Άλεφ, Λαμ, Μιμ

Σκόρπια νήματα που γνέθονται στο διάστημα μιας ημέρας. Ίσως να καταφέρω να τα πλέξω μαζί αλλά μάλλον τελικά μαλλιά κουβάρια θα καταλήξουν.

Μου είπε το καλοκαίρι ο φίλος μου ο Θ. ότι με προτιμάει όταν δεν είμαι καταγγελτικός. Το θυμήθηκα αυτό απότομα λίγο πριν το μεσημέρι σήμερα: όταν γράφω κάτι, βάζω τη φωνή μου να το διαβάσει όπως την ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Λέω «όπως είναι μέσα στο κεφάλι μου» εξαιτίας αυτής της ιστορίας: όταν ήμουν 18 ήμουν ερωτευμένος (αλλά δεν το παραδεχόμουν) με τη Λίζα. Είχε προηγηθεί η χειρότερη χυλόπιτα της ζωής μου, από μια λεπτεπίλεπτη Έλενα που μύριζε σαπούνι: «Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου, θα με συντρίψεις». Τέλος πάντων, παίρνω τηλέφωνο στο σπίτι της Λίζας (η οποία ήταν γυναικάρα) και το σηκώνει η αδερφή της, η οποία λέει δυνατά «Λίζαααααα, κάποιος που η φωνή του βγαίνει από νεροχύτηηηηη». Διαβάζω λοιπόν τα κείμενά μου όχι με τη δημόσια φωνή που βγαίνει από νεροχύτη, που πάσχει λέει από λόρδωση, αλλά με αυτή που ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Όμως εδώ και κανα-δυο χρόνια, τα καταγγελτικά και τα οργισμένα κείμενα μου χτυπάνε κάπως, ακούγονται και μέσα στο κεφάλι μου σαν να βγαίνουν από νεροχύτη, με μια φωνή ξινή και υποκριτικά (και μόνο) αγέρωχη, με μια φωνή που ασώματη άτεχνα υποδύεται τον μισάνθρωπο. Δε μου λέει πια τίποτε αυτή η φωνή

Επιστρέψαμε στα συνθήματα. Δε θα μείνουμε για πολύ εκεί. Ευτυχώς. Ήρθε πια η ώρα του λόγου.

Άκουγα το Bleibtreu Café των Κατσιμιχαίων.

Με πήραν από τη δουλειά (Σάββατο είναι σήμερα, ναι) για να ετοιμάσω κάτι. Επειγόντως. Τι εννοούν, για αύριο; Είμαι ιεροψάλτης και δεν το ξέρω; Εγώ ποίηση θέλω να διαβάσω (Εμπειρίκο) και να δω καμμιά παλιά αγαπημένη ταινία (τι τα μαζεύουμε τα ντιβιντί).

Διάβασα αυτό. Μου άρεσε πολύ. Πάντοτε με αναστάτωνε η καταπίεση των γιορτών, με ανησυχούσε αυτή η επιταγή να χαρείς ντε και καλά. Μετά με πάγωνε η κούραση και το άδειασμα εκεί μετά το απόγευμα και προς το σούρουπο κάθε μεγάλης γιορτινής μέρας, όταν οι γυναίκες έπρεπε να μαζέψουν κόκαλα, να πλύνουν πιάτα, να ευπρεπίσουν κάπως τα γιορτινά σαλόνια και τις γιορτινές αυλές, να αναστενάξουν «πάει και φέτος», ενώ οι άντρες βάραιναν, νύσταζαν, ψιλοκοιμόντουσαν. Θυμήθηκα το μυστικό της φίλης μου της Σ.: σινεμά το βράδυ, ανήμερα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα (πιο δύσκολο το Πάσχα).

Αν χάσουμε το χιούμορ μας, καήκαμε. Έχασες το χιούμορ, έχασες την αξιοπρέπειά σου, έγινες χειρότερα από καζαντζίδης, έγινες γραφικό κακέκτυπο ενός καζαντζίδη. Χρειαζόμαστε περισσότερο γέλιο.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ’ Λυκείου. Και περισσότερο.

Λόγος και (οινό)πνευμα

Πριν 5-6 χρόνια, όταν δούλευα στο παλιό μαγαζί, ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Λιθουανία να συζητήσει προοπτικές συνεργασίας μαζί μας. Γιατί και πώς μη με ρωτάτε, πάντως είχαμε διάφορα μήτινγκ με κάτι κυρίες κι έναν κύριο από ταινία του Makavejev. Τέλος πάντων, πριν φύγουνε για τη Λιθουανία, μου άφησαν πεσκέσι ένα μπουκάλι 250ml που περιέχει ένα καραμελόχρωμο υγρό, απόσταγμα υποθέτω. Λέγεται Starka. Μόλις το είδαν οι συνάδερφοι (το είχα πάνω στο γραφείο) άρχισαν τα «εεεε, δε νομίζω να το πιεις αυτό» κτλ. Έτσι έμεινε σφραγiσμένη η Starka, από γραφείο σε μετακόμιση, κι από ντουλάπι σε μπαρ. Απόψε ήρθε η ώρα να την ανοίξω.

Επειδή όμως είναι πιθανό να μου προκαλέσει τύφλωση ή άλλα κουσούρια φρικτότερα, ξεκινάω:

Debating societies, ooh, very stimulating

Διάβασα σήμερα στον Ζενάκο αυτό. Έμεινα λιγάκι γιατί κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράμα για το οποίο βούιζε το τουίτερ τις προάλλες αλλά και σήμερα.

Κατ’ αρχήν, ως κάποιος που έζησε 6 χρονάκια στη Βρετανία, ένιωσα ελαφρά θυμηδία στη σκέψη ότι οι εκδηλώσεις μιας debating society (που έφτιαχναν κι αφισάκια με το εβδομαδιαίο τους θέμα ως «This House believes that…») θεωρούνται σοβαρό γεγονός που θα παραγάγει πολιτικό λόγο, και ενδεχομένως και πολιτική σκέψη, και το οποίο θα παρακολουθείται επί πληρωμή. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον θεσμό, αποτελεί επιβίωμα των ρητορικών αγωνισμάτων των μεσαιωνικών πανεπιστημίων (π.χ στη Σορβόννη των Σχολαστικών φιλοσόφων) και — όπως και τότε — έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Κάγχασα στο ότι ο συντονιστής ενός τέτοιου αγωνίσματος εν έτει 2011 θα ήταν τόσο ανόητος (και να μου συγχωρεθεί η έκφραση: αποφεύγω να αποδίδω χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους) ώστε να ξεστομίσει τη φαιδρή αβελτηρία πως «η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του νόμου «πέρασε στην κοινωνία»».

