Οργή

Guy Debors is coming to town

Ας τα πω συνοπτικά για όσους, σαν εμένα, είτε δεν μπορούν να διαβάζουνε πολλά, είτε κουράστηκαν από τους ποταμούς λέξεων.

Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου:
α) με σαφή πολιτική της απόφαση έστησε το έλλειμμα σαν τοτέμ στη μέση της ελληνικής πολιτικής ζωης. Υποθέτω ότι αυτό είναι μέρος ενός γενικότερου παγκόσμιου ντου σε κάθε είδους πλούτο που δεν ελέγχουν ακόμα οι «αγορές» (αυτό που την περασμένη δεκαετία λέγαμε πολυεθνικές), αλλά δεν έχει πια σημασία. Παράλληλα,
β) με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους αφάνισε και αφανίζει εισοδήματα μικρών και μεσαίων στρωμάτων καταδικάζοντάς τα στη φτώχεια και στην πραγματική εξαθλίωση και
γ) αλώνει Υγεία, Παιδεία και Πολιτισμό ενώ
δ) αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιώδη μεταρρύθμιση (η οποία ήταν, υποτίθεται, ο απώτερος σκοπός της κυβέρνησης) πέραν όσων ονειρεύονται νεοφιλελεύθεροι μαθητευόμενοι μάγοι και
ε) δεν έχει θίξει ούτε κατά τι τους προνομιούχους. Εντωμεταξύ
στ) χρησιμοποιεί επανειλημμένα, συντριπτικά και αδίστακτα χυδαία και φονική κατασταλτική βία μαζί με
ζ) έναν πρωτοφανή καταιγισμό προπαγάνδας ο οποίος αποσκοπεί να πείσει τον ελληνικό λαό για τη συλλογική του ευθύνη και (ακόμα πιο επικίνδυνα) στηλιτεύοντας το πολιτικό σύστημα και όχι την ποινικά κολάσιμη φιέστα άνωθεν διαφθοράς εδώ και δύο δεκαετίες (τουλάχιστον). Σε αυτό
η) έχει τη συνδρομή των προνομιούχων, πολλών συνδικαλιστών και των πολιτικών που προετοιμάζονται να αναλάβουν τα πράγματα στη διάδοχη κατάσταση (μέχρι και στην Κατοχή έτσι γινόταν).
θ) Στο μεταξύ, βεβαίως, έχει εκχωρήσει εθνική κυριαρχία στους ερασιτέχνες της Τρόικας και
ι) έχει επιδείξει μνημειώδη αδεξιότητα και αμηχανία στη διαπραγμάτευση μαζί της, χαϊδεύοντας τις τράπεζες
ια) οι οποίες κάθονται πάνω στα λεφτά που ρουφάμε από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους και τα κλωσσάνε ενώ η οικονομία ζαρώνει κι εξαχνώνεται, μαζί και οι ζωές μας.

Συνοπτικά: η ώρα της Εξέγερσης έχει προ πολλού έρθει. Δε μιλάω για αίμα: το αίμα φέρνει αίμα και το αίμα φέρνει (ακρο)δεξιούς για να μας σώσουνε: γκιλοτίνες-Ναπολέων, Εμφύλιος-δεξιά, «Ανένδοτος» (η αβελτηρία πάει βασίλειο)-Χούντα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο κόσμο, όχι του Μπιρσίμ για τον Αντρέα, αλλά ένα εκατομμύριο μπρελόκ (σαν αυτά που «ξεκούφαιναν ενοχλητικά» τους κομμουνιστές στην Πράγα το 1989), μιλάω για ένα εκατομμύριο ροκάνες. Ούτε αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε τσαντήρια, ούτε πάρλες, ούτε τίποτα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο φωνές (όσο έχουμε ακόμα) που θα πείσουν ακόμα και τον αδίστακτο Σαμαρά (που ενδεχομένως θα ηγηθεί κάποιας επόμενης κυβέρνησης) ότι τέλειωσαν τα ψέματα, που θα αναγκάσει την επόμενη κυβέρνηση να αναστρέψει το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους που έχουνε καταφέρει οι σοσιαλιστές μας (περίπου όπως το CDU αναγκάστηκε να αναστρέψει όλες τις αντικοινωνικές, αντιλαϊκές και αυταρχικές πολιτικές του Σραίντερ στη Γερμανία — τη Μέρκελ δεν την ψήφιζαν γιατί είναι σέξι).

Mιλάω για δίκαιες δίκες και ποινικές ευθύνες. Πόσα ΜΑΤ θα ρίξουν; Πόση λάσπη θα ρίξουν; Τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμενα πάνω μας. Επιτέλους να ανατραπούν οι καραγκιοζοπαίχτες, αυτό το κωμικό τημ σκακιέρας (με τους δυο χοντρούς για πύργους): κυβερνήσεις πέφτουν για πολύ λιγότερα από όσα εγκληματικά έχουν διαπράξει αυτοί.

Εξέγερση, να τελειώνουμε. Κι αν σπάσει και καμμιά βιτρίνα στο κέντρο, ας τη θρηνήσει η γνωστή δημοσιογραφική κλίκα: άλλωστε το ένα τέταρτο των μαγαζιών έχει κλείσει.

Grey Havens / Fight the Power

Νυστάζω, θα είμαι σύντομος.

