Ντρέπομαι να ξεφωνίζω πράγματα που διαβάζω, όσο πλανεμένα ή και εξωφρενικά και αν τα βρίσκω, γιατί μου έχουνε σφυρίξει ότι αντί να αναιρέσω αυτό που θεωρώ πλάνη, το αποκαλώ παραλογισμό και αποκύημα ημιμάθειας ή αμάθειας και σταματώ εκεί.
Η αμάθεια δεν είναι ούτε χειρότερη ούτε καλύτερη από την ημιμάθεια. Δε νομίζω ότι τελικά εκεί βρίσκεται το θέμα: ό,τι ξέρει ξέρει ο καθένας, ό,τι καταλαβαίνει καταλαβαίνει. Όπως ξαναέγραψα πριν κάτι χρόνια, εδώ που βρισκόμαστε, ένα από τα προβλήματά μας είναι ότι ο άλλος, είτε αμαθής, είτε ημιμαθής, φρονεί ότι μπορεί να μας πουλήσει μυαλό και πολυπράγμονα σπουδαιοσύνη έτσι κι αλλιώς, με τουπέ και με άποψη περίσσια. Τέλος πάντων.
Ο λόγος που δεν προσπαθώ να αναιρέσω όσα θεωρώ προϊόντα πλάνης είναι γιατί συνήθως δεν είμαι σίγουρος ότι ο άλλος πλανάται. Επιπλέον, είμαι πολύ ανεκτικός στην πλάνη. Οπότε, άμα ασχολούμαι με κάτι για να το κράξω, ασχολούμαι συνήθως μόνο με πραγματικά κολοσσιαίες μπούρδες: είτε αποκυήματα αυτής της επιθετικής και τσαμπουκαλίδικης ημιμάθειας ή και αμάθειας, είτε αγυρτείες.
Ωστόσο ας προσπαθήσω να δω τρεις συζητήσεις που σίγουρα δε φαίνονται να είναι αποτέλεσμα ούτε επιθετικής ημιμάθειας, ούτε όμως και αγυρτείας (και παραγωγής προπαγάνδας) — για να φανώ πολύ καλόπιστος. Η πρώτη αφορά τη συζήτηση περί πολιτικής βίας, καταστροφής του αστικού τοπίου και αστυνομικής διαχείρισης πλήθους. Η δεύτερη — σαφώς πιο απλή στις παραμέτρους της — περιστρέφεται γύρω από την Αθήνα ως τουριστικό προϊόν. Η τρίτη, η πιο σύνθετη από όλες, ταυτίζει την πολιτική ανυπακοή με την ανομία· γι’ αυτήν την τρίτη απλώς κάποιες σκέψεις θα εκθέσω.
Τα πλήθη και τα στίφη
Διάβασα με έκπληξη κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, προχωράει στη διατύπωση δύο ισχυρισμών: ότι η κατάχρηση δακρυγόνων από την ΕΛ.ΑΣ. είναι συνέπεια της ελλιπούς κατάρτισής της στη διαχείριση πλήθους και ότι στην Ελλάδα ανεχόμαστε τη βία κατά της αστυνομίας και εν γένει τη βία των πολιτών αλλά απεχθανόμαστε και στηλιτεύουμε την αστυνομική βία.
Ενδεχομένως η ΕΛ.ΑΣ. να είναι ελλιπώς καταρτισμένη στη διαχείριση πλήθους, όπως και σε τόσα άλλα. Ενδεχομένως η ωμότητα, η μεθοδευμένη βαρβαρότητα και το περίσσευμα σκληρότητας και φονικής επιμονής να είναι αποτέλεσμα μόνον ελλιπούς κατάρτισης, όχι σαφών άνωθεν εντολών να σπάσει η πλατεία με κάθε τίμημα ή του πολιτικού ενστερνισμού εκ μέρους στελεχών και ομάδων της ΕΛ.ΑΣ. αυταρχικών και ολοκληρωτικών αντιλήψεων περί την καταστολή και αστυνόμευση. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα — δεν παραθέτω παρά ένα λινκ. Επίσης, τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δακρυγόνα αλλά το ελεεινό και σαρωτικό βρωμόξυλο εναντίον πολιτών, όχι μόνον στις 29 Ιουνίου αλλά πάντοτε: πας σε πορεία και ξέρεις ότι πιθανότατα θα φας ξύλο από τα ΜΑΤ, κι αυτό το λέει κάποιος που έχει πάει σε ελάχιστες πορείες, λόγω ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων. Δεύτερον, αν η ΕΛ.ΑΣ. έκανε kettling ή έριχνε βρωμόξυλο εφίππως, πέρα από το να ρίχνει δακρυγόνα, δε θα λύνονταν τα προβλήματά μας. Όταν ο γιατρός (για να χρησιμοποιήσω τη δικαιωμένη χουντική μεταφορά) είναι αλμπάνης, δε φταίνε τα ελαττωματικώς αποστειρωμένα εργαλεία του, αυτά απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση.
