπτα πολύτιμοι θησαυροί του Ιράκ. Προηγήθηκαν ερασιτέχνες αρχαιοκάπηλοι τον καιρό της εισβολής των δυτικών δυνάμεων στο Ιράκ, εγχώριοι και μη. Είδαμε και εμείς σήμερα τα καμένα βιβλία της Μοσούλης και της βαριοπούλες εναντίον γλυπτών. Σε μια από τις εστίες της Γεωργικής Επανάστασης.

Αλλά όμως τι κάνει το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος; Τι κάνουν οι οπαδοί του; Καθαιρούν και συντρίβουν τα είδωλα. Αποκαθηλώνουν εικόνες αρχέγονων δαιμόνων και ψεύτικων θεών. Αυτά είναι γνωστά καμώματα των μονοθεϊστών: είναι ζηλότυπος ο ένας Κύριος και Θεός τους και επίβουλος και μοχθηρός ο άγγελος σατάν τους. Τα ξήλωσαν τα είδωλα και οι εικονοκλάστες προτεστάντες, και ο Σαβοναρόλα, και οι εικονομάχοι, και οι ευσεβείς Γότθοι, και η αρχαία Εκκλησία όταν σήκωσε κεφάλι. Έτσι σπάρθηκαν οι εξοχές με αρχαίες πέτρες για να γράφει ο Σεφέρης τα δικά του, έτσι γέμισαν ακρωτηριασμένα αρχιτεκτονικά μέλη τα κτίσματα δύο χιλιετιών, έτσι έχασαν κεφάλια και όρχεις τα αρχαία αγάλματα. Μη φρικάρετε. Πάνω και από την Ιστορία της Τέχνης υπάρχει ο Θεός.

Επιπλέον, δε γίνεται να θρηνούμε έργα τέχνης και βιβλία όταν έχει σκοτωθεί έστω και ένας άνθρωπος: όταν κατακρημνίζονται άνθρωποι γιατί είναι ομοφυλόφιλοι, όταν σφάζονται άλλοι σαν πρόβατα γιατί είναι χριστιανοί. Όταν επιπλέον αυτά τα χέρια τα οπλίζει, όχι η θεοκρατική σέχτα των πρόστυχων σαουδαράβων ή οι μαυροφόροι αγιατολλάχ του Ιράν, παρά η Δύση της Δημοκρατίας και των Δικαιωμάτων και του Je suis Charlie.

Αριστεία και κακοποίηση

Ο γλωσσοκεντρισμός, είτε ως εμμονική «ονομάτων επίσκεψις» των Σχολαστικών του Μεσαίωνα, είτε ως τα λογοπαίγνια κι οι μεταφορές των αποδομιστών που παριστάνουν τις ερμηνείες, είναι παιδική ασθένεια της θεωρητικής σκέψης. Δεν πρέπει λοιπόν να δίνουμε πάρα πολλή σημασία στις λέξεις: οι έννοιες μετράνε.

Ωστόσο, δεν είναι ενδιαφέρον ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει όρος για το bullying στα ελληνικά; Λέω ότι αυτό το κενό μπορεί να οφείλεται στο ότι το bullying, η βία από θέση ισχύος προς τον αδύναμο, είναι μέρος της κουλτούρας μας, δε χρειάζεται καν να ονομαστεί η έννοια, που υπάρχει και με το παραπάνω: να προγκήξεις το χαζό, την τσουλίτσα, τον γύφτο, τον μπατζάκα, το πουστράκι, το παρλιακό, τον τραυλό, την παρμένη, τον μαμάκια, τη θεούσα, το σπασικλάκι, τη μυξού, το υπερκινητικό, το φυτό, τον αυτάκα, το σακάτικο, το σπυριάρικο, τον μπουχέσα κτλ. Όχι απαραιτήτως βίαια, όπως στη βόρεια Ευρώπη — συνήθως το πολύ να ρίξεις καμμιά κατραπακιά. Αλλά ο άκαμπτος ετεροκαθορισμός και οι ανεξίτηλες ετικέτες (σαν τη σφραγίδα του Κάιν, τι ετικέτες) είναι μέρος του πώς διανέμονται οι ρόλοι στην πάντοτε αγροτοποιμενική και άτεγκτη κοινωνία μας. Και η βία, συμβολική, λεκτική ή σωματική, αγελαία συνήθως, είναι μέρος του πώς επιβάλλονται. Πομπέματα είναι αυτά κατά βάθος.

