Ζόμπι και βρυκόλακες

Το Σάββατο έπαιζε το Dawn of the Dead στην τηλεόραση, το είδα στην αρχή αρχή μέχρι το σημείο που η επιζήσασα συναντάει τον μαύρο μπάτσο, ο οποίος φαντάζομαι θα δώσει τη ζωή του βορά στα ζόμπι για να σώσει τη μυξού κοπελιά (κι ίσως και κανα καλό παλληκάρι άσπρο) σε κάποια στιγμή αργότερα στην ταινία. Λέω «φαντάζομαι» γιατί δεν αντέχω να δω ταινίες με ζόμπι, εκτός από το «28 μέρες μετά» (που το πήγαινε αλλού) κι εκείνο το κωμικό όπου ο Γουίλ Σμιθ κι ο σκύλος του πολεμάνε κάτι φωτοφοβικά ζόμπια σε μια έρημη Νέα Υόρκη.

Δεν τις αντέχω αυτές τις ταινίες: το θέαμα του μαζικού εξαπανθρωπισμού μόνο φρίκες μου προκαλεί, γι’ αυτό και δεν αντέχω και αφηγήσεις εγκλημάτων πολέμου από τον καιρό των Ασσύριων, των Χετταίων και δώθε. Ακόμα θυμάμαι μια προπαγανδιστική σκηνή (και με κυνηγάει πολύ άσχημα) στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου όπου οι φρικτοί κι απαίσιοι Βούλγαροι μπαίνουνε στην Αδριανούπολη και εκτελούν βρέφη για πλάκα κοπανώντας τα στον τοίχο για να σκάσουν σαν καρπούζια, μια σκηνή που ίσως απηχεί πώς έτρωγε ο Πολύφημος συντρόφους (και της οποίας αντίστοιχη υπάρχει στον Αντρέι Ρουμπλιόφ). Δεν μπορώ να διανοηθώ ποιος άνθρωπος μπορεί να αντέχει τέτοιες αφηγήσεις χωρίς δυσφορία κι απαρέσκεια.

Γιατί λοιπόν ο κόσμος βλέπει τόσες ταινίες με ζόμπι; Ξεκάθαρα, τα ζόμπι εκφράζουν τους φόβους της κοινωνίας των μαζικών αγαθών και θεαμάτων και — αν πιστέψουμε τους χαρντκόρ (μετα-)αντορνοϊκούς — των μαζικών συναισθημάτων (εγώ δεν τους πιστεύω). Τον τρόμο μπροστά στο ενδεχόμενο να γίνουμε πανομοιότυπα ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, ακόμα χειρότερα: να γίνουν όσοι αγαπούμε ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, με σβησμένη κάθε μνημη, κάθε γνώρισμα προσωπικότητας και έκφρασης, ψυχής που λέμε. Ο έλεος και ο φόβος.

Γιατί όμως θυμήθηκα τα ζόμπι; Γιατί άνοιξα με την τσίμπλα στο μάτι το πρωί το μπαζ να ενημερωθώ και είδα τον dkamen (ο οποίος, ακόμα και για τα δικά του μέτρα, αυτή τη φορά το παράχεσε) να σχολιάζει το πρόσφατο κείμενο του βυτίου (το οποίο, οκέι, δε με μάγεψε κιόλας) έτσι: είμαστε όλοι υποψήφια ζόμπι που ζητούν από υποψήφιους αυτόχειρες να πέσουν από ταράτσες, που κάνουμε ντου ή που ζμπρωχνόμαστε αγεληδόν στο Σύνταγμα για να νιώσουμε το βαρβάτεμα του όχλου.

Περισσότερο μοδάτα κι από τα ζόμπι είναι τα κυριλλέ μακροξαδέρφια τους, απέθαντοι που όμως έχουν και παραέχουν προσωπικότητα. Οι (γενικά) συμπαθείς βρυκόλακες. Βεβαίως οι βρυκόλακες μετατράπηκαν στον συναρπαστικό Άλλο κυρίως μετά την κινηματογραφική εκδοχή της «Συνέντευξης με έναν βρυκόλακα». Εκτοτε έχουνε γίνει μόδα, σχεδόν αξιαγάπητη. Αλλά πάλι, υπάρχει λόγος: όσοι ξενύχτησαν χορεύοντας, κρύφτηκαν στα σκοτάδια για να ερωτοτροπήσουν, διάβασαν για εξετάσεις, έζησαν αϋπνίες — όσοι δηλαδή ζούνε στις πόλεις και ζούνε τις πόλεις, εύκολα ταυτίζονται με βρυκόλακα: η νύχτα είναι η μέρα όσων αισθάνονται έστω και λίγο διαφορετικοί, καθένας για τους λόγους του.