Αυτό που με έπεισε να διαβάσω τον ανοικονόμητο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών το 1998 ήταν το εξής: η φίλη μου η ΙΜ μου είπε ότι αν το Δαχτυλίδι καταστραφεί θα ηττηθεί το Κακό (…) αλλά ταυτόχρονα θα χαθεί η μαγεία από τη Μέση Γη και όλα τα μαγικά όντα θα πρέπει να την εγκαταλείψουν και να φύγουνε για τη Δύση. Επίσης, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιηθεί το Δαχτυλίδι για καλό σκοπό (…), αφού η ισχύς και η επήρειά του διαφθείρουν και αφανίζουν όποιον το φοράει.

Ιδανική αλληγορία, πολλαπλά.

Και για να μη μείνουμε εκεί, τι λέει η Μπλάνσετ στο 3:24; «Ακόμα κι ο μικρότερος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την πορεία του μέλλοντος». Έτσι.

ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας (Έξοδος 20: 2)

Το ότι κάθομαι και γράφω αυτό το ποστ τώρα είναι μάλλον πράξη βαρειάς ανευθυνότητας: έχω πάρα πολλή δουλειά (και καθημερινά μου στέλνουν κι άλλη, πολύ επείγουσα κατά κανόνα). Από την άλλη, ίσως από τις λίγες φορές από τότε που άρχισα να μπλογκάρω (να ιστολογώ😉 στα ελληνικά, το κάνω με αίσθηση σχετικής ευθύνης (αστυνόμος Σαΐνης): για να βοηθήσω, ίσως, όσους ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν. Πραγματικά, ich kann nicht anders, που είπε κι ο χοντρός Μεταρρυθμιστής (εδώ βάζετε το δικό σας λογοπαίγνιο για τους δικούς μας μεταρρυθμιστές).

Το ποστ αποτελεί αντιστροφή, αντίφωνο, response στο εντυπωσιακό κείμενο της Niemandsrose Να φύγουμε, Νίκο. Όχι απάντηση, σε καμμία περίπτωση, άλλωστε όταν διάβασα το κείμενό της σκέφτηκα απλώς «αλήθεια είναι». Περισσότερο από το να απαντήσω, και τι να απαντούσα, θέλω να δώσω ακόμη μια οπτική στο θέμα.

Επέλεξα συνειδητά την ξενιτειά πριν πάρα πολλά χρόνια. Αρχικά τη Βρετανία και όταν απελπίστηκα από την ανεργία εκεί, μετά από μια οργανωμένη αλλά αποτυχημένη απόπειρα να πατήσω το Λέιντεν της Ολλανδίας, τσουβαλιάστηκα κι ήρθα στην Κύπρο πριν δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια μετά, συγγενείς, φίλοι και λοιποί με αντιμετωπίζουν λες και είχα παππού ιδιοκτήτη πλαγιάς σε αυτό που σήμερα λέμε Πολιτεία, Διόνυσο κτλ. Αναγνωρίζω ότι, πράγματι, έχω δουλειά. Πράγματι, οι περικοπές που πέφτουν εδώ δε θα με καταδικάσουν στην αναξιοπρέπεια και ίσως στην ανέχεια όπως πολλούς συναδέρφους μου στην Ελλάδα. Αλλά πίσω από την ωραία εικόνα του Σραόσα που κάθεται στη Μεγαλόνησο και λέει «Βάστα Μεσολόγγι» (ούτε αυτό δε λέει πια, λέει «εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με τον Χάρο» — ή κάτι τέτοιο) υπάρχουν, φυσικά, μια απόφαση, κάποιες συνέπειες και ένα τίμημα. Όπως συνήθως, δηλαδή.

Η απόφαση: όσες φορές μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα, θα γύριζα σε μια επαγγελματική κατάσταση που για τον κλάδο μου θα ήταν αντίστοιχη με την κατάσταση που τον Οκτώβριο του 2011 επικρατεί για τους πάντες: είχα να διαλέξω μεταξύ της ανεργίας στην Ελλάδα ή του εξευτελισμού στην Ελλάδα ή της ετεροαπασχόλησης στην Ελλάδα (κάτι που δε θες να κάνεις όταν έχεις φάει τα καλύτερά σου χρόνια να μαθαίνεις την τέχνη σου). Διάλεξα κάτι άλλο. Δε μετανιώνω. Όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε το 2009, ούτε το 2007, ούτε το 2005 ούτε το 2002…

