Esquisse ampelophilosophique. Για τον Νίκο Δασκαλόπουλο (10.VI.2017)
Στους κύκλους των ευαίσθητων ανθρώπων είθισται να μιλάς για αγάπη, σχεδόν επιβάλλεται: σε κάνει να φαντάζεις βαθύς και ψαγμένος, άνθρωπος που ξέρει να δίνει και να δίνεται. Άλλωστε, όταν επικαλείσαι την αγάπη δημιουργείς την εντύπωση ότι διαθέτεις υψηλή «συναισθηματική νοημοσύνη» ενώ η επίκληση της αγάπης προσδίδει αύρα μιας ελαφράς πνευματικότητας σε όσα λες, σε όσα κάνεις και — κυρίως — σε όσα αισθάνεσαι και σε όσα ονειρευεσαι. Αυτοί μάλιστα που πέρασαν από τα αρχονταρίκια των (νε)ορθοδόξων χρησιμοποιούν την αγάπη ως μείζονα αναλυτική κατηγορία: η αγάπη νοηματοδοτεί, ζωοποιεί, σώζει. Είναι το μαγικό για όσους δεν πιστεύουνε σε μαγικά, είναι, λέει, η χάρη που μετουσιώνει το νερό για νίψιμο σε κρασί πρώτης ποιότητος, αν θυμάστε το θαύμα της Κανά. Άλλοι επιλέγουν να αναγάγουν την αγάπη στο Μεγάλο Ιδανικό της ζωής, άρα σε κάτι άπιαστο και ενδεχομένως ανύπαρκτο. Υπάρχουν βεβαίως κι εκείνοι που χρησιμοποιούν την επίκληση της αγάπης ως συναισθηματικό εκβιασμό, συνήθως γονείς και εραστές, όμως κι αυτό ανθρώπινο είναι και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον κτλ.
Ας κοιτάξουμε όμως και αλλιώς το θέμα. Λίγο πιο ψύχραιμα. Η αγάπη είναι συνήθως μια θεωρία, ένα ερμηνευτικό μοντέλο, ένας τρόπος να εξηγήσουμε έναν ισχυρό σύνδεσμο με έναν άλλο άνθρωπο. Υπάρχουνε βεβαίως κι άλλες θεωρίες, υπάρχουν κι άλλα ερμηνευτικά μοντέλα: συναντίληψη, συμπάθεια, συνεννόηση, σύμπνοια, εκτίμηση, φιλία, πόθος, ταίριασμα, έρωτας, συντροφικότητα, στοργή, αφοσίωση… Εδώ κιόλας προκύπτει μια πλάνη: ότι τάχα τα παραπάνω αποτελούν ασθενείς εκδοχές της αγάπης. Επιπλέον, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και επειδή ο συνδυασμός δύο και τριών από τα παραπάνω μπορεί να μοιάζει με αγάπη.
Η αγάπη είναι η ερμηνεία που (στον δικό μας τουλάχιστον πολιτισμό) προτιμούμε να δίνουμε σε ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό μεταξύ δυο ανθρώπων. Φταίει και ο Απόστολος Παύλος: αυτό που υμνεί είναι τόσο σαρωτικό και απόλυτο και καθόλου μα καθόλου λυρικό ή τρυφερό, παρά εκτυφλωτικό και πανίσχυρο. Όμως, το ότι ζούμε τόσο δήθεν και τόση απάτη γύρω μας δε συνεπάγεται πως ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό αισθανόμαστε είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία στην οποία πρέπει να καταφεύγουμε, όταν όλες οι άλλες (και οι συνδυασμοί τους) αποτυγχάνουν να εξηγήσουν τον χαλασμό ή τη βαθειά γαλήνη εντός. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία, όταν όλες οι υπόλοιπες αποδειχτούν ανεπαρκείς, ποτέ η πρώτη.
Μέχρι τότε πρέπει να δουλεύουμε το ξυράφι του Όκκαμ και στον τομέα του τι νιώθουμε: να μην υποθέτουμε το πιο πολύπλοκο (την αγάπη) όταν όσα αισθανόμαστε ερμηνεύονται και με άλλους τρόπους. Αλλιώς τελικά ακκιζόμαστε και κολακεύουμε τους ωραίους εαυτούς μας, καθώς εξιδανικεύουμε και καμαρώνουμε ναρκισσιστικά την ωραία και μεγάλη θεωρία μας. Κι όταν αυτό που έχουμε με τον άλλο (το παιδί, τον γονιό, τον φίλο, τον εραστή, τον σύντροφο κοκ) λαβωθεί, ξεθυμάνει ή εκπέσει, τότε φαίνεται η πλάνη μας και τότε η ζημιά είναι σοβαρότερη από μια απλή διάψευση: αφού αυτό που ονομάσαμε αγάπη έσβησε, άρα αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει, λέμε.
Είναι βαρειά κουβέντα το «σ’ αγαπώ». Όχι γιατί είναι ανέφικτη η αγάπη (απλώς είναι δύσκολη και σπάνια, σαν κάτι δέντρα που θέλουν διαρκή φροντίδα). Κι αν πρέπει να πω κάτι, θα πω κάτι αντίστοιχο με αυτό που ένας φίλος ποιητής λέει για τον έρωτα: «μας αποκαλύφθηκε ότι ο ερωτας δεν είναι αυτό που νοιώθει κανείς, αλλά αυτό που κάνει». Αντίστοιχα, αγάπη δεν είναι αυτό που νιώθει κανείς αλλά αυτό που (τον) ζει. Κι αν έχουμε ανάγκη να λέμε «σ’ αγαπώ» στα σοβαρά είναι είτε γιατί δεν μπορούμε αλλιώς, είτε γιατί έχουμε επίγνωση της βεβαιότητας του θανάτου (αφού ο χρόνος βεβαιώνει ή αναιρεί).
Σταματάω εδώ γιατί μίλησα πολύ για αγάπη.
Η φωτογραφία ‘Bathroom’ είναι του Tim MacPherson.