Όπως τα ζόμπι, οι βρυκόλακες είναι απέθαντοι, αντίθετα όμως με τα ζόμπι, τους βαραίνει η πολλή και βαρειά προσωπικότητα, προσωπικότητα που την έχουνε πήξει και πυκνώσει αφόρητα οι ιδιαιτερότητες μιας ατέλειωτης ζωής που διακριτικά σνομπάρει το φως της μέρας: δε χρειάζεται να φάνε μυαλά, τους βαραίνει το δικό τους, «συμφορά από το πολύ μυαλό», που λένε κι οι Ρώσοι. Οι βρυκόλακες είναι οι άνθρωποι της εποχής, κάθε εποχής στην πόλη, όπου οι γείτονες και οι συγγενείς δεν έχουν απόλυτη εποπτεία της ζωής σου: οι βρυκόλακες έχουν κρυμμένο τραύμα (φωτοφοβία), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν αίμα), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα αλλά δεν το πολυδιασκεδάζουν. Όπως όλοι μας.

Επιπλέον, όσοι βρυκόλακες είναι φιλήδονοι, άγρυπνοι, κομψοί και κάπως σνομπ ενσαρκώνουν επίσης τον θαυμαστό κόσμο του έντυπου λάιφσταϊλ, του fashion channel που παιανίζουν νυχθημερόν οι τηλεοράσεις στις καφετέριές μας. Είναι βεβαίως κι αυτοί, πάνω απ’ όλα, βρυκόλακες: έχουν κρυμμένο τραύμα (από πού να αρχίσει κανείς τώρα), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν κόκα / βότκα / κτλ), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα (ιδίως αφού ικανοποιήσουν τις ειδικές ανάγκες τους) αλλά μάλλον δεν το πολυδιασκεδάζουν. Κι είναι νέοι για πάντα.

Αντίθετα με τα ζόμπι, οι βρυκόλακες έχουνε ψυχή, κάπου την κρύβουν όμως.

A comedy of terrors

Σπανίως συμφωνώ με τον Αντώνη Ράντικαλ πια. Αλλά πριν δευτερόλεπτα με έστειλε εδώ μέσω του μπλογκ του. Σαρκάζει την αισθητική του λογότυπου-σήματος του Κινήματος των 10 (του προσβάλλει τα εικαστικά αρχέτυπα μάλλον — δε θα έχει δει διαφήμιση βότκας τα τελευταία 20 χρόνια…). Εγώ έκανα κάτι άλλο: διάβασα τους τίτλους των επιμέρους άρθρων. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά, που θα έλεγε κι ο Φρέντυ Γερμανός (ο οποίος δε ζει πια για να συμπράξει με τους 10 που είναι 12 ή 11). Προειδοποιώ τους αναγνώστες ότι ενδεχομένως αγνοώ κρίσιμους παράγοντες όσων οι 10 προτείνουν, και ζητώ ταπεινά συγγνώμη (και χωρίς ίχνος ειρωνείας ή ταπεινολογίας). Αυτό οφείλεται στο ότι ζω στην ξενιτειά αλλά και στο ότι δεν έστερξα να διαβάσω τα άρθρα τους — μόνο τους τίτλους:

Ξεκινάμε με τα βαριά χασαποσέρβικα: ο Ράμφος (μέσα στους δέκα σοβαρότερους ανθρώπους στην Ελλάδα, το πάλαι) αναμασά το καταζαβλακωμένο κλισεδάκι «κρίση=κίνδυνος+ευκαιρία».

Συνεχίζουμε με την πολυσυζητημένη σαχλαμάρα του Σαββόπουλου. Αντιλαμβάνομαι ότι τα κοινωνικά αντανακλαστικά που αναπτύσσουμε με τα διαβάσματά μας (και με την καθοδήγηση του κομματόσκυλου που μας ντρεσάρει) αμβλύνονται όσο αυξάνει η περιουσία, η ηλικία, η μπάκα κι η φαλάκρα. Όμως η διαπιστωμένη ανθρώπινη ευαισθησία ενός καλλιτέχνη όπως ο Νιόνιος, πόσα στρώματα λίπους χρειάζεται για να μονωθεί τελείως από την εξωτερική πραγματικότητα; Και δε μιλάω για σωματικό λίπος, προς Θεού.

