Ιούλιος

Ως γνωστόν, το καλοκαίρι με κουράζει ενώ τη ζέστη την απεχθάνομαι με ζέση, ειλικρίνεια και συνέπεια.

Όμως, ο Ιούλιος.

Ο Ιούλιος είναι μηνας συμφορών, όπως και κάθε μήνας τελικά. Απλώς, όταν άκουσα για τη νορβηγική εκατόμβη (κι αναρωτήθηκα — «μα έχει εχθρούς η Νορβηγία;») θυμήθηκα την επίθεση στο Λονδίνο to 2007, στην παλιά γειτονιά μου, στο λεωφορείο που έπαιρνα να πάω σπίτι μου.

Ο Ιούλιος είναι και μήνας θαυμάτων όμως. Μεγάλων και μικρών. Αν ήμουν ο ολντμπόυ θα σας έλεγα τώρα για τη διάσκεψη κορυφής της 21ης Ιουλίου, αν ήταν θαύμα και τι θαύμα κι αν έγινε τελικά, αλλά ούτε που κατάλαβα τι προέκυψε. Άλλωστε τα θαύματα που έχω στον νου μου είναι ιδιωτικά θαύματα: όχι από αυτά που θα δείξουν επιτέλους στον κόσμο ποιος κυβερνά τις συγκυρίες, ή τίνος είναι η γη και το πλήρωμα αυτής, παρά εκείνες οι στιγμές επιφάνειας που μας φωτίζουν, και που θα τις πάρουμε μαζί μας.

Μεγάλα θαύματα: όλα στη ζωή μου τον Ιούλιο, πλην ενός.

Μικρά θαύματα: δύο πάρα πολύ πρόσφατα.

Χτες το απόγευμα, με τον ήλιο πίσω μου, μέσα στο νερό, κοιτάζω τους φωτεινούς ίσκιους απέναντί μου, ό,τι με αφήνει ο αστιγματισμός να διακρίνω, δηλαδή. Από το ίδιο σχεδόν σημείο (πώς να μπεις στο ίδιο σημείο μέσα στο νερό) τις κοιτούσα πριν τρία χρόνια. Τότε προσδοκούσα ήρεμος το αδιανόητο. Χτες χαιρόμουν τον ερχομό των μικρών πραγμάτων, περιμένοντας να τους αφοσιωθώ.

Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά — όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο — «σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει». Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη. Όχι όμως το «ξεκινά μια ψαροπούλα» που, σε μια εκτέλεση λίγο τζαζομπαλαντίσια, επενδύει το ψοφόκρυο του Σικάγου στην πιο χαρακτηριστική κινηματογραφική εικονογράφηση της νοσταλγίας, στο ‘Big fat Greek wedding’…

Μετς

Αφορμές να γράψεις πάντα υπάρχουν πολλές. Με ρωτάνε λ.χ. για την Κύπρο αλλά με καλύπτει αυτό, εκτός από την τελευταία παράγραφο: δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το πού γεννήθηκε: και στην Κύπρο ενδημεί ομόλογη καφρίλα άφθονη, απλώς διαφορετικών προδιαγραφών.

Άλλη αφορμή: μπαίνω σε ταξί και κλείνω την πόρτα. Το ράδιο λέει για τον φόνο στον Λαγανά και ότι η «τοπική κοινωνία είναι συγκλονισμένη και σοκαρισμένη». Τον ταξιτζη κι εμένα μας πιάνουν αμέσως νευρικά γέλια επιτόπου, λες και είμαστε συνεννοημένοι. «Πάντα αντιδρούμε λες και δεν ξέρουμε τίποτα, όπως με τα στημένα και τόσα άλλα», λέει στα μισά της σύντομης διαδρομής, Ζακυνθινός ο ίδιος.

Λοιπόν, όχι. Να σας πω για χτες. Κατά τις 6 κατέβαινα από το Κολωνάκι (του οποίου τον κόσμο σιχαίνομαι αμείωτα από τότε που ήμουν 16) κι είπα να κόψω μέσα από το Μετς και να κάνω πως χάνομαι εκεί μέσα κιόλας. Η ώρα ήταν όμορφη. Είχε ζέστη αλλά υποφερτή, ωραία ζέστη για πόλη, ζέστη με το αεράκι της. Όλα έλαμπαν κι αστράφταν, ήδη από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μέσα στους δρόμους κοιτούσα τις προσόψεις και ένιωθα την ησυχία. Μια ησυχία που μου υπενθύμιζε διαρκώς ότι περπατούσα ανάμεσα σε σπιτικά ανθρώπων. Είναι κρίμα που μια πόλη με τόσο διαφορετικές γειτονιές και τόσο διαφορετική αίσθηση από γειτονιά σε γειτονιά να την εκτιμούν τόσο λίγοι από τους κατοίκους της.

