Η κωλοφαρδία να είσαι Έλληνας

Είδα πρόσφατα ένα επεισόδιο του White Collar ελληνικού ενδιαφέροντος. Ό,τι είχε να κάνει με τη σύγχρονη Ελλάδα ήταν ακριβές, στον βαθμό βεβαίως που μπορείς να έχεις ακριβή πληροφόρηση όταν ρωτάς Ελληνοαμερικάνους για την Ελλάδα. Κάποια στιγμή αναφέρεται λοιπόν η Βουλγαρία και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον τσάρο και την τσαρίνα της. Το επεισόδιο τοποθετείται στα 2014. Αυτά.

Έχω ξαναπαρατηρήσει ότι η Βουλγαρία χρησιμοποιείται ώς η Ρουριτανία της αμερικανικής τηλεόρασης: η αόριστα βαλκανική / ανατολικοευρωπαϊκή χώρα. Τόσο κοντά στην Ελλάδα, τόσο μακριά από τον θεό του δυτικού συλλογικού ασυνείδητου.

Θυμήθηκα ακόμα μια φορά τον καιρό που ήμουνα στη Ρεν, το 1995, μια ιστορία που έχω αφηγηθεί πολλές φορές. Δεξιώθηκε η εφημερίδα Ouest France, τότε η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία γαλλική εφημερίδα, όλους εμάς τους Βαλκάνιους φοιτητές, πέντε από κάθε χώρα. Στην τραπεζαρία της εφημερίδας είχε πέντε ροτόντες και σε κάθε μία καθόταν ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας και από ένας φοιτητής από κάθε χώρα. Αφού έγιναν οι συστάσεις στο δικό μας τραπέζι, ο δημοσιογράφος συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα ότι δεν είχε να συζητήσει τίποτα με την Τουρκάλα, την Αλβανή, τον Βόσνιο (και ας είχε μόλις συμφωνηθεί η λύση της πολιορκίας του Σεράγιεβο), τον Σέρβο, τον Κροάτη, τον Σλοβένο, τη Βουλγάρα και τον Ρουμάνο. Κάνοντάς με να αισθανθώ πολύ άσχημα, με απασχόλησε κατ’ αποκλειστικότητα ως συζητητή του μέχρι και το επιδόρπιο (κώνους γκοφρέτας με κρέμα ζαχαροπλαστικής και κουλί από σμέουρα και βατόμουρα).

Αφού ξενιτεύτηκα, έναν χρονο μετά, ως Έλληνας ένιωθα ότι πάντα με αντιμετώπιζαν προνομιακά. Στη χειρότερη περίπτωση, π.χ. στην πολιτισμική ερημιά του Έσσεξ, ήμουν από αναγνωρίσιμη χώρα που γούσταραν όλοι λόγω διακοπών. Έλεγα λοιπόν το 2007, χρόνια μετά:

Όταν έφυγα από την Ελλάδα δεν αισθάνθηκα ποτέ ξένος εκεί που πήγα. Εντάξει, ήμουν ξένος, αλλά και σε έναν τόπο όπου οι ντόπιοι ούτως ή άλλως φερόντουσαν οι ίδιοι σαν ξένοι.
Όχι, δε λέω πως πάντοτε με αντιμετώπιζαν φιλόξενα οι άνθρωποι, ήταν όμως, ας πούμε, πάντοτε δεκτικοί. Από το μικρό δωματιάκι που με πρωτο­φιλοξένησε στην πόλη έως στο σπίτι με κήπο (α! ο κήπος· η μηλιά, οι καινούργιοι φίλοι μαζί με τους οποίους καθόμασταν κάτω από την πλούσια σκιά της, κρεμώντας φαναράκια στα κλαριά για το σκοτάδι), όλοι ήξεραν καλά τη χώρα μου και τους φαινόταν φυσιολογικό, αν όχι τελείως αδιάφορο, να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι είτε προσωρινά, είτε μόνιμα: κανένα πρόβλημα. Ούτε πολιτικό άσυλο ζητούσα, ούτε επίδομα ανεργίας, ούτε καθεστώς πρόσφυγα· το όνομα της χώρας μου δεν ξεκινούσε με κάποιο παραπειστικό ‘σλοβ-‘, ας πούμε, και σίγουρα δεν έληγε σε κάποιο ‘-ία’ – είχε δηλαδή τα εχέγγυα της παλιάς, πραγματικής και δοκιμασμένης χώρας, όχι κάποιου νεοπαγούς αγροτεμάχιου της Αφρικής, της Μεσευρώπης, ή από πίσω από το Παραπέτασμα.
Και εγώ ο ίδιος ήμουνα μελαχρινός από τον Αθάνατο Ήλιο της πραγματικής πατρίδας μου, όχι επειδή καταγόμουν από κάποιον βρώμικο και υπανάπτυκτο τόπο· ήμουν ωμός κι απότομος λόγω της ανοιχτής και εξωστρεφούς κουλτούρας της (εγώ, ο δύστροπος και χολερικός), και όχι από έλλειψη καλών τρόπων, όχι γιατί ήμουν ένας άξεστος που έτρεχε να ξεφύγει από γιγαντόμορφα μετακομμουνιστικά χαλάσματα ή τσουρουφλισμένες λασποκαλύβες.
Ο τρυφηλός άπατρις μέσα μου ησύχασε και αναπαύτηκε σε εκείνον τον τόπο, ακριβώς επειδή εκεί όλοι μπορούσαν να τον δουν ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα που λέμε, αφού εύκολα και χωρίς πολλά-πολλά αναγνωρίζαν τη δημοφιλή πατρίδα του και αμέσως προσπερνούσαν αυτή την πληροφορία. Ο άπατρις μέσα μου μπορούσε δηλαδή να είναι ο εαυτός του ή ο εαυτός μου, δεν ξέρω ποιο από τα δύο. 