Σώτη: «Κυβέρνηση συνεργασίας: να διαπραγματευτεί γρήγορα και συνοπτικά μια καινούργια σχέση με την ΕΕ στη βάση της ισότητας και της αλληλεγγύης, όχι της τοκογλυφίας και της εκμετάλλευσης». Συμφωνώ. Όπως λέει κι ο Τάλως, ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, αμήν Παναγίτσα μου (κλεμμένο από τον Τζιμάκο, πριν κηρύξει κι αυτός πογκρόμ).

Ριβέλλης: «Να απαγορευτούν πορείες και απεργίες του Πλάτωνος [«Φαρμακεία»] Ριβέλλη». Ναι, ώστε να μπορούμε να χλευάζουμε ανενόχλητοι την απάθεια και αποχαύνωση της πλεμπάγιας τρώγοντας στο Αλάτσι ή στο Λαλού.

Παππάς: Συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Αυτό κι αν είναι ουτοπικό. Πρέπει να περιμένουμε πρώτα να πεθάνουμε όοοολοι εμείς που έχουμε εκτεθεί στο κωλοβακτηρίδιο Ε. σχολείο, άρα όλοι άνω των 6, νοουμένου βεβαίως ότι αλλάζει αμέσως το εκπαιδευτικό σύστημα και δεν κατεβάζει ο Καραμπελιάς, ο Ζουράρις, ο Μίκης, η τριανδρία Άνθιμος-Σεραφείμ-Αμβρόσιος και ο Ψωμιάδης Δεσμώτης τον κόσμο στους δρόμους για να κάψουμε τη Δραγώνα στην πυρά (διαχρονικό αίτημα).

Γκορίτσας: να επιστρέψουν οι καλύτεροι. Ναι, οπωσδήποτε. Αμέσως. Αλλά πάλι, τι θα κάνουνε στην Ελλάδα; Θα πάνε για φραπέ αρχικά, οκέι. Μετά; πού να τους απασχολήσουμε; Στο Δημόσιο; Έχει Μνημόνιο. Στα Πανεπιστήμια; Μα εκεί ήδη η έρευνα απομυζά πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, εμποδίζοντάς τα από το να επιτελέσουν το πραγματικό τους έργο: παραγωγή πτυχίων, εκκόλαψη κομματόσκυλων, τόνωση της επαρχίας, γαμοπάζαρο-νυφοπάζαρο, παραγωγή ψεύδους, ιδεολογίας και (βεβαίως) μανδαρίνων με στόμφο και άποψη (που την εκθέτουν και στο opus magnum τους, την προ δεκαπενταετίας διδακτορική διατριβή τους).

Θεοδωρόπουλος: Να σιωπήσουν οι οικονομολόγοι. Μωρ’ να αγιάσει το στόμα του! Να σκάσουν, όχι να σιωπήσουν, οι τσαρλατάνοι. Είναι γενικότερο το αίτημα όμως: να πάψουν όλοι όσοι νομίζουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια ενώ η άγνοιά τους γδέρνει σκνίπα στο χιλιόμετρο· να το βουλώσουν όσοι έχουνε γνώμη επί παντός του επιστητού ενώ το γνωστικό τους πεδίο είναι το ελάχιστο· να πάνε σπίτι τους οι «πανεπιστημιακοί» γκουρού-ξερόλες που δίδαξαν ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο Τιρμπουσόν· να επιστρέψουνε στη δουλειά τους οι αυτόκλητοι ιστορικοί, γλωσσολόγοι, γιατροί, κοινωνιολόγοι, εθνολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες.

Πολλά «να». Από τα «θα» του Αντρέα, στα «να» της εποχής ΓΑΠ. Πιο πρόσφατα: από τον απαθή πέσαμε στον αδαή και από αυτόν θα μας παραλάβει ο αδίστακτος. Εκτός κι αν επιστρέψει το μητσοτάκ δηλαδή, να μας σώσει και πάλι.

