Το Σάββατο έπαιζε το Dawn of the Dead στην τηλεόραση, το είδα στην αρχή αρχή μέχρι το σημείο που η επιζήσασα συναντάει τον μαύρο μπάτσο, ο οποίος φαντάζομαι θα δώσει τη ζωή του βορά στα ζόμπι για να σώσει τη μυξού κοπελιά (κι ίσως και κανα καλό παλληκάρι άσπρο) σε κάποια στιγμή αργότερα στην ταινία. Λέω «φαντάζομαι» γιατί δεν αντέχω να δω ταινίες με ζόμπι, εκτός από το «28 μέρες μετά» (που το πήγαινε αλλού) κι εκείνο το κωμικό όπου ο Γουίλ Σμιθ κι ο σκύλος του πολεμάνε κάτι φωτοφοβικά ζόμπια σε μια έρημη Νέα Υόρκη.
Δεν τις αντέχω αυτές τις ταινίες: το θέαμα του μαζικού εξαπανθρωπισμού μόνο φρίκες μου προκαλεί, γι’ αυτό και δεν αντέχω και αφηγήσεις εγκλημάτων πολέμου από τον καιρό των Ασσύριων, των Χετταίων και δώθε. Ακόμα θυμάμαι μια προπαγανδιστική σκηνή (και με κυνηγάει πολύ άσχημα) στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου όπου οι φρικτοί κι απαίσιοι Βούλγαροι μπαίνουνε στην Αδριανούπολη και εκτελούν βρέφη για πλάκα κοπανώντας τα στον τοίχο για να σκάσουν σαν καρπούζια, μια σκηνή που ίσως απηχεί πώς έτρωγε ο Πολύφημος συντρόφους (και της οποίας αντίστοιχη υπάρχει στον Αντρέι Ρουμπλιόφ). Δεν μπορώ να διανοηθώ ποιος άνθρωπος μπορεί να αντέχει τέτοιες αφηγήσεις χωρίς δυσφορία κι απαρέσκεια.
Γιατί λοιπόν ο κόσμος βλέπει τόσες ταινίες με ζόμπι; Ξεκάθαρα, τα ζόμπι εκφράζουν τους φόβους της κοινωνίας των μαζικών αγαθών και θεαμάτων και — αν πιστέψουμε τους χαρντκόρ (μετα-)αντορνοϊκούς — των μαζικών συναισθημάτων (εγώ δεν τους πιστεύω). Τον τρόμο μπροστά στο ενδεχόμενο να γίνουμε πανομοιότυπα ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, ακόμα χειρότερα: να γίνουν όσοι αγαπούμε ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, με σβησμένη κάθε μνημη, κάθε γνώρισμα προσωπικότητας και έκφρασης, ψυχής που λέμε. Ο έλεος και ο φόβος.
Γιατί όμως θυμήθηκα τα ζόμπι; Γιατί άνοιξα με την τσίμπλα στο μάτι το πρωί το μπαζ να ενημερωθώ και είδα τον dkamen (ο οποίος, ακόμα και για τα δικά του μέτρα, αυτή τη φορά το παράχεσε) να σχολιάζει το πρόσφατο κείμενο του βυτίου (το οποίο, οκέι, δε με μάγεψε κιόλας) έτσι: είμαστε όλοι υποψήφια ζόμπι που ζητούν από υποψήφιους αυτόχειρες να πέσουν από ταράτσες, που κάνουμε ντου ή που ζμπρωχνόμαστε αγεληδόν στο Σύνταγμα για να νιώσουμε το βαρβάτεμα του όχλου.
Περισσότερο μοδάτα κι από τα ζόμπι είναι τα κυριλλέ μακροξαδέρφια τους, απέθαντοι που όμως έχουν και παραέχουν προσωπικότητα. Οι (γενικά) συμπαθείς βρυκόλακες. Βεβαίως οι βρυκόλακες μετατράπηκαν στον συναρπαστικό Άλλο κυρίως μετά την κινηματογραφική εκδοχή της «Συνέντευξης με έναν βρυκόλακα». Εκτοτε έχουνε γίνει μόδα, σχεδόν αξιαγάπητη. Αλλά πάλι, υπάρχει λόγος: όσοι ξενύχτησαν χορεύοντας, κρύφτηκαν στα σκοτάδια για να ερωτοτροπήσουν, διάβασαν για εξετάσεις, έζησαν αϋπνίες — όσοι δηλαδή ζούνε στις πόλεις και ζούνε τις πόλεις, εύκολα ταυτίζονται με βρυκόλακα: η νύχτα είναι η μέρα όσων αισθάνονται έστω και λίγο διαφορετικοί, καθένας για τους λόγους του.
Όπως τα ζόμπι, οι βρυκόλακες είναι απέθαντοι, αντίθετα όμως με τα ζόμπι, τους βαραίνει η πολλή και βαρειά προσωπικότητα, προσωπικότητα που την έχουνε πήξει και πυκνώσει αφόρητα οι ιδιαιτερότητες μιας ατέλειωτης ζωής που διακριτικά σνομπάρει το φως της μέρας: δε χρειάζεται να φάνε μυαλά, τους βαραίνει το δικό τους, «συμφορά από το πολύ μυαλό», που λένε κι οι Ρώσοι. Οι βρυκόλακες είναι οι άνθρωποι της εποχής, κάθε εποχής στην πόλη, όπου οι γείτονες και οι συγγενείς δεν έχουν απόλυτη εποπτεία της ζωής σου: οι βρυκόλακες έχουν κρυμμένο τραύμα (φωτοφοβία), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν αίμα), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα αλλά δεν το πολυδιασκεδάζουν. Όπως όλοι μας.
Επιπλέον, όσοι βρυκόλακες είναι φιλήδονοι, άγρυπνοι, κομψοί και κάπως σνομπ ενσαρκώνουν επίσης τον θαυμαστό κόσμο του έντυπου λάιφσταϊλ, του fashion channel που παιανίζουν νυχθημερόν οι τηλεοράσεις στις καφετέριές μας. Είναι βεβαίως κι αυτοί, πάνω απ’ όλα, βρυκόλακες: έχουν κρυμμένο τραύμα (από πού να αρχίσει κανείς τώρα), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν κόκα / βότκα / κτλ), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα (ιδίως αφού ικανοποιήσουν τις ειδικές ανάγκες τους) αλλά μάλλον δεν το πολυδιασκεδάζουν. Κι είναι νέοι για πάντα.
Αντίθετα με τα ζόμπι, οι βρυκόλακες έχουνε ψυχή, κάπου την κρύβουν όμως.








