Τραγουδάς και πλέχεις

στη μνημη της Λ.Ρ., που δε φοβόταν να μιλήσει.

Σημείωση: Η παρακάτω ανάρτηση μιλάει για τον Μεγάλο Ανατολικό, το μυθιστόρημα του Εμπειρίκου. Όσοι είστε κάτω των 18, προσβάλλεστε από τη συζήτηση ή περιγραφή ερωτοπραξιών ή τη χρήση λεξιλογίου ταμπού, διαβάστε κάποια άλλη από τις πολλές και υπέροχες αναρτήσεις μου. Όσοι νιώσατε έκπληξη από αυτή την προειδοποίηση, θα δείτε παρακάτω ότι έχει και μια δεύτερη ερμηνεία, προφανή μάλλον.

Γιατί ο Μέγας Ανατολικός
Το κλισέ ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο είναι ευτελώς αληθές.Ένα μόλις πιο ενδιαφέρον κλισέ, επίσης αληθές, θα ήταν ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από λίγα σκόρπια αποσπάσματα. Ιδίως αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ποταμό, το μακροσκελέστερο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ήμουν φοιτητής όταν ο Μέγας Ανατολικός άρχισε να βγαίνει, τόμο τόμο. Προσφιλής ενασχόλησή μας ήταν να πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο, να ανοίγουμε κάποιον τόμο του Μεγάλου Ανατολικού και να διαβάζουμε ό,τι έπεφτε μεταξύ τυπογραφικών (οι σελίδες ήταν άκοπες). Μισοκαυλώναμε, όσο μάς άφηνε ο δημόσιος χώρος του βιβλιοπωλείου, το σκάνδαλο της έκδοσης του βιβλίου και τα δημοτικιστικά μας ταμπού που μπλοκάρανε μέρος της διέγερσης λόγω της καθαρευούσης. Δυστυχώς τότε δεν είχαμε δώσει ακόμα τη δέουσα προσοχή στους στίχους του Άσιμου:

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ έξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης

Τέλος πάντων, χαχανίζαμε με τα «ααααχ… ωωωω… αααααχ» που συνυπήρχαν με τα «καυλοπυρέσσων» και «μουνέττο» και «περισκελίς» και «νύμφαι» (όπως θα ήταν λ.χ ο ιδανικός Παπαδιαμάντης από άποψη περιεχομένου δηλαδή), αφήναμε πίσω στο ράφι τους τόμους και φεύγαμε. Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προ ίντερνετ και εύκολου και διακριτικά διαθέσιμου πορνό για όλο τον λαό, όταν ήμασταν στο έλεος ενός σκιώδους καναλιού που είχε ο ψησταριάς Λεωνίδας, του ΙΤΑ8, του οποίου η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν ξεπέρασε τα εσκαμμένα και πρόβαλε τσόντα με τραβεστί. Ενεργητικό. Τέλος: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε σήκωνε αστεία.

Τον Εμπειρίκο τον αγάπησα μετά το πανεπιστήμιο, χρόνια μετά. Στην Αγγλία, μετά από συζητήσεις με τη Ζ και αφού διάβασα τα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία» και την Ενδοχώρα. Τον αγαπώ ακόμα. Είναι μεγάλος και σοφός ποιητής, μάστορας της ομορφιάς, σουρεαλιστής α λα Πρεβέρ (αλλά πολύ καλύτερος), με εικονογραφία Ντε Κίρικο κι όχι μπαχαλάκιας όπως ο Μπρετόν. Προτείνω να κάτσει κανείς και να τα διαβάσει όλα του ― δεν έγραψε και πολλά. Πάντοτε μού έκανε εντύπωση πόσο καλά το έργο του (εκτός του Μεγάλου Ανατολικού) έκρυβε την ιδιότητά του ως ψυχαναλυτή.

Όσον αφορά το μυθιστόρημά του, σε μια εποχή που ο Οδυσσέας του Τζόυς θεωρούνταν άσεμνο πορνογράφημα και λίγο πριν το έργο του Ντ.Χ. Λώρενς δικαστεί ως άσεμνο (με τα σάρκινα βλαστάρια του, τα υπόλοιπα ευφημιστικούλια του και την ακατανόητη διάλεκτο του Mellors), ο Εμπειρίκος κάθησε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα όπου μια πλειάδα χαρακτήρων γαμιέται και διαβάζει για γαμήσια πάνω σε ένα πλοίο, τον Μεγάλο Ανατολικό, που πάει από Λίβερπουλ για Νέα Υόρκη. Πριν προχωρήσω: ακολουθώ εδώ την παραίνεση μιας περσόνας του συγγραφέα (κι ενός σχολίου στα ημερολόγιά του) να χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο όπως ‘γαμώ’, ‘μουνάκι’ κτλ. για καθαρά απελευθερωτικούς λόγους. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι ορθόδοξοι αριστεροί και οι αριστεροί ορθόδοξοι συνοφρυώνονται, και ενδεχομένως έχουνε και καλό λόγο. Αλλά δε βαριέσαι, ας ακούσουμε τον Εμπειρίκο μια φορά: peccemus fortiter ρε αδερφέ.

Τι είναι ο Μέγας Ανατολικός;
Έχοντας επιτέλους διαβάσει το ένα τρίτο του Μεγάλου Ανατολικού στην ανθολογημένη μορφή που μας παρουσίασε πρόσφατα ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης: είναι πρωτίστως μυθιστόρημα. Βεβαίως δεν έχω ακόμα διαβάσει τα υπόλοιπα δύο τρίτα αλλά ο Γιατρομανωλάκης μάς καθησυχάζει ότι δεν υπάρχουν ανατροπές. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο τελικά αποτελεί μια συμφωνικά ανεπτυγμένη μορφή του ποιήματος Στροφές Στροφάλων (εδώ σε λενοπλατωνίζουσα, με την καλή έννοια, μελοποίηση του kukuzelis).

Σε ένα πλοίο, σύμβολο του σεξ (χωρίς πλάκα) και ταυτόχρονα μικρόκοσμο ελευθεριότητας παρακολουθούμε τους πολλούς ήρωες (ανάμεσά τους ο Ιούλιος Βερν) στις ερωτοπραξίες τους, στα (συνήθως λαγνικά) διαβάσματά τους, να κοιτάζουν τα αστέρια με αγάπη λέγοντάς τα με τα ονόματά τους, να φιλοσοφούν για τον έρωτα και τη ζωή, να οραματίζονται μια ελευθέρια νέα τάξη πραγμάτων. Μα, θα μου πείτε, αυτό σαν τσόντα της δεκαετίας του 70 ακούγεται: μια υποτυπώδης πλοκή σε έναν περίκλειστο χώρο όπου βασιλεύει το σεξ όλων με όλους και με όλα κι όπου κάθε τόσο πέφτει και καμμιά αμπελοφιλοσοφική συζήτηση για ξεκάρφωμα.