Κατάλαβα τότε ότι το να είσαι Έλληνας σε τοποθετεί σε έναν περιούσιο λαό, αυτομάτως. Ή μάλλον, αν είσαι Έλληνας ανήκεις σε κάτι περισσότερο από περιούσιο λαό. Εννοώ το εξής:

Οι Εβραίοι θεωρούν τον λαό τους περιούσιο, αλλά μόνον αυτοί και κάποιοι μισοπάλαβοι ευαγγελικοί Αμερικανοί. Αν θεωρείς τους Εβραίους περιούσιο λαό είσαι Ισραηλίτης το θρήσκευμα, άρα ντεφάκτο Εβραίος, από τους προσήλυτους. Το «συγκριτικό πλεονέκτημα» των Εβραίων το αναγνωρίζουν μόνον οι ίδιοι οι Εβραίοι (και κάτι ευαγγελικοί Αμερικάνοι).

Απεναντίας, οι Έλληνες είμαστε ο περιούσιος λαός και του εαυτού μας (ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό) αλλά και των άλλων, της υπόλοιπης Δύσης. Όπως οι περισσότεροι κριτές της Εκκλησίας και της χριστιανικής πίστης δεν τολμάνε να κακολογήσουν τον Χριστό, έτσι κι οι μισέλληνες δεν επιτίθενται συνήθως στον ελληνισμό (ούτε στον νέο), παρά είτε βρίζουν το ελληνικό κράτος, είτε μας βγάζουνε μούλους — και ούτε καν. Άλλωστε,

το ελληνικό κράτος (από τον καιρό που ήταν κυκλαδορουμελομοριάς) λειτουργεί (και) ως σύμβολο. Εκπροσωπεί, ενσαρκώνει ή και υποστασιάζει — αν προτιμάτε, την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στον σύγχρονο δυτικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο και εκτός και εντός των εκάστοτε ελληνικών συνόρων: με τα τοπωνύμιά του, με την ιστορία του, με τη γλώσσα του, με τα ερείπιά του, με χίλια-δυο τόσα άλλα. […] Εφόσον το ελληνικό κράτος θεσμίστηκε ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο, τελικά καταλήγω να θεωρώ λογικό που το δέρνει ο μαύρος εθνικισμός, η άκρατη σπουδαιοφάνεια, ο επεκτατισμός, η συλλογική οίηση, ποικίλοι μεγαλοϊδεατισμοί […].

Υπήρξαμε πάντα τα χαϊδεμένα του Δυτικού Πολιτισμού, δημιουργήματά του. Υπήρξαμε, όπως επισήμανε ο Μαζάουερ, το εργαστήρι όπου ξαναφτιάχνεται η Ευρώπη, επινοώντας ξανά και ξανά τον εαυτό της: η πρώτη επιτυχής ευρωπαϊκή εθνική επανάσταση το 1830, πρωταγωνιστής της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1913-1922 και πρώτο θύμα της μετάβασης από την αποικιοκρατία στον ιμπεριαλισμό το 1922, μοντέλο εθνοκάθαρσης το 1923, η πρώτη πρόβα του ψυχρού πολέμου το 1946-1949, η πρώτη χώρα-προτεκτοράτο της ΕΕ το 2012. Πάντοτε όμως συγκεντρώνοντας τη συμπάθεια και κατανόηση των ισχυρών και τη συμπαράσταση των αδυνάτων.

