"Sraosha is Ormazd's messenger. He delivers revelations, shows men the paths of happiness, and brings them the blessings which Ormazd has assigned to their share. Another of his functions is to protect the true faith. He is called, in a very special sense, "the friend of Ormazd," and is employed by Ormazd not only to distribute his gifts, but also to conduct to him the souls of the faithful, when this life is over, and they enter on the celestial scene." George Rawlinson The Seven Great Monarchies Of The Ancient Eastern World, Vol 3.
Σήμερα, λέει, συμπληρώθηκαν 100.000 χιτ σε αυτές τις σελίδες από τότε που μετράει ο μπλόγκερ (τον Μάιο του 2009).
Ξέρω ότι είναι αμαρτία το μεταμπλόγκιν αλλά θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όσους διαβάζετε κι όσους ασχολείστε. Ποτέ δε θεωρούσα σπουδαία (άντε, με καμμιά εικοσαριά εξαιρέσεις) αυτά τα στριφνά κι αυστηρά και σολιψίστικα που γράφω εδώ μέσα αλλά — και πάλι — σας ευχαριστώ που, ενδεχομένως, διαφωνείτε εν μέρει.
Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι το γράφω με κάθε ευθύτητα κι ειλικρίνεια.
Ευχαριστώ. Χιλιάδες φορές ευχαριστώ.
ΥΓ. Κι αυτό είναι, μόλις είδα, το 700στό ποστάκι! Χάχα!
Ο χρόνος θα δείξει αν η πρόταση δημοψηφίσματος — που, ας το πούμε άλλη μια φορά, έπρεπε να είχε γίνει πριν το Μνημόνιο, το πρώτο — ήτανε ντρίμπλα του Παπανδρέου του Εσχάτου. Πάντως έβαλε απότομα στην κουβέντα την πιθανή έξοδό μας από το ευρώ, οπότε τα θερμά μου συγχαρητήρια (έτσι, για αλλαγή το λέω μέσα στα τόσα σιχτιρίσματα που ακούει ο ανθρωπάκος).
Αυτό που ξέρουμε καλά πια είναι ότι το τεχνητό βρυκολάκιασμα της παρούσας Βουλής και η προσπάθεια επιβολής ενός κάποιου όποιου να ‘ναι πρωθυπουργού είναι ξεκάθαρα κι ολοφάνερα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Μου κάνει εντύπωση ότι κάτι κεντρώες ψυχές, που λοιδωρούν τις λεγόμενες αποστασίες, επιδοκιμάζουν τη δημιουργία μιας κυβέρνησης ab ovo (ναι, του φιδιού) μεσούσης της θητείας μιας βουλής. Αλλόκοτο. Στο κάτω-κάτω, η κάθε «αποστασία» είναι δικαίωμα του βουλευτή και κανονικά έτσι πέφτουν κυβερνήσεις και γίνονται εκλογές. Εδώ τώρα, τι;
Κι επειδή είμαστε στην Ελλάδα, κάθε συνταγματική εκτροπή κι εκτροπούλα είναι οπερέτα. Ας την πούμε «εκτροπούλα» την παρούσα γιατί τα προσχήματα τηρούνται και, ως γνωστόν, τα προσχήματα στην Ελλάδα είναι ιερά. Πάντα. Θυμηθείτε λοιπόν κάτι δικτατορίες της δεκαετίας του ’30. Θυμηθείτε το ελεεινό μπαλέτο που κρατούσε ναρκωμένη τη χώρα από το ’67 μέχρι το ’73. Δείτε τώρα τον Παπανδρέου τον Γ’ και το Παιδί της Μεσσηνίας να μην μπορούνε να βρούνε έναν άνθρωπο να παραστήσει τον πρωθυπουργό για 3 μήνες ή 6 μήνες ή δεν ξέρω πόσο θα διαρκεί η κατάσταση εξαίρεσης: τα μέσα θα μας πούνε για πόσο θα υπάρχει κρίση, ανάγκη και ιδιάζουσες περιστάσεις, τα μέσα που είναι πια βρωμερότερα, βλακωδέστερα και χυδαιότερα κι από την Αυριανή στα πάνω της, ναι, τότε. Κι αν χρειαστεί, ρε αδερφέ, κηρύσσεται και μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλουμε και μερικά άρθρα αν πάμε για στάση πληρωμών τον Γενάρη. Έχουμε τη δεδηλωμένη και καθόλου τσίπα. Το σκαϊμέγκα θα εξηγήσει στον κόσμο ότι κινδυνεύει η πατρίς, σόρυ, η πατρίδα.