Αυτή ήτανε κι η εικόνα μου για το βιβλίο προτού ξεκινήσω να το διαβάζω. Ωστόσο, μερικά κεφάλαια μετά, τέσσερα τουλάχιστον πράγματα γίνονται ξεκάθαρα:
Πρώτον, οι περιγραφές των γαμησιών είναι — φυσικά — εξαίσια δοσμένες, όμορφες, συναρπαστικές εξίσου με καυλωτικές (αν δεν έχετε καθαρευουσιάνικα ταμπού): μιλάμε για σοβαρή ερωτογραφία με χαρακτήρα, όχι για ερότικα της πλάκας ή για ιστοριούλες σεξ. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν πολύ μεγάλο ποιητή.
Δεύτερον, ο τόνος του βιβλίου είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων.
Τρίτον, ο συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών. Λέω «σχεδόν» γιατί ο Εμπειρίκος αντιπαθεί την πορνεία (τη θεωρεί σύμπτωμα της σεξουαλικής καταπίεσης) και γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω δει αντρική ομοφυλοφιλία (κι αν τελικά απουσιάζει εντελώς, ο Εμπειρίκος μπορεί να γίνει γι’ αυτό αντικείμενο μομφής τόσο όσο ο Παπαϊωάννου που δεν έχει γυναίκες στο Δύο ή ο Μπαχ που παραγνωρίζει τις αρετές του Ισλάμ).
Τέταρτον, ο Μέγας Ανατολικός απολαμβάνεται σαν κείμενο όσο απολαμβάνεται και σαν αφήγημα (υποθέτοντας ότι ο αναγνώστης αρέσκεται να διαβάζει για λαγνουργίες).

Ο διδακτικός χαρακτήρας του Μεγάλου Ανατολικού είναι τόσο αναπεπταμένος, για να το πούμε εμπειρικικά, που πολλοί χαρακτήρες απλώς υμνούν τα κάλλη του έρωτα των άκρως αισθητών, επιβραδύνοντας την πλοκή. Το ίδιο το πλοίο είναι μια μεγάλη ερωτική ουτοπία (όπως την περιγράφει ο Γιατρομανωλάκης), μια προεικόνιση ενός ερωτικού επί γης παραδείσου. Όχι ότι ο Μέγας Ανατολικός είναι όλο πόθους και καύλα: ίσα ίσα είναι απολαυστικά αριστοτεχνικός και βαθιά ανθρώπινος ο τρόπος που διαγράφονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με νοσταλγίες, σαράκια και τραύματα κρυμμένα, ευαισθησίες κ.ο.κ. Όπως και στους έρωτες εκτός χαρτιού.

Μετά τον Μεγάλο Ανατολικό
Ο διδακτισμός και ερωτικός ουτοπισμός, το ερωτικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα αυτού του μεγάλου συμφωνικού έργου είναι τελικά και η αδυναμία του: καύλα και γαμήσι άνευ όρίων και άνευ όρων δεν μπορεί να υπάρξει και η καθολικώς απελευθερωτική λειτουργία του δεν είναι καθόλου δεδομένη. Το έργο, γραμμένο από το 1945 μέχρι το 1970, προοιμιάζει τα σίξτιζ, τα ξεπερνάει κατά πολύ και μας αφήνει αμήχανους.

Ωστόσο, ερωτογραφικά ο Μέγας Ανατολικός είναι απλώς αριστούργημα. Η ερωτογραφία είναι ντιπ για ντιπ χαντακωμένο είδος στα ελληνικά (με εξαίρεση την εξόχως λόγια κι αυστηρώς ομοερωτική ερωτογραφική υπερπαραγωγή αυτού του καλού μου φίλου, αν και προς το παρόν περιορισμένη στο διαδίκτυο). Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ερωτογράφο στα ελληνικά που να γράφει όχι τόσο εράσμια και ζουμερά όσο ο Εμπειρίκος αλλά που να ερωτογραφεί απλώς ρε αδερφέ. Από τον καιρό του ίντερνετ κυκλοφόρησαν διάφορα ψιλά αλλά α) είναι συνήθως άτεχνα β) είναι σεμνότυφα και πολύ της χρηστομάθειας (στο πνεύμα του «τι γύρευα εγώ ο λαρισαίος στην Ύδρα κτλ.») γ) είναι λιγουλάκι γκρανγκινιόλ. Οι δε ερωτικές σκηνές ελληνικών μυθιστορημάτων, ε, τι να λέμε… μία θυμάμαι μόνο.

Μια πολύτιμη υποθήκη του Μεγάλου Ανατολικού είναι να μην πάψουμε να μιλάμε για τον έρωτα με τους όρους του, τους όρους που ξέρουμε από έφηβοι και μας μιλάνε, κι όχι τα μπεμπεκίστικα του Κοσμοπόλιταν και τους γυναικολογίστικους τεχνικούς όρους. Να επαναοικειοποιηθούμε την ορολογία που έχει αφεθεί να τη διαφεντεύει η πορνογραφία και το μπουρδέλο. Να ξαναμιλήσουμε για αυτό που έχουμε (σχεδόν) συνέχεια στον νου μας. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή, μεταξύ μας σα ζευγάρια και σαν ενήλικες πολίτες και πνευματικά όντα.

Μια δεύτερη υποθήκη: καλή και άγια η ερωτογραφία του Εμπειρίκου αλλά αρσενική, πολύ αρσενική. Και ως οπτική γωνία και ως εστίαση — αν και οι γυναίκες του Μεγάλου Ανατολικού είναι βγαλμένες από τη ζωή, απλώς στην εποχή μας, της ερωτικής αλαλίας, είναι συνήθως μουγκαμένες. Καιρός λοιπόν είναι επιτέλους να δούμε και γυναικεία ερωτογραφία στη γλώσσα μας.

Μια τρίτη υποθήκη: δεν υπάρχουνε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε. Όπως συζητάμε, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, εργασιακές συνθήκες και εργασιακά δικαιώματα όχι γιατί ζηλεύουμε τον αφέντη αλλά γιατί αυτό είναι πολιτική, έτσι πρέπει να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα. Ιδανικά, χωρίς να προηγούνται ντισκλέιμερ σαν αυτό που προλογίζει αυτη την ανάρτηση, να πω κι εγώ, για λίγο αφημένος στη δική μου ουτοπία.