Οι συνέπειες: δεν μπορώ να πω ότι κάνω καλή ζωή στην Κύπρο. Λέω συνήθως: «δουλεύω στην Κύπρο, ζω στην Ελλάδα». Δεν είναι ακριβές αυτό, υπάρχει και στην Κύπρο χαρά, λίγη αλλά καλή, η Κύπρος μου χάρισε πολλά και πέρα από τη δουλειά (και δε λέω μόνο το ωραίο ταξίδι). Η Κύπρος δεν είναι μακράν — Αυστραλία; θα αστειεύεσθε, αγαπητή, όσο για τον Καναδά, εκεί θα πάμε όλοι, έτσι κι αλλιώς, όταν λιώσουν οι πάγοι στους πόλους: στη Βόρεια Ευρώπη να πάτε, που τους σπονσοράραμε τις επιχειρήσεις με το ευρώ μας. Όμως η Κύπρος, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παύει να είναι ξενιτειά, και δεν το λέω με την έννοια του δημοτικού τραγουδιού, το λέω με την έννοια του ότι είναι ένας τόπος στον οποίο ζεις όχι γιατί έτυχε (κάτι που πραγματεύεται διεξοδικά η Niemandsrose), ούτε γιατί το επέλεξες, παρά γιατί εκεί βρήκες δουλειά. Επιπλέον, μετά τον πρώτο χρόνο, όπου κι αν είναι κανείς, αρχίζει να ανακαλύπτει τα ντόπια κολλήματα, την ντόπια κακοδαιμονία. Και, πιστέψτε με, σε λίγο του τη δίνουν εξίσου με της πατρίδας του. Εγώ είμαι ο πρώτος που περιφρονεί το οικείο και την προσκόλληση στην οικογένεια, σε όσα ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε — ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερο μένεις έξω από τα νερά σου, τόσο πολλαπλασιάζονται οι μικρές στιγμές που σου υπενθυμίζουν ότι είσαι ξένος, και δη σε μικρούς τόπους όπως η Κύπρος ή η βορειοαμερικανική σαμπέρμπια, ή τα πολίσματα της Β. Ευρώπης… Από την άλλη, αν και εραστής των μεγάλων πόλεων, αναγνωρίζω ότι εκεί δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσει κανείς ότι είσαι ξένος, αφού σχεδόν όλοι είναι ξένοι. Εγώ το προτιμώ αυτό, άλλοι όχι.

Το τίμημα: όταν φεύγεις από εκεί που είσαι και πας κάπου όχι επειδή το επέλεξες αλλά επειδή εκεί σου βρήκανε δουλειά, βουλιάζεις σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό σου. Μεγαλώνει η έκταση της σιωπής γύρω σου. Οι φίλοι γίνονται μακρινές φωνές μέσα από τηλέφωνα, θολές εικόνες στο σκάιπ, ιμέιλ που δε λένε να έρθουν. Αγκιστρώνεσαι στις ντόπιες συναναστροφές σου μέχρι να τις εξαντλήσεις ή να σε εξαντλήσουν. Καταλήγεις συνήθως υπέρμετρα ευσυγκίνητος: ακούς τη γλώσσα σου και αναρριγείς, ακούς Νένα Βενετσάνου και κλαις με μαύρο δάκρυ, βλέπεις τη Σαντορίνη στην τηλεόραση και νομίζεις ότι αντίκρυσες τον χαμένο σου έρωτα, τρως στα Έβερεστ και η μπουκιά που κατεβαίνει συναντάει τον μπανάλ κόμπο που ανεβαίνει, έρχεσαι στην πατρίδα και κάθε σου μέρα αποκτά υπερβολικό βάρος: δεν ησυχάζεις. Στο τέλος, και η ίδια η πατρίδα σού φαίνεται λίγο οφ, λίγο αλλόκοτη, κάπως αλλόκοτη πια. Τελικά καταλήγεις κάπως πρόωρα γερασμένος.

Θέλω να σας αποθαρρύνω από το να μεταναστεύσετε; Όχι, με τίποτα, προς Θεού: ίσα-ίσα: φεύγε και σώζου που λέει και η Φιλοκαλία (ή δεν ξέρω τι). Αλλά όποιος φεύγει για να δουλέψει, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ανέχεια, καταντάει να διαβάζει κάτι σαν κι αυτό (πάλι από το ποστ της Niemandsrose) και να σκιρτάει από συγκίνηση, λίγο ένοχη, λίγο ανώμαλη — αλλά συγκίνηση πάντως:

από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Κι αυτό σας το λέει κάποιος που «πατρίδα» αναφωνεί και στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο. Και που θα ήθελε να κάνει το Μανχάταν πατρίδα του. Ίσως.

Είκοσι χρόνια τίποτα

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να συμβάλω στον θόρυβο και στη φλυαρία για το τι γίνεται στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ελεεινά χρόνια που διαδέχτηκαν πέντε άθλια χρόνια: να μια νέα επταετία χειμασμού κι οπισθοδρόμησης. Δεν ξέρω, πραγματικά. Αισθάνομαι ότι άλλοι τα λένε πιο καίρια από όσο θα μπορούσα εγώ. Αισθάνομαι ότι είμαι έξω από τον χορό: άλλο να πληρώνεις έκτακτη εισφορά όταν μπορείς να ζεις από τον μισθό σου, άλλο ο μαζικός οικονομικός αφανισμός των μη προνομιούχων: χιλιοειπωμένα πράγματα.

Ένα ζευγάρι Γερμανών συναδέρφων με ρώτησε τι γίνεται με τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Τους είπα. Φυσικά, είπανε σαρκάζοντας, τα πανεπιστήμια είναι σαν εργοστάσια που βγάζουνε τσατσάρες για το κάθε κράτος: πρέπει να είναι κερδοφόρα. Σκέφτηκα (αλλά δεν το είπα) ότι στην Ελλάδα, όπως έχει πει κι ο Τάλως, τα πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστα: σκοπό είχανε να σε ετοιμάζουν για την αγορά εργασίας, αυτό πλέον δεν μπορεί να γίνει ή δε χρειάζεται, άρα τα πανεπιστήμια είναι πλέον περιττά. Ένας λόγος παραπάνω που πολλά ελληνικά πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς περιττά όπως κι αν το δει κανείς.

Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Δεν είναι να ανδρωθεί κοινωνικό κίνημα και τέτοιες αφαιρέσεις. Δεν είναι καν η ανιψιά μου που μετά από τρία χρόνια ανεργίας έφυγε για ελληνικό εστιατόριο της Βόρειας Ευρώπης να τους φτιάχνει κανα όσπριο, να εμπλουτίσουνε το μενού. Το θέμα είναι η ολοσχερής άλωση της χώρας από την Τρόικα. Δε μιλάμε πια για θυσίες χωρίς αντίκρυσμα, μιλάμε για μαζικό αφανισμό χωρίς νόημα, μιλάμε για το αντίστοιχο του τεχνητού λιμού της Ουκρανίας που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Στάλιν ή του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία: συγκεκριμένες και με σαφήνεια διαγεγραμμένες πολιτικές επιλογές στέλνουνε στην ανεργία και στη φτώχεια έναν ολόκληρο λαό — και εμμέσως ήδη πολλούς στον θάνατο.

Πότε θα γίνει η εξέγερση; Γιατί δε γίνεται εξέγερση; Να γίνει η εξέγερση ή να περιμένουμε μήπως εμφανιστεί το σημείο του Σταυρού πάνω από την Ορμύλια και κατεβεί από τα ουράνια ο Ανδρέας Παπανδρέου να μας παραμυθιάσει άλλη μια φορά; Δε μιλάω για κάποιου είδους επανάσταση που θα ανατρέψει το πολίτευμα και θα εγκαθιδρύσει άμεση πλατειακή δημοκρατία. Το πολίτευμα είναι μια χαρά, λυπάμαι που σας απογοητεύω. Ωραιότατο πολίτευμα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στην αρχή της ανώνυμης του 2000, η φωνή του λαού ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης, ο Στάθης, ο Δημήτρης Δανίκας — με ολίγη από Πέτρο Κωστόπουλο, Μαλβίνα Κάραλη και λαϊφσταϊλιές. Τι μας έλεγαν όλοι αυτοί; Ότι είμαστε τζαμάτοι, γαμάτοι και φευγάτοι, οι καλύτεροι. Θεσπέσιοι, μοναδικοί κι ανυπέρβλητοι. Οι αριστεροί (θε μου σχώρα με) εξ αυτών απλώς επέμεναν, στα πλαίσια της αριστερής μίρλας, ότι γι’ αυτό ακριβώς μάς μισούν οι ξένοι: επειδή γαμάμε ενώ εκείνοι όχι (μπαρδόν για τα γαλλικά μου). Επίσης μισούνε και τους Σέρβους (αν θυμάστε).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’10 ο λαός δεν έχει φωνή, γιατί μάθαμε ότι ο λαός (εμείς) τελικά δεν είμαστε τζαμάουα, γαμάουα, σφαιράουα-πετάουα. Είμαστε ή κοθώνια και λαμόγια, κατά τον Πάσχο τον Μέγα, ή παιδιά που πρέπει να αλλάξουμε, κατά τον Όσιο Λάκη τον Χρηστομαθή. Η συνοδεία τους αναπτύσσει διάφορες αναλύσεις περί Μεταπολίτευσης. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός…

Τι μας λεν όλα αυτά; Ότι πολιτική κουλτούρα δεν έχουμε στην Ελλάδα. Δε γίνεται ρε παιδιά εδώ και εικοσιτόσα χρόνια να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη εξυπνάκηδες και δοκησίσοφοι. Δε γίνεται. Γενικά δεν έχουμε παιδεία, και δεν εννοώ να διαβάζει Καντ ο ηλεκτρολόγος, εννοώ να μην είναι τόσο άξεστη η λεγόμενη άρχουσα τάξη στο σύνολό της. Εννοώ να μην είναι εφικτό να είναι γεμάτος ο τύπος από εικοτολογίες, κοινοτοπίες και απλοϊκές σαχλαμάρες. Εννοώ να υπήρχε ένα σχολείο που να μην ασχολείται με το ποιος από τους πολλούς εχθρούς μας είναι ο χειρότερος, παρά με το να σε βοηθάει να σκεφτείς κριτικά.

Απλά πράματα κι αυτονόητα αλλά ήδη στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού. Οπότε σταματάω εδώ.

Γνώμη για όλα

Αναδημοσιεύω αυτούσια αυτή την ανάρτηση του Radical Desire.