Αναρωτιέμαι πότε θα μάθουνε στο White Collar για την ύπαρξη του Μαυροβουνίου.

Η δύσκολη μουσική

Χτες έβλεπα και άκουγα αυτή τη φοβερή εκτέλεση του Mephisto Waltz με τον Νικόλα Οικονόμου. Αναρωτιόμουν μετά: ποιος θα ασχοληθεί πια με τη δύσκολη μουσική; με τα ακατάληπτα θεωρήματα της τοπολογίας; με τις νεκρές γλώσσες της Μικράς Ασίας, τα Τσούκτσι και τα Nivkh; Ποιος θα δώσει τα χρήματα για να εκπαιδευθούν μουσικοί που θα παίζουν Χίντεμιτ, Πεντερέτσκι και προκλασσική, ποιος θα δώσει τον ελεύθερο χρόνο που χρειάζεται το λοξό μυαλό του τοπολόγου για να δουλέψει; ποιος θα καλύψει τον διδακτορικό φοιτητή που θα παιδευτεί με τις ελάχιστες επιγραφές της Λυδίας ή τους τελευταίους τροφοσυλλέκτες της Σιβηρίας και της Καμτσάτκας;

Το να βγάλεις μουσικούς για τα δύσκολα (είτε είναι κλασική ινδική μουσική, είτε Ραχμάνινοφ και Παγκανίνι) απαιτεί μακροχρόνια επένδυση, ναι, και χρημάτων. Η ενασχόληση με το μη-πρακτικό, με την έρευνα που δεν έχει εφαρμογές «στη βιομηχανία» απαιτεί διανοητική άπλα και πολύ ελεύθερο χρόνο (που δεν είναι ελεύθερος). Η βάσανος πάνω από σπαράγματα με τοπωνύμια χαμένων γλωσσών ή να τρως ψητό λαγό με διερμηνείς σε μακρινές κοινότητες απαιτεί και τα δύο.

Ποιος θα ασχοληθεί με αυτά;

Το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα και οι καπιταλίστες και τα κράτη αλλά και οργανισμοί ή συλλογικότητες ξόδευαν χρήματα για άχρηστη τέχνη και άχρηστη επιστήμη και για «φιλολογίες». Μετά απόφασίσαμε ότι πρέπει να δοθούμε στην αριστεία και στην προβολή του προϊόντος μας. Πρακτικά και νεοφιλελεύθερα, η αγορά μπήκε στα εργαστήρια, στις βιβλιοθήκες, στα ατελιέ, στα αμφιθέατρα και στα ωδεία

Οι μουσικοί δεν έχουνε χρόνο για μελέτη γιατί κάνουνε PR. Πολύ PR. Κι όταν δεν κάνουνε PR πρέπει να πείσουν ευγενείς χορηγούς ποιους αφορoύν ο Λυλλύ κι ο Μπαξ και γιατί: μα κανέναν δεν αφορούν ο Λυλλύ κι ο κάθε δεύτερος Άγγλος, ή τα πολυφωνικά της Βαλκανικής και της Κάτω Ιταλίας: αριστουργήματα και πόπιουλαρ κλάσιξ θέλει ο κόσμος, μουσική που χαλαρώνει κατά την οδήγηση, ξεσηκώνει στο γήπεδο και τέρπει γενικώς.