Παρακολουθήστε στωικά την οπερέτα της μερικής κατάλυσης του πολιτεύματος, τον καθορισμό της ζωής μιας Βουλής και μιας κυβέρνησης κατά τα καπρίτσια του Πορφυρογέννητου και κατά το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης γραφικών, συμφεροντολόγων, επικίνδυνων και ανόητων βουλευτών (εδώ κι εδώ). Και προπάντων, Έλληνες πολίτες, παρακολουθήστε μουδιασμένοι, όπως λέτε ότι είστε. Ετοιμαστείτε μοιρολατρικά για εικόνες και παραγματικότητες ανέχειας και φτώχειας. Θα βρεθεί πρωθυπουργός. Προπάντων, ΜΗ βγείτε στους δρόμους. Με τίποτα.
Κανονικά τώρα έπρεπε να κλείνω εκκερεμότητες στην υπερσυσσωρευμένη αλληλογραφία μου (της δουλειάς εννοώ) εν όψει της επερχόμενης Δευτέρας. Σήμερα όμως είμαι χαρούμενος. Όταν είμαι χαρούμενος, δεν έχω όρεξη για δουλειά (I just wanna sing, φάλτσα βεβαίως). Όταν είμαι μελαγχολικός, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά. Ασ’ τα να πάνε, δηλαδή.
Είμαι χαρούμενος με πολλά μικρά πράγματα. Ένα από αυτά είναι και το εξής:
Ο τίτλος είναι εν μέρει ακατανόητος. Η ιδέα, ένα ελληνικό We are the World, μάλλον κουτή και σίγουρα ευτελής. Όμως, το αποτέλεσμα είναι πανέμορφο, μου έχει φτιάξει το κέφι. Οι πολλαπλές οπτικές και εκδοχές πάνω σε κάτι οικείο και αγαπημένο, τον Ερωτόκριτο που άκουγα στο ραδιόφωνο μικρός (με τον Ξυλούρη, το ισοδύναμο του δικού μου κοντινού Έλβις κατά την προεφηβική μου ηλικία), είναι από αξιοπρεπείς μέχρι ενδιαφέρουσες μέχρι κα-τα-πλη-κτι-κές. Ο Γιατρός μου, που είναι Κρητικός (συμμορία, συμμορία: γεμάτη η ζωή μου άπο -άκηδες, κρυφούς και φανερούς), τη βρήκε την προσπάθεια «εξωστρεφή». Τέλος πάντων, θα τους αφήσω να αποφασίσουν ζητήματα γνησιότητας-αυθεντικότητας (κατά το «μαρξισμού-λενινισμού») μεταξύ τους, μπας και ξεκινήσουν καμμιά βεντέτα και αλληλοσφαχτούν, αν και κορακοζώητους τους βρίσκω (ζωή να ‘χετε, βρε — πλάκα κάνω).
Βεβαίως, εγώ χαίρομαι διπλά, που βλέπω αγαπημένα σημεία της αγαπημένης πόλης. Από πού να αρχίσω. Από το παγκάκι του Τσακνή, όπου φιλιόμουν με την πρώτη αγάπη μου; Από το σημείο στην Ασκληπιού μισό τσιγαρο κοπάνας δρόμο από το Λύκειό μου; Από τη γέφυρα Μουστοξύδη; Την Κυψέλη; Τα Εξάρχεια; Την ταράτσα στου Γκύζη με θέα τα Τουρκοβούνια; Του Στρέφη; Τη θέα από τον Λυκαβηττό; Τον Εθνικό Κήπο στα ερείπια της ρωμαϊκής έπαυλης; Το σημείο μπροστά από τη ΣΕΘΑ που στέκεται ο Σιόλας (αν και στο φόντο είναι η Ευελπίδων); Το Σούνιο; Τη γέφυρα που στέκεται ο Χαρούλης; Τον Reininger που τα είχε (έχει;) με φίλη φίλης και εμείς ήμασταν στο διακριτικό χαζογουάου; Το σημείο «Πεδίον Άρεως-Μουστοξύδη», εκεί όπου είχε στουκάρει ένα φορτηγό μέσα σε μια πολυκατοικία, απέναντι από το 28ο Δημοτικό Σχολείο (μου); Ε, μέχρι να αρχίσω, τελείωσε το βίντεο.
(Θέλω να ακούσω περισσότερα από τις Σανάδες, μου άρεσαν πολύ.)
Ένας λόγος παραπάνω που χάρηκα και συγκινήθηκα είναι και γιατί δεν είμαι συνηθισμένος να βλέπω οικεία μέρη (και ανθρώπους) μέσα σε κινούμενη εικόνα. Όχι μόνο λόγω ηλικίας αλλά και γιατί κάμερα αγόρασα πέρσι για πρώτη φορά, μια φτηνή, την οποία δεν πολυχρησιμοποιώ. Οπότε, φαντάζεστε τη χαρά μου.