Συντηρητικές προϋποθέσεις της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας #1

1. Να μην έχεις γνώμη για όλα τα πράγματα και να κάνεις όσο μπορείς πιο ξεκάθαρο ότι υπάρχουν χιλιάδες πράγματα για τα οποία δεν έχεις καμία γνώμη. Αυτοί που μπορούσαν να έχουν γνώμη για όλα τα πράγματα ήταν οι άνθρωποι της κλασικής εποχής, και αυτό συνέβαινε επειδή ο κόσμος τους τούς παρουσιαζόταν στον νου ως μια αδιάρρηκτη και έλλογη ενότητα. Αλλά ο δικός μας κόσμος δεν μπορεί να εμφανιστεί στην συνείδηση με τέτοιο τρόπο, και στο κάτω-κάτω οι αρχαίοι αυταπατώνταν: ο κόσμος τους δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε «ενιαίος» ούτε «άρρηκτος»· μάλλον, τούτες οι πολύτιμες για την σκέψη των αρχαίων ποιότητες ήταν ιδεολογικά επιφαινόμενα ενός κόσμου που ήταν αποτέλεσμα πρότερων αποκλεισμών, τόσο της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των εργασιακών του μελημάτων, όσο και της σφαίρας της ιδιωτικής ζωής. Η γνώμη για όλα καταργεί τις διακρίσεις ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, το καταστροφικά επείγον και το τετριμμένα αναπόφευκτο, και εκχυδαϊζει την σκέψη όσο τίποτε. Αν θέλεις να αναλογιστείς πρακτικά το μέγεθος του κακού που κάνει στον άνθρωπο το να προσπαθεί να έχει γνώμη για όλα, κάνε μια βόλτα στα σχόλια σε ελληνικά ιστολόγια. Ή σκέψου ότι η γενιά που οδήγησε την Ευρώπη στην διάλυση και την σημερινή νέα γενιά στην εκ προοιμίου εξαθλίωση είναι ακριβώς η γενιά που είχε γνώμη για όλα. Μην της μοιάζεις.

Πώς πέρασα σήμερα

στην Πράγα οι Τσέχοι το 1968  φώναζαν το σύνθημα «αυτή η άνοιξη μπορεί να κρατήσει για πάντα«· της πήρε 21 χρόνια αλλά η άνοιξη έφτασε

Ξύπνησα στις 7 και μετά το μπάνιο άνοιξα ΝΕΤ. Ένας εκπρόσωπος μικροεπιχειρηματιών εξηγούσε πώς τους πνίγει η ύφεση, ο Αρβανίτης εξαγριωμένος ρωτούσε κάποιον υφυπουργό από πού κι ως πού οι τράπεζες παρακρατούν λεφτά  από λογαριασμούς μισθοδοσίας. Η Ξενογιαννακοπούλου μάς έλεγε γλυκά ότι είμαστε δημοκρατία άρα ότι μπορούν οι δημόσιοι υπάλληλοι να υποδεχτούν την τρόικα με καταλήψεις, αρκεί να είναι συμβολικές. Ένας φοροτεχνικός εξηγούσε αγανακτισμένος πραγματική περίπτωση συνταξιούχου που παίρνει 8.000 σύνταξη ΙΚΑ και που του υπολογίστηκε τεκμαρτό εισόδημα 14.500 (από ένα διαμέρισμα κι ένα αμάξι 1600άρι). Κι όλα αυτά στη ΝΕΤ, όχι σε κανα όργανο της παλαβής Αριστεράς. Αλλά πάλιωσαν πια οι κορώνες του κάθε Πάσχου. Η χώρα πλέον είναι υποτελής και μάλιστα σε δυνάμεις ανεύθυνες, άβουλες και ασυνάρτητες. Η υπαγωγή στην τρόικα είναι (πολύ) μακροπρόθεσμα ιδέα με συνέπειες και αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά της ύπαρξης εγγυητριών δυνάμεων στην Κύπρο.

Άλλαξα κανάλι. Νόμος και Τάξη, σαιζόν 11 ή 12. Κάπου εκεί. Έτρωγα πρωινό αφηρημένος. Σκεφτόμουνα μια φίλη μου που μου έλεγε τις προάλλες πόσα και από πού έκοψε για να αναπληρωθεί η μείωση που υπέστη στον μισθό της. Αισθάνομαι αλληλέγγυος μαζί της και λόγω τυπικών προσόντων της, αισθάνομαι ότι είναι ο άνθρωπος που είναι πιο κοντά στο πού θα ήμουν εγώ αν ζούσα και δούλευα στην Ελλάδα τώρα. Της έστειλα μια καλημέρα — μεγάλη συνεισφορά εκ μέρους μου δηλαδή.

Μετά έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, ή μάλλον έπεσε η δουλειά με τα μούτρα να με φάει. Το μεσημέρι, ετοιμάζοντας να φάω κι εγώ, σκεφτόμουν ότι είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που μου είπαν: η αγάπη μου για την Αθήνα, το μεράκι μου και η λαχτάρα μου γι’ αυτή την πόλη είναι εν μέρει μνήμη του πώς ήταν η πόλη, εν μέρει τα σημεία ευτυχίας που είναι σκορπισμένα σαν καρφίτσες με μεγάλο κόκκινο κεφάλι πάνω στον χάρτη της, εν μέρει η χαρά να γυρνάς στην Αθήνα χωρίς αμάξι (μένω στο κέντρο και είμαι περήφανος γι’ αυτό) και για λίγο κάθε φορά. Αυτό που κορόιδευα για την Ιταλία («από την Ιταλία λ.χ. έρχεσαι πάντα ανανεωμένος, αρκεί να μην παραμείνεις εκεί παραπάνω από 3 εβδομάδες μάξιμουμ«) το κάνω εγώ στην Αθήνα. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι η Αθήνα του Σεπτεμβρίου του 2011, είναι η ζωή μου στην Αθήνα, είναι η Αθήνα του για λίγο, είναι η Αθήνα από το σπίτι μου κι από την καθημερινή διαδρομή μου προς το κέντρο, που δύσκολα αρρωσταίνει.

