Η δύναμη κι η αρρώστια

Το θέμα είναι από πού αντλεί κανείς τη δύναμή του. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μικρή φέτα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το ίντερνετ για ψυχαγωγία, ενημέρωση και δικτύωση. Υπάρχουν άνθρωποι δεν φαίνονται εδώ, πουθενα δεν φαίνονται.

Υπάρχουν άνθρωποι που τους απορροφάει η δουλειά, η κανονική δουλειά που σε διαλύει, ή η μελέτη. Υπάρχουνε γέροντες παρκαρισμένοι μπροστά σε τηλεοράσεις που κουλαντρίζονται με ηρεμιστικά για να μην τους πνίγει αξόδευτη ζωή ή ανεξέταστη δυστυχία δεκαετιών. Υπάρχουν αγόρια χαμένα σε γειτονιές και κορίτσια με χωρίς στον ήλιο μοίρα. Υπάρχουν άνθρωποι ολιγογράμματοι και εκ προοιμίου ηττημένοι. Υπάρχουν πάρα πολύ φτωχοί άνθρωποι, περισσότεροι από παλιά, και ας τους ξεχάσαμε μέσα στη συριζαϊκή κανονικότητα.

Υπάρχουν πολύ περισσότερες εκδοχές ανθρώπου, Οράτιε, από όσες ονειρεύτηκε η ιδεολογία σου.

Όποιος χώρισε κι απώλεσε, όποιος νιώθει να μη φτάνει μέχρι εκεί όπου θέλει, όποιος είναι φτωχός και πεινασμένος, όποιος ασφυκτιά και καταπιέζεται, όποιος λιώνει σιγά σιγά από την απραξία, όποιος λιανίστηκε από τη μοναξιά και το πένθος — αυτοί και πολλοί περισσότεροι χρειάζονται δύναμη.

Δύναμη δεν αντλείται μόνο από την αγάπη, τον έρωτα, τον ορθολογισμό, το κατοικίδιό σου, τη δουλειά σου, την πίστη στον υπέροχο κι αλάνθαστο εαυτό σου ή στον Θεό. Υπάρχουν τόσα φυλαχτά και χαϊμαλιά όσα και άνθρωποι. Και οφείλουμε να τα σεβόμαστε ως αυτό που είναι: φυλαχτά και χαϊμαλιά.

Και ναι, κι εγώ είμαι μαζί με αυτούς που θα πουν ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε φυλαχτά. Ότι δεν μπορούμε να χτίζουμε τη ζωή μας πάνω στα παιδιά μας, στο ταίρι μας, στο όποιο έργο μας ή στο μαγαζί μας και τη δουλειά μας. Δεν γίνεται ρε φίλε να ελπίζεις ότι θα σε θεραπεύσει το αγιασμένο φρούτο ή η θετική σκέψη. Άλλωστε, γεμάτος είναι ο κόσμος από αγέρωχους ορθολογιστές που κλαίνε μόνοι. Δεν χρειάζεται θεραπεία; Δεν είναι ανάγκη να απαλλαγούμε από τις αυταπάτες; Αρρώστια δεν είναι η εξάρτηση κι η μονομέρεια;

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Κάποιοι ναι, πρέπει να αφήσουν επειγόντως το χαϊμαλί και την τυχερή δεκάρα τους, κάποιοι όχι ακόμα. Ακόμα κι αν μιλάμε για αρρώστια (θυμηθείτε λ.χ. πώς ο Πλάτωνας και οι υπόλοιποι αρχαίοι θεωρούσαν οι μαλάκες τον έρωτα αρρώστια και μανία), πρέπει να τον θεραπεύσουμε τον άλλο;

Ίσως όχι. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά περιστατικά που περιγράφονται στο «Ο άνθρωπος που πέρασε τη γυναίκα του για καπέλο» του Σακς είναι με τον καλλιτέχνη που είχε πάρα πολύ σοβαρό Τουρέτ. Όταν εντέλει με φαρμακευτική αγωγή τού πέρασε, έχασε τη δημιουργικότητά του, την όρεξή του, τη διάθεση και τη ζουρλάδα να συνεχίσει να δημιουργεί — μουσικός ήτανε, νομίζω. Πήγε στον γιατρό και του ζήτησε να του δώσει πίσω το Τουρέτ, την αρρώστια.

Η μεγαλούπολη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πρόσφατα ότι η κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη «απέτυχε να δημιουργήσει συνεκτικά οικιστικά περιβάλλοντα». Με άλλα λόγια, η προσδοκία μερικών οραματιστών να αντικατασταθούν τα χωριά από ουρανοξύστες ή μπλόκα δεν εκπληρώθηκε. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στον σημερινό κόσμο μπλόκα ή ουρανοξύστες κατοικιών αντιστοιχούν σε κοινότητες.

Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε ουρανοξύστες αντί χωριών και μπλόκα αντί γειτονιών είναι και ότι οι ουρανοξύστες, οι πολυκατοικίες και τα μπλόκα κατά κανόνα εντάσσονται μέσα στον οικιστικό ιστό μεγαλουπόλεων. Και, τελικά, «στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δεν συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του».

