Ελάτε, φίλοι, να μιλήσουμε για εθνοτικά στερεότυπα, ελάτε να πούμε για τον χαρακτήρα των λαών, να επιχειρηματολογήσουμε πάνω στο δυτικό ratio και την βορειοευρωπαϊκή απονία απέναντι στον ελληνικό Λόγο (του Ζουράρεως;) και τη μεσογειακή φιλαλληλία. Ελάτε να μιλήσουμε για λαούς ολόκληρους που έχουνε τον σταχανοβισμό, την κρυοκωλιά ή τη σκληρότητα στο αίμα τους.
Χτες ξαφνικά άρχισε να πονάει ένα δόντι στο οποίο είχα εδώ και μια βδόμαδα ευαισθησία. Με σκότωνε κάθε φορά που το πίεζα. Σήμερα το πρωί μάλιστα ένιωθα πόνο οπουδήποτε και να άγγιζα το ούλο πάνω από τη ρίζα του. Θα έβλεπα τον οδοντίατρό μου τη Δευτέρα, αλλά μόλις τέλειωσα τη δουλειά σήμερα έψαξα και τοπικό οδοντίατρο να με συμβουλέψει ή και να μου δώσει τίποτα.
Με πήγαν κάτι παιδιά εδώ σε μια κλινική του τοπικού πανεπιστημίου. Αυτοί όμως ήθελαν καπάρο 150 ευρώ, γιατί η ασφάλεια η δική μου δεν καλύπτει οδοντιατρικές εργασίες. Θα μου επέστρεφαν το υπόλοιπο. Αρνήθηκα κοφτά κι απότομα. Οπότε με πήγανε μετά σε ένα κοντινό οδοντιατρείο, υπερκυριλέ, με έξι οδοντιάτρους μέσα. Πήχτρα ήταν. Μου είπανε να περιμένω μία ώρα, που τελικά έγιναν τρεις. Στο μεταξύ διάβασα το μισό ‘Μάρτυς μου ο Θεός’ (μα τι βιβλίο!), μπινελίκωσα τους καριοληδες εδώ και ένα τρίωρο που δεν κάνουνε μια εξαίρεση για τον πόνο του ανθρώπου, έψεγα την πανέμορφη ρεσεψιονίστα του οδοντιατρείου που δεν άφησε το παιδάκι να περιμένει για να με δουν εμένα σφήνα — άλλωστε συμβουλή και κανα φάρμακο ήθελα μόνο, τη Δευτέρα θα πήγαινα στον οδοντίατρό μου.
Τελικά με δέχτηκε ένας φανερά καταπονημένος οδοντίατρος στην ηλικία μου. Διά χειραψίας. Μου ζήτησε συγγνώμη που περίμενα. Μιλήσαμε. Μου έβγαλε ακτίνες. Χρειαζόμουν απονεύρωση. Ναι, το είχα χαμπαριάσει αυτό. Όχι, χρειαζόμουν επιτόπου απονεύρωση. Του είπα ότι μπορεί να με διώξει με κάποια αντιβίωση ή και παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Όχι, επέμενε, πάτε για απόστημα, έχει γαμηθεί ο Δίας στη φλεγμονή, πάτε για απόστημα. Πόσο θα κοστίσει; 350, μου λέει. Πόνεσε, αλλά τόσο πάει το μαλλί κι εκεί που μένω. Πάμε, του λέω.
Όσο με έσκαβε μου εξηγούσε τι και πώς, μετά όταν πήγε να χτίσει την κουφάλα μού ζήτησε συγγνώμη γιατί μούγκρισα. Με έκλεισε. Μου έδωσε παυσίπονα και τις καλύτερες ευχές. Το οδοντιατρείο είχε ήδη κλείσει, βοηθοί και ρεσεψιονίστες την είχανε κάνει, πήγε ο ίδιος στον γκισέ και μου έβγαλε τον λογαριασμό: 191,27.
Οι κάρτες μου δεν πέρναγαν. Πήγα να δώσω μετρητά, «α, δεν έχω ρέστα», απάντησε. Και τι θα γίνει; Θα σας στείλουμε τον λογαριασμό στην Αθήνα. «Μα τι λέτε;» «Εσείς με εμπιστευτήκατε, σας εμπιστεύομαι, we are on the same side». Επέμενα. Επέμενε. Ήταν κουρασμένος. Εντάξει, να μου στείλετε τον λογαριασμό στην Αθήνα. Τον χαιρέτησα με χειραψία, ευχήθηκα Auf wiedersehen κι έφυγα κατάπληκτος.