Μετά δουλειά πάλι, μετά μια στιγμή φωτισμού και επιφάνειας εκεί την ώρα που πέφτει ο ήλιος: θυμήθηκα έναν ωραίο πλάτανο στην Κρήτη, μέσα σε έναν τόπο γαλήνης, έναν πλάτανο που είχα να θυμηθώ από το 1993, όταν τον είδα για λίγο μέσα από τζάμι ενός ΚΤΕΛ που έκανε στάση. Το ίδιο 1993, όταν μέρες πριν έβλεπα τη Σούδα να πλησιάζει μέσα στην νύχτα από το κατάστρωμα του Άπτερα (νομίζω) και έλεγα πως βλέπω τον Κάνωπο χαμηλά στον ορίζοντα στα νότια πλάτη, αλλά μάλλον πλανήτης ήταν. Ένιωσα τότε μια αίσθηση πεπρωμένου, μια αίσθηση που έσβησε αλλά ξανάζησε. Εκεί λοιπόν που θυμήθηκα τον πλάτανο, καπως σαν να ξανάρθε μια τέτοια αίσθηση, λίγο σαν αστραπή: ακατάληπτα αλλά ξεκάθαρα. Αλλάζει μέσα μου η ζωή γενναία αλλά λεπτά και αδιόρατα, όμως εξωτερικά δε φαίνεται τίποτα, δε βλέπει τίποτα κανένας.

Μετά ο ήλιος κάπως πασαλείφτηκε κάτι σύννεφα, έρχεται επιτέλους η εποχή που μπορώ να ανασαίνω, η εποχή που νιώθω δυνατός και σε εγρήγορση, που η νύχτα κρατάει πολύ. Έρχεται, επιτέλους ρε γαμώτο, έρχεται. Στο κομμάτι του δρόμου όπου μου είχε σερβιριστεί το So Young, ποιος ξερει πόσες ζωές πριν, την ημέρα των χιλιάδων δακρυγόνων, το iPod έριξε κάτι Cocteau Twins. Χαμογέλασα. Ανάσανα βαθιά. Λίγο πικρά, αλλά χωρίς φόβο: βαθιά. Λίγο με προσμονή αλλά ξέροντας πια: Μόνον ομορφιά, ρε: καμμιά μιζέρια. Έστω και μετανάστες.

Οι τεχνίτες της απόκρυψης, μέρος Β’: η Νύστα

Ήδη σχεδόν κοιμάμαι. Ούτε πείνα, ούτε αλκοόλ, ούτε επιθυμία ερωτική. Νύστα και μόνο νύστα, διαυγής νύστα. Άυπνη νύχτα, μετά μέρα όλο δουλειά και παράλληλη κούραση. Κατάφερα να βγω μόνο μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου να πετάξω τα ανακυκλώσιμα. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ο ουρανός συννεφιασμένος επιτέλους. Από τις εννιά νυστάζω.

Ανελέητη βδομάδα μπροστά μου. Μου το λένε συνεχώς πια οι δικοί μου άνθρωποι, το λέω κι εγώ στον εαυτό μου: σκάσε, έχεις δουλειά, τώρα θα παρακαλούσες για ιδιαίτερα. Που σιγά που θα έπαιρναν εμένα για ιδιαίτερα: μια κυρία στη Νέα Ιωνία μού είπε ήδη από το ’95 ότι ακόμα και για τα ψιλά που ζητούσα δεν κατάφερα να ανεβάσω αρκετά τους βαθμούς του γιου της.

Στέκομαι εδώ, σε αυτή την ηλικία που δεν είναι πουθενά, ούτε στη νεότητα, ούτε στην ωριμότητα. Ζω πραγματικότητες που δεν κατανοώ αλλά αλίμονο κι αν ζούσαμε μόνον όσα καταλαβαίναμε. Έρχονται θαύματα, και μετά έρχεται κι η κούραση, αλλά πάνω που πάω να γκρινιάξω (κατά το συνήθειο μου), μου λέει ο εαυτός μου: ρε μαλάκα (μου έχει θάρρος ο εαυτός μου) κοίτα λίγο το θαύμα. Μόλις σηκώσω το βλέμμα και δω το θαύμα, αυτό ήταν — πάνε όλα. Καμμιά μιζέρια δεν πιάνει.

Κάθε φορά που εργάστηκα κι εγώ προς την κατεύθυνση του να γίνω λίγο πιο κυνικός κι εγώ επιτέλους, λίγο πιο παίκτης, προς την κατεύθυνση του να αφήσω την τάχα μου άτρωτη πανοπλία (αστείρευτη πηγή αντιπάθειας, ενόχλησης και καχυποψίας) να με διαβρώσει λιγάκι προς τα μέσα, ερχόταν η ζωή και μου έβγαζε τη γλώσσα, μου έλεγε ότι οι κυνισμοί και οι αγερωχιές, τα κοφ’-το-σβέρκο-σου και τα δε-με-νοιάζει-κι-άει-πηδήσου είναι για άλλους, λεβέντη μου (με τη ζωή δεν έχουμε τόσο θάρρος μεταξύ μας), για όσους δε δένονται με ανθρώπους, για όσους δεν αγαπούν έτσι. Το έμαθα κι εγώ το μάθημά μου, κι έτσι έπαψα να προσπαθώ να μαθητεύσω στο πώς να χειρίζομαι τους ανθρώπους, να τους κάνω περιουσία μου. Όμως στο μεταξύ οι άνθρωποί μου έγιναν ο μόνος μου πλούτος.