Εδώ επιλέγω να σταθώ στα εξής σημεία, πάντα από το κείμενο του Ζενάκου:

«Μα δεν μπορούν τα αμφιθέατρα να είναι καθαρά, όπως αυτό εδώ όπου βρισκόμαστε;» Σημειώνω ότι το debate λάμβανε χώρα στο θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, του ακριβότερου ιδιωτικού σχολείου της χώρας.

 Sic et non, που θα έλεγαν και οι μεσαιωνικοί συντονιστές των αντίστοιχων αγωνισμάτων. Ναι, ισχύει παγκοσμίως η γενίκευση ότι ό,τι πληρώνεις το σέβεσαι. Παράλληλα, όμως, τα χάλια των ελληνικών αμφιθεάτρων οφείλονται κυρίως στη γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα (τα έχω ξαναγράψει αυτά): ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο.

Τέλος, γιατί πρέπει να είναι καθαρά τα αμφιθέατρα, κύριε Άγνωστέ μου; Μήπως επειδή το ελληνικό δημόσιο πληρώνει τα πανεπιστήμια πλουσιοπάροχα για την καθαριότητα, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και για την υγεία φοιτητών και προσωπικού; Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (δε λέω τη Σχολή) τους έκοψαν τα λεφτά για χαρτί προ πενταετίας, φαντάζομαι τώρα να έχουνε ρεύμα 10 με 2…

οι θιασώτες του νέου νόμου της παιδείας, θα επιχειρηματολογούσαν ακριβώς ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, διότι στο Πολυτεχνείο θα πετούσαν αυγά στους δημοσιογράφους του ΣΚΑΪ και κάτι χειρότερο στον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας,

Και πάλι sic et non. Σίγουρα στην Ελλάδα (όχι επειδή είμαστε μεσογειακοί και σάχλες) προτιμούμε την πάλη, τον χλευασμό, το γκάρισμα και την «ορθή σκέψη» από τον διάλογο, σκεφτείτε λ.χ. τους καθεστωτικούς συνδικαλιστές μας, τους ημιμαθείς λογίους μας, τα κομματικά στέλεχα που υλακίζουν κι αλυχτούν, τους ημιάγριους φυλάρχους-συγγραφείς μας και τους πανεπιστημιακούς με Άσπεργκερ (ενδημεί) — ποιος θα κάνει διάλογο; Ο Αλέφαντος με τον Χαρδαβέλα; Παράλληλα, για σκεφτείτε, εδώ που βρισκόμαστε, να μου φέρουνε το μεγκασκάι και εκπροσώπους της δοτής κυβέρνησης Papademos να μας κάνουν προπαγάνδα κουνώντας μας το δάχτυλο προς 10 ευρώ το άτομο μέσα στο αμφιθέατρο δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προορίζεται να μετατραπεί σε Υπερκολλέγιο για Χρήσιμα Στελέχη. Ε έχει και η διανοητική υποτέλεια τα όριά της.

Ο κάλπικος λήρος

Ας το πάμε όμως λίγο παραπέρα. Το έχει συζητήσει κάπως και ο ολντμπόυ, π.χ. εδώ: παρά τους ρητορικούς διαγωνισμούς, τα καλοραμμένα ταγιέρ και την επίφαση ορθολογισμού στον μηντιακό λόγο και στον διάλογο με αναβαπτισμένους Βοριδαίους και σοφούς σχολιαστές, φοβάμαι ότι ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πλέον πρωτογονίζει επικίνδυνα. Και πάλι, έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δεν παράγεται σκέψη. Απόψε νομίζω ότι κάτι χειρότερο συμβαίνει: έχουμε πισωγυρίσει στον Κουτσόγιωργα, τον Τσοβόλα, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο και την Αυριανή, στα φλογερά κηρύγματα του προκατακλυσμιαίου ΚΚΕ και στη χυδαιότητα (το τονίζω: χυδαιότητα) του μετεμφυλιοπολεμικού Μίσους της Δεξιάς (που, αν είστε γεννημένοι μετά το ’80, δεν ξέρετε μάλλον τι ανθρωποφαγικό κι αιμοδιψές πράμα είναι). Βεβαίως η χυδαιότητα, η αβελτηρία, ο λαϊκισμός, τα ουτοπικά παραληρήματα και ο διδακτισμός του μίσους αποδίδονται πια με όρους λογικοφάνειας, κομψευόμενου κυνισμού, της ανάγκης «να λέμε τα πράματα με το όνομά τους» (κι όχι «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»: αυτό πια βρωμάει μεταπολίτευση), μιας Realpolitik με παρωπίδες, του φριντμανικού διδακτισμού: το ντισκούρ της κατάστασης εξαίρεσης.

Ποτέ δεν μας άρεσαν οι καλοί τρόποι, φράγκικα χούγια αυτά, μας έλεγαν οι νεορθόδοξοι τσομπαναρέοι τη δεκαετία του ’80 και τα τέκνα που απέκτησαν με τη Μαλβίνα τη δεκαετία του ’90. Η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι καλοί τρόποι στον δημόσιο λόγο πάντοτε λειτουργούσαν προσχηματικά εδώ: ως άλλα μικροκίνι ή αστεράκια του Ταρατατά καλύπτουν τα πλούσια και εκρηκτικά ελέη μας, τον καυλωμένο αυταρχισμό μας. Δεξιό κι αριστερό, επαρχιώτικο κι αστικό.

Η σημασία του να μην είχες παπάρια (ποτέ)