Χτες το βράδυ που πρωτοείδα το βίντεο σκεφτόμουν τα εξής: θα πρέπει να ζήσουμε στην ανέχεια σε σχέση με το πώς ζούσαμε. Ο αυταρχισμός πολεμάει να μας σβερκωθεί (αλλά θα του περάσει; ε, όχι). Τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά είναι ελληνικά, συντηρητικά, αθεράπευτα οικογενειοκεντρικά, με μπόλικο πόνο, κλάψα, θρησκεία και μπουκέτο ενοχών. Το σαμάρι της παράδοσης το έχουμε βαριά φορτωμένο έτσι κι αλλιώς (αν και, ξανακούγοντας τον Ερωτόκριτο, αυτό με πείραξε λίγο λιγότερο). Τι άλλο μάς μένει από το να φτιάξουμε ομορφιά, «τέχνη» ρε αδερφέ;
Σκεφτείτε την εποχή που γράφτηκε ο Ερωτόκριτος, ένα κείμενο απολαυστικά τολμηρό. Όχι επειδή είναι αναφανδόν δυτικότροπο, επειδή το έκανε δικό του ο λαός, ή γιατί, ξέρω γω, ενσαρκώνει την ελληνική συνέχεια ή την κρητική λεβεντιά ή δεν ξέρω τι χαζά. Στο κοσμοείδωλο του Ερωτόκριτου δεσπόζει μια καθαρότητα κι ένα πείσμα. Από μέσα του απουσιάζει η καλογεροσύνη (σχεδόν σε βαθμό counterculture) αλλά και ο μάτσο ηρωισμός. Απουσιάζει και η στοχαστική μελαγχολία που βλέπουμε στους σχεδόν σύγχρονους Σαίξπηρ και Θερβάντες. Είναι κείμενο πολλαπλά αναγνωρίσιμο αλλά μοναδικά πρωτότυπο. Σε μια επαρχία της Γαληνοτάτης, από έναν που σήμερα δε θα θεωρούνταν βέρος Κρητικός (αν και το γενετικό υλικό του πρέπει να είναι παντού, κι έτσι καμμιά φορά περπατάς στην Κρήτη και σου απαντούν φάτσες από τις Ιουλιανές Άλπεις). Τέλος πάντων, όλα αυτά μπορεί να τα λέει κι ο Σεφέρης. Σημασία έχει ότι η τέχνη και η ομορφιά γίνονται με τα υλικά της ψυχής μας και με πείσμα. Κι ας μας κόψουνε τις επιχορηγήσεις.
Κι έτσι σήμερα αισθάνθηκα, μέσα σε τόσα άλλα, αισιόδοξος.
Επίμετρο 9.ΧΙ.2011: Ωραίο κείμενο για τον Ερωτόκριτο (Σίμκα!) και το βίντεο εδώ.
Βουλή είχα να παρακολουθήσω συστηματικά από το 1990-1991, όταν συζητιόταν το σκάνδαλο Κοσκωτά. Από τότε θυμάμαι την καταπληκτική ως ρητορικό έργο απόλογία του Πέτσου, το κείμενο της οποίας δεν κατάφερα να εντοπίσω ποτέ.
Τις δύο τελευταίες μέρες, μετά από 20 έτη, πέρασα δυο μέρες με Βουλή και κανάλια. Οι περιστάσεις ήταν πολλαπλάσια κρισιμότερες από εκείνεις του ’91. Ολοφάνερα οι βουλευτές δεν ήθελαν να προβούν σε πράξεις ή παραλείψεις που θα οδηγούσαν σε διάλυση του Κοινοβουλίου, αφού περίπου 200 από αυτούς θα το ξανάβλεπαν, όπως είπα, μόνον ως ξεναγοί σχολικών εκδρομών.
Οι ελιγμοί που έγιναν με γνώμονα αυτή την κοινή διαπίστωση ήταν αναμενόμενοι, κυνικότατοι και απαξίωσαν τον κοινοβουλευτισμό ακόμα βαθύτερα, και ως προβατώδη συμμόρφωση με εξωτερικά συμφέροντα και με την κομματική πειθαρχία (ομερτά συμμορίας που βάλλεται) και ως ιδρυματική αυτοσυντήρηση αντιπροσώπων που έχουν το ακαταλόγιστο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οι κωλοτούμπες και η υποκρισία και οι θεατρινίστικα γελοίες παλινωδίες (γιατί το να αλλάξεις γνώμη είναι και ανθρώπινο και τίμιο) προκαλούν σε ανθρώπινο επίπεδο οίκτο για το πού σε ρίχνει η εξουσία και το αξίωμα (κατά το «πού σε ρίχνει η πρέζα»), αλλά και ηθική απαξίωση και διάθεση αποκήρυξης των πολιτικών και της πολιτικής όπως ασκείται.