Οι επιστήμονες, ιδίως οι θεωρητικοί, όπως κάτι τοπολόγοι και μαθηματικοί, και (αλίμονό τους) οι των ανθρωπιστικών προσπαθούν να πείσουν τους πάντες γιατί πρέπει να υπάρχουν, συνήθως συμμετέχοντας σε ξεκούδουνα ερευνητικά έργα ή γράφοντας ερευνητικές αναφορές και ανούσια πιασάρικα επιστημονικά άρθρα. Αυτά, βεβαίως, όταν δεν κάνουνε διοικητικά, πολλά διοικητικά. Το είπε κι ο Χιγκς ότι το γνωστό άρθρο δεν θα το είχε γράψει σήμερα επειδή δεν θα είχε ακαδημαϊκή θέση και δεν θα είχε θέση γιατί δεν συμμετείχε σε 4 ερευνητικά έργα ταυτόχρονα τρέχοντας από συνέδριο σε συνέδριο να παρουσιάζει μισοχυμένα συμπεράσματα. Δυστυχώς η θεωρητική έρευνα απαιτεί χρόνο, διαύγεια, ησυχία και χαλαρή αλληλεπίδραση με άλλα μυαλά. Γιατί όλοι την έχουνε γραμμένη την έρευνα που δεν ασχολείται με το γραφένιο και δεν φτιάχνει νανομηχανές. Γιατί δεν συμφέρει να δημοσιεύεις μαθηματικές αποδείξεις που θα καταλάβουνε μόνον οι δύο κριτές του άρθρου (τρίτος δεν βρέθηκε εύκαιρος) και άλλοι δύο στον πλανήτη.

Για τους μελετητές νεκρών γλωσσών κτλ., μην πάτε μέχρι τα λυδικά (Luwian) και τα Nivkh: εδώ δεν μπορείς να βρεις πανεπιστήμιο να μελετήσεις σανσκριτικά. Σανσκριτικά, έτσι;

Το ερώτημα είναι αγωνιώδες αλλά ξαναεκπεφρασμένο: ποιος θα ασχοληθεί με το άχρηστο, που είναι η πηγή του χρήσιμου ή, συνήθως, του ουσιώδους; Ποιος θα στηρίξει τον μουσικό που δεν κάνει σέξι μουσική (κλάσικ χιτς κτλ.) ή τον νεαρό συνθέτη του οποίου η μουσική σού τσιτώνει το νευρικό σύστημα; Ποιος θα προλάβει όσα χάνονται και όσα κινδυνεύουν να παραμείνουνε χαμένα; Ποιος θα κάνει ακατανόητα μαθηματικά και θα ασχοληθεί με φυσική που (ακόμα) δεν επιδέχεται διαψευσιμότητα; Είπαμε: κράτος τέλος, οι καπιταλίστες θέλουνε να εμπλουτίζουνε τη βιτρίνα τους, τα πανεπιστήμια μετατρέπονται (με κρατική παρέμβαση) σε μη-κρατικά σουπερμάρκετ γνώσης ή, συνήθως, μεγαλοπαντοπωλεία πτυχίων και μόνο. Ό,τι πάει να ερμηνεύσει τον κόσμο χωρίς να του παρέχει νέα τεχνολογία ή παλιά ιδεολογία περιθωριοποιείται.

Υπάρχουνε πολλοί δρόμοι για να φτάσει μέχρι εμάς η βαρβαρότητα: το Ισλαμικό Κράτος, ο αμερικανοχριστιανικός φονταμενταλισμός και οι πολλοί μικροί φασισμοί της Ευρώπης δεν είναι καθόλου μονόδρομοι. Για να μας έρθει η βαρβαρότητα υπάρχουν και οι λεωφόροι της θεαματικής τέχνης, της μόνον εφαρμοσμένης επιστήμης, της εύκολης μουσικής καθώς και χιλιάδων τεραμπάιτ κειμένου που θα μας πείθουν πως ό,τι γνωρίζουμε είναι ορθό, καλό, άγιο και — ιδίως — αναπόφευκτο.

Γυναίκες του σινεμά

Δεν θέλω να γράψω για τις εκλογές. Μετά τη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, η κυβέρνηση που θα προκύψει θα πρέπει να εφαρμόσει τους όρους της συνθηκολόγησης: τι να γράψει κανείς γι’ αυτό;

Δεν θέλω να γράψω για τους πρόσφυγες. Δεν ξέρω τι να γράψω. Μαγκώνει ο νους από τη δυστυχία και τον θάνατο που τους ακολουθεί, μαγκώνει κι από την απονιά και τη σκατοψυχιά.

Θυμήθηκα προχτές μια παλιά συζήτηση με έναν μπλογκά φίλο. Μιλάγαμε για ποιες γυναίκες του σινεμά μας αρέσουν. Εγώ δεν είχα έτοιμη λίστα. Τις προάλλες λοιπόν, εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, έφτιαξα λίστα με τις γυναίκες του σινεμά που με πλάνεψαν. Αντί για δελεαστικές φωτογραφίες τους, θα συνοδεύσω τα ονόματά τους με το πώς γνωριστήκαμε, με χρονολογική σειρά γνωριμίας.