Σε αυτό το σημείο θα πει κανείς ότι πήρα φόρα. Ίσως. Αλλά πώς να μην πάρεις φόρα. Αφού πια έχουμε βολέψει τον πούστη στο κοσμοείδωλό μας (γραφικός, αν πολυκουνιέται, και ακίνδυνος, ιδίως αν δεν πολυκουνιέται — το ουσιώδες είναι να μη μιλάει) πρέπει να βρούμε καινούργιο μορμολύκειο, καινούργιο υλικό για τους λαζόπουλους του μέλλοντός μας: τις διεμφυλικές γυναίκες. Είδα π.χ. αυτό το τουιτάκι των Νέων κάποιου μπάμια που ριτουίταρε η murplejane· διάβασα κι έναν διάλογο κάπου στον οποίο ζητάγαν από μια διεμφυλική να μην παριστάνει την πραγματική γυναίκα γιατί είναι «τεχνητή», τη ρωτούσαν αν έχει οργασμούς (όπως οι «πραγματικές γυναίκες»), ζητούσαν τη γνώμη της για τον φεμινισμό και κάτι τέτοια (δεν μπορώ να βρω την πηγή). «Η πραγματική γυναίκα», λοιπόν. Αφού χάσαμε τη μάχη, σύντροφοι Πραγματικοί Άντρες, να ξεχωριζόμαστε μεταξύ μας, ας ρίξουμε τις προσπάθειές μας στο να ορίσουμε ετερόνομα τις Πραγματικές Γυναίκες, οι οποίες γυναίκες έτσι κι αλλιώς είναι βολικότερες να τις κουμαντάρουμε και να τις ποδηγετούμε από τη Γεωργική Επανάσταση και δώθε. Ναι, ακούγομαι σαν φιλάνθρωπος λευκός που βγάζει λόγο για τα δικαιώματα των μαύρων, οκέι, αλλά δεν μπορώ να μην αγανακτήσω όχι μπροστά στις μεταμορφώσεις του αυταρχισμού, αυτές είναι δεδομένες, παρά με την ευκολία που περνάει παντού, στο ότι περνάει στο ντούκου.

Αυτή η αγανάκτησή μου απέναντι στην πανδημία αυταρχισμού είναι κάτι διαφορετικό από τη γνωστή μου μίρλα για το πόσο κλειστή και πουριτανική γίνεται η κοινωνία μας, για το ότι ο κοινωνικός συντηρητισμός μολύνει τα πάντα. Ναι, αφού εκεί θέτε να πάτε (δε θα έρθω μαζί σας), ας γυρίσουμε στην αγροτοποιμενική ηθική που τόσο αγαπάτε (και μην ακκίζεστε αποκαλώντας την «βικτωριανή», άλλη φάση εκείνοι). Αλλά τουλάχιστον αφήστε κατά μέρος τις διαπομπεύσεις και τους χλευασμούς και τη δυνάστευση τη ζωής των άλλων.

Ηθική κι ευαισθησία

Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως λ.χ. ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Στον αγγλόφωνο κόσμο η επαναδιατύπωση πολύ χοντρικά αποτυπώθηκε στη διαφορά μεταξύ morality και ethics (που γινόταν όλο και πιο κοινόχρηστος όρος). Για λίγο ίσως, ο κόσμος δέχτηκε ότι ανήθικο δεν είναι να «απολαμβάνεις υπεύθυνα» αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ο κόσμος υπέθεσε ότι το να πλουτίζεις ανεύθυνα ίσως να είναι ανηθικότερο από το να παίρνεις διαζύγιο ή να συνάπτεις ερωτικές σχέσεις με ελεύθερους ανθρώπους.

Μετά έγιναν όσα έγιναν. Επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία, π.χ. η διαδικτυακή (θυμήθηκα ένα ωραίο κείμενο της Niemandsrose που είχε βγει στην Ελευθεροτυπία για την ψευδωνυμία — σε λίγα χρόνια όσα λέει εκεί θα φαντάζουνε τόσο γραφικά όσο πλέον το σλόγκαν της Εμμανουέλλας, το «τίποτα δεν είναι λάθος αν είναι όμορφο»). Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια, φαντάζομαι λ.χ. τηλεοπτικά πάνελ όπου ο καλεσμένος θα δίνει εξηγήσεις για την προσωπική του ζωή (και αν είναι διεμφυλική θα αποδεικνύει ότι είναι όντως γυναίκα επειδή, λ.χ., της αρέσουν τα παπούτσια και οι τσάντες). Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.

Σκέτο λικεράκι η Starka. Τίποτε δεν έπαθα, ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Henrik Halvarsson

Ποίηση

Κοιτούσα τον ωραίο ήλιο να φωτίζει το τοπίο, τα γυμνά δέντρα που μου θύμιζαν αγγεία που διακλαδίζονται, τα αγγεία της καρδιάς, μύριζα το νοτισμένο χώμα και ο κρύος πρωινός αέρας αντικαθιστούσε ακόμα και τον καλύτερο καφέ. Δεν είμαι καλύτερος από εκείνους που περιμένουνε να ζήσουν τις 2 βδομάδες του καλοκαιριού σε κάποιο μικρό νησί, στην παραλία που αγαπούνε, στο ουζερί που πάνε οι ντόπιοι και βλέπει τη θάλασσα από ψηλά. Κι εγώ τον σύντομο χειμώνα απαντέχω, τη ζεστασιά του σπιτιού, τα ρούχα που αγκαλιάζουν, τις ορατές ανάσες που εξαχνώνονται, τα βρεγμένα πεζοδρόμια που άξαφνα καθρεφτίζουν έναν μεταλλικό ουρανό.

Όχι ότι δεν έχω ζήσει καλοκαιρινά θαύματα, είπαμε: τα θαύματα, κινητές εορτές κι απρόβλεπτες, πέφτουνε πάντα καλοκαίρι. Θυμάμαι την Αστυπάλαια το 2009, που όταν γίνω γέρος και σεφέρης (όπως αρέσκεται να με σκυλοβρίζει ένας καλός φίλος, και ξέρει τι θα του ευχηθώ και να μη γελάει) θα ξέρω ότι εκείνες οι θεοτικές πέντε μέρες (μόνο πέντε ήταν; δε θυμαμαι) στην Αστυπάλαια ήταν η μαγευτική εισαγωγή σε ένα νέο έργο στη ζωή μου (ναι, αν το «εισαγωγή» θυμίζει όπερα είναι επειδή, ε, εντάξει, συνεννοηθήκαμε). Και δεν είναι μόνο η Αστυπάλαια, τα έχω ξαναπεί, δε δίνω το λινκ γιατί έχω φίλους (τρεις τον αριθμό) που ψάχνουν ευκαιρία να με ξεχέσουν κάθε φορά που θα θυμηθούνε την ύπαρξή του εν λόγω ποστ. «Νησιωτικά συμπλέγματα» λέγεται — χοχό.

Όμως εμένα οι καλοκαιρινές στιγμές μου είναι τον χειμώνα. Τον χειμώνα που μου λείπει τόσο πολύ εδώ και δέκα χρόνια.

Ίσως τελικά η ποίηση που ψάχνουμε στο καλοκαίρι και η ποίηση που ψάχνω στον χειμώνα να είναι η ίδια, κάποιου είδους άνοιγμα ταυτόχρονα με μιας μορφής αγκαλιά. Άφημα ίσως.