Γενικότερα, στις μεγάλες πόλεις κάνουμε παρέα και δικτυωνόμαστε κοινωνικά με αυτούς που επιλέγουμε και όχι απαραιτήτως με τους γείτονές μας και με το σόι μας. Μάλιστα, ένας από τους δευτερεύοντες παράγοντες που ενισχύουν την αστυφιλία είναι και αυτός: στη μεγαλούπολη επιλέγεις εσύ ποιους θα συναναστραφείς, σε ποιες κοινότητες θα ενταχθείς και με ποιους θα κάνεις παρέα — αντίθετα με τα αμερικάνικου τύπου προάστεια, με τις μικρές πόλεις και βεβαίως με τα χωριά, όπου συγχρωτίζεσαι γείτονες κυρίως.

Αυτή είναι και μία από τις πηγές καχυποψίας απέναντι στη ζωή της πόλης: οι άνθρωποι με τους οποίους είσαι δικτυωμένος κοινωνικά, τα μέλη της όποιας κοινότητάς σου, δεν μπορούν να σε ελέγχουν μέσω της διαρκούς γειτνίασης· ο καθένας μας επιλέγει ποιους θα έχει φίλους, σε ποιους θα μιλήσει και σε ποιους όχι. Ο γείτονας στη μεγαλούπολη δεν είναι ex officio φίλος, συνήθως δε είναι απλός ξένος.

Με την ίδια καχυποψία αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία και η κοινωνική δικτύωση μέσα από τα σοσιαλμήντια. Χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να φτιάξεις αλλά και να διαχειριστείς τις δικές σου κοινότητες, που δεν περιορίζονται ούτε από τη γειτνίαση αλλά ούτε καν από την εγγύτητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρος τις πουριτανικές πρακτικές Πανοπτικού συγκεκριμένων πλατφορμών όπως το facebook, δύσκολα ελέγχεται σε ποιες ονλάιν κοινότητες ανήκεις, συνεκτικές ή χαλαρές.

Και βεβαίως, ο William Gibson στον Νευρομάντη έπεσε έξω: οι περισσότεροι συμμετέχουμε στις οιονεί κοινότητες κυρίως για να εμπλουτίσουμε και για να επεκτείνουμε την εξωδιαδικτυακή μας ζωή και όχι για να χαθούμε μέσα στις ίδιες τις διαδικτυακές κοινότητες και στα όποια φόρα. Θυμίζει λίγο η κατάσταση την παλαιότερη μανία της αλληλογραφίας: οι περισσότεροι αλληλογραφούσαν με σκοπό τις όποιες γνωριμίες και ελάχιστοι αρκούνταν στην επιστολογραφική σχέση εφόσον υπήρχε η δυνατότητα συνάντησης, γνωριμίας και συναναστροφής διά ζώσης.

Η επιστολογραφία, που για δεκαετίες ζωοποιούσε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά των ιερεμιάδων περί «διαδικτυακής αποξένωσης»: εφόσον και για όσους η επιστολογραφία, ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι προθάλαμοι ή υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής και όχι χώροι νιρβάνας μέσα στους οποίους θα διαλυθεί η συνειδητότητά μας ξέρω γω, δεν τρέχει κάστανο.

Συνοπτικά: όσο χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τη διά ζώσης γνωριμία (την όποια γνωριμία ή συναναστροφή ή συναλλαγή), η μομφή περί αποξένωσης είναι κενή. Με τον ίδιο τρόπο που η «αποξένωση των ανθρώπων» στις μεγαλουπόλεις οφείλεται περισσότερο στις εργασιακές συνθήκες μετά τη δεκαετία του ’70 και λιγότερο στο ότι «δεν ξέρεις (αφού δεν θέλεις ντε και καλά να ξέρεις) ποιος μένει δίπλα σου».

Η ματιά του σεξισμού

Η ματιά του σεξισμού ισχυρίζεται ότι διακρίνει χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν διακρίνονται υπό άλλες οπτικές γωνίες ή με άλλα ερμηνευτικά εργαλεία.

Για να φέρω ένα πάρα πολύ απλό παράδειγμα, η ματιά του σεξισμού περιέχει τον ισχυρισμό ότι μόνον αυτή βλέπει λ.χ. ότι οι γυναίκες είναι κοκέτες, ότι αργούν να ετοιμαστούν ή ότι είναι έτοιμες να σφαχτούν μεταξύ τους (π.χ. να τσακωθούν για άντρες) όντας ικανές μόνο για επιφανειακές λυκοφιλίες μεταξύ τους.

Αυτό ισχύει: όντως η σεξιστική ματιά διακρίνει πάνω στον γυναικείο «χαρακτήρα» πτυχές του που μέσα από κάποια άλλη ερμηνευτική ματιά είναι δυσδιάκριτες ή αόρατες.

Δεν πρόκειται όμως για κάποιες πτυχές της γυναικείας φύσης, παρά για συνέπειες του σεξισμού, της πατριαρχίας, της κουλτούρας του βιασμού: οι γυναίκες θα έπρεπε να ανταγωνίζονται μεταξυ τους για έναν ξεροκόμματο άντρα. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενες προφητείες στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν πρόκειται για μονομερή έμφαση σε κάτι (π.χ. κοκεταρία και φιλαρέσκεια) που χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου.