Μετάνιωσα που δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Υπο γωνία

Ντρέπομαι να ξεφωνίζω πράγματα που διαβάζω, όσο πλανεμένα ή και εξωφρενικά και αν τα βρίσκω, γιατί μου έχουνε σφυρίξει ότι αντί να αναιρέσω αυτό που θεωρώ πλάνη, το αποκαλώ παραλογισμό και αποκύημα ημιμάθειας ή αμάθειας και σταματώ εκεί.

Η αμάθεια δεν είναι ούτε χειρότερη ούτε καλύτερη από την ημιμάθεια. Δε νομίζω ότι τελικά εκεί βρίσκεται το θέμα: ό,τι ξέρει ξέρει ο καθένας, ό,τι καταλαβαίνει καταλαβαίνει. Όπως ξαναέγραψα πριν κάτι χρόνια, εδώ που βρισκόμαστε, ένα από τα προβλήματά μας είναι ότι ο άλλος, είτε αμαθής, είτε ημιμαθής, φρονεί ότι μπορεί να μας πουλήσει μυαλό και πολυπράγμονα σπουδαιοσύνη έτσι κι αλλιώς, με τουπέ και με άποψη περίσσια. Τέλος πάντων.

Ο λόγος που δεν προσπαθώ να αναιρέσω όσα θεωρώ προϊόντα πλάνης είναι γιατί συνήθως δεν είμαι σίγουρος ότι ο άλλος πλανάται. Επιπλέον, είμαι πολύ ανεκτικός στην πλάνη. Οπότε, άμα ασχολούμαι με κάτι για να το κράξω, ασχολούμαι συνήθως μόνο με πραγματικά κολοσσιαίες μπούρδες: είτε αποκυήματα αυτής της επιθετικής και τσαμπουκαλίδικης ημιμάθειας ή και αμάθειας, είτε αγυρτείες.

Ωστόσο ας προσπαθήσω να δω τρεις συζητήσεις που σίγουρα δε φαίνονται να είναι αποτέλεσμα ούτε επιθετικής ημιμάθειας, ούτε όμως και αγυρτείας (και παραγωγής προπαγάνδας) — για να φανώ πολύ καλόπιστος. Η πρώτη αφορά τη συζήτηση περί πολιτικής βίας, καταστροφής του αστικού τοπίου και αστυνομικής διαχείρισης πλήθους. Η δεύτερη — σαφώς πιο απλή στις παραμέτρους της — περιστρέφεται γύρω από την Αθήνα ως τουριστικό προϊόν. Η τρίτη, η πιο σύνθετη από όλες, ταυτίζει την πολιτική ανυπακοή με την ανομία· γι’ αυτήν την τρίτη απλώς κάποιες σκέψεις θα εκθέσω.

Τα πλήθη και τα στίφη

Διάβασα με έκπληξη κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, προχωράει στη διατύπωση δύο ισχυρισμών: ότι η κατάχρηση δακρυγόνων από την ΕΛ.ΑΣ. είναι συνέπεια της ελλιπούς κατάρτισής της στη διαχείριση πλήθους και ότι στην Ελλάδα ανεχόμαστε τη βία κατά της αστυνομίας και εν γένει τη βία των πολιτών αλλά απεχθανόμαστε και στηλιτεύουμε την αστυνομική βία.

Ενδεχομένως η ΕΛ.ΑΣ. να είναι ελλιπώς καταρτισμένη στη διαχείριση πλήθους, όπως και σε τόσα άλλα. Ενδεχομένως η ωμότητα, η μεθοδευμένη βαρβαρότητα και το περίσσευμα σκληρότητας και φονικής επιμονής να είναι αποτέλεσμα μόνον ελλιπούς κατάρτισης, όχι σαφών άνωθεν εντολών να σπάσει η πλατεία με κάθε τίμημα ή του πολιτικού ενστερνισμού εκ μέρους στελεχών και ομάδων της ΕΛ.ΑΣ. αυταρχικών και ολοκληρωτικών αντιλήψεων περί την καταστολή και αστυνόμευση. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα — δεν παραθέτω παρά ένα λινκ. Επίσης, τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δακρυγόνα αλλά το ελεεινό και σαρωτικό βρωμόξυλο εναντίον πολιτών, όχι μόνον στις 29 Ιουνίου αλλά πάντοτε: πας σε πορεία και ξέρεις ότι πιθανότατα θα φας ξύλο από τα ΜΑΤ, κι αυτό το λέει κάποιος που έχει πάει σε ελάχιστες πορείες, λόγω ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων. Δεύτερον, αν η ΕΛ.ΑΣ. έκανε kettling ή έριχνε βρωμόξυλο εφίππως, πέρα από το να ρίχνει δακρυγόνα, δε θα λύνονταν τα προβλήματά μας. Όταν ο γιατρός (για να χρησιμοποιήσω τη δικαιωμένη χουντική μεταφορά) είναι αλμπάνης, δε φταίνε τα ελαττωματικώς αποστειρωμένα εργαλεία του, αυτά απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση.