Μιθριδατισμός

Έβλεπα το πρωί πριν φύγω για τη δουλειά ένα ντοκυμαντέρ για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη. Επειδή το μυαλό μου ξυπνάει μετά τις 11, συγκράτησα το εσωτερικό του σπιτιού του στην Στοκχόλμη (την οποία πρόφερε ‘Στοκόλμη’), τη γειτονιά του και ένα απόσπασμα (βιβλίου του; δε θυμάμαι) όπου έλεγε για τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα.

Τα μεγάλα λόγια στην Ελλάδα είναι κυρίως θέμα ρητορείας και στόμφου. Ο στόμφος δεν εγκαταλείπει κανέναν μας, ακόμα και όταν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Όπως στις ιταλιάνικες όπερες, πρέπει να πεθάνουμε καλλιεπώς, καλολογικώς και με τον πομπώδη τρόπο που μας αρμόζει, μια κι είμαστε Έλληνες ρε.

Τα μεγάλα λόγια είναι και ζήτημα συναίσθησης του τι λέμε. Εδώ και χρόνια, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται ως ένα φόρουμ έκφρασης χαλαρό, άνετο και ανοιχτό στο θυμικό. Ακόμα ακριβέστερα, ο δημόσιος λόγος αντιμετωπίζεται όπως ο δημόσιος χώρος: σαν μια απέραντη χαβούζα και χωματερή, μια νομανσλάνδη όπου ο καθένας αφήνει από γόπες μέχρι μπάζα. Ο καθένας λέει ο,τι θέλει και συνέπειες δε θα έχει. Απ’ ό,τι φαίνεται, μάλιστα, τώρα πια που όλοι διολισθαίνουνε χαρωπά προς τα δεξιά με χάρη κούτσουρου που το παίρνει ο χείμμαρος, γίνονται ταυτόχρονα και όλο πιο χυδαίοι, ώστε κάτι προ εξαετίας παράπονά μου να φαντάζουνε πια σαν εστέτ καούρες.

Η μεγάλη φθορά του δημόσιου λόγου όμως προέρχεται, νομίζω, από το εξής: επί δεκαετίες είμαστε (;) μάρτυρες μιας συλλογικής ηθικής κρίσης. Δεν εννοώ δασκαλίστικες ανοησίες όπως «ζήσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας». Εννοώ την πασοκοθρεμμένη διαστρέβλωση των κοινωνικών αγώνων σε αγώνισμα λαφυραγώγησης προνομίων. Εννοώ την υιοθετηση ενός αγέλαστου και βαθύτατα ντεκαυλέ καταναλωτισμού ως ιδεολογίας μας. Εννοώ τον θηριώδη και ληστρικό εθνικισμό από το ’92 και μετά. Εννοώ την νίκη της απονιάς παράλληλα με την αποθέωση των αγροτοποιμενικών ηθών και την επικράτηση του σολιψισμού. Κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού… Κατά τη διάρκεια αυτής της ηθικής κρίσης, και ενώ όλα έβαιναν καλώς λίγο πολύ, ο πολιτικός λόγος έγινε πληθωριστικός ανεξέλεγκτα. Δεν αρκούσαν τα πολλά, τα θέλαμε όλα. Δεν αρκούσε η ανευθυνότητα, έπρεπε να είναι προδοσία. Δεν αρκούσε το λίγο, ζητούσαμε το τίποτα. Οι πολιτικοί πομφόλυγες θάμπωσαν όσους παρήγαν δημόσιο λόγο, ήθελαν κι αυτοί να φτιάχνουν ωραίες και μεγάλες φούσκες που ιριδίζουν. Τα πάντα συζητιούνταν ωσάν να αποτελούσαν διακύβευμα πελώριο, σαν να ήταν θέματα ζωής και θανάτου.

Και φτάσαμε λοιπόν να μας κουνάνε το δάχτυλο οι Ιππότες του Τάγματος της Περικνημίδος, ο συνονόματος αείμνηστου κωμικού συγγραφέα, ένας με ονοματεπώνυμο που ούτε ο Νίκος Φώσκολος δε θα σκαρφιζότανε και κάτι άλλοι που δεν έχουνε μπλοκάκι αλλά μισθό. Και φτάσαμε τα λόγια να μη σημαίνουν τίποτα, να μην μπορείς να μιλήσεις για τίποτε πια χωρίς να ακούγεται σα μουσική για ασανσέρ. Να μην μπορείς να κάνεις διάλογο για τίποτα χωρίς να αντιμετωπίζεις τη συγκατάβαση ημιμαθών, ανοήτων, πουλημένων. Έχουμε μιθριδατιστεί στον δημόσιο λόγο, τίποτα δε μας πιάνει πια, ό,τι κι αν πάρουμε, όσο υψηλή κι αν είναι η δόση.

Γιατί τα λέω όλα αυτά. Γιατί ελπίζω ότι κάτι καλό θα μπορούσε να έρθει. Σκέφτομαι την αυριανή επέτειο της αυθόρμητης εξέγερσης του ’08. Σκέφτομαι ότι δεν πάσχει ο λόγος και η γλώσσα, δεν πάσχουμε σαν κοινωνία, αλλά ότι πρέπει επιτέλους να αποτινάξουμε τον ζυγό των καθεστωτικών Μέσων από πάνω μας. Μετά ίσως μιλήσουμε ξανά σαν άνθρωποι. Στο μεταξύ, μπορούμε να δράσουμε κιόλας.

Μέχρι πρόσφατα

Ό,τι δε γίνεται, θα γίνει
κι όσα χαθήκαν θα ξαναγεννηθούν.

Μέχρι πρόσφατα πίστευα στα χαμένα χρόνια, στα σπαταλημένα νιάτα, στις χαμένες ευκαιρίες· πίστευα στο ανεκπλήρωτο και στο «ποτέ». Μέχρι πρόσφατα ένιωθα να είμαι βάρος στις ζωές των άλλων, μια περιττή πολυτέλεια γι’ αυτούς και μια επιπλέον δυσκολία (είμαι δύσκολος άνθρωπος). Ταραζόμουν πολύ εύκολα, θλιβόμουν ευκολότερα, θύμωνα χωρίς καθόλου προσπάθεια. Μόνο πείσμα είχα πάντα, και πολλές φορές τίποτε άλλο. Μέσα δειλός, έξω χειμαρρώδης. «Στην πραγματικότητα είσαι πολύ σκοτεινός τύπος», μου είπε κάποια ξωτική μορφή σε μια μικρή κουζίνα στα Εξάρχεια πριν πάρα πολλά χρόνια. Τότε κολακεύτηκα, δε θα έπρεπε ίσως.