Άρα η ματιά του σεξισμού βλέπει πάνω στις γυναίκες αντανακλάσεις του εαυτού του.

Ρεμβασμός

Αυτές τις μέρες της αποκάρωσης σκέφτομαι τις συγκεκριμένες χαρές που κάθε γυναίκα μού χάρισε. Πόσο υπέροχο είναι να σιγά η γλώσσα και να αφήνεσαι στον χαρακτήρα της άλλης, στο πώς πράγματι αισθάνεται στο ποια αληθινά είναι. Να μη χρειάζεται να σου περιγράψει ποια είναι ή να σου μιλήσει για τον εαυτό της ή να σου διηγηθεί καθοριστικά γεγονότα της ζωής της. Πόσο ευφρόσυνο αυτή που είναι να γίνεται φανερό και ταυτόχρονα ηδονή, η μόνη ηδονή περιωπής σε έναν κόσμο που καμώνεται πως μπορείς την υποκαταστήσεις με διαλογισμό, αριστεία, ακτιβισμό, παραγωγικότητα ή — τρισχειρότερα — εξουσία. Χιλιοειπωμένο, αλλά αυτό το έγνω στη μετάφραση τον Εβδομήκοντα, η ιδέα ότι το σεξ είναι γνώση του άλλου, είναι από τα ομορφότερα δώρα της ιουδαϊκής θεολογίας στην ανθρωπότητα. Ο έρωτας των άκρως αισθητών είναι όντως γνώση και φανέρωμα, και ας μην ξέρουμε συνήθως να την ερμηνεύσουμε ή, συνηθέστερα, να τη διαχειριστούμε αυτή τη γνώση.

Ποια είναι η άλλη με την οποία γαμιέσαι φανερώνεται αβίαστα και σχεδόν ολοκληρωτικά, άλλωστε είμαστε οι κρυφές ουλές και το αποτύπωμα της ζωής όσο είμαστε και η όψη της ομορφιάς ή τα παιχνίδια που παίζουμε. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στον οίνο, αλλά στη βίνευση. Δεν διατυπώνεται βεβαίως η αλήθεια αυτή μέσω τεχνικών και προτιμήσεων, ούτε υπάρχουν λεξικά και τσελεμεντέδες τύπου «αν ζητάει αυτό τότε είναι τέτοια· αν λέει αυτά άρα είναι έτσι· αν κάνει το άλλο τότε είναι δείνα”. Δεν είναι κείμενο η λαγνουργία, να ψάχνεις να βρεις σημεία και γραμματικές, είναι γεγονός: το κατεξοχήν γεγονός. Η αλήθεια του γεγονότος θα εκφραστεί υπόρρητα, επεξεργασμένη όχι από τη γλώσσα αλλά από κάτι μου μπορούμε να πούμε “διαίσθηση”. Είναι δύσκολη η διαπίστωση ότι φανερωνόμαστε όταν γαμιόμαστε κι αυτός είναι ένας λόγος που συνήθως γαμιόμαστε κρυφά.

Εννοείται ότι από εκεί και πέρα προσπαθούμε να οριοθετήσουμε την ιμερική μας συμπεριφορά ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ζωή, από την υπόλοιπη συμπεριφορά, από τον υπόλοιπο χαράκτηρά μας, επιδιώκουμε να περιχαρακώσουμε την ερωτοπραξία ως κάτι που “απλώς” αφορά τη φυσιολογία και τις όποιες ανατομικές ιδιαιτερότητές μας με ολίγη από ψυχανάλυση της πλάκας και να το αφήσουμε εκεί. Κι όμως, στο γαμήσι (και στο καυλάντισμα μετά τις πρώτες 5-10 ερωτοπραξίες) είμαστε ελεύθεροι και ο εαυτός μας ή είμαστε τραγικοί, τραγικοί ακριβώς επειδή δεν μπορούμε ή δεν αφηνόμαστε να είμαστε ο όποιος εαυτός μας.

Η γνώση που έρχεται μέσα από τους καταγλωττισμούς, τους μηκυθμούς, τις λαβές, τους ιδρώτες, τους μορφασμούς και τα χαμόγελα, τις στοναχές, την αθλητική προσπάθεια και τα χύσια δεν είναι ούτε ευτελής, ούτε καν απλή: ήδη είπα ότι δεν ερμηνεύεται και δεν κουμαντάρεται εύκολα. Βεβαίως, όπως κάθε γνώση, δεν είναι πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη. Δεν υπονοώ ότι θα κάτσουμε να διαβάσουμε την άλλη για να βρούμε “θέματα” ή “προβλήματα”, ούτε ότι θα κάνουμε τη λίστα μας για να την κράξουμε μετά τον χωρισμό για το πόσο τσουλάρα είναι. Με τίποτα τέτοιες αηδίες. Λέω κάτι πολύ απλό, όπως παραπάνω: μέσα από το σεξ, με σχετική βεβαιότητα μετά τις πρώτες 5-10 επαναλήψεις αλλά και νωρίτερα, πράγματι γυμνώνεται η άλλη μπροστά σου, και δεν μιλάω καν για σωψυχίδια και τέτοια αλλά για τη δυνατότητα θέασης κι ενατένισης της άλλης.