Από την άλλη η τελετουργικά διαρθρωμένη κουβέντα περί αριστείας. Τον όρο (να τες πάλι οι λέξεις) ‘αριστεία’ τον πρωτοάκουσα πριν 7-8 χρόνια, στη δουλειά, μέσα σε συμφραζόμενα όπως «ανταγωνιστικότητα», «προσέλκυση κονδυλίων’ κτλ. Και πάλι, η έννοια υπάρχει και παραϋπάρχει ήδη και προϋπάρχει της νεοφιλελεύθερης καραμέλας: παιδιά του ελληνικού σχολείου είμαστε, στο κάτω κάτω, που μοίραζε βραβεία και αριστεία, που γινόσουν επίτιμος δήμος σταρένιος της τάξης αν ησουν αριστούχος, ενώ αν αρίστευες ως «ο πρώτος των πρώτων» κράταγες και τη σημαία. Όλο το σχολείο είναι χτισμένο πάνω στις ανάγκες (;) των καλών μαθητών, εμείς οι άριστοι «που γαμάγαμε» τάχα (άρα δεν ήμασταν εντελώς φυτά, σπασικλάκια κτλ) ήμασταν ο ανθός, και καλά, της ελληνικής νεολαίας. Ο ανθός στην αμμουδιά. Οι άριστοι.

Χωρίς να μπορώ να προσφέρω ανάλυση σε βάθος και εγκυκλοπαιδικότητα, χωρίς να είμαι διαλεκτικός ή κριτικός, λέω απλώς ότι οι δύο ξενώνυμοι όροι, το bullying και η αριστεία (από το excellence) ήρθαν να ονομάσουν δύο βασικά στοιχεία της νεοελληνικής παράδοσης και της κοινωνικής μας πραγματικότητας: τη βία απέναντι στον αδύναμο Άλλο και την καλλιέργεια στον υπερθετικό του προτύπου που το μεγάλο Μικρό Χωριό Κακό Χωριό στανικώς επιβάλλει στον καθένα μας.

Και αυτά τα γράφω γιατί ξέρω ότι θα ξεχάσουμε το παιδί τον Γιακουμάκη, που ποιος ξέρει ποιες κομπλεξικές υπάρξεις το βασάνιζαν και για πόσο, το λέω γιατί ξέρω το εξής:

Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε τον Άλεξ, την Αμάρυνθο, το Πλατύ, τους εκατοντάδες κακοποιημένους και νεκρούς μετανάστες (οι πιο πολλοί Αλβανοί φονιάδες, ντάξει;), τους δεκάδες νεκρούς και κακοποιημένους της αστυνομικής βίας στις πόλεις μας, τους μπαζωμένους Ρομά. Και τι να κάνουμε, στο κάτω κάτω.

Τα γράφω γιατί νιώθω μεγάλη θλίψη και τρόμο. Ξορκίζω με κείμενο τον φόβο ότι το παιδί το φάγανε κι ότι θα μείνει για πάντα χαμένο, όπως ο Άλεξ, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι μέσα στο Κωσταλέξι όπου ζούμε.

Καθαρά Δευτέρα

Βγήκα από το μετρό, με πλησίασε ένα παιδί γύρω στα είκοσι «Μπορείτε να μου πάρετε κάτι να φάω γιατί πεινάω;». Το αγνόησα γιατί βιαζόμουν, είχα αργήσει.