Σε επίπεδο λόγου και ρητορικής το πλήγμα ήταν ακόμα πιο καίριο. Εδώ και δύο χρόνια έχουμε συνηθίσει υπερθετικούς, υπερβολές, μεγαλαυχίες, μεγαλοστομίες, τα ‘κανείς’, τα ‘τίποτα’, τα ‘όλοι’, τα ‘πάντα’, τα ‘ποτέ’, τα ‘οπωσδήποτε’, τα ‘απαραιτήτως’ και τα ‘αναπόφευκτα. Έχουμε ακούσει τόσες φορές για σωτηρία, για γκρεμούς, για συντέλειες και για καταστροφές. Έχουμε λοιπόν οδηγηθεί σε έναν λεξιλογικό και εννοιολογικό μιθριδατισμό: ό,τι κι αν ακούσουμε, όσο γελοίο και εξωφρενικό, όσο υπερβολικό, όσο ανόητο, όσο γελοίο, όσο εξώφθαλμα ψευδολογικό, τερατολογικό, υποκριτικό κι αν είναι, δε χαμπαριάζουμε, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, δε μας πιάνει.
Αυτό όμως δε σημαίνει, ελπίζω, ότι δεν αισθανόμαστε οι περισσότεροι πια βαθύτατη αποστροφή για τη μεγάλη συμμορία που εξακολουθεί να θέλει να είναι στα πράγματα, και δη εις βάρος μας. Το ότι ο καθένας, ο κάθε Παπουτσής, ο κάθε πορφυρογέννητος πρωθυπουργίσκος, η κάθε πασοκοφιγούρα, ο κάθε βλαξ αγράμματος ακροδεξιός, ο κάθε καβαλημένος ημιμαθής αριστερός λέει ό,τι θέλει όπως θέλει και ότι μετά το διανθίζει και με παραθέματα από τις Βέδες, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Ντος Πάσος, το Τρίο Στούτζες και τον Ίψεν δε σημαίνει πως δεν αισθανόμαστε πια οργή και αηδία. Είναι καλό ή κακό αυτό; (όπως με ρωτούσε κάποτε, πολύ παλιά, ένας μαθητής μου). Δεν ξέρω, δεν έχει σημασία: είναι η καινούργια πολιτική πραγματικότητα, εν μέσω διάφορων εκδοχών φτώχειας και διάλυσης ή κατάλυσης του κράτους.
Ακόμα και οι πρώην μετριοπαθείς μισούμε πλέον το ποιόν σας. Σας αποστρεφόμαστε και σας απεχθανόμαστε. Αυτή είναι η νέα πολιτική πραγματικότητα. Είστε ανόητοι, είστε λίγοι, βρεθήκατε καιροσκόποι και λειψοί, όντας αμαθείς και αρπακολλατζήδες — ή και όλα τα παραπάνω. Είστε ακατάλληλοι και καταστροφικοί, επιτρέψατε (με την ψήφο σας ή με την ανοχή σας ή με την ανικανότητά σας) σε μια ελεεινή κυβέρνηση Παπουτσήδων, Παγκάλων και Βενιζέλων υπό τον Παπανδρέου τον Έσχατο να φύγει (;) εν δόξη και τιμή, παρατείνοντας τη ζωή ενός Κοινοβουλίου που ώλεσε τη χώρα.
Εύχομαι ακόμα να σας πάρει ο διάολος με εκλογές (για το καλό του τόπου)· και ογλήγορα.
Οι δημοσιογράφοι που επινόησαν τον όρο «Κασσάνδρα» για μαντεις κακών (που όμως διαψεύδονται), έπρεπε να έχουν υπόψη τους ότι στη μυθολογία πίσω είχε η Κασσάνδρα την ουρά. Κι ότι δε διαψεύστηκε.