Δεν έχω ιδιαίτερα εξομολογητική διάθεση. Απλώς θυμήθηκα μια βραδιά με πυροτεχνήματα στο Λονδίνο, Ιούλιος ήταν. Δεν έπαιρνα βεβαίως καμμία πρωτοβουλία (άλλωστε, όπως οι βρυκόλακες, αν δεν προσκληθώ δεν παίρνω πρωτοβουλία να διαβώ κατώφλια) αλλά μάλλον οι προθέσεις μου ήτανε σαφείς. «Ξέρεις, έχω σοβαρή σχέση», είπε. «Ναι», απάντησα. «Το ξέρω». Ίσως να είπα και «δε με νοιάζει» κιόλας. Δε θυμάμαι. Μέχρι πρόσφατα, αυτή ήτανε μία από τις λίγες στιγμές που δεν αισθάνθηκα να πρήζω και να ζαλίζω τους άλλους. Μεχρι πρόσφατα, μέχρι πριν περίπου δύο-τρία χρόνια. Τότε, πριν δύο-τρία χρόνια, εκεί σιγά σιγά άρχισα να ξεμαγκώνω: να νιώθω ξανά ζωή, να βλέπω καινούργια χρώματα, να ανοίγουν νέοι τόποι εντός. Σιγά σιγά, με πολλές αφορμές.

Και τελικά είναι μικρή η απόσταση από την αγωνία μέχρι τη χαρά, από την ανασφάλεια μέχρι τη γαλήνη, από την ταραχή των λογισμών μέχρι το να βουτήξεις από ψηλά (χωρίς να σκας για τη στιγμή που θα σκίσεις την επιφάνεια του νερού και τον αφρό που θα σηκώσεις). Πιο μικρή απ’ όσο νόμιζα μέχρι πρόσφατα.

Βούτα, ρε συ, βούτα. Κι ας σηκώσεις νερά. Ή για να το πω όπως το αισθάνομαι πιο κοντά μου (αφού είμαι χειμερινός τύπος):

Περπάτα χωρίς ομπρέλα, τρέχα κιόλας. Κι ας ρίχνει. Κι ας γίνεις μούσκεμα.

Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται

στον Ν.Ξ., απόψε

Όχι νεκρολογία
Έφτασα νωρίς το πρωί για το μνημόσυνο, είχα χρόνο να σκεφτώ και να αντιδράσω. Περνούσα μέσα από την Κυψέλη της αγάπης: οδός Σπετσών, πλατεία Κυψέλης, οδός Κύπρου. Ο εκλιπών ήταν άνθρωπος παλαιού τύπου, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος με έναν τρόπο που δεν μπορούμε πια να κουβεντιάσουμε καν. Παντρεμένος 60 χρόνια, αγαπημένος με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να εντάξουμε πια στα στεγνά και στεγανά μας μέτρα, στον μονολιθισμό του καθωσπρέπει μας. Η κόρη του ήταν ο πρώτος μου έρωτας, όσο μπορεί να πει κανείς έρωτα τον απεριόριστο θαυμασμό και προσκόλληση ενός γητεμένου εντεκάχρονου για μια γυναίκα όμορφη, ευφυή, ψαγμένη και είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του. Ο εκλιπών την έχασε με τον πιο σπαρακτικό τρόπο που μπορεί να φοβηθεί κανείς και έζησε άλλα 25 χρόνια δυνατός από πείσμα και αγέρωχος σαν πρωτότοκος, αλλά με μια τεράστια τρυπα να χάσκει μέσα του, μια τρύπα που φρόντιζε να στολίζει με κομψές γραβάτες.

Οι πενθούντες
Στα σαράντα του λοιπόν κοιτούσα τους πενθούντες. Συνήθως οι πενθούντες με κάνουν να δακρύσω. Κοιτούσα λ.χ. τη γυναίκα του εκλιπόντος το πρωί. Τι πράγμα, να χάσεις έναν άνθρωπο με τον οποίο έζησες πρόθυμα 60 χρόνια. Η γυναίκα του με έχει σαν τον γιο που δεν έχει. Αφού πέθανε ο άντρας της, με πήρε στην κουζίνα, καθήσαμε μαζί. Μου έσφιξε το χέρι. Μου μίλησε για τις τελευταίες μέρες του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε: Πάει ο θείος σου, έγινε παραμύθι. Και μετά συνέχισε να αφηγείται.
Οι Μακαρισμοί είναι τόσο σωματικό κήρυγμα, τόσο γήινο, τόσο ταπεινό, τόσο ανθρώπινο που κομπλάρει ερμηνευτές και θεολόγους επί 20 αιώνες. Θυμάμαι ταρζανικές ερμηνείες του Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Ότι και καλά οι πενθούντες δεν είναι όλοι μας όσοι χάσαμε και θα χάσουμε τους αγαπημένους μας, αλλά — ξέρω γω — οι μάρτυρες του Χριστού, οι μοναχοί, όσοι πολεμήθηκαν στο όνομά Του κτλ. Ντάξει, δεν ξέρω. Νιώθω πάντως ότι αν οι Μακαρισμοί δεν είναι κουβέντες ενός ραββίνου μιας εποχής τουρλού σαν τη δική μας (όταν η γνώση καθιζάνει, η ελευθερία γίνεται προσχηματική ηρωδιάδα και η ανθρώπινη ζωή και το ανθρώπινο σώμα κόβονται οικόπεδα και κηδεμονεύονται από τους πλειοδότες) αλλά, ξέρω γω, ο λόγος του Θεού, τότε Μακάριοι οι πενθούντες σημαίνει «μακάριοι όσοι πενθούν».

Οι διανοούμενοι και το πένθος
Θεολογώ; Ποτέ και με τίποτα. Αλλού το πάω. Οι διανοούμενοι, και δεν εννοώ οργανικούς διανοούμενος αλλά όσους εξετάζουν τον βίο, όσους παράγουν υπεραξία σκέψης, έχουνε μεθοδικά κι επίπονα καταφέρει να επεκτείνουν εντυπωσιακά τα όρια της φούσκας τους, του υποσύνολου του κόσμου που ερμηνεύουν, πάνω στο οποίο τα εργαλεία τους μπορούνε να βγάλουνε δουλειά. Έχουν ακόμα καταφέρει να αγκαλιάσουν «τον πούστη, την πουτάνα και τον κλέφτη», έστω πατερναλιστικά, έστω προσχηματικά, έστω συμβολικά. Αυτό που δεν μπορούν να κουμαντάρουν είναι η αρρώστια και το πένθος. Εκεί η παρηγοριά είναι στα χέρια Αυτού που επικαλείται ο Ραββουνί. Εκεί, στην καλυτερη περίπτωση, είμαστε ακόμα στους Στωικούς και στον Επίκουρο (τέλος πάντων). Εκεί ο λόγος είναι η αμηχανία. Η μεγάλη αμηχανία.