Ένα παράδειγμα: μιλούν με λεπτομέρειες όσοι ξέρουν, εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια εμπειρία, για την τρομακτική εμπειρία να το κάνεις με ρηχό άνθρωπο — δεν λέω “απλοϊκό”, λέω “ρηχό», που είναι περιγραφή χαρακτήρα επιμολυσμένου με δόλο και με ναρκισσισμό. Ό,τι κι αν λέει, όποιες κι αν είναι οι προϊμερικές και οι μετοργασμικές μανιέρες του ανθρώπου, στο γαμήσι βγαίνουν πάρα πολλά — για να το πω απλά.

Βόσπορος

Ο Βόσπορος είναι δυστυχώς κοινοτοπία. Χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία, λέει. Ανεβαίνεις στο βαποράκι που κάνει τη διαδρομή τη ζιγκ ζαγκ και σου λένε, τώρα πιάνεις Ασία, τώρα Ευρώπη, τώρα Ασία, τώρα Ευρώπη. Σίγουρα αυτή η ιδέα είναι τουρκομπαρόκ εμπνεύσεως, αφού Ευρώπη δεν νοείται χωρίς ολόκληρη την Πόλη μέσα. Και εν πάση περιπτώσει, ο Βόσπορος βρίσκεται στη μέση της Πόλης· στην πραγματικότητα είναι ο ποταμός της Πόλης με τον τρόπο που θα αντιγράψει αιώνες μετά το Ηστ Ρίβερ στη Νέα Υόρκη, αφού χωρίζει την σωστή όχθη από την άλλη όχθη: χωρίζει το κάπου από το κάπου αλλού. Άλλωστε όπως κάθε ποτάμι που σέβεται τον εαυτό του, τον χειμώνα κατεβάζει παγωμένους υγρούς ανέμους που κάνουν τον Βαρδάρη να μοιάζει απόγεια αύρα.

Ο Βόσπορος είναι και πέρασμα με πολλή κίνηση, είναι και διάσπαρτος με αγκυροβολημένα γκαζάδικα και φορτηγά — άρα κι αχανές λιμάνι. Έχει και ψάρια και θαλασσινά που οι Σταμπουλιώτες καταναλώνουν πρόθυμα και μάλλον με άγνοια κινδύνου. Από κάτω του περνάει και τραίνο, εκεί όπου συναντάει την Προποντίδα, ενώ βεβαίως πάνω στην επιφάνειά του κυκλοφορούν αστικές συγκοινωνίες: βαπορέτα. Κάθε τι στον Βόσπορο διακηρύσσει ότι πρόκειται όχι για ραφή κρανίου κι ασυνέχεια, παρά για το ποτάμι στο κέντρο του κόσμου (γιατί τι είναι ο κόσμος παρά πόλη). Κάποιοι λίγο πιο αλαφροΐσκιωτοι θα ισχυριζόντουσαν ότι ο Βοσπορος ίσως είναι ένα από τα χαμένα ποτάμια της Εδέμ, με παραπόταμο των Κεράτιο και την ίδια την Εδέμ στη συμβολή τους.

Waterloo Bridge

Είναι η γέφυρα που δεν θα συστήσει κανείς ταξιδιωτικός οδηγός του Λονδίνου. Υστερεί σε κάλλος κι ιστορικότητα και δεν οδηγεί και πουθενά ιδιαιτέρως συναρπαστικά. Άλλωστε όλες οι γέφυρες είναι διανύσματα με διεύθυνση και φορά: οδηγούν από κάπου κάπου άλλου και σχεδόν ποτέ δεν οδηγούν από κάπου άλλου προς κάπου. Στο Λονδίνο οι γέφυρες του Τάμεση οδηγούν από Βορρά προς Νότο, εκτός ίσως από την πεζογέφυρα που συνδέει Άγιο Παύλο και Τέιτ. Η Waterloo Bridge, εις ανάμνηση του Βατερλώ, συνώνυμου στην Αγγλία νίκης περίλαμπρης, συνδέει το Aldwych με τον σταθμό του Waterloo, του Βατερλώ, από τον οποίο έφευγαν τα τραίνα για τη Γαλλία, στην οποία Βατερλώ σημαίνει Βατερλώ.

Οι γέφυρες εκτός από διανύσματα είναι και κουπαστές ακίνητων πλοίων. Πας στη μέση της γέφυρας και στέκεσαι εκεί για να ατενίσεις το ποτάμι ή τα στενά από κάτω και το τοπίο προς τον ορίζοντα. Αλίμονο στις γέφυρες που δεν περπατιούνται, κρίμα οι γέφυρες πάνω στις οποίες δεν μπορείς να σταθείς και να ακουμπήσεις στο βάθος τη ματιά σου. Από αυτή την άποψη η γέφυρα του Waterloo είναι αξεπέραστη.