Το γαμώτο και το σούσι

Πολλοί περίμεναν πολλά από την κρίση. Το πνεύμα του «ε ρε Κατοχή / Χούντα που μας χρειάζεται» (του μόνου οράματος, μεσσιανικού ή άλλου, που είχε να μας πουλήσει ποτέ η Δεξιά στην Ελλάδα) ξαναζούσε. Περίμεναν ευκαιρίες, τυφλωμένοι από το μίζερο φως μιας ψευδοκαλβινιστικής επιφάνειας πίστευαν ότι θα φτωχύνουμε κι έτσι θα αλλάξουμε. Για να πω την αλήθεια, μέχρι κι εγώ ήθελα να φτωχύνουν όσοι πλούτισαν παράνομα, μέσω του καθεστωτικού συνδικαλισμού των λίγων και από τη διαφθορά. Φυσικά αυτοί είναι οι μόνοι που, προς το παρόν, δεν έχουν πάθει τίποτα, ίσα ίσα βρίσκουν ευκολότερα να κάνουν κράτηση στα αγαπημένα τους μαγαζιά στου Ψυρρή κι αλλού.

Μετά ξέσπασε ο χαμός: ήδη από τη συνοπτική (παράτυπη δηλαδή) έγκριση του πρώτου Μνημονίου είδαμε ότι η δημοκρατία και οι θεσμοί περισσεύουν και περιττεύουν. Όταν άρχισαν τα εισπρακτικά μέτρα εις βάρος όσων δεν έχουν (με την επακόλουθη άλωση του μικροεμπορίου, την ανεργία, τη φτώχεια, τη νομιμοποίηση της εργοδοτικής ασυδοσίας) είδαμε ότι η ανάπτυξη ήτανε πρόσχημα, πρόσχημα τόσο ασθενές όσο να λες λ.χ. το ότι προσπαθείς να το σιχαθείς το ρημάδι και γι’ αυτό κατεβάζεις δυόμισυ μπουκάλια τζώνυ-που-πορπατάει στην καθησιά σου. Με την εξεγερτική ή αγανακτισμένη (ή και τα δύο) φόρα του 2011, ιδίως μετά την απίστευτης βαρβαρότητας κατασταλτική μανία της 29ης Ιουνίου, διαφάνηκε ότι το πολιτικό οικοδόμημα αποσυντίθεται: οι άνθρωποι, οι μουτσούνες, οι μανιέρες, οι σχέσεις που μάθαμε να λέμε διαπλοκής, τα ίδια τα κόμματα σούπερ-μάρκετ που εναλλάσσονται στην εξουσία. Δε μιλάμε για κατάρρευση, θεαματικές πτώσεις μπάζων, μιλάμε για σταδιακό ροκάνισμα και ξεχαρβάλωμα. Το έβλεπες στα μούτρα των ανθρώπων του συστήματος όλο το καλοκαίρι. Φάνηκε στην οπερέτα επαφών που οδήγησε στην κυβέρνηση Τραπεζίτη.

Ένας μικρός πόλεμος: πόσους αυτόχειρες μετράμε σήμερα; πόσοι θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν από τον συνδυασμό κρύου, ελλιπούς θέρμανσης και ενός συστήματος υγείας όπως είναι; Αλλά και μια ελπίδα: θα ξεπουληθεί ο τόπος, θα πεινάσει κόσμος αλλά θα πάνε κι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ στα σπίτια τους (κατά προτίμηση σε αυτά που διατηρούν εις Παρισίους ή αλλαχού). Κι όμως τι βλέπουμε; Βλέπουμε ότι δεν εγκαταλείπουν εύκολα τη μάχη οι πολιτικοί μας. Βλέπουμε, ακόμα χειρότερα, ότι το σύστημα αναδιπλώθηκε και τώρα ανασυντάσσεται, σαν ιός που μεταλλάσσεται, σαν το Μποργκ στα σταρτρέκια που αφομοιώνει ό,τι βρει και συνεχίζει παμφάγο. Ετοιμάζονται για μετά τις εκλογές, για το πώς θα διατηρηθεί το status quo. Για το πώς θα βρεθούν στη συμπολίτευση. Για το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές. Οι κομματικοί μηχανισμοί, αυτονομημένα κλειστά συστήματα, ανασυντάσσονται. Τα ΜΜΕ σπεύδουν αρωγοί, παραδίδοντας μαθήματα συμμόρφωσης και υποτέλειας σε συνέχειες. Κι αυτό είναι το γαμώτο. Χανόμαστε (κάποιοι από εμάς κανονικά, μακαρία η οδός εν η πορεύη σήμερον) αλλά θα έλιωνε αυτό το σάπιο πράμα που ζητούσε την ψήφο μας κάθε τέσσερα, τριάμισυ, χρόνια. Κι όμως, ούτε αυτό: όλα θα γίνουν οπως πριν, πολιτικώς μιλώντας. Εμείς απλώς θα εξαθλιωθούμε. Αλλά εντάξει: και έτσι θα λειτουργήσουνε τα κόμματα, για τη δημοκρατία, ποιος ξέρει τώρα, ρε αδερφέ…

Στο μεταξύ πολλοί από εμάς περπατάμε στους δρόμους, της Αθήνας και της Σαλονίκης κυρίως, και προσπαθούμε να διαγνώσουμε τη διάθεση του κόσμου, το αίσθημα. Λέμε ότι ο κόσμος κουράστηκε να τρώει ξύλο τζάμπα. Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει εδώ. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε παράδοση αποδοκιμασίας του αρχηγού του κράτους, ούτε καν των μισητότερων εκπροσώπων της Δυναστείας (και δεν ήτανε μόνον ο φόβος του τσουβαλιάσματος στην Ασφάλεια). Δείτε τι έγινε την 28η Οκτωβρίου και τα Φώτα. Τι έχει αλλάξει; Για πρώτη φορά από ιδρύσεώς του, το ελληνικό κράτος δεν επιτίθεται εναντίον των μισών ή του ενός τρίτου των πολιτών του. Για πρώτη φορά ορμάει να αφανίσει το φαντασιακό ή πραγματικό 90% των μικροαστών-μικρομεσαίων-αγροτών. Για πρώτη φορά όλοι οι συνταξιούχοι (σε μια χώρα γερόντων και σε μια χώρα, που όπως είχε πει κι ο Ξυδάκης, η αγορά κινείται από τον παππού και τη γιαγιά) χάνουν ικανό κλάσμα του εισοδήματός τους. Για πρώτη φορά (μετά το 1941-44) ο λεγόμενος μέσος Έλληνας ανησυχεί πραγματικά για την επιβίωσή του κ.ο.κ.

Έτσι, νομίζω ότι τελικά η ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος θα στραφεί εναντίον του γιατί ο κόσμος (δείτε, δε λέω «ο λαός») θα μπορεί ξεκάθαρα να ταυτίσει τον εχθρό με αυτό. Ένα σύστημα κλειστό, που δεν τον αντιπροσωπεύει ούτε καν συμβατικά (π.χ. με βουλή που προέκυψε πάλαι και υπό διαστημικά διαφορετικές συνθήκες), εύκολα γίνεται αντιληπτό ως η άρχουσα τάξη και μόνο.