Nastassja Kinski

Όταν ήμουν 11 βγήκαν οι Εραστές της Μαρίας. Από το τρέιλερ νόμιζα ότι είναι τσόντα ολκής, ήτανε και ακατάλληλο. Στο τρέιλερ έβλεπα τη Ναστάζια και τη φανταζόμουν γυμνή. Είχα χάσει τον μπούσουλα. Μετά πήγε η ξαδέρφη μου και είδε την ταινία και μου είπε «σιγά την τσόντα», όμως εγώ εξακολουθούσα να θέλω τη Ναστάζια, χωρίς ελπίδα.

Uma Thurman
Επί της αρχής δεν τρελαίνομαι για ξανθιές. Αλλά Ούμα είναι μόνο μία. Από την αθώα στις Επικίνδυνες Σχέσεις, μέχρι το Pulp Fiction (όπου λυνόταν και το πρόβλημα «ξανθιά») και ακόμα παραπέρα. Βασικά μου αρέσουν οι ταινίες με την Ούμα Θέρμαν. Ναι, και εκείνος ο χάλια Μπάτμαν. 

Emanuelle Béart
1991. Επί ένα τετράωρο την παρακολουθώ να κυκλοφορεί γυμνή στο ‘Άστυ, στην Ωραία Καβγατζού. Παίζει και ο Πικολί τον ζωγράφο που τη ζωγραφίζει. Αυτά. Εγώ την Μπεάρ θυμάμαι, ωραία, μελαχρινή, ποθεινή κι ιδανική. Από δίπλα η Μαρία (και μου άρεσε η Μαρία) προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Ότι η ταινία κάνει κοιλιά (ε και;), ότι η Μπεάρ έχει παίξει σε τσόντες (στερνό youporn μου να σ’ είχα πρώτα). Ναι, Μπεάρ. Τι να λέμε.

Juliette Binoche
Βεβαίως και μου άρεσε. Αλλά όταν είδα τη γυμνή της πλάτη στην Μπλε ταινία, την ερωτεύτηκα. Kανονικά. Ήθελα να πάω στο Παρίσι να τη γνωρίσω. Αυτή είναι γυναίκα για συμβίωση, σκεφτόμουν, να ξυπνάς το πρωί και να σε κοιτάει — τέτοια. Ή αν δεν σε κοιτάει, να βλέπεις τους ώμους της. Αργότερα είδα και το Damage και το προξενιό έκλεισε. Juliette, mon chou.

Isabelle Adjani
Την επόμενη χρονιά είδα τη Βασίλισσα Μαργκό και μόλις τότε πρωτοείδα και την Ατζανί. Χαμός. Κηληθμός. Άλλο πράγμα. Πριν καλά καλά παντρευτώ τη Ζυλιέτ, τώρα έψαχνα απεγνωσμένα την Ατζανί. Πάλι ήθελα να κινήσω για το Παρίσι. Η ιδανική γυναίκα η Ιζαμπέλ: λευκή, όχι ψηλή, κατάμαυρα μαλλιά. Κι ήμουνα πια και κοτζάμ γάιδαρος να ψάχνω για Αφισόραμα, μπας και είχε κανα πόστερ της.

Maria de Medeiros
Και μελαχρινή και λευκή και κοντούλα. Τέλεια λοιπόν. Και με αυτό το αξάν το μαυλιστικό στο Pulp Fiction. Give me oral pleasure? Βεβαίως, Μαρία, ό,τι θέλετε. Ταινιάρα το Pulp Fiction τελικά. Ολοκληρωμένο έργο.

Liv Tyler
Τι να πω. Εξαιτίας της είδα το Stealing Beauty. Εξαιτίας της κοίταγα με προσήλωση, προσοχή και ειλικρινές ενδιαφέρον τις διαφημίσεις της Givenchy στα αεροδρόμια για χρόνια. Κορίτσι να του τραγουδάς καψουροτράγουδα, όπως έκανε κι ο Άφλεκ στην ταινία με τον μετεωρίτη. Αχ, Λιβ. 

Salma Hayek
Πάμε ξανά: κοντή, μελαχρινή, κορμί φιδίσιο, καμωμένο σαν ερωτικό. Και χορεύει με τη φιδούκλα. Και κάνει και κάτι κομψά ποδολαγνικά με τον χάνο τον Ταραντίνο. Κι είναι και βαμπίρ! Η Σάλμα διακόπτει την διαδοχή ιδανικών καλλονών και ξεκινάει τη δυναστεία με γυναίκες που θέλω και θέλω πολύ και θέλω τώρα. Εδώ μιλάμε για ολοκληρωμένη γυναίκα: να φάτε μαζί, να το κάνετε, να πιείτε τεκίλες, να το κάνετε, να συμμαζέψετε το σπίτι, να το κάνετε.