Από τη δεξιά της πλευρά (είπαμε: οι γέφυρες στον Τάμεση πάνε από Βορρά προς Νότο) όλο το τουριστικό πανηγυράκι του Λονδίνου: το Κοινοβούλιο με το ρολόι, ο Μύλος κ.ο.κ. Ιδανικό σημείο για φωτογραφίες με καλό τηλεφακό ή πανοραμικές. Πηγαίνεις μετά από την άλλη πλευρά, την αριστερή. Καθώς κατεβαίνουν τα παγερά ρεύματα που τραβάει ο Τάμεσης από τη Βόρεια Θάλασσα νιώθεις να ξυπνάς σε μια εγρήγορση κι ευδία πιο εναργή από όσο θα ήθελες. Αντικρύζεις, ιδίως τη νύχτα σαν φώτα στο βάθος, το χωριό του Blade Runner, τους πύργους του Σίτυ και των Ντοκλαντς να περιστοιχίζουν τον Άγιο Παύλο όπως οι μπάτσοι διαδηλώτρια. Κοιτάς για λίγο κάτω και βλέπεις τη λασπούρα του Τάμεση να σπεύδει προς τη. θάλασσα. Και κάθε φορά συνειδητοποιείς κάτι, κάτι διαφορετικό κάθε φορά.

Η γέφυρα του Waterloo μπορεί να γίνει τόπος καρποσταλικών αναμνήσεων ή σημείο φωτισμού, του φωτισμού που προσφέρει ο κρύος υγρός άνεμος κι ένα μαγευτικό αλλά απάνθρωπο τοπίο.

Τα στενά της Σαλαμίνας

Η Σαλαμίνα είναι πιθανότατα ο Άδης των μικρομεσαίων, εκεί που παν οι φιλήσυχοι άνθρωποι όταν πεθάνουν. Έχει τα πάντα η Σαλαμίνα και τίποτα δεν της λείπει: έχει αγορά κι έχει και ωραία μεγάλα σπίτια διώροφα· οι παραλίες της αρκούν για να δικαιολογήσουνε το παρατσούκλι “Σαλαμύκονος” και σίγουρα θα είναι παραπάνω από ικανοποιητικές για πεθαμένους λουόμενους. Είναι νησί και δεν είναι μακριά, είναι μια νήσος μικρομεσαίων μακάρων που θα χαρίσει μεταθανάτια τρυφή σε κάθε άνθρωπο που μάταια ονειρεύτηκε το χρήμα και ζωήν αιώνιο μέσα σε εξοχικό.

Στην πραγματικότητα, αν σπουδάσει κανείς προσεκτικά το Πέραμα θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μια από τις άκρες του κόσμου. Είναι διαποτισμένο το τοπίο από την αίσθηση του ορίου, της άκρης, του τέλους. Στο Πέραμα δεν μπορεί παρά να τελειώνει ο κόσμος, και μάλιστα όχι με πάταγο παρά με στεναγμό. Τα στενά της Σαλαμίνας συνιστούν τον ουδό του Άδη, κι όχι μόνο για να τους ναύτες του Περσικού στόλου.

Για να διαβείς τα στενά της Σαλαμίνας πληρώνεις ένα κέρμα στον βαρκάρη. Το πορθμείο είναι σιωπηλό και το μπαρ του πάντα κλειστό — τι ανάγκη έχουν από φραπέδες καραβίσιους οι πεθαμένοι; Κοιτάζεις πίσω και σιγουρεύεσαι ότι το Πέραμα ήταν η άκρη του κόσμου. Προσεγγίζοντας τη Σαλαμίνα βλέπεις στις ακτές της ένα λοιμοκαθαρτήριο ή σανατόριο — εγκαταλελειμμένο βεβαίως, αφού στον Άδη είναι η κατάπαυση των νοσημάτων. Πλησιάζεις τα Παλούκια και επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου: εδώ είναι ένα μακάριο κατοικητήριο πεθαμένων. Εδώ είναι επιτέλους η ήσυχη ζωή. Κατεβαίνεις και βρίσκεις τη δική σου θέση στας αιωνίους μονάς, κάποιες από τις οποίες τίμησαν και οι βασιλείς των Ελλήνων, αφού πάρεις τυρόπιτα από έναν από τους πολλούς καλούς φούρνους.

Σεξουαλική στέρηση

στον Νάτση, που το παρήγγειλε

Διαβάζω τον Κόσμο Ανάποδα του Γκαλεάνο, μάλλον κακογραμμένο βιβλίο χωρίς ιδιαίτερη συνεκτικότητα: θα είχε περισσότερο ζουμί διαρθρωμένο σαν μια σειρά ποστ, άρθρα ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, αφού διαβάζοντάς το αντιλαμβάνεται κανείς και ποιες είναι οι μνημονιοκρατικές μέθοδοι και ότι βεβαίως έχουν εφαρμοστεί σε μεγάλη έκταση στη Λατινική Αμερική.