Η Μεγάλη Αμηχανία
Η Μεγάλη Αμηχανία μάς πάει. Είναι η Αμηχανία της εποχής: μια φουρνιά δογματικών και ιδεολόγων αφανίζουν τον πλούτο του κόσμου, συσσωρεύοντάς τον υπό το μόδιον, όπως προηγούμενες φουρνιές σφαγίασαν λαούς ολόκληρους. Όσοι το αντιλαμβάνονται είναι αμήχανοι. Είναι αμήχανοι γιατί ίσως είναι διανοούμενοι. Είναι αμήχανοι επειδή, ως διανοούμενοι, δε γνωρίζουν πώς πραγματικά ζουν όσοι γίνονται πραγματικά φτωχοί. Είμαστε (για να μην το παίζω ότι είμαι απόξω) αμήχανοι επειδή βλέπουμε αριθμούς και συλλογικές τάσεις και στάσεις και μάζες και κινήματα και πολιτικές και τους μηχανισμούς της ιστορίας και τις δυναμικές της κοινωνίας αλλά όχι τις εκατομμύρια ατομικότητες, τη μεγάλη συλλογικότητα, που δεν μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα. Και χειρότερα, πολύ χειρότερα: φτύστε αυτή την ανοησία, τη φενάκη του παραλληλισμού, τη μεθοδολογική φαρμακεία της μεταφοράς: «μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα». Μαλακίες. Αυτό που ζουν οι άνθρωποι τους οποίους δημοσιονομικές πολιτικές, το διεθνές εμπόριο και η βαρβαρότητα του κεφαλαίου (όπως η αγριότητα των ιδεολογιών κατά τον εικοστό αιώνα) αφανίζουν αγεληδόν δεν το καταλαβαίνεις εσύ που με διαβάζεις στην οθόνη σου, ούτε εγώ που το γράφω στη δικιά μου. Καταστρέφονται ζωές, κανονικά. Άνθρωποι πεθαίνουν και θα πεθάνουν. Οι αδύναμοι θα εξαχρειωθούν. Αυτό είναι πένθος. Αυτό είναι πόνος, εξαθλίωση (γιατί ο πόνος εξαθλιώνει), αυτό είναι πένθος. Τα υπόλοιπα είναι φτενές ρητορείες. Όπως και αυτή η μαλακία που γράφω τώρα.

Το πενθος των άλλων
Η Μεγάλη Αμηχανία, η μεγάλη αντάρα, θα σηκωθεί όταν νιώσουμε το πένθος των άλλων. Γιατί οι πενθούντες είναι εξορισμού τσακισμένοι στη μέση και βουβοί.

Οι δούλοι δεν έχουνε λίμπιντο

per un amico, il miglior fabbro

Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.

Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να ‘ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η «μέση» γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι «γιαγιούλες» των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.

Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: «μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω», λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. «Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα». «Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό», λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.

Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι’ αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι «ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας». Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: «καθ’ έξιν» (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι «κατ’ επάγγελμα». Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο «απελευθερωμένες» (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.

Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος «παλαιού τύπου», να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους — για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα.  Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι’ αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις «αυτό που σου στέρησαν» (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το ‘δικαιούσαι’ σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία

Όταν ήμουν μαθητής, επί ανδρεοκρατίας, περιφρονούσα την επέτειο του Πολυτεχνείου. Από αντιπασοκικά αντανακλαστικά: μας έπνιγε από παντού ο Ρίτσος, οι γιγάντιες κονσέρβες με πούλπα ροδάκινου, το γελοίο φολκόρ που μας πούλαγαν για ελληνική παράδοση, τα χυδαία διδακτικά βιβλία που απευθύνονταν σε κρετίνους, οι θρασείς πασόκοι γονείς του συλλόγου γονέων που θεωρούσαν ότι είχε έρθει η σειρά τους να μπουφλίσουνε τη Δεξιά, ο ντεκαφεϊνέ κομμουνισμός της Κλαδικής, οι εορτασμοί του Γοργοπόταμου, οι παραγγελιές για ζωγραφιές στους μαντρότοιχους των σχολείων μας που αναπαριστούσαν την ειρήνη και την αδελφοσύνη αναγνωστικών του Τσαουσέσκου, το μίκυ μάους που από 5 δρχ πήγαινε 9 δρχ και μετά 20 δρχ (κι ας έπαιρνες χαρτζηλίκι 20 και 50 δραχμές τη βδομάδα σταθερά, κι αυτό αν ήσουν «ευκατάστατος»). Το Πολυτεχνείο φάνταζε σαν μια ακόμα αφορμή να δοξάσουμε την Αλλαγή και το ΠΑΣΟΚ ή, χειρότερα, να πληρώσουμε τον ετήσιο φόρο πολιτικής υποτέλειας που απαιτούσαν οι αγέλαστοι, αχτένιστοι, ατσούμπαλοι και ελαφρώς άπλυτοι κομμουνιστές — οι οποίοι καμωνόντουσαν ότι αυτοί έκαναν το Πολυτεχνείο κι ότι το Πολυτεχνείο ήτανε δικό τους.