Ούτε μπόρεσα να κινηθώ έξυπνα και να μπω σε ρόλους, να είμαι σωστός: νταξ, πέρασα όλα τα έως τώρα ορόσημα στη ζωή του ανδρός (και ακόμα πιο πολλά) εξωτερικά με τρόπο συμβατικό κι αναγνωρίσιμο, αλλά εσωτερικά κάθε ορόσημο απλώς σηματοδοτεί έναν και συγκεκριμένο άνθρωπο. Παράδειγμα: όταν συμβίωσα για πρώτη φορά, εγώ που ακόμα και τώρα αποφεύγω τη συμβίωση, ο μοναχικός και μονόχνωτος, δεν μπόρεσα να σκεφτώ «α, θα συμβιώσω, να ένα καινούργιο στάδιο, ω ρε συ θα αλλάξει η ζωή μου», μόνο τον άνθρωπο με τον οποίο θα μοιραζόμουν το δωμάτιο και το κρεβάτι μου σκεφτόμουν. Κι αφέθηκα. Και πάει λέγοντας έκτοτε: μόνον οι άνθρωποι με απασχολούν τελικά. Κι αφήνομαι.

«Και τι μας τα λες αυτά;» θα ρωτήσετε ευγενικά όσοι δε μου πολυέχετε θάρρος. Δεν ξέρω. Νυστάζω. Πάω για ύπνο, ναι, από τις δέκα και.

Η πτώση

Εδώ και είκοσι λεπτά προσπαθώ να ξεκινήσω να γράφω για το τι γίνεται στην Ελλάδα, όπου κάθε μέρα μας ξημερώνει ακόμα μια έκπληξη, ακόμα μια πιο δυσάρεστη έκπληξη. Δεν ξέρω τι να πω που να μην είναι μπλαζέ, μελό ή εξυπνάδα. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω το κουβάρι.

Για να αυτοσαρκαστώ λιγάκι, μετά από 6μισυ χρόνια για πρώτη φορά δεν εχω τι να πω.

Κι όχι, δε με απασχολούν όσοι θα χάσουν το Audi και θα πρέπει να παίρνουνε συγκοινωνία, με απασχολεί αν θα υπάρχουν συγκοινωνίες. Ούτε λυπάμαι κάποιους που θα εγκαταλείψουν το οροφοδιαμέρισμα στα Βριλήσσια και θα επιστρέψουν στο τριαράκι που τους έγραψε η γιαγιά στα Πατήσια, με προβληματίζει αν έχουν όλοι γιαγιά με διαμέρισμα και αν μπορείς να μεγαλώσεις πια παιδί στα Πατήσια. Και τα νοσοκομεία. Και τα σχολεία. Και άνθρωποι αγαπημένοι που θέλουνε να φύγουνε για Αυστραλία και Καναδά.

Και στο κάτω-κάτω, ποιος με χέζει εμένα: εγώ παριστάνω τον Ποιητή που κάθεται μάλλον ασφαλής σε κάποιο νησί κι αγναντεύει το Μεσολόγγι απέναντι να πέφτει. Βεβαίως, το μόνο κοινό μου με τον Ποιητή είναι το σουλάτσο εδώ γύρω ενός στόλου υπό την Ημισέληνο, εκεί σταματούν οι ομοιότητες.

Je crois entendre encore

Κυρίες και κύριοι, οι ευαισθησίες μας και οι συγκινήσεις μας είναι δικές μας και μόνον δικές μας. Οι σπάνιες πολύτιμες στιγμές στις οποίες τις μοιραζόμαστε με τους άλλους είναι απλώς αυτό: στιγμές.

Ευλογημένα λοιπόν τα πλάσματα που μας συντονίζουνε με τις ευαισθησίες τους. Βλέπουνε την πατρίδα τους να βουλιάζει κωμικοτραγικά κι ανεπιστρεπτί σαν σε ταινία του Γκίλιαμ, αισθάνονται τη ζωή, τη νιότη ή τον έρωτα να περνάει αφήνοντας πίσω αγάπη ή τίποτα, τους χτυπάει κατάστηθα το παιδί τους που μεγάλωσε και φεύγει ή (χειρότερα) που τους φτύνει στα μούτρα, τους μαχαιρώνει ανεπανόρθωτα ο θάνατος φίλου, παιδιού, της αγάπης τους. Και τι κάνουν κυρίες και κύριοι; τα θάβουνε μέσα τους; σε ημερολόγια; Όχι, οι τεχνίτες της απόκρυψης τα εκθέτουν υπαινικτικά μπροστά σας, σε μπλογκ κι άλλα τεχνουργήματα του διαδικτύου. Χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς. Και μάλλον θα τα προσπεράσετε. Αλλά αν όχι, ίσως να συντονιστείτε μαζί τους. Και η στιγμή, η ευαισθησία, η συγκίνησή τους, ίσως και η διάρκεια του πόνου τους θα γίνουνε και δικές σας. Για λίγο.