Όσο για το αν προτιμάει ο Έλληνας την βία των πολιτών από την αστυνομική (εικάζοντας προς στιγμήν ότι δεν έχει λόγο να την προτιμάει, π.χ. επειδή είναι έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια αδίστακτη και βαθιά πατερναλιστική εξουσία), νομίζω ότι η επισκόπηση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης π.χ. στην υπόθεση Μελίστα ή τον Δεκέμβριο του 2008 θα είναι διαφωτιστικότατη. Βεβαίως και ο κοσμάκης θέλει ο αστυνόμος να μπορεί να ρίχνει και καμμιά ψιλή (ή χοντρή) όταν χρειάζεται.
Πέρα από τη Σώτη Τ., κι εγώ λυπάμαι για τα σπασμένα μάρμαρα, αλλά πιο πολύ λυπάμαι για τα σπασμένα κεφάλια, πλευρά, μύτες, κνήμες, τύμπανα, σπλήνες. Κι εγώ απεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να συμψηφίσω την απρόκλητη, βάναυση και κτηνώδη επίθεση στο πλήθος την 29η Ιουνίου με το έγκλημα της Μαρφίν ή — πολύ περισσότερο — με τους δικαιολογημένους προπηλακισμούς βουλευτών εκ μέρους όσων εκπροσωπούν στο αντιπροσωπευτικό νομοθετικό σώμα.

Come with me για να τη βρεις

Οι τουρίστες πηγαίνουν κάπου είτε γιατί κάτι μη-ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (ήλιος, θάλασσα, βουνά, χιόνια, κορίτσια, αγόρια, κραιπάλη), είτε γιατί κάτι ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), είτε — σπανιότερα — ένας συνδυασμός των δύο (Βαρκελώνη και περίχωρα). Οι μη-ιστορικοί προορισμοί μπορούν να διαμορφωθούν σχετικά άνετα ώστε να προσφέρουν στον τουρίστα το μη-ιστορικό τουριστικό προϊόν με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο: ήλιο και θάλασσα στην Κόστα Μπράβα, ψώνια στο Ντουμπάι, συνέδρια στο Πόρτο Καρράς κτλ. Το να αναρωτιέσαι όμως γιατί η Αθήνα (ιστορικός προορισμός) δεν έχει το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, τις προσόψεις του Παρισιού, τις συγκοινωνίες της Φρανκφούρτης, τα βαπόρια του Βανκούβερ ή τους πεντακάθαρους δρόμους της Σιγκαπούρης (αυταρχικής πόλεως-κράτους της Άπω Ανατολής) δεν είναι παρά ένα συγκεκαλυμμένο αίτημα να αντικαταστήσεις έναν ιστορικό προορισμό (με τη γεωγραφία, την κουλτούρα και την πολιτική του) με κάποιον άλλο, ενδεχομένως λιγότερο ιστορικό, προορισμό.

Ανομία κι ανυπακοή

Η απαγόρευση του καπνίσματος πολεμήθηκε και καταστρατηγήθηκε και στα πλαίσια αυτού που λέμε ανομία (το οποίο στην Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο, και δεν ανάγεται σε θεολογικές κατηγορίες, όπως ισχυρίστηκε η Κρίστεβα παλιότερα κι ο Ράμφος πρόσφατα) και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Δεν είναι κάθε πράξη ανομίας, όπως το να παρκάρω όπου μου καπνίσει, πολιτική ανυπακοή. Δεν είναι κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής ανομία, όπως το να αμυνθώ κατά του μπάτσου που μου την πέφτει απρόκλητα.

Βόλτα στον Κήπο

Με βόλτες στον Εθνικό Κήπο μεγάλωσε ο πατέρας μου αλλά κι εγώ. Νομίζω ότι ακόμα και τώρα είναι το αγαπημένο μου πάρκο στον κόσμο. Στον κόσμο. Διάστικτος από αναμνήσεις, μια γεωγραφία οικεία και όλο νόημα. Ακόμα και τώρα, νιώθω τον Εθνικό Κήπο σαν το πρότυπο πάρκου, ή και δάσους. Τόπος ευτυχίας για μένα. Άλλωστε για μένα, μόνον όπου υπάρχουν δέντρα πολλά και νερά που τρέχουν υπάρχει κι ο Θεός.

Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου άνοιξε όταν ήδη θεωρούσα τον εαυτό μου πάρα πολύ μεγάλο για να διαβάζει παιδικά βιβλία, κι έτσι την είχα επισκεφτεί μόλις τέσσερις πέντε φορές τότε. Ξαναπήγα σήμερα για πρώτη φορά μετά το 1984 ή 1985. Ένα κομμάτι της Ελλάδας που τελειώνει: ένας χώρος ταγμένος στο να δίνει σε παιδιά βιβλία να διαβάζουν κι έναν όμορφο χώρο όπου να διαβάζουν. Δεν τον υποσκελίζει η ηλεκτρονική εποχή, τον υποσκελίζει η αδιαφορία της ελληνικής κοινωνίας μετά το 1985, και κυρίως από τη δεκαετία του 90 και μετά, για καθετί δυσκολο, τον καθιστά ντεμοντέ η γενικευμένη επιθυμία να υποκατασταθεί ο χρόνος με τα παιδιά (με περίπατο, παιχνίδι κτλ.) από νταντάδες, γιαγιάδες, τηλεοράσεις κτλ. Άλλωστε, στην Ελλάδα η ανάγνωση άρχισε δειλά δειλά να γίνεται απόλαυση μόλις επί Μάρως Βαμβουνάκη, και κυρίως για σαραντάρες σε διάσταση, ε, και εκεί έχει μείνει.

Η κυρία Στέλλα της βιβλιοθήκης ισχυρίστηκε ότι με θυμόταν. Ποιος ξέρει.

Μετά από τσίπουρα και καφέδες, πήγαμε να βγούμε από την Αμαλίας, από την οποία είχαμε μπει. Κλειδωμένη η πόρτα, μια πινακίδα με πληροφορούσε ότι η αστυνομία — λέει — ζήτησε να κλείσουν όλες οι έξοδοι του Εθνικού Κήπου πλην αυτής της Ηρώδου Αττικού. Να ελέγχεται το πλήθος. Ακολουθούμενοι από σαστισμένους τουρίστες βγήκαμε από εκεί, σιχτιρίζοντας. Ευτυχώς δεν είχαμε ανάπηρο ή γέροντα μαζί μας ή παιδί στην αγκαλιά. Αλλά θα μου πεις, μετά τη βάρβαρη και δολοφονικών προδιαγραφών επική επίθεση με χημικά, εσύ αυτή την εκδήλωση αυθαιρεσίας βρήκες να στηλιτεύσεις; Ε…

Άμυνα

(από τον ξάδερφό μου):

Πρόταση πρώην αστυνομικού:

οι διαδηλωτές να προμηθευτούν μπαλόνια, τα οποία να γεμίζουν με μπογιά, υγρή μελάνη ή κάποια παρόμοια κολλώδη, παχύρευστη και ακίνδυνη ουσία και να στοχεύουν τις ασπίδες και τις μάσκες αερίων των ματατζήδων. Μετά από μερικά χτυπήματα, οι ματατζήδες θα έχουν δυο επιλογές: ή δε θα βλέπουν τίποτα ή θα βγάλουν τις μάσκες και θα εισπνέουν τα χημικά μαζί με τον κόσμο.

Ψυχραιμία ενώπιον προσχημάτων

Ψυχραιμία. Αυτό είναι, ψυχραιμία. Πρέπει να δείξω ψυχραιμία. Δε σε παίρνουν στα σοβαρά αν δεν είσαι ψύχραιμος.

Έβλεπα στην κατακόρυφα διχοτομημένη οθόνη αριστερά βουλευτές να συζητούν επί προσωπικού ή να χασκογελάνε με ευφυολογήματα τύπου Σεφερλή. Δεξιά θολούρα και καταχνιά, ωμή καταστολή, κυνική και απροκάλυπτη.

Για το δεξί κομμάτι τα έχουμε πει: η γνωστή μηχανή καταστολής του ελληνικού κράτους που παλιότερα απλώς μωλώπιζε ταραχοποιούς, ταραξίες, αναρχικούς, αλήτες και τσουβάλιαζε αδήλωτες από τους δρόμους και κίναιδους από τα πάρκα, ενώ μετά τον Δεκέμβρη του ’08 απλώς βιαιοπραγεί αδιακρίτως, με ισραηλινό εξοπλισμό και χωρίς προσχήματα, ή μάλλον με το πρόσχημα της «ανομίας» που τόσο συγκινεί κάποιες ευαισθητές συνειδήσεις.

Το αριστερό κομμάτι μού δημιούργησε απελπισία. Ένιωσα ότι τελικά ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα ποτέ δεν καλλιεργήθηκε αλλά παρέμεινε κι αυτός ένα πρόσχημα. Ο κύριος Μαγκούφης ζητάει τον λόγο επί προσωπικού για να απαντήσει με ρητορισμούς της εποχής Τρικούπη σε εξυπνάδες (επιπέδου δημοτικού) του κυρίου Καρατζαφέρη. Και κανείς δεν τους γιουχάρισε, κανείς δεν τους έκραξε, κανείς δεν έκανε ‘ου’, όπως θα έκαναν οι συνάδερφοί τους στη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου.