Όσο για το αν προτιμάει ο Έλληνας την βία των πολιτών από την αστυνομική (εικάζοντας προς στιγμήν ότι δεν έχει λόγο να την προτιμάει, π.χ. επειδή είναι έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια αδίστακτη και βαθιά πατερναλιστική εξουσία), νομίζω ότι η επισκόπηση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης π.χ. στην υπόθεση Μελίστα ή τον Δεκέμβριο του 2008 θα είναι διαφωτιστικότατη. Βεβαίως και ο κοσμάκης θέλει ο αστυνόμος να μπορεί να ρίχνει και καμμιά ψιλή (ή χοντρή) όταν χρειάζεται.
Πέρα από τη Σώτη Τ., κι εγώ λυπάμαι για τα σπασμένα μάρμαρα, αλλά πιο πολύ λυπάμαι για τα σπασμένα κεφάλια, πλευρά, μύτες, κνήμες, τύμπανα, σπλήνες. Κι εγώ απεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να συμψηφίσω την απρόκλητη, βάναυση και κτηνώδη επίθεση στο πλήθος την 29η Ιουνίου με το έγκλημα της Μαρφίν ή — πολύ περισσότερο — με τους δικαιολογημένους προπηλακισμούς βουλευτών εκ μέρους όσων εκπροσωπούν στο αντιπροσωπευτικό νομοθετικό σώμα.
Come with me για να τη βρεις
Οι τουρίστες πηγαίνουν κάπου είτε γιατί κάτι μη-ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (ήλιος, θάλασσα, βουνά, χιόνια, κορίτσια, αγόρια, κραιπάλη), είτε γιατί κάτι ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), είτε — σπανιότερα — ένας συνδυασμός των δύο (Βαρκελώνη και περίχωρα). Οι μη-ιστορικοί προορισμοί μπορούν να διαμορφωθούν σχετικά άνετα ώστε να προσφέρουν στον τουρίστα το μη-ιστορικό τουριστικό προϊόν με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο: ήλιο και θάλασσα στην Κόστα Μπράβα, ψώνια στο Ντουμπάι, συνέδρια στο Πόρτο Καρράς κτλ. Το να αναρωτιέσαι όμως γιατί η Αθήνα (ιστορικός προορισμός) δεν έχει το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, τις προσόψεις του Παρισιού, τις συγκοινωνίες της Φρανκφούρτης, τα βαπόρια του Βανκούβερ ή τους πεντακάθαρους δρόμους της Σιγκαπούρης (αυταρχικής πόλεως-κράτους της Άπω Ανατολής) δεν είναι παρά ένα συγκεκαλυμμένο αίτημα να αντικαταστήσεις έναν ιστορικό προορισμό (με τη γεωγραφία, την κουλτούρα και την πολιτική του) με κάποιον άλλο, ενδεχομένως λιγότερο ιστορικό, προορισμό.
Ανομία κι ανυπακοή
Η απαγόρευση του καπνίσματος πολεμήθηκε και καταστρατηγήθηκε και στα πλαίσια αυτού που λέμε ανομία (το οποίο στην Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο, και δεν ανάγεται σε θεολογικές κατηγορίες, όπως ισχυρίστηκε η Κρίστεβα παλιότερα κι ο Ράμφος πρόσφατα) και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Δεν είναι κάθε πράξη ανομίας, όπως το να παρκάρω όπου μου καπνίσει, πολιτική ανυπακοή. Δεν είναι κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής ανομία, όπως το να αμυνθώ κατά του μπάτσου που μου την πέφτει απρόκλητα.