Τώρα ακόμα και οι Κασσάνδρες έχουμε χάσει την μπάλα. Ο γιος κι εγγονός μάς έχει φέρει σε μια κατάσταση την οποία ακόμα κι ένας γκρινιάρης, πεσιμιστής και ολίγον τι curmudgeon όπως εγώ αδυνατούσε να διανοηθεί πριν μόλις ενάμιση χρόνο. Βλέπετε στο προηγούμενο κειμενάκι πώς εκτιμούσα ακόμα ότι ο Γιωργάκης ήταν άβουλος, κουτούτσικος και αδύναμος (αλλά τελικά αυτές οι σιγανοπαπαδιές κάνουνε τα δημοψηφίσματα γιατί θέλουνε να τους αγαπάει όοοολος ο κόσμος: όποιος γαβγίζει δε δαγκώνει, όποιος ΓΑΠίζει μάς σκοτώνει κτλ.) αλλά κατά βάση ικανός και καλοπροαίρετος: είχα μείνει στη σεμνή θητεία του ως υπουργού Παιδείας.
Ο ΓΑΠ δεν είναι πλέον απλώς επικίνδυνος, αυτό ήτανε το καλοκαίρι (Δεύτερο Μνημόνιο-21η Ιουλίου κτλ). Είναι πια καταστροφικός.
Η κυβέρνηση πρέπει να χάσει τη δεδηλωμένη και να πέσει. Τώρα. Πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές. Τώρα. Οι κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας είναι φορέας ανωμαλίας και λιπαίνουν την ολίσθηση προς την εκτροπή.
Όσοι πασόκοι διαβάζετε αυτό το ποστ πάρτε τον βουλευτή σας τώρα τηλέφωνο και τρομοκρατήστε τον: ότι θα τον μαυρίσετε, ότι θα ξαναδεί τη Βουλή από μέσα μόνον ως συνοδός εκδρομής. Εσείς που ρυπαίνατε τον τόπο (γαμώ το κέρατό σας) σπαταλώντας επιχορηγήσεις και μίζες της Ζήμενς σε φυλλάδια με τη μάπα του βουλευτή σας καρπούζι τρουά-καρ, πάρτε τον και χέστε τον. Τώρα. Είμαστε πέρα από τον διασυρμό πια. Στο κάτω-κάτω, αν μίλησε για δημοψήφισμα για να φύγει με το κεφάλι ψηλά, βοηθήστε τον λαοπρόβλητο αρχηγό σας να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Τώρα, όμως.
Η «πατρίδα» (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια έκφραση του συρμού) βουλιάζει, κανονικά όμως, οι υποτελείς τάξεις (που τις έλεγε κι ο φίλος μου ο Αντώνης προτού αποφασίσει να γίνει ινστρούχτορας) συνεχίζουν να εξαθλιώνονται σταθερά. Όσοι έχουμε λεφτά να πληρώνουμε ίντερνετ (εκτός κι εντός Ελλάδας) μάλλον δεν ανήκουμε ακόμα στις υποτελείς τάξεις (μέχρι να μείνουμε κι εμείς με το ίντερνετ στο χέρι). Ναι, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε, να αντιδράσουμε, να διαμαρτυρηθούμε: ό,τι μπορεί ο καθένας μας. Και στις ανάπαυλες; Να αφήσουμε την απότομη αναχώρηση της ευμάρειας, την διάρρηξη από άνωθεν έως κάτω του μπερντέ, την απώλεια των αντικειμένων που είχαν παραγκωνίσει τη ζωή και των ψευδαισθήσεων που είχαν υποκαταστήσει τους ανθρώπους να μας πάρουν από κάτω; Όχι ρε, όχι μιζέρια. Αγάπη ρε (να με συμπαθάτε αλλά το «μουνιά» δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω σα βρισιά, ούτε καν σαν χαλαρό συνώνυμο του «μαλάκες»).
Άντε να σας πω από πού πιάνομαι αυτές τις μέρες, να ψάξει να βρει ο καθένας τα δικά του.