Όσο για την ψηφοφορία, θα την πω την εξυπνάδα μου και ίσως αποδειχθώ προφητικός (έχει συμβεί) ίσως όχι (έχει συμβεί), αλλά σιγά, χεστήκατε: τουλάχιστον δε με πληρώνουν να το παίζω αναλυτής πολιτικός και διορατικός σούπερ γουάου. Λέω λοιπόν ότι η αυταρχική και αντιδημοκρατική έννοια της κομματικής πειθαρχίας σήμερα καταστρατήγησε τον κοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα.

Μου είναι αδιανόητο ότι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κύριος Ψ που εκλέγεται στην περιφέρεια Υπολοίπου Εορδαίας ή Β’ Κυνουρίας ψήφισε ναι, αφού πρώτα — πιθανότατα — κλάφτηκε στον νεαρό του εραστή, στη γυναίκα του, στα παιδάκια του, στους ψηφοφόρους, στη μάνα του, στη γραμματέα (με την οποία διατηρεί δεσμό), στη μπατζανάκισσά του (με την οποία διατηρούν κτηματομεσιτικό), στον ξάδερφό του τον Μπάμπη (που διόρισε στις πολιτιστικές υπηρεσίες του Δήμου Νέας Αντιοχείας), στην προσωπική ιστοσελίδα του (που του έστησε ο εραστής μάλλον), σε τρία τοπικά κανάλια και σε δύο ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Κύριε Άγνωστε Βουλευτά, δε μας απασχολεί η συνείδησή σας, η βαρειά καρδιά σας ή ο λεπτεπίλεπτος ψυχισμός σας: είστε κυρίως η ψήφος σας και δευτερευόντως η φωνή όσων σας εκλέγουν. Τι τη θέλετε την κομματική πειθαρχία; ε; Έτσι κι αλλιώς, δε θα δείτε βουλευτική έδρα μετά τις επόμενες εκλογές (όταν η Βουλή θα γεμίσει ΝΔ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ — γιατί ο Έλληνας το λατρεύει το κομματικό ισοδύναμο του άντρα του χύμα του κουραδόμαγκα που δέρνει τη γυναίκα του άμα λάχει), ενώ στις μεθεπόμενες ο εναπομείνας εν Ελλάδι ελληνικός λαός δε θα θυμάται καν τι είναι το Μνημόνιο (έχω ξανακλαφτεί για την εθνική μας επιλησμοσύνη).

Προσπαθώντας να επιστρέψω στην τάξη και στην ψυχραιμία: η κομματική πειθαρχία εκτός από αντιδημοκρατική είναι, στις παρούσες συνθήκες, και ατελέσφορη. Άλλωστε, μεσοπρόθεσμα, όλα συγχωρούνται: η μνήμη κοντή, η ζωή μεγάλη, ο Αντώνης αρχηγός κι αυριανός πρωθυπουργός.

Τέλος, δεν είναι λύση οι κυβερνήσεις συνεργασίας πολλών μικρών κομμάτων. Από την Κύπρο και την Ιταλία ξέρουμε ότι μικρό κόμμα εξουσίας σημαίνει μαγαζί διορισμών και ρουσφετιού, ελεεινός δονκιχωτισμός και προσχηματικές αρχές. Μας αρκεί η ύπαρξη δύο τέτοιων μαγαζιών, δε θέλουμε περισσότερα.

Όσον αφορά τι πρέπει να κάνουμε τώρα που μας πούλησαν (και ανακουφίστηκαν οι καημένες οι αγορές, όπως μάς έλεγε η Οντίν Λιναρδάτου, πράγμα κεφαλαιώδες, αφού έχουνε τα καρδιακά τους από το πολύ ξύγκι που καταναλώνουν, το δικό μας κυρίως): ό,τι έκαναν από τις 25 Μαΐου οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα, αλλά γενικευμένα. Διαμαρτυρία. Αυτοοργάνωση. Και Ανυπακοή.

Γυρνώντας σπίτι αργά

Φύσαγε ευχάριστα. Φόρεσα τα ακουστικά του iPod. Έριξα τη στολή, φορεμένη σε ξύλινη κρεμάστρα, πάνω από τον δεξί μου ώμο και πήρα το πηλίκιο στο αριστερό χέρι. Ξεκίνησα με τα πόδια. Ο κόσμος στον δρόμο με κοίταγε, μάλλον κοίταγε τη στολή. Στο iPod έπεσε το So Young των Suede. Αστείο μου φάνηκε στην αρχή αλλά μετά ένιωσα κι εγώ ένας από αυτούς τους πολύ νεώτερους. Ευφορικά αισθάνθηκα.