Επίμετρο στο ποστ που δεν έγραψα

Νομίζω ότι είναι μάλλον απρεπές άνθρωποι που έχουμε χρόνο (ή και αμοιβή) για να γράφουμε να κορυβαντιούμε διατυμπανίζοντας πόσο διαφωνούμε με την απολιτική, παιδαριώδη, ακατάστατη, κακόγουστη, αδιέξοδη, ψιλομπανάλ, εκτροπολαγνική κτλ. στάση, δράση και δραστηριότητα των «αγανακτισμένων» (θα εξηγήσω τα εισαγωγικά παρακάτω). Πώς το λέει ο γίγαντας: «Μπορεί κανείς να καγχάσει για την μέσω facebook μεθόδευση της καθόδου των μυριων, αλλά μόνο με τον ίδιο κυνισμό και την ίδια βλακεία που γελά με τις πανικόβλητες κραυγές του πυρόπληκτου, ή με τα ακατάληπτα βογγητά του μαχαιρωμένου.»

Στην εφηβεία μου και μετά, «αγανακτισμένοι πολίτες» αποκαλούνταν σκιώδεις εγκάθετοι που αποτέλειωναν το λαμπόγυαλο στην Πατησίων μετά τα καθιερωμένα επεισόδια του Πολυτεχνείου. Αλλά το «απελπισμένοι» μάλλον προσκρούει στη φυσιωμένη μαγκιά και το κόρδωμα του Έλληνος: απελπίζονται, ωρέ, τα παλληκάρια;

Την επόμενη φορά: σχέσεις, έρωτας και πού είναι το σπίτι μας.

Το ποστ που δεν έγραψα

Έκατσα να γράψω ένα ποστ χτες, σχεδόν ξενύχτησα για να το γράψω, και μετά το έσβησα. Ήταν ένα χεστήριο κείμενο, διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει: ούτε σαρκαστικό, ούτε τάχα μου υπεράνω αλλά επίτηδες πρόστυχα γραμμένο.

Έλεγα αυτά που έχω ξαναπεί, ότι η πνευματική ελίτ του τόπου αποτελείται από ανθρώπους όχι κουτούς, όχι πάντοτε μοχθηρούς και πουλημένους αλλά — κυριότατα — από βαθιά αμόρφωτους και σπερμολόγους ψευδολόγιους. Ισχυριζόμουν (χώνοντας πάντα και βρίζοντας θρασύτατα και ποταμηδόν, με αφορμή την ελεεινή διακήρυξη, τα καμώματα του αιώνιου Μίκη και πώς τον χαϊδεύουν, αλλά και τους δημοσιογράφους μας οι οποίοι γεννήθηκαν προχτές και μάλλον σε κάποιο απομονωμένο υψίπεδο της Νέας Γουινέας) ότι η μανία μας να παράγουμε λόγο και τέχνη χωρίς να έχουμε προσλάβει ποσώς λόγο και τέχνη (συνήθως δουλεύοντας μια μανιέρα που — βεβαίως — μόνον εμείς κατέχουμε), η μικρόνοη καχυποψία και κομπλεξική απέχθειά μας προς οτιδήποτε δε μας φαίνεται συνέχεια κάποιου ελληνικού στοιχείου και η ανύπαρκτη επαφή μας με, τι να πω, οτιδήποτε μας οδηγούν εδώ που είμαστε: άναρθρους και άτεχνους και χαμένους σε εικοτολογίες, στερεότυπες κουταμάρες, σπουδαιοφανείς υπεραπλουστεύσεις και προβολές κάθε είδους συλλογικής ανασφάλειας με μορφή «σκέψης».

Αυτά έλεγα πάνω κάτω αλλά τα έχω ξαναπεί, το ύφος του κειμένου ενοχλούσε πρώτα-πρώτα εμένα, κανείς δεν ενδιαφέρεται έτσι κι αλλιώς και, τέλος, έχω κάνει τάμα να μην ασχολούμαι με το πολιτικό: από τη στιγμή που βγήκαν οι άνθρωποι στους δρόμους (για καλό ή για κακό) η κοινωνία θα πάρει τον δρόμο της· έτσι όπως τα κάναμε, οι φτωχοί θα υποφέρουν έτσι κι αλλιώς (το ζητούμενο είναι γιατί και για πόσο)· οι φασίστες θα μας βρούνε μπροστά τους.