Κυψέλη
Το ντοκυμαντεράκι από κάτω είναι της σχολής Ρικάκη (π.χ. «Ο άλλος», «Όνειρα σε μια άλλη γλώσσα», «Τα παιδιά της χορωδίας», «Τα λόγια της σιωπής»): αντί να προβάλει την αδικία, τη σύγκρουση και τη ρήξη, επιλέγει να αφήσει να μιλήσουν οι άνθρωποι και ο τόπος για τις χαρές που κρύβουν. Συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ με αυτό το ντοκυμαντέρ, που ο νους μου τρέχει συνέχεια στην Κυψέλη από το Σάββατο (κι όχι μόνο γιατί μένει η αδερφή μου εκεί). Είναι απολαυστική γειτονιά, κι ας είναι πολύ δύσκολη, δυναστεύεται από τα αυτοκίνητα, αλλά έχει τόσες κρυφές γωνιές, τόση ζωντάνια και ζωή. Si alza perpendicolarmente, που θα έλεγε κι ο Έλληνας ποιητής, όχι μόνο γιατί ξεκινάει από το υπαίθριο τούνελ της Πατησίων και από το Πεδίον του Άρεως κι ανεβαίνει στο βουνό. Όχι μόνο γι’ αυτό, αλλά γιατί συγκεφαλαιώνει ό,τι σημαίνει να είσαι μεγαλούπολη, ανανεώνεται και επανεφευρίσκεται. Σκέφτομαι την Αγίας Ζώνης, τη Φωκίωνος, τα νέα στέκια που δημιουργούνται, τη στρητ κουλτούρα που ζυμώνεται, μια νέα φυλή καθόλου παχύσαρκων, πανύψηλων, αγχίνοων, ευγενικών αλλά τσακαλάτων ελληνόπουλων που μεγαλώνει σαν εκείνο το δέντρο στο Μπρούκλυν που δε διάβασα μικρός. Νομίζω ότι στην Κυψέλη περνάει την εφηβεία του το μέλλον της Αθήνας. Κι αν δεν είχαν εγκαταλείψει τα γκαφάλια που μας κυβερνάνε τα σχέδια για τη γραμμή μετρό Γαλάτσι-Κυψέλη-Εξάρχεια-Παγκράτι (την ημικυκλική κίτρινη), θα πήγαινα να ζήσω εκεί. Γειτονιές χρειάζεται η Αθήνα, ούτε προσαρτημένες επαρχιακές πόλεις, ούτε πληκτικά υπνωτήρια.
Μουσική
Μετά από παραινέσεις φίλων, έκατσα και άκουσα Θανάση (ναι, ένας είναι ο Θανάσης, μου λένε). Μεγάλος ποιητής, σχεδόν Γκάτσος-Σαββόπουλος, όχι αστεία. Ωραία φωνή. Αλλά οι συνθέσεις του… δε μου λένε τίποτα. Δε μου κολλάνε. Δεν τραγουδιούνται μέσα μου. Θα μου πείτε «κάτσε ρε (μαλάκα), ακούς Μάλαμα». Ε, ο Σωκράτης είναι μουσικά πιο ευκολος και επιφανειακά πιο λαϊκότροπος. Κι είναι όλα τα τραγούδια του πάνω-κάτω ίδια: μετά το έκτο τσίπουρο, φάλτσα ξεφάλτσα, όλα του μπορώ να τα τραγουδήσω.
Το δύσκολο είναι ο στίχος, τελικά. Εκεί είναι το ένοχο μυστικό του τραγουδιού. Τα απλά τραγούδια του Νιόνιου στο Φορτηγό τα κρατάει ο στίχος. Ο ποπ-ροκ στίχος πρέπει να είναι απλός νομίζω: πρέπει να υπαινίσσεται χωρίς να προαπαιτεί να ξέρεις τον διακειμενικό υπαινιγμό (γι’ αυτό π.χ. ο υπέροχος στίχος «τυφλό κορίτσι σ’ οδηγά, παιδί του Μοντιλιάνι» δεν είναι ποπ-ροκ-λαϊκός, ενώ ο «hot diggity dog / I love God all the same / but all I wanna do is get off» είναι)· πρέπει να είναι λίγο πονηρούτσικος αλλά ποτέ συνθηματολογικός: πώς προτιμάτε να διαμαρτυρηθείτε, με το «φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα» ή με το «κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού / και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού»;
Μετά είναι και η μουσική. Το Blackbird είναι τραγουδάρα, αν και εξαιρετικά δύσκολη (όποιος το έχει βγάλει στην κιθάρα να αφήσει σχόλιο, τον κερνάω ουίσκι), γιατί δίνει την επίφαση μπαλαντίτσας τραλαλά. Το Happiness is a warm gun (που μου αρέσει πολύ) είναι τόσο ακαδημαϊκό, που σε κουράζει ίσως. Γι’ αυτό οι Stones θα παίζουνε μέχρι και μέσα από τις κάσες: κάνουνε παπάδες αλλά νομίζεις ότι ακούς ένα τραγουδάκι ένα-δύο-τρία. Γι’ αυτό και το Bad Romance είναι το απόλυτο ποπ τραγούδι (ξεχάστε το θεαματιλίδικο βίντεο).