Δε θέλω να ονομάσω αυτά τα πλάσματα (θα λένε πάλι ότι αβαντάρω τους ίδιους και τους ίδιους). Άλλωστε τον καθένα τον αγγίζουν και διαφορετικά πράγματα.

Από πού έρχονται όλα αυτά; Από τα σκοτεινά βάθη μας, τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχούλα μας, από πού αλλού; Με ποια αφορμή; Αυτό το κομμάτι που είχα να ακούσω περίπου 30 χρόνια (όχι σε αυτή την εκτέλεση). Ο πατέρας μου, τεχνικός με αγάπη για τη μουσική, έφτιαχνε σιγά-σιγά δισκοθήκη με βινύλια αλλά έτρεμε τη φθορά και τα γρατσουνίσματα. Έτσι, μόλις αγόραζε έναν δίσκο τον έγραφε σε κασέτα αμέσως, σε κασέτα χρωμίου αν ήταν κλασική μουσική και σε χρωμίου-ογδίου (δεν έχω ιδέα τι εννοούσε) αν ήτανε καλή κλασική μουσική. Και ούτε αυτές τις κασέτες με άφηνε να τις παίζω μόνος, γιατί έπρεπε πρώτα να πατήσεις κάτι κουμπάκια στο στέρεο.

Τα χάιλαϊτς από τους «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ ήτανε γραμμένα σε μια κοινή κασέτα Technics, οπότε μπορούσα να την ακούω όσο ήθελα. Δεν την άκουγα συχνά. Όταν όμως έπαιζε το Je crois entendre encore, η ψυχή μου σφιγγόταν ανελλιπώς. Όπως τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.

Μαύρη είναι η νύχτα

tumblr_nmlmzjHVcl1r7eta3o1_500

Μεγάλωσα επί Ανδρεοκρατίας, όταν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μάς τάιζαν το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία ή πυρηνικού πολέμου που θα ξεκινούσαν οι ΗΠΑ. Στη φαντασία μου έφτιαχνα σενάρια καταστροφής και αφανισμού, επικά σενάρια, που θα με κυνηγούσανε για χρόνια.

Η γενιά μου είναι στα μέσα και στα έξω πια. Οι άνθρωποι της γενιάς μου είναι έτοιμοι να έρθουνε στα πράγματα: έχουνε οικογένεια κι αμάξι και, μέχρι πρόσφατα, πλήρωναν μια χαρά τις δόσεις του δανείου τους για το ωραίο διαμέρισμά τους. Οι λίγο μεγαλύτεροί μας, που είναι ήδη στα πράγματα, έχουνε χάσει τη μπάλα. Βλέπουν τη λαϊκή ιδεολογία να μετασχηματίζεται αργά από πατριωτικό ελληνορθόδοξο εθνικισμό (που μας έδωσε στιγμές δόξης όπως η Μακεδονική οπερέττα) σε κανονικό ξενοφοβικό φασισμό. Σε απάντηση, οι λόγιοι που προέρχονται από τις τάξεις της γράφουν αστειότητες, εκθέσεις ιδεών. Κυρίως αυτό, γράφουν. Οι λίγο μικρότεροί μας μουτζοκλαίνε ότι δεν τους αξίζουν τα ερείπια στα οποία μετατρέπεται σιγά σιγά η αστραφτερή Ελλάδα του 2004. Παιδιά, κάλμα, μην κάνετε έτσι: θα μπορούσατε να έχετε γεννηθεί μεταξύ 1901 και 1930, ή να έχετε ζήσει τα νιάτα σας επί Χούντας.

Η δική μας γενιά τι κάνει;  Δραστηριοποιείται διαδικτυακά, όπως εγώ καλή ώρα, παρακολουθεί επικροτώντας Λαζόπουλο κττ. (το λαϊκό θέατρο που μας αξίζει, ηθικολογικό, γλυκερό, στερεοτυπικό). Προσπάθησε να διώξει τα λεφτά της στην Κύπρο (ώπα) και στην Ελβετία. Όσοι από τη γενιά μας δηλαδή δε χάνουν τη δουλειά τους κανονικά. Αυτό το καλοκαίρι έμαθα για τόσες απολύσεις που, συνηθισμένος από τη μίρλα της γενιάς μου και της προηγούμενης, νόμιζα στην αρχή ότι πρόκειται απλώς για κλάψα, ότι λ.χ. νόμιζαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι ότι απολύθηκαν, όπως κάποτε νόμιζαν ότι τα φέρνουνε βόλτα με το ζόρι (επειδή τους ζόριζε η δόση της μεζονέτας σε συνδυασμό με τα δάνεια δύο αμαξιών και τις διακοπές στη Βιέννη και στην Κοπεγχάγη, που είναι πάρα πολύ ωραία). Μετά με χαστούκισε η πραγματικότητα κι εμένα.

Γράφοντας το ποστ, διάβασα αυτό εδώ του Βυτίου. Επειδή τα λέει πολύ καλύτερα και πολύ πιο πηγαία απ’ ό,τι θα μπορούσα να τα πω εγώ, αφήνω το δικό μου ποστ ημιτελές και σας παραπέμπω εκεί. Το αφήνω το δικό μου λοιπόν ημιτελές όχι μόνον ως μνημείο στην ευστοχία του Βυτίου αλλά και ως μνημείο της γενικότερης απελπισίας, της παγωμάρας.