Δήλωση φρονημάτων

Προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια να καταλάβω τη μία παράμετρο, τη μία ειδοποιό διαφορά που μας κάνει καλύτερους σε όλα από τους Ιταλούς (όπου η πολιτική βλακεία και το ελεεινό γούστο ενδημούν και τους αποδίδονται και εύσημα) και διαφορετικούς από τους Ισπανούς (δε θα τους τα χώσω απόψε), λιγότερο καπάτσους από τους Βαλκάνιους και πιο γαϊδάρους από τους Τούρκους, πιο αγχίνοες και συγκρουσιακούς από τους Κύπριους και πιο άξεστους και τσομπάνους από τους (σλαβο)Μακεδόνες, λιγότερο ψυχάκηδες από τους Σέρβους αλλά πολύ πιο ψυχαναγκαστικούς από τους Βούλγαρους ή τους Ρουμάνους. Εικάζω ότι πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με την Παιδεία μας, με την ευρεία έννοια:. Με άλλα λόγια, κάτι από αυτά που μας ταΐζουν από παιδιά μας κάνει έτσι, και μάλιστα με σχετική ομοιομορφία: σκέφτομαι παιδιά γκασταρμπάιτερ, σκέφτομαι ‘Ελληνες φοιτητές στη Βρετανία, κτλ κτλ κτλ. Σκέφτομαι τη (μη) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, τον ηθικό μας κυνισμό, στα όρια της αγυρτείας, τον μελό τρόπο που αντιμετωπίζουμε το σύμπαν, τη μη-αλκοολική ευθυμία μας, τη διάθεσή μας να ασχοληθούμε με τον άλλο.

Φυσικά, αυτά είναι μια άσκηση εκ του προχείρου: γίνομαι ανθρωπολόγος εκ του προχείρου, «έχων τη μορφή του χοίρου», που έλεγε και ο συγχωρεμένος.

Πιο πολύ ακόμα και πολύ πιο έντονα με απασχολεί η φύση του έρωτα. Δεν προσπαθώ να την αναλύσω, την αντιμετωπίζω σαν ένα επείγον μα επίμονο μυστήριο που δεσπόζει στη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι ενδεχομένως σύντομα ο έρωτας για τον έρωτα θα είναι κάτι παρωχημένο και κοινωνικά αξιόψογο. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και — πάνω από όλα — η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.

Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Μάλλον δε βγαίνει.

Left behind

Η σειρά πρέπει να σας είναι τελείως άγνωστη. Διάβασα γι’ αυτήν πριν 3-4 χρόνια, τυχαία. Έχει πουλήσει περίπου 40.000.000 αντίτυπα. Ναι, στη γνωστή χώρα, στον τόπο της αμορφωσιάς, τόσο μακριά από την Ελλάδα και τον θεό της, ή μάλλον, τους θεούς της: τους προφήτες των καναλιών, τους κήρυκες των εφημερίδων, τους σεπτούς κληρικούς του μίσους, το χαύνο ιερατείο, τον λαό του θεού και τον υπόλοιπο λαμπρό θίασο. Ξαναθυμήθηκα τη σειρά με αφορμή τον ψευδοπροφήτη και μια περίληψη των 16 βιβλίων (μασαλλά! που έλεγε κι ο παππούς) υπάρχει εδώ.

Ωραία, εμάς γιατί μας αφορά; Μας αφορά γιατί αποτελεί μια άλλη πτυχή, πιο μπρουτάλ, του μεσσιανισμού και της εσχατολογίας που έχει επιπέσει σαν ηφαιστειακή στάχτη. Άλλοι περιμένουν τον Δρόμο του Κόρμακ Πώς-τον-λένε (το έχω τέσσερα χρόνια, εκατόν τόσες σελίδες, κι αρνούμαι να το διαβάσω). Άλλοι περιμένουν πυρηνικό όλεθρο (ακόμα). Άλλοι το 2012 των Μάγια. Άλλοι την κατάρρευση του καπιταλισμού. Άλλοι την επίθεση του Τούρκου, που θέλει να πάρει ή το Αγαθονήσι ή το Φαρμακονήσι ή το Παχυνήσι. Άλλοι το φαλιμέντο των τραπεζών και με παίρνουνε τηλέφωνο πού να τα βάλουνε τα λεφτά που δεν έχουν — λέω να αρχίσω να παίρνω μίζες. Ο Αντώνης περιμένει καινούργιο εμφύλιο, εγκαθιστά ρολόι σταματημένο (Doomsday Clock, ενδεχομένως), που όμως πάει σωστά δύο φορές την ημέρα, και κάνει έπαρση της σημαίας με το σφυροδρέπανο και το τιμημένο κόκκινο άστρο της Κρασνάγια Άρμια. Όλοι περιμένουν κάποιο τέλος. Θεαματικό κατά προτίμηση.