Σκεφτόμουν πολλά. Δε θέλω να γράψω τι. Ανάμεσα στα άλλα ότι, όσο τις πολιτικές τις φτιάχνουν οι πολιτικοί αλλά και όσοι χρειάζονται τη συναίνεση του κόσμου (του «λαού»;), δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Όσο ο κόσμος διαμαρτύρεται και αντιστέκεται (και μετά από πάρα πάρα πολλά χρόνια θα ξαναταυτιστώ — σχεδόν — με τον Τσαγκαρουσιάνο), τόσο θα αναγκάζονται να αναθεωρούν σχέδια, σχεδιασμούς και πολιτικές όλοι τους, ακόμα και η Ιερά Συμμαχία στην οποία καταντήσαν οι ευρωσκεπτικιστές την ΕΕ.

Αν θα έλεγα κάτι, σίγουρα δε θα ήταν το ιταμό «τολμήστε». Θα έλεγα «μην υπακούετε». Ιδίως σε μια κυβέρνηση (και μια πολιτική ηγεσία ετών τεσσαράκοντα) τόσο έκδηλα αμήχανη και κουρασμένη που, όταν δε βρίσκει το πρόσχημα της βίας, το κομίζει η ίδια όπου χρειάζεται, και με το παραπάνω. Αφού βάλει τον από εικοσπενταετίας ημιμαθή βασιλέα-φιλόσοφο (μη γελάτε, θεωρεί τον εαυτό του αυξημένης διανοητικής ρώμης, μεγάλο πολιτικό διανοητή και, κυρίως, αδέκαστο και αδέσμευτο), τον λιμπερτίνο λάγνο εραστή των τεθωρακισμένων (από το Πεκίνο του ’89 και δώθε) να απειλεί.

Κλείνω με δύο αποσπάσματα. Το ένα είναι από μια ανθολόγηση εδώ:

vasvas: […] Είναι ανακρίβεια ότι τα συγκεκριμένα μέτρα, εν κενώ, επιβάλλονται ως απαραίτητα. **Επιλέγονται** επειδή επί εναμιση χρόνο δεν προχωρά καμμιά μεταρρύθμιση, επειδή η κυβέρνηση είχε τάξει κλείσιμο φορέων και δεν έχει κλείσει κανένα, επειδή είχε υποσχεθεί να σουλουπώσει τον ΟΣΕ και δεν το έκανε, επειδή είχε υποσχεθεί ορθολογικοποίηση των μισθών στο Δημόσιο (όχι οριζόντιες περικοπές) και δεν το έπραξε, επειδή κωλώνει να κόψει το ΔΙΒΕΕΤ [=Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων] έστω και κατά ένα ευρώ, επειδή δεν έχει κάνει τίποτε για τις δαπάνες των νοσοκομείων κλπ. Το καθένα από αυτά μπορεί να μειώσει τα έξοδα *αύριο*, είναι άμεσης απόδοσης, και πιθανόν υψηλότερης από τα προτεινόμενα. Δεν είναι οι εταίροι που μας εκβιάζουν, είναι η κυβέρνηση που μας εκβιάζει. […]”

[…]

ermippos: “[…] Δεν δίνεις για εκατοστή φορά ευκαιρία, δεν δείχνεις καλή πίστη και δεν αφήνεις την μοίρα σου στα χέρια ανθρώπων που κάθε μέρα αποδεικνύουν την αλητεία τους επειδή απλά σε απειλούν. Ο καλύτερος τρόπος να συνεχίσεις να εκβιάζεσαι για όλη σου την ζωή είναι να υποκύπτεις στον εκβιασμό ελπίζοντας ότι θα είναι η τελευταία φορά. […]”

Το δεύτερο είναι του Τσαγκαρουσιάνου::

Συμμετέχω. Το Μεσοπρόθεσμο είναι πράξη πολιτικής αισχρότητας. Και έγκλημα εναντίον των φτωχών ανθρώπων. Δεν πρέπει να περάσει.

Υ.Γ. Γαμιέται η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Οι κυνικοί αγύρτες της φάρας τους μάς έφεραν ως εδώ, αυτοί που αιωνίως καπηλεύονται τον «αγώνα» και την «αντίσταση» για να συνταξιοδοτούνται πρόωρα τα πουλάκια της με 4 χιλιαρικάκια το μήνα. Τους καταριέμαι βαρειά κατάρα: σύνταξη ΟΓΑ να πέσει πάνω σας, λεχρίτες. Σύνταξη ΟΓΑ σ’ εσάς και στα τέκνα σας.

Ο κρυμμένος κόσμος

«Και γιατί δε γράφεις για τα πράγματα που σου αρέσουν, που σε κάνουν ευτυχισμένο;», ρώτησε η συμβία.