Μια συνέπεια της εφαρμογής αυτών των μεθόδων είναι και η δαιμονοποίηση της φτώχειας, μια εντελώς νεοφιλελεύθερη πρακτική: οι φτωχοί είναι μούργα, τεμπέληδες, έρμα. Είναι φτωχοί γιατί είναι αλκοολικοί κι αμόρφωτοι (και όχι «είναι αλκοολικοί και αμόρφωτοι γιατί είναι φτωχοί»). Και πάει λέγοντας. Η μισανθρωπία στην υπηρεσία του πλουτισμού των λίγων, η μισανθρωπία και η συντριβή των φτωχών ως τρόπος να εσωτερικεύσουν οι φτωχοί ότι οι ίδιοι ευθύνονται για τη «μοίρα» τους και για το «ριζικό» τους: η φτώχεια δεν είναι πολιτικό πρόβλημα, δεν είναι καν συμφορά και θεομηνία, παρά ευθύνη των φτωχών και οψώνια των αμαρτιών τους.

Αυτό μου θύμισε μια μισανθρωπική πρακτική προσφιλή στη δική μας κοινωνία: τη δαιμονοποίηση της σεξουαλικής στέρησης. Βεβαίως, θα πει κανείς ότι ο παραληλισμός είναι επιεικώς άστοχος γιατί αν κάποιος είναι σεξουαλικά στερημένος όντως ευθύνεται τουλάχιστον εν μέρει και οι ίδιος για αυτό. Σύμφωνοι. Το πραγματικό ζήτημα είναι η στέρηση ως μομφή, όχι η ίδια η στέρηση.

Η σεξουαλική στέρηση ως μομφή, μέσα στο μεγάλο ερμηνευτικό πλαίσιο της πατριαρχίας, βρίσκεται στη βάση της στερεοτυπικής σκιαγράφησης της αποστεγνωμένης γεροντοκόρης και της νυμφομανούς χήρας. Και εκτός πατριαρχίας, η σεξουαλική στέρηση ερμηνεύει την ακμή και την αδιάκοπη θλίψη κι οργή του σπυριάρη έφηβου (έως και ετών 30 στην Ελλάδα) ή τις αϋπνίες γερόντων. Και πάλι θα παραπονεθεί κανείς ότι αυτού του είδους τα στερεότυπα ανήκουνε πλέον στη σφαίρα της λαογραφίας ή ότι δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από μάλλον αθώα καλαμπούρια. Διαφωνώ ριζικά αλλά ας δεχτούμε ότι όντως πρόκειται για καλαμπούρια κι ας προχωρήσουμε, δεδομένου ότι κάποιοι αναγνώστες ήδη έχουν αναγνωρίσει τουλάχιστον άλλες δύο σχετικές μομφές.

Η πρώτη είναι βεβαίως του μαλάκα: οι ιδιότητες του idiot ονοματίζονται στα ελληνικά από την καταφυγή στον (μάλλον καθ’ έξη) αυνανισμό. Σχετικά είναι και τα «άντε γαμήσου να ασπρίσεις / να ξελαμπικάρεις» ή προτροπές να πάει κανείς στις πουτάνες μήπως και συνέρθει / ξαλλεγράρει. Δεδομένου ότι η αποχή από την ερωτοπραξία δημιουργεί αβάσταχτες μη-σεξουαλικές εντάσεις και μαγκώματα που ο αυνανισμός δεν επιλύει, ανεξαρτήτως ποσότητας και ποιότητας της μαλακίας, δεν μοιάζει κι εντελώς άδικο να στιγματιστεί ο στερημένος άντρας ως ο πρωτοτυπικά idiot. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα φαίνεται να έχει καταλήξει και ο πληθυσμός της νοτιοανατολικής Αγγλίας, άλλωστε, με τα wanker και τα tosser του.

Η δεύτερη μομφή δεν είναι ολωσδιόλου αθώα κι έχει να κάνει με το κράξιμο γυναικών, αυτό που λέμε slut shaming. Εδώ μπαίνουμε πάλι μέσα στην τέντα του ερμηνευτικού τσίρκου της πατριαρχίας. Σε πρώτη φάση, η κουλτούρα του βιασμού ανευρίσκει ελαφρυντικά της βίας κατά των γυναικών στο τι φοράνε και στο αν είναι «προκλητικό». Σε δεύτερη φάση, λιγότερο προφανή, ερμηνεύουμε το ντύσιμο και τη συμπεριφορά γυναικών και με βάση το πόσο στερημένες είναι, άρα με το κατά πόσον χρησιμοποιούν λ.χ. το ντύσιμό τους ως εργαλείο για να προκαλέσουν. Ως εδώ καλά: όλοι ενίοτε ντυνόμαστε κάπως προκειμένου να σαγηνεύσουμε, εκτός και αν είμαστε μοναστικών τάσεων. Όταν όμως μιλάμε για γυναίκες, η πρόθεση να προκαλέσουν (όταν, είπαμε, δεν αποτελεί πρόσχημα για να δικαιολογήσουμε βία εναντίον τους) ερμηνεύεται ως ένδειξη σεξουαλικής στέρησης.