Για τον φίλο μου τον Α. δεν προβλέπεται τέλος. Έχει δύο παιδιά, μικρά. Τη γυναίκα του τη σχολάσανε όταν ήταν έγκυος στο πρώτο (ναι, γίνεται, όλα γίνονται άμα θες, απλώς μέχρι πρόσφατα γίνονταν στη ζούλα) και για να την προσλάβουν κάπου τη βάζανε να φιλήσει σταυρό ότι δε σκοπεύει να ξαναγκαστρωθεί. Για να ζήσει την οικογένεια ο Α. έκανε δυο δουλειές, η μία τον σχόλασε, η άλλη πια τον θέλει μόνο τρεις φορές την εβδομάδα. Παλιά έπαιρνε και τίποτα εξωτερικές δουλειές, όμως αυτά πάνε προ πολλού. Επειδή είναι από τους μαλάκες τους προλετάριους που δεν έχουνε χτήματα, ούτε καν αμάξι, και επειδή είναι και αλλοτριωμένος από την ιδεολογία και του άρεσε η δουλειά του, τριγυρνάει άπραγος πια τα κενά πρωινά με το μικρό παιδί στο καρότσι. Ευτυχώς στο σπίτι ζει και η μάνα του, κάτι τσοντάρει από όση σύνταξη της έμεινε. Δεν υπάρχει θεαματικό τέλος και Kingdom Come για τον Α. Οπότε, οι ψυχολογικές ενοχλήσεις για το πού πάει ο τόπος και η ταραχή των λογισμών του μαλάκα του Σραόσα, ο οποίος προς το παρόν εργάζεται, ποσώς ενδιαφέρουν ή θα έπρεπε να ενδιαφέρουν οποιονδήποτε.

Λένε πάντως οι Ισπανοί, οι οριχινάλ αρχιμουρόχαυλοι της Ευρώπης (ο Ξυδάκης το λέει πιο ευγενικά εδώ), ότι κοιμόμαστε. Δεν κοιμόμαστε, αποπληξία έχουμε πάθει, εγκεφαλικό, μπρος γκρεμός και πίσω ζόμπι: είμαστε παγιδευμένοι μεταξύ της εξόντωσής μας στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων (έβλεπα τον Ναπολέοντα Μαραβέγια το πρωί να λέει ότι εκεί στο ΔΝΤ δεν ξέρουν καλά την ελληνική οικονομία, γι’ αυτό και (της) πήραν λάθος μέτρα…) και της ανέφικτης επιστροφής στην ολόμαυρη Εδέμ της γνωστής κι οικείας μας φαυλότητας, της φαυλόπιτας που ανέθρεψε πολιτικά με παροχές και ρουφιανιλίκια τόσες και τόσες γενιές. Ο αγώνας έχει προ πολλού εκχωρηθεί στους συνδικάλες ή εξουδετερώθηκε επιτυχώς μετά τον Δεκέμβρη του 2008.

Στο μεταξύ, ο Α. έχει πραγματικά ξεμείνει κι έχει μείνει πίσω· αν μπορεί κάποιος να του πει τι να κάνει, να του το πει. Κάτι άλλο εκτός από ανοησίες όπως «υπομονή».

Περίλυπος… έως θανάτου

Η κατάσταση στην οποία έχει φέρει τη χώρα το Μνημόνιο ως ιδεολογία, δηλαδή (για να μην παίζουμε τις κουμπάρες) ο χύδην νεοφιλελευθερισμός, ο ίδιος που θα μας έκανε όλους σούπερ πλούσιους και μάγκες, είναι πράγματι αδιανόητη. Πέρα από τη φτώχεια και την κατάλυση του κράτους πρόνοιας, πέρα από τον συνοπτικό τουφεκισμό της οικονομίας (όπως καταγράφεται από την κατακόρυφη πτώση των εσόδων του κράτους και, πιο εικονογραφικά, από τα κλεισμένα μαγαζιά), πέρα από τη συντεχνιακή αποθράσυνση, πέρα από την αποθηρίωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, έχουμε φανερά πια και μιας μορφής πολιτειακή συστροφή (δε θα την πω ακόμα «εκτροπή» — τα πλάγια δικά μου):