Απαξιώνω την τεχνική; Όχι, Θεός φυλάξοι. Η τεχνική είναι απαραίτητη για να βγουν αυτά που θες «να πεις», ιδίως αν είναι δύσκολα, σκοτεινά, σύνθετα, ημιυπόρρητα. Αλλά, τελικά (όπως είπε ο Μαρξ) την τεχνική πρέπει να την κρύβουμε όπως τα ελατήρια της πολυθρόνας, να νομίζει ο άλλος ότι κάθεται στα πούπουλα, ότι όλα είναι απλά, ότι βλέπει την ψυχή σου ως καλλιτέχνη ξέρω γω. Στη τζαζ φαίνεται αυτό πολύ ωραία. Και στη Σονάτα του Κρώυτσερ (την οποία ομολογώ ότι ανακάλυψα μόλις το 2009 και την οποία υπόσχομαι να ανεβάσω μόλις ευκαιρήσω, της οποίας το πρώτο μέρος μόλις ανέβασα, στην ωραία εκτέλεση Μενούχιν και Κεμπφ), που στην εποχή της εξήπτε τα πάθη των δεσποσυνών και τις έκανε να λιγοθυμάνε ενώ τον 21ο αιώνα ακούγεται σαν κάλεσμα, περίπτυξη και κλινοπάλη. Κι ας το έγραψε ο θεός. Ακριβώς επειδή το έγραψε ο θεός, δηλαδή, κι έχει την τεχνική να τα πλάσει όλα αυτά στα αυτιά σου ακόμα και διακόσια χρόνια μετά.
Βούδας
(Και) με τον βουδισμό έχω θέμα. Πηγή του πόνου η επιθυμία; όχι, πηγή του πόνου είναι ότι ζούμε κι αναπνέουμε. Όπως λένε κάτι γέροι: χαίρομαι όταν ξυπνάω το πρωί και πονάω, αυτό σημαίνει ότι ζω ακόμα. Δεν είμαι υπέρ του πόνου (παρά σε ελάχιστες τσαχπίνικες δόσεις, but I digress) και δε θεωρώ ότι ο πόνος παιδαγωγεί, διδάσκει ή εξανθρωπίζει. Ίσα ίσα: ο πόνος αμβλύνει, μουδιάζει, γδέρνει την ψυχή και της δημιουργεί ουλές και κάλους.
Ωστόσο η εικονογραφία του βουδισμού μού αρέσει: ο άνθρωπος που ακινητεί και διαλογίζεται, που μένει σταθερός και ατάραχος και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ελκύει τον φωτισμό. Δε ζορίζεται για να φωτιστεί. Δεν πηγαίνει προς το φωτισμό, ο φωτισμός τού έρχεται. Ο Ζελάζνυ στο Lord of Light, όπου παίζει κι ένας ερζάτς Βούδας, τον βάζει να λέει «everything comes to me».
Ωραία τα έχει πιάσει αυτά ο Μπερτολούτσι στην παρακάτω σκηνή της παιδαριώδους κι ανυπόφορης ταινίας κατηχητικού, του «Μικρού Βούδα», την οποία είδα μια φορά ανήμερα Χριστούγεννα μετά από πολλά κρασιά και ωραίο χοιρινό με μανιτάρια. Το οποίο ήτανε και το τελευταίο γεύμα του Σιντάρτα Γκαουτάμα.
Αγάπη
Έζησαχωρίς αγάπη για περίπου ένα χρόνο. Το μόνο που με κρατούσε ζωντανό ήταν η πρέζα του να ζω σε μια πόλη που με σκότωνε και με είχε κάνει τζάνκι της. Δεν μπορώ να πω τίποτα για την αγάπη. Για την αγάπη δε μιλάς. Εκτός κι αν θες να κάτσεις κάτω να γράψεις τη Β’ προς Κορινθίους. Και μετά να σου το πάρει το κείμενο ο Πράισνερ, να παρατονίσει όλες τις λέξεις στην παραλήγουσα και να βγάλει τον Ύμνο για την ενοποίηση της Ευρώπης (which went horribly wrong).
Να, ορίστε: είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την αγάπη. Ξεκινάς να μιλάς για την αγάπη και καταλήγεις να λες άσχετα. Τι να πω κι εγώ, αγαπώντας ζω.
Οπωσδήποτε, γράφω υπό το κράτος της συγκίνησης. Μόλις ξαναείδα το «Γη κι Ελευθερία» του Μάικ Λη Κεν Λόουτς, είχα να το δω κι εγώ δεν ξέρω από πότε. Την πρώτη φορά έκλαιγα στο τέλος, τώρα που είμαι ώριμο παλληκάρι και έχουνε κοπάσει οι συναισθηματισμοί της δεκαετίας του 20, απλώς βούρκωσα.