Και εδώ επιτέλους φτάνουμε στον πυρήνα του ζητήματος: η σεξουαλικά στερημένη γυναίκα στιγματίζεται και δαιμονοποιείται και σήμερα, ιδίως αν αφήνει να διακρίνονται εξωτερικά γνωρίσματα της στέρησής της. Κράζεται και χλευάζεται. Λες και η στέρηση είναι παράπτωμα ή συνέπεια κάποιου ηθικού σπίλου. Λες και η προσπάθεια να θεραπευθεί η στέρηση μέσω του ντυσίματος ή μιας πιο αλλέγρας και θελκτικής συμπεριφοράς (αν ντε και καλά πρέπει να κάνουμε ψυχολογία του ποδαριού) είναι κατακριτέα. Βεβαίως οι στερημένες αλλά και οι αχόρταγες ερωτικά γυναίκες θεωρούνται, ρητά και υπόρρητα, προβληματικές: αν δεν πηδιούνται κάποιο πρόβλημα έχουν, αν πηδιούνται αλλά ακόμα αισθάνονται στερημένες, θεός φυλάξοι και αμάν παναγίτσα μου ή, επί το ψυχολογικότερον, έχουνε θέματα να επιλύσουνε.

Συνεπώς, όπως η ύπαρξη μιας χούφτας κλασικών τεμπέληδων μπορεί να γίνει αφορμή να στιγματιστεί ολόκληρη η τάξη των φτωχών μέσα στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, έτσι και το (ελέω και πατριαρχίας) μάγκωμα κάποιων γυναικών γίνεται αφορμή μέσα στο ερμηνευτικό τσίρκο της πατριαρχίας να στιγματιστεί κάθε γυναίκα που θέλει περισσότερο σεξ και που το δείχνει.

Γενεά σκολιά κτλ. κτλ.

Η γενιά μας μεγάλωσε με πολλές μικρές θλίψεις, όχι μέσα σε κατακλυσμιαία γεγονότα όπως πόλεμοι, κατοχές και μνημονιοκρατίες — γι’ αυτό και ο Δεκέμβρης του ’08 μας φάνηκε δυσερμήνευτος ή κι εντελώς ακατάληπτος.

Κάποιες από αυτές τις στενοχώριες και αγωνίες φαντάζουν (και είναι) ευτελείς και ελαφριές, σχεδον μικροπρεπείς: μεγαλώσαμε μέσα σε συνθήκες εν μέρει μικροαστικές, εν μέρει first world problems. Η διερωτησή μας καθώς μεγαλώνε και έπηζε μέσα μας η αντίληψη του κόσμου ήταν τι ζωή είναι αυτή που κυλάει ανάμεσα σε μικροκαβγάδες και ψευτοαπογοητεύσεις, μια ζωή μικρές ιστορίες στο κέντρο και στις συνοικίες. Βλέπαμε τη ζωή μας να κυλάει τα νερά της μέσα σε τοπία λοφώδη και πληκτικά, μακριά από αλπικά ανάγλυφα και χωρίς άγριους οριζόντιους διαμελισμούς, μακριά από χαράδρες και οροπέδια.

Η γενιά μας μεγάλωσε και με πολλές μικρές βεβαιότητες: κακή τσιμεντούπολη, καλό χωριό· Ελλάδα σε 53 χρωματιστά τμήματα εν μέσω μπεζ χαρτογραφικών ερήμων και γαλάζιας θάλασσας· μακριά από τα πολιτικά και τη διχόνοια που φέρνουν· ο καλός δεν χάνεται· όποιος κοιτάει τη δουλειά του δεν ζημιώνεται· άκου, βλέπε, σώπα· όχι στις υπερβολές· υπάρχουνε πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται — κτλ.

Και φτάσαμε πια στην ηλικία στην οποία καλοθυμόμαστε τους γονείς μας.  Και τα έχουμε λιγάκι χαμένα. Γιατί οι γονείς μας στην ηλικία μας έκαναν αυτά που τους κάπνιζε (έτσι έλεγαν τότε: ό,τι μου καπνίσει) και δεν τους απασχολούσε αν θα στεναχωρεθεί η μαμά τους ή αν δεν εγκρίνει ο μπαμπάς τους, γιατί είχανε δουλειά και πόρτα που έκλεινε πίσω τους και (συνήθως) είχανε και παιδιά δικά τους και — άμα λάχει — έκοβαν την καλημέρα στους γονείς τους εάν τόλμαγαν να πούνε καμμιά κουβέντα παραπάνω.

Εμείς πάλι ζούμε με τους γονείς ή κοντά τους, περίπου στην ηλικία που εκείνοι έχτιζαν σπίτια κι εξοχικά ή πήγαιναν στην Ευρώπη με φίατ κι όπελ και λάντα μέσω Γιουγκοσλαβίας — κατά την τάξη και κουλτούρα τού καθενός.

Τους αφήνουμε να μας ποτίζουν ενοχές και να μας κηρύσσουν τον λόγο του θεού τους, των νευρώσεων και των διαψεύσεών τους, λες κι είμαστε έφηβοι· τους ακούμε προσεκτικά.

Δεν μας νοιάζει μόνον η γνώμη του κόσμου, σαν καλοί Έλληνες που είμαστε, αλλά και των συγγενών, με τους φίλους μας να παριστάνουν τους αυτόκλητους ερασιτέχνες ψυχαναλυτές.

Βρίζουμε, καλιαρντεύουμε ντεμέκ και λέμε μαλάκα κάθε τρεις και λίγο για να νιώθουμε μεγάλοι, λες κι είμαστε δέκα χρονών.