Catherine Zeta-Jones
Ή «πώς έγινα φανατικός των ταινιών του Ζορρό». Να το θέσω λιτά: αν μοιάζετε στην Κάθριν, με έχετε. Τέλος. Είναι η ιδανική γυναίκα; Είναι. Και αυτή; Ιδίως αυτή. Πώς μου φάνηκε το Entrapment; Ε τι να σας κουράζω: αριστούργημα, έκτακτο. Μια οπτασία.

Rebecca Romijn (τότε Romijn-Stamos)
Δεύτερη μετά τη Σάλμα στη σειρά «τεισαισυμανάραμου». Φταίνε και οι καριόληδες του X-Men που την έντυσαν με αυτή την άβολη κολλητή μπλε στολή. Χάλια. Αλλά μισή Ολλανδέζα είναι, δεν θα την πάταγα;

Halle Berry
Θεός φυλάξοι. Τι να σας πω. Monster’s Ball. Ταινιάρα. Και η Χάλι και η ταινία. Φαντάζομαι ότι στον πραγματικό βίο θα ήμασταν ανταγωνιστικοί. Και θα βρισκόμασταν αποκλειστικά για να πηδηχτούμε και να τσακωθούμε. Μια χαρά.

Rosario Dawson
Εκεί που χορεύει στην 25η Ώρα… ουφφφφφ. Γενικά, ουφφφ. Και στον Μεγαλέξανδρο, που παίζει τη Ρωξάνη. Και παντού. Γυναίκα με τσαγανό, όχι νιάου βρε γατουλα. Καθαρό σεξ, και πέραν του σεξ.

Apollonia Vanova
Χωρίς πολλά λόγια, αυτή είναι:

Τέλος, στην πάνω φωτογραφία η Cate Blanchett. Με αυτήν, όπως με την Nicole Kidman και με την Τilda Swinton, οι σχέσεις μας είναι αυστηρά φιλικές, παρότι κι αυτές μου αρέσουν, λίγο.

Η Αρχή του Σπάιντερμαν

Όταν ήμουν μικρός ο αγαπημένος μου υπερήρωας ήταν ο Σπάιντερμαν. Όχι ο Μπάτμαν, με τον οποίο ταυτίστηκα από τα 17 και μετά, ούτε ο φλώρος ο Σούπερμαν, αλλά ο Σπάιντερμαν. Ο Σπάιντερμαν φίλαγε κορίτσια: την κοπέλα του τη Γκουέν Στέισι (που είχε κακό τέλος), την κοπέλα του τη Μαίρη-Τζέιν (δεν θυμάμαι το επώνυμό της) και τη Μαύρη Γάτα με το ολόσωμο μαύρο μπόντυ, που σουρτούκευαν μαζί τις νύχτες. Και σουρτούκευαν στη Νέα Υόρκη, που ήτανε πραγματική πόλη και είχε πολυκατοικίες και μπαλκόνια με μεταλλικές σκάλες διαφυγής, όχι σε υπερφυσικά Γκόθαμ και Μητροπόλεις. Παρακάλαγα τότε, εκεί στα 11 με 12, να βγούνε ταινίες Σπάιντερμαν.

Ταινία του Σπάιντερμαν βγήκε πάρα πολλά χρόνια μετά. Έπαιζε η Κέρστεν Ντανστ, που την είχα γνωρίσει στις Αυτόχειρες Παρθένους και μου άρεσε πολύ. Έπαιζε κι ο Τόμπυ Μαγκουάιρ, με όλο το εφηβικό ανγκστ του κόσμου πάνω του. Εγώ δεν ήμουν πια έφηβος. Και είχα σταματήσει χρόνια να περιμένω την ταινία, έτσι κι αλλιώς.

Στην ταινία κυριαρχούσε ένα σλόγκαν που δεν είχα προσέξει ποτέ στη μακρά θητεία μου ως αναγνώστης των Σπάιντερμαν των Εκδόσεων Καμπανά: With great power comes great responsibility. Πρόκειται για ένα σλογκανάκι που έχει κυκλοφορήσει (και έχει παρωδηθεί) πολύ, ας το ονομάσουμε «Αρχή του Σπάιντερμαν».