Και σε συμβολικό ή άλλο επίπεδο, όταν τελειώσει το παντεσπάνι, ξέρετε πάνω σε τι δουλεύει ο μπαλτάς του σούσι.

Η φωτογραφία είναι του Thomas Hoepker.

Μετά τον συναισθηματισμό

Βγαίνοντας στον πεζόδρομο είδα τρεις πιτσιρικάδες γυρω στα δέκα να παίζουν έξω από μια ταβέρνα. Ο ένας παρίστανε τον ζητιάνο: είχε κατεβάσει την κουκούλα, καθόταν με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος, λικνιζόταν ρυθμικά με τον τρόπο που η επαιτεία εξυπακούει την ψυχική νόσο και με φωνή κλαψερή επαναλάμβανε μηκυθμούς και τις γνωστές και αναμενόμενες ικεσίες. Αφού βεβαιώθηκα ότι παίζουν (μάλιστα ένας ενήλικος, γονιός ίσως, βγήκε από την ταβέρνα και έδωσε και ένα ευρώ στον μικρό χαμογελώντας) ένιωσα ζαλάδα. Να μια εικόνα του μέλλοντός μας, να μια χαρακτηριστική στιγμή της Ελλάδας της κρίσης, να κάτι για το οποίο πρέπει να γράψει κανείς.

Το σκέφτηκα κανα τέταρτο. Μετά συνειδητοποίησα πόσο χαζοβιόλικη είναι η αντίδρασή μου, πόσο πλανερή είναι η όλη συλλογιστική: τι δηλαδή κι αν κάποιο παιδί παίζει τον ζητιάνο; Αν έπαιζε τον Πλούταρχο θα μίλαγε κανείς για την κοινωνία του θεάματος. Αν έπαιζε πόλεμο για τον φιλειρηνισμό. Αν έπαιζε τον Ζαχαράτο ότι μάς έχουν κατακλύσει οι πούστηδες και η παρενδυσία. Και πάει λέγοντας. Ένα παιδί πρόσεξε κάτι και αποφάσισε να το αναπαραστήσει παίζοντας. Τα παιδιά δεν είναι επεισόδια στη ζωή του κάθε Γκαουτάμα της πλάκας, για να τα προσέξει ο  τρυφερός Ινδός πρίγκηψ και να μάθει για τον βίο και τον κόσμο. Τα παιδιά παίζουν με ό,τι βρίσκουν γύρω τους. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι παίζουν: κι εγώ μικρός έχτιζα μνημειώδεις κατασκευές με λέγκο (μέχρι που μου τέλειωναν τα λέγκο) όμως, αλί μου, δεν έγινα Babis Vovos, έγινα Ptoho Sraosha.

Πίσω από την αντίληψη πως ό,τι βλέπουμε γύρω μας είναι επεισόδια σκηνοθετημένα καρμικώς για να τα δούμε εμείς οι Γκαουτάμες και να πάρουμε έναυσμα να διαλογιστούμε, να διδάξουμε και να φωτισθούμε βρίσκεται η παιδική ασθένεια των μπλογκ, η γεροντική ασθένεια των χρονογραφημάτων, η μερική αναπηρία της ελληνικής ειδησεογραφίας και η συγγενής ανίατη (;) καρδιοπάθεια της ελληνικής πεζογραφίας: ο συναισθηματισμός.

Ο συναισθηματισμός, και μάλιστα ο ανεξέταστος περιπτωσιολογικός συναισθηματισμός, θολώνει την αντίληψη του κόσμου και της κοινωνίας, ιδίως όταν τον παντρεύουμε με κάποιο αξιολογικό συμπέρασμα. Επιστρέφω στο παράδειγμα με το παιδάκι που έπαιζε τον ζητιάνο. Τι θα έπρεπε να παίζει για να κάνουμε μια θετική αξιολόγηση; Ίσως τον ευσυνείδητο υπάλληλο. Ακόμα και αν δεν εξετάσουμε το γεγονός ότι, επαναλαμβάνω, το παιδί παίζει, ήδη θα έπρεπε να αισθανόμαστε πώς μ’ αυτά και μ’ αυτά βουλιάζουμε στη μελάσα ενός συναισθηματισμού συνθηματολογικού όσο και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Και για να εξηγηθώ: ότι η Σταδίου (η Σταδίου, όχι η είσοδος της εκκλησίας του Εσταυρωμένου το Ψυχοσάββατο) είναι γεμάτη ζητιάνους, κάποιοι από τους οποίους είναι ξεθαρρεμένοι επαγγελματίες και κάποιοι εξαθλιωμένοι πρώην εργαζόμενοι, είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Ότι μάθαμε φέτος (άλλες χρονιές δεν υπήρχαν; πολύ αμφιβάλλω) για παιδάκια που τους έκλεψαν τα λεφτά από τα κάλαντα είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Αν ένας από τους συλληφθέντες καλαντοκλέφτες ήταν Έλληνας (άνεργος μνημονιόπληκτος), Πακιστανός (πεινασμένος λαθρομετανάστης) ή Αλβανός (συμμορίτης με καλάσνικοφ σε άδεια) δεν προσφέρεται για τίποτε άλλο παρά για περιπτωσιολογία και συναισθηματικό χρονογραφισμό.

Κι αυτά τα λέω γιατί το πού θα πάει η δράση μας και ο πολιτικός αγώνας μας να επιβιώσουμε διαμορφώνεται από το τι διαβάζουμε και το τι βλέπουμε, και μάλιστα σε μια χώρα όπου τα δελτία ειδήσεων είναι μαθήματα υποτέλειας σε συνέχειες, Λινγκουαφόν και έτσι. Και όσοι παραπονιόμαστε για την αφέλεια των πολιτικών αγώνων των πολλών (λ.χ. των Αγανακτισμένων της Πλατείας Συντάγματος) καλά θα είναι να σκεφτούμε τι διαβάζουν αυτοί οι άνθρωποι και — πριν από όλα — να σκεφτούμε τι γράφουμε. Κι εγώ μέσα.

Μιλώντας για αιτήματα, για πολιτική και για Αγανακτισμένους, κι έχοντας κατά νου (και τις δικές μου τότε) αντιρρήσεις για τον Δεκέμβρη του 2008, παραπέμπω σε αυτό και αντιγράφω ένα σχόλιο της Μ. Φώτου από το φέισμπουκ σχετικά με αυτό, γιατί είναι κρίμα να μείνει εκεί:

τσάρλαταν, ξετσάρλαταν ο ζίζεκ, αυτό το κομμάτι που επαναλαμβάνει συνεχώς τους τελευταίους μήνες είναι εξαιρετικά εύστοχο, όχι μόνο για τα κινήματα διαμαρτυρίας: «Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;». Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο. 