Δεν θέλει η κυβέρνησή μας και οι συνεργάτιδες κυβερνήσεις να αντιδρούμε άλλο. Και κυρίως δεν θέλει να το κάνουμε ορατά και ηχηρά. Στην προηγούμενη μεγάλη διαδήλωση, η ΕΛ.ΑΣ είχε σπείρει από το πρωί τόσα δακρυγόνα στο Σύνταγμα ώστε να είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί η ολονύχτια καθιστική διαμαρτυρία που είχε εξαγγελθεί. Χθες, τα ΜΑΤ χτύπησαν εγκληματικά αθώους ανθρώπους – πολλούς! – ώστε να μην σταθούν μπροστά στη Βουλή. Και το τελευταίο 48ωρο, η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή κυκλοφορεί με περίπολα στο κέντρο της πόλης και ξυλοφορτώνει όποιον την φαίνεται ξένος – φασιστικά περίπολα που εκδικούνται δήθεν στο όνομά σας, εσάς των δημοκρατών. Χθες τα χαράματα σκότωσαν έναν. Αλλά η ΕΛ.ΑΣ πολεμούσε αλλού.

Δεν συμπαθώ τις συνθηματολογικές κορώνες. Δεν μου αρέσει ο ξύλινος λόγος των συνδικάτων, δεν αντέχω καμιά «συνταγή». Μην τις συμπαθείτε ούτε εσείς. Μην συμπαθήσετε καμία παράταξη, κανένα κόμμα, το ίδιο μου κάνει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι θυμάστε πως κάπου στην καρδιά αυτού του πράγματος που ονομάζουμε, συχνά με ελαφρότητα πολιτισμό, υπάρχει η ηθική. Όχι η ηθικολογία. Η ηθική. Ηθική σημαίνει: είμαι με την πλευρά της ζωής.

Και σας ρωτώ: αν δεν είστε οι δημοκράτες πολίτες μιας δημοκρατίας, τότε τι είστε;

Ναι, είπα ότι θα επιστρέψω στα μίνιμα, μέσα. Ναι, αλλά τι να γράψω: για σινεμά και ερωτικές περιπτύξεις; Για λοξό διάχυτο φως μπροστά στο παράθυρο; Για τι; Δεν ξέρω, απόψε δεν μπορώ.

Ιστορίες φρίκης ενός ηττοπαθούς

Θα μπορούσα να είμαι ο διαδηλωτής που έπεσε σε κώμα, θα μπορούσα να είμαι ο ανθρωπάκος που τον έσφαξαν γιατί τόλμησε να κρατάει κάμερα νυχτιάτικα. Έχω υπάρξει και οι δύο, αλλά γλύτωσα τυχαία, λόγω χρονικής συγκυρίας.

Έχετε καταλάβει ότι έτσι νιώθω εδώ και καιρό, αλλά να το πω κιόλας: μου είναι πια αδύνατο να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα για τα κοινά, για την Κατάσταση Ελλάδα. Έχουμε μπει αλλού πια. Κρίμα που δε χαρήκαμε την ευμάρεια και την ασφάλεια όσο τις είχαμε, παρά κλαιγόμασταν και καρδιοπαθούσαμε από το στρες σα γνήσιοι Έλληνες, που λένε.

Η Κατάσταση Ελλάδα, το Κακό — πείτε το όπως θέλετε– ξεκίνησε τυπικά στις 5 Μαΐου 2010. Κατά μερικούς γκρινιάρηδες σαν εμένα, κυοφορείται χρόνια. Πλέον όμως ξεπερνάει τη μαγκιά, την ευστροφία, τη μπλαζεδιά και τη διορατικότητά μας.

Θα επιστρέψω μέσα, στο Μέσα και στα μίνιμα. Εγώ που δε με κάψανε, δε με βιτριολίσανε, δε με σφάξανε, δε με σκότωσαν στο ξύλο, δε μ’ έχουν να περιφέρομαι σε δημόσια νοσοκομεία άρρωστος, δε με πυροβόλησαν, δε με σκότωσε η αμέλεια του εργοδότη ή βόμβα νιχιλιστική στα σκουπίδια, κτλ, κτλ. Ήδη αναπτύσσω ενοχή επιζώντων.