Μοιραία ό,τι γράφουμε εδώ μέσα είναι ένα ίχνος: αποτυπώνει κυρίως τις σόλες των παπουτσιών μας, ούτε τα μαλλιά μας, ούτε το χαμόγελό μας, το βαρυστομάχιασμα ή τις επιθυμίες μας, ούτε τις χαρές, ούτε και πολλά άλλα. Σκεψούλες είναι τα ποστ, σκεψούλες που δεν κόλλησαν αλλού. Ποστ κι όχι ποστ-ντοκ, που είπε κι ο Ρακάσα. Πριν ένα χρόνο σκέφτηκα να βάλω ταγκ στις αναρτήσεις μου, να μαζευτούνε και να ταξινομηθούν κάπως: προέκυπταν κάτι κατηγορίες μάλλον άσχετες με τα ζωτικά μου ενδιαφέροντα και τις καθημερινές τέρψεις μου: «πολιτική», «αρχιτεκτονική», «η ελληνική κατάσταση», «αναμνήσεις», «θρησκεία», «επιστημοσύνες» και άλλα. Δε λέω, κι αυτά με ενδιαφέρουν. Αλλά, π.χ., δεν έχω γράψει σχεδόν ποτέ για ταξίδια, ποτά, φαγητό, χαρές μεγάλες, αγαπημένα τοπία, αγαπημένους μου ανθρώπους — ούτε καν για τα βιβλία που μου αρέσουν. Για ταινίες έγραψα πρόσφατα και το αποτέλεσμα είναι μάλλον αδιάφορο.

Βεβαίως, μπορεί κανείς απλώς να πει πως ο,τι σου αρέσει, ό,τι σου δίνει χαρά, ό,τι σε κάνει ευτυχισμένο, ό,τι αγαπάς σου αρκεί να το ζεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να γράφεις γι’ αυτό, εκτός και αν θες να το διαφημίσεις. Αλλά δεν είμαστε για τέτοια.

Άντε, να το πεις και αλλιώτικα: δε γράφονται όλα, και κυρίως δε γράφονται τα ωραία.

Απορίες ενός απολίτικου

Ο Αντώνης εδώ και πολλές μέρες γράφει κατά της διαρκούς συγκέντρωσης στο Σύνταγμα. Έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον της από διάφορες σκοπιές. Χτες (για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, αφού δεν προλαβαίνω να τον παρακολουθώ συστηματικά) επικαλέστηκε το επιχείρημα που συνοψίζεται στο ότι «το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα«.

Από πολιτικές επιστήμες δεν ξέρω τιποτα. Από κοινωνικές επιστήμες δεν ξέρω περισσότερα από όσα ένας (τσακαλάτος) πτυχιούχος συναφούς Σχολής. Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι η κριτική του Αντώνη ωρίμασε (δεν ξέρω πότε, δεν κατάλαβα πώς) στην υιοθέτηση μιας ορθόδοξης (ανόθευτης, αν θέλετε) μαρξιστικής-λενινιστικής σκοπιάς, οπότε — όπως λέει κι ο ίδιος — αν δε συμμερίζεται κάποιος αυτή τη σκοπιά, τότε η διαφωνία μαζί του είναι «κουβέντα να γίνεται».

Οπότε η κριτική μου έχει τους εξαρχής περιορισμούς της: θεωρητικά δε σκαμπάζω και δεν μπορώ να διαφωνήσω επί της αρχής. Ούτε μπορώ να επικαλεστώ τον κοινό νου: αφενός γιατί προκαταβολικά ο Αντώνης θεωρεί την επίκλησή του ως ακκισμό των προσηλύτων της αστικής ιδεολογίας ή των ντεκαφεϊνέ αριστερών, αφετέρου γιατί όντως ο κοινός νους μπορεί να είναι απλώς το προσωπείο της ιδεολογίας και γιατί η επίκληση του ορθού λόγου είναι δύσκολη και πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα της αγυρτείας και του τσαμπουκλίδικου αντιορθολογισμού.