 Κλείνοντας, και επιστρέφοντας στον συναισθηματισμό ως αφορμή για δράση (και των χρυσαυγιτών, έτσι; έχουμε και ακροδεξιούς ακτιβιστές πια) και ως απόηχος της εκπομπής στο Radiobubble:

Νίκο Ξυδάκη, ο Τόμας Τζέφερσον δεν ήταν πουριτανός. Ούτε κυριολεκτικά (τρελός γκομενάκιας ο σχωρεμένος) ούτε ακυρολεκτικά (πολιτικώς δηλαδή): διαφωτιστής ήταν. Πολιτικά πουριτανούς άντε να πεις τους Κουάκερους (…). Και για να το χοντρύνω και λίγο, ό,τι κοινωνική πρόοδος έχει συντελεστεί τους τελευταίους δυόμισυ αιώνες, έχει συντελεστεί μετά από διάλογο με τον Διαφωτισμό. Όσοι τον εναγκαλίστηκαν τυφλά, έφεραν γκιλοτίνες. Όσοι τον αρνήθηκαν και τον απέρριψαν a priori (ίσως επειδή έψαχναν πάθος και συναίσθημα στον δημόσιο βίο και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις, που θα έλεγε (;) κι ο Μαρκούζε ή ο Ράιχ), διέπραξαν πολλά και φρικτότερα, μεταξύ των οποίων και όσα ο Νόμος του Γκόντουιν δε μου επιτρέπει να ονομάσω…

Επιστρέφω στη δουλειά γιατί ο κόκορας δεν αντέχει άλλο το φορτίο.

Ο ταμίας των ανέμων

ακόμα ένα σκόρπιο ποστ

Η Οδύσσεια έχει υπάρξει διακείμενο ξανά και ξανά, σε σημείο που ο Μπόρχες θεωρεί τη βασική πλοκή της ως μια από τις θεμελιώδεις ιστορίες της ανθρωπότητας (ως «η επιστροφή», οι άλλες είναι ο θεός που πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά, και η αναζήτηση). Ωστόσο υπάρχουν τρία επεισόδιά της που δεν έχουνε τη φήμη και τη διάδοση λ.χ. της Σκύλλας και της Χάρυβδης, των Λωτοφάγων, των Σειρήνων, της Καλυψώς (τι γυναίκα κι αυτή!), της Κίρκης, ή του Κύκλωπα: οι Κίκονες (έλα ντε), οι Λαιστρυγόνες (που ζούνε, λέει, στην Τηλέπυλο και αρχηγός τους είναι ο Αντιφάτης — για σκέψου!) και ο Αίολος.

Ο Αίολος δεν είναι θεός, είναι ο ταμίας των ανέμων. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα, στην Α’ Γυμνασίου, παραμυθιάστηκα. Τι λες τώρα. Και να μην μπούμε στα οικογενειακά του, αφήστε. Τέλος πάντων, δουλειά του Αιόλου είναι να ρυθμίζει την κυκλοφορία των ανέμων — τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σκεφτόμουν τότε ονειροπολώντας τη φάση να είσαι σε μια βάρκα και να έχεις ένα ασκί μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι όλοι οι άνεμοι, όλοι εκτός από τον Ζέφυρο: ο Ζέφυρος εδώ και 29 αιώνες φέρνει τους ξενιτεμένους στην Ελλάδα, μόνον εμένα με σπρώχνει μακριά της εδώ και δέκα χρόνια.

Σκεφτόμουνα λοιπόν εκεί στην Α’ Γυμνασίου τι περίεργη αίσθηση να κρατάς ένα ασκί γεμάτο ανέμους, τη μέθη να έχεις φυλακισμένο κάτι τόσο δυναμικό μέσα σε έναν στενό χώρο. Μετά μεγάλωσα, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να μου εκμυστηρεύονται τα μυστικά τους, τα μυστικά γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο σφοδρά και καμμιά φορά θυελλώδη. Η περίεργη αίσθηση και η μέθη μεταφράστηκαν σε ευθύνη. Μετά από κάποια λάθη, εκεί όταν ήμουν δεκαεφτά και άφησα ένα λάθος μυστικό έξω από το ασκί, έμαθα να είμαι άξιος (μακάρι) ταμίας των ανέμων, των μυστικών φίλων ή απλών γνωστών (το ρεκόρ μου είναι δεκαπέντε λεπτά από τη γνωριμία μέχρι την εκμυστήρευση, αλλά ήμουν εικοσάρης τότε). Και επειδή πρέπει να διδασκόμαστε από τα ομηρικά έπη, ως Έλληνες και ως δυτικοί άνθρωποι, κρατάω γερά το σκοινί του ασκού.

Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. Καλά, κάτι μάς είπες, τζάμπα ο Αίολος. Όμως όταν λέω «κτητική», εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή — με περισσότερη ακρίβεια — για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέρατη (ώσπου, καμμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Δε ζούμε στον Μεγάλο Ανατολικό, ζούμε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντιληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des, μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

Ακούω π.χ. να μου λένε για εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Χ που θα εξαργυρωθούν ακριβοδίκαια με εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Ψ (όπου Χ και Ψ ζευγάρι). Ξανά και ξανά ακούω για ταίρια που βρίσκονται σε ασφυκτική προσκόλληση ο ένας με τον άλλο, όχι την προσκόλληση του πάθους, αλλά του φόβου μην ξεμυτίσει ο άλλος — και όταν λέω ‘ξεμυτίσει’ δεν εννοώ κάποια παράλληλη σχέση ή έστω αρπαχτή, παρά τη δυνατότητα να έχει ο Χ κοινωνική ζωή από την οποία θα απουσιάζει ο Ψ. Έχω βαρεθεί να ακούω για ζευγάρια που τα κάνουν όλα μαζί (από διακοπές και ψώνια μέχρι να δούνε τηλεόραση και να πάνε για πεζοπορία), παρότι συνήθως βαριούνται φρικτά. Ακόμα χειρότερα από όλα: η δόλια και συστηματική αστυνόμευση της ζωής του άλλου φαίνεται να είναι πια η νόρμα: ανακρίσεις και σκηνές, να ψάχνεις σημειώσεις, ιμέιλ, κινητά, να σηκώνεις το τηλέφωνό του ή το τηλέφωνό της, να κατασκοπεύεις συνομιλίες — πράγματα που ανήκαν ή θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του ιδεοψυχαναγκασμού ή της χονδροειδέστερης απρέπειας ή, έστω, να είναι στιγμή αδυναμίας.