Φτάνοντας στην ψαροταβέρνα, είδα ότι οι γονείς μου δεν είχαν ακόμα καταφθάσει. Η ψαροταβέρνα δεν είχε ταμπέλα, είχα τον νου μου λοιπόν. Βλέπω μέσα από την τζαμαρία ότι σταματάει ένα ταξί, βγαίνουν οι δικοί μου από μέσα, αποπροσανατολισμένοι ως συνήθως. Σηκώνομαι από την καρέκλα και βγαίνω έξω να τους προϋπαντήσω.

Με το που τους ξαναβλέπω, συνειδητοποιώ ότι πηγαίνουν αντίθετα, προς τα Γκούντυς. Συνοδεύονται από έναν τύπο που δεν ξέρω.

«Μπαμπά!», φωνάζω. Καμμία απάντηση. «Μπαμπά!», ξαναφωνάζω. Οι τρεις τους, οι γονείς μου και ο άγνωστος τύπος, κατευθύνονται προς τα Γκούντυς. Δεν τρέχω να τους προφτάσω γιατί νομίζω ότι καταλαβαίνω τι γίνεται.

Τον φωνάζω με το επώνυμό του. Γυρίζει, με κοιτάζει και με χαιρετάει, μετά στρέφεται πάλι προς την άλλη και συνεχίζει προς Γκούντυς. Αμέσως μετά στέκεται και μου κάνει νόημα. Του δείχνω την ταβέρνα και αυτός ο πάντα δυσνόητος και συνήθως απρόβλεπτος άνθρωπος μου κάνει νόημα να πάω πίσω, «έρχομαι σε λίγο», προσθέτει.

Οι τρεις τους κατηφορίζουνε προς Γκούντυς, εγώ επιστρέφω στην καρέκλα μου.

Σε λίγο έρχονται και οι γονείς μου. Ξέρω τι έκαναν. Ο πατέρας μου, ήδη από τον καιρό που δούλευε στην Καθημερινή στη Σωκράτους, όταν τα πρεζάκια της Ομόνοιας ήτανε τα εξής δεκαπέντε μετρημένα, όποτε του ζητάνε χρήματα «για να φάω κάτι», πάει μαζί τους στο κοντινότερο Γκούντυς ή τυροπιτάδικο ή σαντουιτσερί, και απλώς πληρώνει την παραγγελία κι εξαφανίζεται (μη δώσει λάθος εντύπωση — όπως πάντα). Δε μιλάει ποτέ γι’ αυτά αλλά τον έχω δει 2-3 φορές. Κατάλαβα ότι πάλι αυτό έγινε.

Κάθησε δίπλα μου μάλλον αναστατωμένος, όσο αφήνει να φανεί. Από κάτι μισόλογα, σχεδόν παραμίλαγε, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε που ο τύπος ο οποίος πείναγε ήταν ένας «κανονικός» άνθρωπος, «ούτε περιθωριακός, ούτε άστεγος». Δεν είχε καν όρεξη να πολυφάει. Υπενθυμίζω ότι κατάγεται από σόι Πολιτών στο οποίο τρώμε τον αγλέουρα στην καθησιά μας, συνήθως βογκώντας ελαφρά κι επιφωνώντας, κομψά μεν ευδιάκριτα δε.

Τον ρώτησα τι τον «τσάντισε»: δεν αναστατώνεται, δεν θλίβεται, δεν μελαγχολεί, δεν πικραίνεται, δεν αποκαρδιώνεται, δεν στενοχωριέται, δεν φοβάται — μόνο τσαντίζεται. Του είπα ότι κι εμένα με πλησίασε ένα παιδί ζητώντας να του πάρω κάτι να φάει, όχι ο τύπος που πλησίασε εκείνον.

«Με τσάντισε ο κερατάς ο Σαμαράς, το καθήκι, που άφησε τόσο κόσμο να πεινάει.»

Μετά κοίταξε από την αλλη.