Ας πω λοιπόν τα εξής μόνο: αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα δεν έχει ξαναγίνει. Είναι πρωτόγνωρο αλλά και πολύ αλλόκοτο, και μάλιστα στην Ελλάδα όπου η Αστυνομία ξύνεται για να δείρει και να προκαλέσει επεισόδια (που θα δικαιώσουν τον τρόπο που λειτουργεί κτλ. κτλ. κτλ.). Ναι, η διαρκής σύναξη στο Σύνταγμα δεν έχει στόχους και προοπτικές, αλλά προϋποθέτει πολιτική ωριμότητα και συνειδητοποίηση οι οποίες δε μας έχουνε δώσει δείγματα ύπαρξης από το 1973 και μετά. Με άλλα λόγια, όπως η βία του Δεκέμβρη του ’08 έδειξε ότι μπορούνε και κανονικοί άνθρωποι (εντάξει, νέοι) να βγούνε στους δρόμους, έτσι η διαρκής συγκέντρωση στο Σύνταγμα δείχνει ότι μπορούν ενδιαφέροντα πράγματα να γίνουν άπαξ και ξεκινήσει κάποια συζήτηση με διάθεση περιφρούρησης του διαλόγου (πράγμα ανήκουστο όσων χρονών είμαι, κι αν έχετε πάει σε συνέλευση ως φοιτητές ή ως συνδικαλιστές, καταλαβαίνετε). Τι πράγματα; Θα δείξει, όπως θα έλεγε ο Αντώνης. Το φαινόμενο των συνάξεων με τις ενσαρκώσεις του (Τυνησία, Ταχρίρ, Μανάμα, Ισπανία, Σύνταγμα) είναι φαινόμενο της δεκαετίας του ’10. Του 21ου αιώνα. Ο ίδιος ο Αντώνης το αποκαλεί «κίνημα». Υπάρχει ένα φαινόμενο, με ιδιαίτερα και ίσως καινοφανή χαρακτηριστικά, που αναζητά ερμηνεία, όχι να ξεγραφτεί a priori.

Κι εδώ θλίβομαι με την οιονεί τύφλωση που επιφέρει η σφοδρή επιθυμία για ριζικά μαρξιστικές-λενινιστικές ερμηνείες πολιτικών φαινομένων του 2011, και δη στην Ελλάδα. Αλλά όχι, δεν πρόκειται για τύφλωση, παρά για ανάλογο με αυτό που παθαίνουν οι backpackers-λετσοτουρίστες: φορτωμένοι με τριαντάκιλα σαμάρια στην πλάτη, αναγκάζονται να περπατούν, υπό το βάρος αυτής της αποσκευής, κάπως σκυφτοί και να κοιτάνε κάτω και πολύ κοντά τους. Έχουν άριστη εποπτεία του οδοστρώματος, αρκετή εποπτεία του οπτικού πεδίου μπροστά τους ώστε να αποφύγουν κάποιο όχημα που έρχεται κατά πάνω τους αλλά, αν ο σκοπός τους είναι να δούνε το τοπίο και τον κόσμο γύρω τους (και φορτώθηκαν την αποσκευή ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο), όλως παραδόξως η αποσκευή, το σαμάρι, τελικά τους εμποδίζει να τα δούνε. Ικανοποιούνται ωστόσο που κοιτάνε μπροστά, έστω κι όχι μακριά, κι ότι ξέρουν πού πατάνε.

Αφήνοντας κατά μέρος τη φαρμακεία των μεταφορών: ναι, μικροαστική είναι η συγκέντρωση, το κίνημα είναι κίνημα μικροαστών. Υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα; Ίσως η κυρία Μπίστικα και οι φίλες της. Υπάρχουνε (μη μετανάστες) προλετάριοι στην Ελλάδα; Ελάτε τώρα: μόλις τώρα, χάριτι Παπανδρέου, πρόκειται να (ξανα)αποκτήσουμε Έλληνες που δε θα έχουνε τίποτε παρά τα χέρια τους. Τι να ήτανε λοιπόν η συγκέντρωση, Αντώνη; Εργατική; Στην Ελλάδα του 2011 οι περισσότεροι εργάτες έχουν έγγεια ιδιοκτησία (κι από αυτό θα μας απαλλάξει το ΔΝΤ, βεβαίως).

Και γιατί να δω αξιολογικά, απαξιωτικά δηλαδή, την αναλυτική κατηγορία «μικροαστικός»; Μια μικροαστική συγκέντρωση ειρηνική, δε γίνεται ενδεχομένως να εξελιχθεί σε βάθος χρόνου στο δικό μας 1905 (για να μιλήσω με λενινιστική εικονογραφία, όσο κατέχω), σε πηγή ζυμώσεων, πολιτικών εμπειριών και λύσεων ίσως; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Δεν αποτελεί δείκτη ουσιαστικής πολιτικής ζύμωσης, πραγματικής πολιτικής συμμετοχής, έξω από τις παρατάξεις σούπερ-μάρκετ;

Δε θέλω να ανοίξω συζήτηση, δεν μπορώ να ανοίξω συζήτηση, γιατί δε σκαμπάζω κι είμαι σίγουρος ότι κάπου κάτι έχει πει ο Μαρξ ή και ο καλός μας Τρότσκι για το ζήτημα, κάτι που οπωσδήποτε έπεισε «τις μάζες» το 1917-1922. Αλλά ακόμα και σαν παιδί αγρότισσας και εργάτη που ανατράφηκε με τα ιδανικά ενός μικροαστισμού που κοιτούσε προς την απέραντη Μεσαία Τάξη του 90% (των κοινωνικών φαντασιώσεών μας), δικαιούμαι να διατυπώνω αφελείς απορίες.