Δεν ξέρω δυστυχώς από ψυχανάλυση για να μπορέσω να ερμηνεύσω τέτοιες συμπεριφορές ή (πολύ περισσότερο) να βοηθήσω όσους τις παρουσιάζουν. Απλώς βουίζουν αυτά μέσα στον ασκό μου και με ενοχλούν.

Και ναι, ξέρω ότι οι ανθρώπινες καρδούλες εύκολα ματώνουν. Ξέρω ότι όλοι μισούμε το ‘ποτέ ξανά’ και αγωνιζόμαστε για το ‘πάντοτε’ (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. Νομίζουμε ότι φυλακίζοντας τον άλλο θα τον έχουμε για πάντα. Αλλά είναι χιλιοτριμμένο το θεματάκι του πόσο μάταιο είναι και αυτό.

in the juvescence of the year

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Καιρός τζάμπα ελπίδας, αναμέτρηση με ένα όριο, καιρός απολογισμού, ψευδαίσθηση ότι με τον παλιό τον χρόνο θα φύγει και ό,τι σκαιό έφερε εκείνος μαζί του. Μου αρέσει και γιατί από την Πρωτοχρονιά απουσιάζει κάθε υποψία ακυρωμένου πνευματικού νοήματος, κάθε αναπροσαρμοσμένος ή απονευρωμένος θρησκευτικός συμβολισμός (όπως κάτι φαιδρά του στυλ «γέννηση της ελπίδας» και «ανάσταση της φύσης»), κάθε πρόφαση ότι αποτελεί αφορμή να κάνουμε καλό ή να γίνουμε καλοί. Γιορτή για όλους, χωρίς σύντομες παρουσίες στην εκκλησία, χωρίς καμπάνες άνευ αντικρύσματος. Καθαρή γιορτή, ταπεινή και λαμπρή: οικογενειακή σύναξη και ηδονισμός, τζόγος και βασιλόπιτες, ατέλειωτο ξενύχτι. Ευχές και χαρά, μελαγχολία και μνήμη θανάτου.
Presenteat eas in lucem sanctam
Πήγα στο Παγκράτι να βρω έναν φίλο με τον οποίο είχα να μιλήσω έξι χρόνια. Είχα μάθει νωρίτερα εκείνη τη μέρα το μαντάτο για τη Λουκία Ρικάκη, με βάρυνε. Με βάρυνε πολύ. Δε θα συνοψίσω υπερφίαλα τη ζωή της ή τη γνωριμία μας σε μια κομψή γενίκευση ή με κάποιον αποφθεγματικό ακκισμό. Θα πω ότι ξεκίνησα από το σπίτι νωρίτερα και περιπλανήθηκα στο Μετς και στο Παγκράτι προτού καταλήξω στην Πλατεία Προσκόπων όπου θα συναντούσα τον φίλο μου. Θα πω ότι ανηφορίζοντας κάποιον δρόμο με αρχαίο όνομα συνειδητοποίησα — και μόνον τότε — ότι τριγύριζα κοντά στο σπίτι της ή στο στούντιό της (δε θυμάμαι πού ήτανε ποιο, στο δεύτερο είχαμε πάει με τη μηχανή από τον Λέντζο για να μου δείξει το αμοντάριστο «Τα παιδιά της χορωδίας»). Το τζι-πι-ές επιβεβαίωσε την υποψία μου. Θα πω επίσης ότι μακάρισα όσους δημιουργούν ομορφιά. Όχι γιατί όταν χάνονται χάνεται κάτι λιγότερο από ό,τι ανυπολόγιστο χάνεται με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, παρά γιατί αφήνουν λαμπρά ίχνη πίσω τους σαν το σέλας. Στην περίπτωση της Λουκίας, εικαστικά απαράμιλλες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ μοναδικής ανθρωπιάς κι ευαισθησίας φτιαγμένα με ισορροπία και νηφαλιότητα — για να αναφέρω μόνο δύο ίχνη που εγώ με τα φτωχά μου αισθητήρια αντιλήφθηκα. Και εν πάση περιπτώσει, πόσο πιο μουντή θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα αντικρύσει τα λαμπρά ίχνη, το σέλας, κάποιου Χ. Βακαλόπουλου, κάποιου Ν. Άσιμου, κάποιου Σ. Κολάρ. Και τ’ αθάνατα ειν’ αυτά, κι οι κοσμοπλάστες.

Φωτιές, ωραίες φωτιές
Δεν είμαι φίλος των πυροτεχνημάτων. Φέτος όμως, στο μπαλκόνι του πατρικού που βλέπει μισό Λυκαβηττό (το δικό μου βλέπει μισή Ακρόπολη — οι περιορισμοί του ρίαλ εστέιτ) συγκινήθηκα. Κοίταξα κατά μήκος του δρόμου τον κόσμο που είχε βγει στα μπαλκόνια να τα χαζέψει. Η τελευταία φορά που μου είχε ξανασυμβεί αυτό ήταν την 1η 1ου 2000, όταν (πιστεύαμε ότι) ένας ωραίος νέος κόσμος γεννιόταν. Φέτος την Πρωτοχρονιά δεν είχαμε τέτοιες ψευδαισθήσεις, συναγμένη γύρω από τη φωτιά που άνθιζε προς τους ουρανούς μια ολόκληρη πόλη μετεωριζόταν μεταξύ ρεμβασμού και ανησυχίας, αγωνίας και μελαγχολίας. Με λιγότερα λεφτά και, μοιραία, με λιγότερο χρόνο και με λιγότερο κάτι να προσφέρεις στους άλλους. Μετά το γύρισμα οι δρόμοι ήταν άδειοι, πουθενά τα ασφυκτικά μποτιλιαρίσματα άλλων ετών. Οι ασκητικοί τύποι, ιδίως αυτοί που τον ασκητισμό και την πειθαρχία τα σπουδάζουνε στις πλάτες των άλλων, θα επιχαίρουν ακόμα, υποθέτω: αποθανέτω η ψυχή του οκνού δημοσίου υπαλλήλου μετά πολλών συνταξιούχων, ας καούν χιλιάδες χλωρά δωράκια παιδιών με κάθε ξερή καγιέν ασυδοσίας. Στο γύρισμα του χρόνου, οι ίδιες σκέψεις; Όχι ρε, δε θα μας κόψετε το πέταγμα. Κι ας είναι πιο σύντομο, κι ας είναι κάποτε λίγο πιο χαμηλά.

Η ώρα και ο καιρός
Τις Μεγάλες Παρασκευές έχω πάντα να τις θυμάμαι μουντές και κατασυννέφιασμενες, με τη διάθεση του παρακάτω σεφερικού:

Η χώρα του αχωρήτου

Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία
ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα
ανοίγει μια καινούργια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.

