per un amico, il miglior fabbro
Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.
Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να ‘ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η «μέση» γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι «γιαγιούλες» των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.
Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: «μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω», λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. «Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα». «Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό», λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.
Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι’ αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι «ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας». Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: «καθ’ έξιν» (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι «κατ’ επάγγελμα». Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο «απελευθερωμένες» (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.
Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος «παλαιού τύπου», να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους — για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα. Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι’ αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις «αυτό που σου στέρησαν» (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το ‘δικαιούσαι’ σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.