Στο Λύκειο, στην πρώτη, άλλαξε αυτό το πράγμα. Πήγα στην πορεία, για παρέα, κυνηγήθηκα από τα ΜΑΤ, έφαγα δακρυγόνα (που ήταν απλό μπούκοβο σε σχέση με αυτά που ρίχνουν τώρα), κρύφτηκα τρέχοντας πίσω από την Πινακοθήκη, με την απορία γιατί τα ΜΑΤ να θέλουν να δείρουν τύπους σαν κι εμένα. Σαν φοιτητής, όπου το σπορ μας ήταν να χλευάζουμε δαπίτες και να προσπαθούμε να εντοπίσουμε πασπίτες να τους χλευάσουμε, άρχισα να καταλαβαίνω. Πάντοτε όμως το Πολυτεχνείο ήτανε για μένα μια μουσειακή επέτειος. Βεβαίως πάντα ανατρίχιαζα στη σκέψη του τι έγινε, του τανκ, του αίματος στην Πατησίων, της Βέμπο, της έλλειψης εικόνων από το τι ακριβώς έκαναν στα παιδιά, πάντα σκεφτόμουν ότι εκείνη τη νύχτα είχε πάρει σβάρνα την Αθήνα ο πατέρας μου να βρει διανυκτερεύον που ήμουν άρρωστος, μέναμε στο Μεταξουργείο τότε, και βρέθηκε με τα πόδια στο γνωστό φαρμακείο της Πατησίων, όπου — κατά τον πάντοτε σιβυλλικό Αμπού Σραόσα — «γινότανε χαμός, ρε παιδί μου». Όμως πάντα χλεύαζα συνθήματα τύπου «ένα, δύο τρία — πολλά πολυτεχνεία». Ακόμα και το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» (που μέσα μου όμως ήτανε πάντοτε εκεί ψηλά μαζί με το Liberté, Égalité, Fraternité) μου φαινότανε παρωχημένο, ντεπασέ, ένα σύνθημα για τριχερούς μαλλιάδες, αξύριστα ταγάρια, γραφικούς αγάμητους που διάβαζαν Μαρκούζε μπας και ξεπεράσουν τον διπλό ευνουχισμό τους από τη μικροαστική Ελλάδα και το διεθνιστικό Κόμμα: ψωμί είχαμε (έστω και διατίμησης), η ελευθερία ήταν κατοχυρωμένη, την παιδεία την είχε πάρει και την είχε σηκώσει ο διάολος και γι’ αυτό μας έστελνε μαζικά το ΙΚΥ στην Αγγλία να σπουδάσουμε, όπως η Γαλλική Δημοκρατία έσωσε μετεμφυλιακά τον ανθό της ελληνικής νεολαίας με εκείνο το βαπόρι το πώς-το-λένε.

Φλας φόργουορντ: 2011. Ζούμε πια στο μέλλον. Ζούμε σε ένα μέλλον πολύ μετά και από τα πιο τρελά όνειρα του παρελθόντος, λ.χ. Διάστημα 1999, 2000, 2001, 2002 GR, 2010: the year we make contact, κτλ. Και τα γράφω όλα αυτά για να πω:

ήμαρτον.

Ε, ρε Πολυτεχνείο που μας χρειάζεται…

Οι Γερμανοί ΕΙΝΑΙ φίλοι μας

… όπως και οι Σλοβένοι, και οι Τατζίκοι, και οι Γκανέζοι, και οι Περουβιανοί κτλ. Δεν το λέω σε στιγμές διεθνιστικής έξαρσης: όποιος έχει ζήσει εκτός Ελλάδος νομίζω ότι ξέρει πόσο αναγνωρίσιμη αλλά και προνομιακή τελικά είναι η ετικέτα «Έλληνας» (μου το έλεγε π.χ. μια συνάδερφός μου Τουρκάλα, για να καταλάβετε).

Επί της ουσίας: οι Γερμανοί μάς έκαναν και μας κάνουν ό,τι θα κάναμε και κάνουμε κι εμείς. Πέρσι πήγα στη Σερβία και την είδα αλωμένη από ελληνικές τράπεζες και άλλες γαλανόλευκες επιχειρήσεις: κατεβαίνοντας στο αεροδρόμιο του Βελιγραδίου δε βλέπεις καν το όνομα του αεροδρομίου από τις πολυάριθμες διαφημίσεις των δύο μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών της πατρίδος μας. Σιγά σιγά κατάλαβα έκτοτε ότι η θερμή υποστήριξή μας στις εγκληματικές περιπέτειες των Σέρβων τη δεκαετία του ’90 δεν ήτανε μόνο προϊόν ιδεοληψίας: αν μη τι άλλο έκανε τις τράπεζές μας, τον ΟΤΕ και τα παγωτά μας συμπαθή. Παράλληλα, το ότι τους έχουμε δώσει διακριτικά μεν αλλά στεγνά τώρα τελευταία (π.χ. στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου), υπενθυμίζοντάς τους παράλληλα πόση ανάγκη την έχουν την ΕΕ άρα και εμάς, προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν έχουμε καμμιά διάθεση να πληγούν οι επενδύσεις μας.

Έτσι λειτουργεί η διεθνής πολιτική (πού να δείτε π.χ. την ελληνική πολιτική στο Μεσανατολικό, μιλήστε με καναν Παλαιστίνιο να δείτε τι δούλεμα αλλά και τι υποτροφίες έχουνε φάει), ακόμα και των μικρών πλην τιμίων κρατών, όπως η Ελλάς. Οι κυβερνήσεις δεν είναι ηθικοί παράγοντες, οι άνθρωποι (μπορούν να) είναι: εναπόκειται στους ανθρώπους να πιέσουν τις κυβερνήσεις τους. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ενημέρωση, αλλά σιγά μην ξεσκεπάσουν τα πουλημένα ελληνικά μέσα (με εξαίρεση λαμπρούς δημοσιογράφους, μάχιμους και γνώμης, που ξέρουμε όλοι, έτσι;) την υπόθεση «ελληνικές αποικιακές μπίζνες στα Βαλκάνια»: είναι απασχολημένα με το να μας πείσουν για την αναγκαιότητα να κολοβώσουμε το πολίτευμά μας για να κάνουν τα συμφέροντα (που έχουν ή δεν έχουν πατρίδα, αδιάφορο) τη δουλειά τους κι αυτά.

Άλλωστε, σιγά, ποτέ δεν ήμασταν πολύ της ηθικής.

Συνεπώς, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας, οι Σέρβοι δεν είναι αδέρφια μας. Ίσως να είναι κι αυτοί φίλοι μας.

Της αντοχής τα υλικά

Ξεκινάμε με τη φτώχεια, με αφορμή αυτό.

Για κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια έζησα φτωχικά, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Φτωχικά σημαίνει ότι τα φράγκα έφταναν ίσα-ίσα για το μήνα, με πολύ περιορισμένα μέσα, πολλή προσοχή και εγκράτεια που μου έχει μείνει σχεδόν κουσούρι. Φτωχικά σημαίνει ότι είχα 20 ευρώ (και τίποτε άλλο) για τις τελευταίες 10 μέρες του Αυγούστου. Φτωχικά ήτανε που είχα για χρόνια δύο πανωφόρια, που δεν είχα χρήματα να αγοράσω δώρο επετείου, που δεν έπινα ποτέ πάνω από δύο ποτά (μπύρες δηλαδή), που δεν είχα λεφτά να πάρω το τρένο να πάω μέχρι την Οξφόρδη (ποτέ δεν έχω πάει) ή να σε κοροϊδεύουν που είσαι τσιγκούνης γιατί δεν τρως έξω κάθε βδομάδα κτλ. κτλ. Δε μιλάμε για πραγματική φτώχεια, δε μιλάμε για τον εξευτελισμό της φτώχειας, δε μιλάμε να κλαις στον καμπινέ γιατί δεν έχεις να πάρεις δώρα στα παιδιά σου, δε μιλάμε για μενού ζυμαρικών 3 φορές τη βδομάδα, δε μιλάμε για αυτά που έρχονται για τους πολλούς και που οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτά που λέω θα περάσουν ξώφαλτσα. Στο σπίτι στην Αθήνα δεν πολυάναβαν τα καλοριφέρ πέρυσι, για οικονομία και γιατί παραπονιόντουσαν οι άλλοι ότι δεν έχουν να πληρώνουνε πετρέλαιο. Τα Χριστούγεννα τουρτουρίζαμε. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει φέτος.