Κάτι ραντεβού καλοκαιρινά έχω πάντα να τα θυμάμαι σε μέρες με αεράκι, μέσα σε δροσιά κι ευδία.

Και τα πρωτοχρονιάτικα μεσημέρια; Παραδόξως, πάντα στην Αθήνα. Με φως χαμηλό και λοξό, μέσα σε λαμπερή χειμωνιάτικη διαύγεια. Κάπως έτσι και έτσι.

2012
Μην περιμένετε τσουνάμια και μετεωρίτες για να τελειώσει ο κόσμος στη χοντρική. Ο κόσμος τελειώνει λιανικώς κι επανειλημμένα κάθε βράδυ που βήχει ένας άστεγος, κάθε φορά που κάποιος άνεργος εικοσάρης κάνει το ακριβό του τσιγάρο, όταν κάποια γιαγιά δεν τολμάει να πάει να εγχειριστεί, όσες φορές κάποια μητέρα αντιβάλλει τα δώρα των παιδιών της με το φαΐ τους και τα ρούχα τους.

Αυτό που είπα για τους πενθούντες το εννοώ ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Λευτέρη Πιταράκη.

Για την αγωνία της ιδιοσυστασίας

Μια ακροτελεύτια σημείωση, βιαστική:

Όσοι πασχίζουν να συσχετίσουν την ελληνική ταυτότητα ή, πιο σωστά, τις ταυτότητές μας ως Ελλήνων, με αναλλοίωτες ουσίες και πλατωνικές κατηγορίες όπως «ελευθερία», «αντίσταση», «αξιοπρέπεια», «κοινοτισμός», «αδούλωτο φρόνημα» (ή τις κατά Νίκο Δήμου καρικατούρες, αναιρέσεις και αντιστροφές τους — στην ίδια πλάνη υποπίπτει κι αυτός), ας θυμούνται:

Πρώτον, αυτό που είπε ο Κούντερας: Επαρχιωτισμός είναι η αδυναμία (ή άρνηση) να δούμε την κουλτούρα μας μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα.

Δεύτερον, η ταυτότητά μας είναι ατομική, όπως και το σώμα μας: αντί να ψάχνουμε μεταφυσική και ουσία στο πώς είναι κατασκευασμένη, καλύτερα να επικεντρωθούμε στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή έστω να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνει αυτή, μέσα στα όριά της. Έτσι και με το σώμα: αντί να ψάχνουμε ουσία και μεταφυσική στις μεγάλες μύτες, στους ανθεκτικούς μύες των ποδιών, τα μακρυά δάχτυλα και τα ίσια μαλλιά, αφοσιωνόμαστε (ελπίζω) στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνουν.

Αφαιρέσεις όπως η συλλογική ταυτότητα (αντίστοιχη με τη στατιστικά έγκυρη γενίκευση ότι οι μεσογειακοί τείνουν να είναι μαυροτσούκαλα) είναι ακόμα λιγότερο πρόσφορο έδαφος για αναζήτηση ουσίας.

Στο σώμα μιλάει η κληρονομικότητα και το περιβάλλον, στις ταυτότητες η ιστορία και η κοινωνία και η γεωγραφία. Ας χαλαρώσουμε λοιπόν: η ξανθή μας λεβεντιά, η κοντόμεση καρτερία και η στεατοπυγική μας περηφάνεια δε σημαίνουνε τίποτε από μόνες τους.

Καλή Χρονιά!

Ξένος

στη Niemandsrose και στον Κ.Κ.Μοίρη, στην ανήμερη ευαισθησία της γραφής τους δηλαδή. Δυστυχώς, τον δεύτερο τον ανακάλυψα πολύ αργά (;).

Στην ιστορία των Χριστουγέννων πάντοτε με εντυπωσίαζε η εξής λεπτομέρεια: ο Θεάνθρωπος είναι ένας ξένος, εντελώς ξένος: ντιπ για ντιπ. Η γέννησή Του δε συνοδεύεται από θεϊκές τροφούς, υπερφυσικές φασκιές, υπερούσιο γάλα και νέκταρ, εκρήξεις φωτός και αστραπής, ασφαλή επουράνια καταφύγια και τα λοιπά. Δε γεννιέται κατευθείαν μέσα στην ωριμότητα αλλά ως βρέφος. Είναι ένας ξένος μέσα στους ξένους, και πολύ σύντομα γίνεται και πρόσφυγας (όταν άρον άρον ξεκουμπίζεται η οικογένειά Του για την Αίγυπτο).

Είμαι δεκαπέντε χρόνια ξένος. Από ένα σημείο και μετά, καταντάς ξένος και στον τόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον παρακολουθήσεις, να ερμηνεύσεις το πώς αλλάζει ή γιατί δεν αλλάζει. Από τη μια η αντίληψη αυτού που θεωρείς τόπο σου γίνεται άκαμπτη και δυσκίνητη λόγω της σκουριάς της νοσταλγίας, από την άλλη εστιάζεις σε κάτι πράγματα μικρά, που τα διακρίνεις με απίστευτη οξύτητα, πράγματα που όσοι ζούνε στον τόπο σου θεωρούν ευτελή, πολλές φορές δικαίως.

Είδα λοιπόν γραμμένο αυτό πάνω σ’ έναν τοίχο πολύ κοντά στο σπίτι μου. Πρώτον, τι λέει; «Αθηνά σε αγαπάω» ή «Αθήνα σε αγαπάω»; Οι λατινικοί χαρακτήρες δε βοηθάνε αλλά εντάξει, μάλλον το πρώτο — κι ας θέλω εγώ να βλέπω ό,τι θέλω. Υποθέτω πως από κάποιο χέρι μαθητικό γράφτηκε, από κάποιο παιδί ξένο, νεοφερμένο ίσως στην Ελλάδα λίγο πριν την εφηβεία, που πασχίζει να μάθει τα ελληνικά γράμματα στο κοντινό σχολείο. Αν το δούμε έτσι το θέμα, εύκολα μπορούμε να παραβλέψουμε τα κεφαλαία στο ‘ΣΕ’ — ανορθογραφία θα είναι κι όχι εκδήλωση αφοσίωσης.

Το παιδί αυτό, αγόρι ή κορίτσι, θέλει να βγάλει από μέσα του τον έρωτά του για την Αθηνά (ή, να ελπίσω, για την Αθήνα). Ούτε καν έναν μαρκαδόρο της προκοπής να γράψει το σύνθημά του δεν έχει. Γράφει το μήνυμά του όπως μπορεί κι όπως ξέρει, επείγεται, δε χωράνε καλλιέπειες και ορθογραφίες. Για να πει αυτό που θέλει χρειάζεται ένα ξένο αλφάβητο που δεν καλοκατέχει, γιατί είναι ξένο. Αλλά δεν πειράζει, είναι ερωτευμένο αυτό το παιδί: όλοι οι ερωτευμένοι ξένοι είναι. Και ξενιτεμένοι, και πρόσφυγες: τουλάχιστον στο ότι έχουν αφήσει ό,τι ξέρουν πίσω τους.