Στην ηλικία που οι γονείς μας δοκίμαζαν δειλά τι εστί παρτούζα και αγόραζαν βίντεο για να βλέπουνε σπίτι τους τσόντες («δεν έχουν τίποτα τα κανάλια») εμείς χαμογελάμε όλο πλησμονή μπροστά από τις μέινστριμ ιντερνετικές τσοντίτσες.

Φοράμε κομποσχοίνια κατάσαρκα πάνω από τατού (όχι πια «τατουάζ») αφιερωμένα στην Παναγία, στην πατρίδα και στην οικογένεια, που είναι πάνω απ’ όλα· μιλάμε για Ορθοδοξία κι Ελληνισμό περισσότερο κι απ’ όσο μιλάμε για «πολιτικούς», γάβρους και τον ΠΑΟΚ.

Αγοράσαμε σπίτια και κάναμε οικογένειες όχι επειδή έπρεπε, σαν τις προηγούμενες γενιές, αλλά γιατί έτσι θέλαμε να πιστεύουμε ότι θα ολοκληρωθούμε σαν άνθρωποι…

Είμαστε η γενιά των μικρών θλίψεων, των δειλών αποφάσεων, της ανάγκης για ουδετερότητα κι ησυχία, των ήπιων απολαύσεων. Είμαστε αγκιστρωμένοι με πείσμα και λύσσα πάνω στην κανονικότητα κι ας αποσυντίθεται εκείνη στο άγγιγμά μας σαν άθαφτο λείψανο.

I wan’na be like you

Η διασκευή του ντισνεϋκού τραγουδιού από τους Big Bad Voodoo Daddy ακούγεται στην ταινιάρα Swingers. Η ταινία μιλάει για την εναγώνια αναζήτηση του έρωτα εκ μέρους ενός άντρα που δεν είναι τόσο παίκτης όσο «θα έπρεπε”. Συνεπώς η ταινία είναι κωμωδία. Μάλιστα, πρόκειται για όντως αστεία κωμωδία.

Θέλω να πιστεύω ότι η ανάσυρση του τραγουδιού για να συμπεριληφθεί στην ταινία δεν είναι τυχαία. Η πρώτη του εκτέλεση χρονολογείται από τη δεκαετία του ’40, στη σκηνή ο βασιλιάς των πιθήκων απευθύνεται στον Μόγλη και του λέει ότι και θέλει και μπορεί να του μοιάσει και να γίνει σαν κι αυτόν. Με άλλα λόγια, στο I wan’na be like you εντοπίζουμε μια βασική διάθεση και τάση που μας πυροδοτεί ο έρωτας: να μοιάσουμε με αυτόν ή με αυτήν που έχουμε ερασθεί. Αν το να μοιάσουμε στον ίδιο τον εαυτό μας, το να πάψουμε να γινόμαστε και να αρχίσουμε να είμαστε, αποτελεί διαδικασία που συναπαρτίζει μερικές πορείες αυτοπραγμάτωσης, η μίμηση του άλλου είναι διαδικασία του να ερωτεύεσαι. Όχι πάντοτε, αλλά πολλές φορές.

Βεβαίως, αποτελεσματική μίμηση — κι όχι απλοϊκότητες τύπου Νόρμαν Μπέιτς — επιτελείς όταν προσπαθείς να ανακαλύψεις και κατά κάποιον τρόπο να αναπαραγάγεις αυτό που συνιστά τον άλλο. Συνεπώς η μίμηση δεν περιορίζεται στην αντιγραφή σουσουμιών, συμβεβηκότων κι εξωτερικών γνωρισμάτων· μίμηση είναι η μεθοδική βάσανος του να αποκαλύψεις και να δουλέψεις από μόνος σου τους μηχανισμούς του άλλου, του εραστή, της ερωμένης: δεν τζαμώνεις τον άλλο παρά προσπαθείς να βρεις τα στοιχεία του ρυθμού εκείνης ή εκείνου που σε μαγεύει για να (ξανα)χτίσεις κάτι από τον εαυτό σου.

Εννοείται βεβαίως πως όταν μιλάμε για ερωτική μίμηση δεν συζητάμε για ναρκισσιστές και μαλαγάνες (“χειριστικούς” τους λένε πια) πυγμαλίωνες που θέλουν εκείνοι να σε πλάσουν εσένα κατά τα κέφια και κατά τη βολή τους, κατά τα όποια ιδανικά τους ή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους.

Πάντως η μίμηση του άλλου δεν περιορίζεται στην περίπτωση που είσαι γορίλας και να θες να γίνεις mancub, Μόγλης. Μίμηση δεν συνεπάγεται ούτε “βελτίωση”, ούτε καν να ανέβεις αναβαθμό. Κι ας λένε πολλοί “ο έρωτάς σου με κάνει καλύτερο άνθρωπο”, μάλλον “ζωντανό” θέλουν να πούνε. Γενικότερα, δεν μας κάνει “καλύτερους» ο έρωτας, μας κάνει κάτι διαφορετικό και ίσως κάτι καινούργιο και πιο μεγάλο, καθώς μιμούμενοι χτίζουμε προσθήκες κι επεκτάσεις του εαυτού μας.