The mess we are in

Ενώ το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που μας έδωσε αυτό το φαιό και φαιδρό παράνομο κυβερνητικό συνονθύλευμα ήτανε σε εξέλιξη ήμουν κολλημένος στο τουίτερ. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τη συνταγματική εκτροπή όπως οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους τη Χούντα των συνταγματαρχών: με χιουμοράκι, ενίοτε επιθεωρησιακό — φαρμακερό στις καλύτερες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούν δε, όπως τότε, διάφορες σεξουαλικές μεταφορές, λες και το να έχεις φασίστες στο υπουργικό συμβούλιο που προέκυψε άνευ εκλογών είναι το ίδιο λ.χ. με το να το κάνεις a tergo και να ζοριστείς λίγο παραπάνω…

Θα ακουστώ γραφικός στην εποχή του γενικευμένου κυνισμού, της τάχα μου στωικής παραίτησης και της μηντιακής προπαγάνδας επισημαίνοντας δύο πράγματα:

Πρώτον, οι αγορές (το κεφάλαιο, οι πολυεθνικές) είναι εχθρός της δημοκρατίας. Ναι, αυτηνής: της ‘αστικής’ δημοκρατίας. Τα νεοφιλελεύθερα κουτορνίθια, οι σταλινικά τυφλωμένοι ιδεολόγοι του 21ου αιώνα, είναι (εκόντες-άκοντες) εχθροί της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Τελεία. Και μόνον ότι έχουνε μια απάντηση για όλα, και μόνον ότι οι θεωρίες τους και οι υποθέσεις τους δεν επιδέχονται διάψευση (όπως ακριβώς της αστρολογίας ή της καφετζούς), και μόνον ο εκνευρισμός τους για την πραγματικότητα που δεν ακολουθεί τις φαντασιώδεις νομοτέλειές τους, τους καθιστά επικινδυνότερους από τους πιο επικίνδυνους σταλινικούς, αφού αυτοί είναι κατ’ επίφαση θιασώτες της ελευθερίας.

Δεύτερον, έχουμε πάλι κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μια κυβέρνηση που όμως δεν προέκυψε από εκλογές, με πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό «τεχνοκράτη» (όπως απαιτούσαν σοφοί και βαθιά ψημένοι δημοσιογράφοι), μια κυβέρνηση ενισχυμένη με υπουργούς από ένα υπερδεξιό-καιροσκοπικό κόμμα, το οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να συμμετέχει αλλά το προσεταιρίστηκαν για να μαζέψουν την «παλαβή Αριστερά» (κατά τον γνωστό μεταπράτη ημιμάθειας, κοινής λογικής και  αυταρχισμού). Από αυτό το κόμμα συμμετέχουν ένας τραμπούκος για υπουργός και ένας πανθομολογουμένως καραγκιόζης (πώς να περιγράψει κανείς κλινικά κι ακαδημαϊκότερα την περίπτωσή του;) για υφυπουργός αρμόδιος του μεγαλύτερου πλουτοπαραγωγικού τομέα της χώρας. Επίσης υπάρχουνε και κάτι ανύπαρκτοι αναλώσιμοι από τη ΝΔ. Αυτό το καθόλου ευέλικτο και πολυπληθές κυβερνητικό τάγμα  έχει αναλάβει να μας οδηγήσει σε εκλογές (χάχα) ενώ ο κόσμος καίγεται κανονικά. Επόμενος σταθμός: κατάσταση έκτακτης ανάγκης και αναστολή άρθρων του Συντάγματος. Όπως ορίζει και το Σύνταγμα, η απάντηση στο τερατουργηματάκι του οποίου ηγείται ο κύριος Παπαδήμος είναι μία: ο πατριωτισμός των Ελλήνων.

Αγώνες τώρα. Τα υπόλοιπα είναι σαχλίτσες.

Το κάζο της Αριστεράς

Εδώ πια τι να πει κανείς. Ό,τι και να πεις λίγο είναι. Και, Μιχάλη, πες του Αλέξη ότι αυτές οι μαλακίες με τους Μόντυ Πάιθον και οι λοιπές εξυπνάδες που λέει είναι για το μπλογκ του Πιτσιρίκου κτλ., όχι πολιτικός λόγος σε ώρες ανωμαλίας. Επίσης, Θανάση, πες στην Αλέκα ότι μπορούν στον Περισσό κάλλιστα να ξανακηδεμονεύσουν το λαϊκό κίνημα και να μας πατρονάρουν καταπώς ξέρουν καλά αφού ρίξουν αυτή την κυβέρνηση βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους και αφού προκηρυχθούν εκλογές. Μέχρι τότε να κρατήσουν τις παραισθήσεις μεγαλείου κι επανάστασης για πάρτη τους. Τέλος, ανώνυμε αναρχικέ φίλε (που είσαι ανώνυμος γιατί μας διαβάζει και η Ασφάλεια), εξήγησε στους συντρόφους της υπογκρούπας μέσα στην οποία μιλιέστε ακόμα ότι οι κάλπες είναι σκουπιδοντενεκέδες αλλά ότι είναι μάλλον καλύτερες οι εκλογές από την έλλειψή τους και από την ανοχή σε φασίστες υπουργούς και σε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ομορφιά, έρωτας

Όχι, δεν είναι τρόποι να ξεφύγουμε. Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Όμως η ομορφιά και ο έρωτας θα γίνουν μέρος της αντίστασης και της (πιθανής) ανατροπής: αυτά που θα μας κρατήσουν ανθρώπους. Κι ίσως και να μάθουμε ότι η ομορφιά δεν αγοράζεται, ότι ο έρωτας κάνει ό,τι θέλει και μας ξεπερνάει, ότι η αγάπη δεν έπεται κανενός όρου. Ίσως.