Αν πάλι η ερωτική εξομολόγηση (που λέγαμε μικροί) απευθύνεται στην Αθήνα, ταυτίζομαι μαζί του, αν και εγκάρσια: αυτό το παιδί ήρθε από κάπου αλλού, ξένο στην πόλη, και την αγάπησε σε βαθμό που να της γράψει σύνθημα. Εγώ ζω ξένος αλλού και πια ξένος από την πόλη μου, κι ας την αγαπάω.

Κάστανα: μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση

Για μένα τα μπλογκ είναι ένα κειμενικό είδος στο οποίο πας από τη ζωή απευθείας στη γραφή. Πολλές φορές, πας από την ανάγνωση στη ζωή και από εκεί στη γραφή.

Διάβασα αυτό και αυτό. Μου άφησαν κυρίως μια διάθεση, αυτή της αναζήτησης της χαράς, της λάμψης των ψηγμάτων χαράς που ανακαλύπτει κανείς κοσκινίζοντας βουνά ολόκληρα καθημερινότητας για να τα βρει μέσα στα απλά πράγματα: ένα κυριακάτικο τραπέζι με την οικογένεια, ένα γλεντάκι Αλβανών κάτω από σκληρά φώτα. Δεν είναι αυτά τα βουνά που θα κοσκίνιζα εγώ, αλλά δεν έχει απολύτως καμμία σημασία αυτό, σημασία είχε η σύγκλιση της διάθεσης των δύο κειμένων.

Σήμερα η μέρα δε μου πήγε καλά. Όχι από άποψη συμβάντων. Εξωτερικά δεν έγινε τίποτε. Αλλά να, όλα πια τείνουνε να γίνουν ενοχή. Πάντα χαιρόμουν τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Πάντα περίμενα το λίγο και πολύτιμο κρύο στην πόλη μου. Τώρα είναι κι αυτό πηγή ενοχής: γυρνώντας σπίτι από φαγητό αργά την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, πέρασα τόσους άστεγους κουκουλωμένους και χωμένους στις εσοχές της Βουλής και της Νίκης (πόσο ταιριαστά ονόματα για δρόμους όπου κουρνιάζουν άστεγοι) που για πρώτη φορά στη ζωή μου ο ερχομός του χιονιά δεν ήταν προσδοκία κι απαντοχή καθαρή, παρά λεκιασμένη με ενοχή. Τώρα που επιτέλους έρχεται ο χιονιάς, πώς να τον χαρώ.

Με τούτα και μ’ εκείνα βάρυνα. Κατεβήκαμε λοιπόν στην τάφρο στην Παλιά Πόλη, στο χριστουγεννιάτικο λούνα παρκ. Λίγο τα φώτα, λίγο οι χαρούμενες φάτσες: άνοιξε η καρδιά μου. Μπήκαμε στον μεγάλο μύλο. Ξεκίνησε. Ανεβαίναμε πάνω από την πόλη, φώτα, φωτισμένες λεωφόροι, χριστουγεννιάτικοι διάκοσμοι, αυτοκίνητα, το ξενοδοχείο Σαράι, φωτεινές επιγραφές, το τζαμί, ο πύργος του Σιακόλα, το φωτισμένο περίγραμμα της μεγάλης σημαίας των Τούρκων στο βουνό, φώτα μακρινών χωριών, όλα απλώνονταν πανοραμικά από κάτω μας. Μετά στου κύκλου το γύρισμα ξανακατεβαίναμε. Το Κορίτσι μου ήταν ενθουσιασμένο, κοιτούσε με απορία και ενθουσιασμό, κράμα απορίας κι ενθουσιασμού που δεν είχα ξαναπροσέξει. Καθώς γύριζε ο τροχός και ξανανανεβαίναμε της είπα «κοίτα, μωρό μου, η πόλη όπου γεννήθηκες» και άκουσα τη φωνή μου να σκοντάφτει. Ένιωσα το ασυνάρτητο φολκλόρ της πόλης, αυτό που χωροταξικά και σα βιωμένος χώρος με τυραννάει δέκα ολόκληρα χρόνια, να εξαχνώνεται ξαφνικά, σαν από μαγικά. Και εκείνη κοιτούσε την πόλη από κάτω, μια πόλη χωρίς λόφους και εξάρσεις στο ανάγλυφο, την πόλη που γεννήθηκε.

Βγήκαμε από τον μύλο και πήγαμε στο παγοδρόμιο. Κάτι καλοφτιαγμένοι τύποι, εικοσάρηδες, πατινάρανε με ζηλευτή χάρη και θαυμαστή ταχύτητα. Εντυπωσιακό θέαμα. Κοιτούσα σα χαζός. Κοιτούσε και το Κορίτσι μου όλο θαυμασμό. Οι ανάσες μας αχνοί. Δύο έφηβοι, ραντεβού μάλλον, περισσότερο χαριεντιζόντουσαν πατινάροντας: αυτοί δεν είχαν ιδιαίτερη χάρη αλλά διασκέδαζαν την ασταθή ισορροπία τους πάνω στον πραγματικό πάγο. Σκέφτηκα τι υπέροχη χαρά να είσαι έφηβος και να χαίρεσαι αυτές τις στιγμές στον πάγο, να μαθαίνεις τη δεξιότητα της ασταθούς ισορροπίας. Κι αμέσως, απροσδόκητα και χωρίς κανένα προοίμιο, σπάζοντας τη μελαγχολική μανιέρα μου του «θέλω να είμαι άλλος και θέλω να είμαι αλλού», σκέφτηκα, ένιωσα, μου ‘φεξε (δεν ξέρω ποιο) ότι ήμουν κι εγώ υπέροχα χαρούμενος να παρακολουθώ αυτό το θέαμα μαζί με το Κορίτσι μου, να νιώθω τον πάγο, να έχω βρει ένα δεύτερο ψήγμα χαράς μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, μέσα στην τάφρο κάτω από τον προμαχώνα Κωνστάντζα. Πήραμε ωραία ζεστά κάστανα, άχνιζαν και έλιωναν στο στόμα. Έφαγα κι εγώ, που δεν τρώω κάστανα.

Γυρίσαμε σπίτι: φωτάκια στο δέντρο, φωτάκια πάνω στις βιβλιοθήκες. Χαμογέλασα, ως κάποιος που πάντοτε εκτιμούσε περισσότερο τα φώτα μέσα στο σκοτάδι. Κάθησα να γράψω αυτό. Από την ανάγνωση στη ζωή, από τη ζωή πίσω στη γραφή. Τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.