Η ταινία είναι επώδυνα επίκαιρη. Επώδυνα, αφού μοιάζουνε τόσο πολύ το 1938 και το 2011 (σταθείτε μια στιγμή να σκεφτείτε πώς φανταζόντουσαν το 2011 οι άνθρωποι που πέθαιναν το 1938 πολεμώντας το καινοφανές τέρας του φασισμού). Υπάρχει μια σκηνή (τουλάχιστον) της ταινίας που θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία: σ’ ένα χωριό που απελευθερώθηκε από τους φρανκιστές γίνεται λαϊκή συνέλευση στο παλατάκι ενός δοσίλογου παπά. Ακούγονται πολλές γνώμες, ανάμεσα στις οποίες ενός που λέει ότι, νταξ, καλή η επανάσταση αλλά πώς θα τα βάλουμε με τους τραπεζίτες και τις διεθνείς αγορές; («διεθνές κεφάλαιο» το λέει). Η ταινία τον βρίσκει αργότερα στο τάγμα των σταλινικών-κυβερνητικών στρατευμάτων που έρχονται να αφοπλίσουν την αναρχική πολιτοφυλακή του POUM.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν είμαι ταινιοκριτικός, ούτε καν ταινιοφιλόσοφος, να αποστάζω την ουσία μιας ταινίας όπως κάνει ο ολντμπόι. Λέω απλώς ότι η ταινία θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία, μέρες που είναι, με τις φασιστοειδείς μαθητικές παρελάσεις υπό τον ήχο τυμπάνων και τη ρητορεία κατά του ιταλικού φασισμού, ρητορεία που θυμίζει σκέτο φασισμό.
(η τραγουδάρα, με τη γυναικάρα, από την ταινιάρα, αφιερωμένη στον Ξυδάκη, που του αρέσει κι αυτουνού η ταινιάρα)
Σε κρίσεις αναίτιας κι απρόκλητης ματαιοδοξίας, αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να βάλω σε μια αυτοβιογραφία μου. Δυστυχώς, το σάουντρακ της ζωής μου ήτανε πάντοτε πολύ πιο εύκολη υπόθεση: συνέχεια παίζουνε τραγούδια μέσα στο μυαλό μου κι αν μπορουσα να κάνω μια επιλογή και να τα βάλω σε μια σειρά, έτοιμο το σάουντρακ. Κατά τ’ άλλα η ζωή μου είναι ελάχιστα περιπετειώδης: θα δυσκολευόμουνα να γεμίσω ένα βιβλίο, έστω και λεπτό, με επεισόδια του βίου μου. Πολλά σπίτια, πολλά βιβλία, αρκετά ταξίδια, μερικές ταινίες, λίγοι φίλοι, λίγες γυναίκες, λίγη δουλειά, λίγες συμφορές, λίγες κραιπάλες, λίγες επιτυχίες, μικρές κρίσεις, λίγα πάθη και όχι όλα άγρια, μεγάλες θλίψεις, ανέλπιστες χαρές που τις οξύνει η τάση μου να ζητάω λίγα και να μην εγκαταλείπω, να πολεμάω λυσσασμένα αλλά πάντα έτοιμος για την ήττα. Κάθε τόσο η ζωή μού κάνει ένα «τζα!», μια έκπληξη, συνήθως όχι δυσάρεστη. Τίποτε ιδιαίτερο.
Αν ασχολιόμουνα με την αυτοβιογραφία μου δε θα ήταν οργανωμένη σε επεισόδια. Ίσως. Θα ήταν οργανωμένη ανά ανθρώπους, κάθε άνθρωπος στη ζωή μου φέρνει μια εποχή της μαζί του. Θα ήταν οργανωμένη ανά τόπους: Αθήνα, Λονδίνο, Έσσεξ, Κύπρος, ταξίδια. Θα είχε μπόλικη ενδοσκόπηση: ό,τι λείπει σε επεισόδια, αφθονεί σε πλούτο, ένταση, λεπτομέρεια, κρυφές αρμονίες, εκρήξεις καθαρού φωτός, σιωπηλές θύελλες. Θυμάμαι δειγματοληπτικά: τη Ρωμαϊκή Αγορά τη νύχτα, πυροτεχνήματα στο Γκρένιτς, τη συμφωνική της Όσακα στο Παλάς, μια κουζίνα Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου γωνία, μια βόλτα στον ήλιο για μπύρα στο Φλοράλ, το μπαλκόνι του σπιτιού μου, έναν αργαλειό, βλέμματα φίλων, το κόκκινο Ρενώ, ένα κρύο πρωινό σε μια ξένη πόλη, τον Ταΰγετο, ανάβαση στα Μετέωρα με χιόνι την τελευταία νύχτα στην Ελλάδα, έναν καθρέφτη στη Σκιάθο. Ζω λίγα αλλά πολύ, μαρτυράω λιγότερα. Κι ας είμαι γκρινιάρης.