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι κάπως γελοίο να είσαι Σπάιντερμαν: φοράς μια κολλητή κόκκινη στολή από σπάντεξ και περπατάς κατακορύφως πάνω σε τοίχους, παριστάνοντας τον Ταρζάν κρεμασμένος από κάποιου είδους μεταξένιο σκοινί που χύνεις από το μέσα μέρος των καρπών. Γελοίο είναι. Όμως δεν παύεις να έχεις πολύ μεγάλη δύναμη, που επισύρει την ανάλογη ευθύνη, ναι, σαν ποινή: μυική δύναμη, ευλυγισία, αραχνοαίσθηση και δεν συμμαζεύεται. Και τον ιστό.

Το να είσαι Σπάιντερμαν συνδυάζει ισχύ και γελοιότητα, μαζί και ματαιότητα: είσαι ένας έφηβος έρμαιο της εφηβικής μανιοκατάθλιψης που μένεις στης θειας σου και που παίζεις ξύλο με πάνοπλους εγκληματίες ή με αλλόκοτα βιονικά τέρατα, συνήθως αφού τους χύσεις ιστό στα μάτια για να τους τυφλώσεις πρόσκαιρα — πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό το βιολί; Θα μεγαλώσεις, θα την παντρευτείς αυτή τη Μαίρη Τζέιν, θα μονιμοποιηθείς ως φωτορεπόρτερ στη φυλλάδα του φασίστα, θα κάνεις κουτσούβελα: πώς θα ξεπορτίζεις τα βράδια για να δέρνεις χταπόδια και γύπες και βαρώνους του εγκλήματος;

Το να είσαι Σπάιντερμαν λοιπόν μοιάζει με το να είσαι ο Πάπας: γελοιότητα (ενδυματολογική, αν μη τι άλλο), αποστολή βασισμένη στον μύθο (ή στην πίστη, αν έχεις τέτοια προδιάθεση) αλλά και τεράστια δύναμη. Και όπως λέει η Αρχή του Σπάιντερμαν: όποιος έχει μεγάλη δύναμη έχει και μεγάλη ευθύνη. Τουλάχιστον οι πάπες δεν είναι πια έφηβοι.

Ο νυν ποντίφηκας, ο πρώτος ιησουίτης και ο πρώτος με το όνομα Φραγκίσκος, φαίνεται να έχει ενστερνιστεί την Αρχή του Σπάιντερμαν. Από ταπεινές ηθικά αρχές, ως καρδινάλιος Μπεργκόλιο δεν ήταν ακριβώς αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, εξελίχτηκε σε κάτι θεαματικά απρόσμενο: έναν πάπα που κηρύσσει και αντικαπιταλισμό και αντίσταση στον καπιταλισμό, που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής την πιο συνεκτική και αποτελεσματική (έστω και λόγω θέσης, με περίπου ένα δις να προσκυνάνε την πίστη του) κριτική στην περιβαλλοντική κρίση. Σε έναν κόσμο όπου η Αριστερά έχει χάσει την μπάλα ή συνθηκολογεί, η πολιτική ηθική και ο αγώνας καλλιεργούνται από τον επίσκοπο Ρώμης, τους ματωμένους ήρωες του Κομπανί, τους «ουτοπιστές» Ζαπατίστας και τις ποικίλες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης παντού.

Θα ξινίσετε πολλοί. «Μα ο πάπας, ρε μαλάκα; Το φεουδαρχικό απολειφάδι; Επειδή λέει, ναούμε, τα αυτονόητα;» Συμφωνώ. Εγώ πρώτος τον παραλλήλισα με τον Σπάιντερμαν άλλωστε. Όμως ποιος άλλος λέει τα αυτονόητα; Ο Τσόμσκυ; Ο Μπαντιού; Ο Χάμπερμας: Και αυτοί και πολλοί άλλοι — σίγουρα. Αλλά ποιος από αυτούς έχει τις υπερφυσικές δυνάμεις του πάπα Φραγκίσκου; Σας υπενθυμίζω ότι ο τύπος κρατάει τα κλειδιά της Βασιλείας στα χέρια του. Και το ακροατήριό του τον ακούει.

Ναι, θα μου πείτε πάλι, πρόβατα που ακούνε ποιμένα, όχι ελεύθεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι. Δεν θα ήμουν τόσο ντωκινσιανός επ ‘αυτού και θα υπενθύμιζα ότι το δαχτυλίδι του Ψαρά το φόραγε πριν από τον Φραγκίσκο ένας στριφνός κομψευόμενος αγοραφοβικός θεολογίζων που κουκούλωσε φρικτά εγκλήματα κατά παιδιών. Γι’ αυτό λοιπόν θα έμενα στο ότι ο καθένας ακολουθεί την κλήση του και παίρνει τις αποφάσεις του. Δεν υπάρχουν a priori καλές αποφάσεις — ακόμα και βιομήχανοι μπορούν να κάνουν κάτι σημαντικό (μέσα στους περιορισμούς που τους θέτει ο καπιταλισμός, μη συγχέουμε την απουσία εργοδοτικής αλητείας με την αγιότητα κιόλας).

Τελικά, οι αποφάσεις που παίρνει ο καθένας στη ζωή του του δίνουν κάποια δύναμη μέσα σε έναν περίγυρο: από τον Ρωμαιοκαθολικό πλανήτη του Αργεντίνου δεσπότη μέχρι το σωματείο του αγωνιστή συνδικαλιστή, από το κομμωτήριο της αντιφασίστριας μέχρι το αμφιθέατρο της καθηγήτριας-σταρ, από τα γραπτά κάποιου μέχρι τη μικρή οικογένεια κάποιας φτωχής γυναίκας. Από τα σοσιαλμήντια της λήθης και της καρηβαρίας μέχρι τη νήσο Λέσβο των πραγματικών προσφύγων τους οποίους υπηρετούσε μέχρι χτες ο παπα Στρατής Δήμου.

 With great power comes great responsibility, λοιπόν. Όπου ο ορισμός του great ποικίλλει κατά περίπτωση.

Ησυχία

Όλον τον κόσμο τον αγαπάω, με όλους τα πάω καλά. Με όλους. Όλους τους αγαπάω. Όποιον και να ρωτήσεις στη γειτονιά θα σου πει για μένα. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γελάς γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν έχεις γειτονιά, ε; μένεις πέντε στενά πιο κάτω και νομίζεις ότι εκεί είναι πολιτεία κι εδώ γειτονίτσα; επειδή μένω στην παράγκα; Την παράγκα την έχτισε ο μπαμπάς μου, τέσσερις θα με βγάλετε από εδώ. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν πειράζει που είσαι κορίτσι, γιαγιά σου είμαι και δεν έχω εγγονούς, εσένα και την ξαδέρφη σου μόνο. Τέλος πάντων. Εβδομήντα χρόνια μένω εδώ, δεν θα μετακομίζω τώρα στα γεράματα. Εδώ δεν μετακόμισα όταν πνιγήκαμε κι έμπαιναν τα βρωμόνερα μέσα σε μπαούλα και ράφια. Εκεί να δεις βρωμιά. Όλοι οι βόθροι της πλαγιάς μέσα στο σπίτι. Ρέμα είχαμε γίνει. Τότε που έχασα το φως μου και έβαλα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν θέλω να μου φέρνεις να τρώω όλα αυτά που μου φέρνεις. Κρουασάν και τυρόπιτες και πώς τα λέτε. Μου αρκούν τα παξιμάδια μου, ο καφεδάκος, η σούπα μου. Αυτά. Ουίσκο μού φέρνει η μάνα σου, την μπακαλική της εβδομάδας ο θειος σου. Άλλα δεν θέλω. Τα φρούτα, ξέρεις: με στουμπώνουν κι υποφέρω. Βασιλικούς πολτούς δίνουνε σε κάτι πορνόγερους, τι πας και ξοδεύεσαι; Το μέλι με μπουχτίζει.

Τι λέγαμε; Α ναι. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Δεν ασχολούμαι με το τι κάνει ο ένας κι ο άλλος. Ποτέ. Δεν με νοιάζουν οι ζωές των άλλων. Όχι ότι δεν τους ξέρω καλά, μια χαρά τους ξέρω, από την καλή και από την ανάποδη. Και τον δικαστικό εδώ δίπλα και τη χήρα του καθηγητή — σκατά στον τάφο του χουντικού. Και με τον αδερφό μου, που ήρθαμε στα χέρια για τα αμπέλια της μαμάς μου και τις λίρες του μπαμπά, τελικά τα βρήκαμε πριν συγχωρεθεί κι αυτός κι αφήσει πίσω του χρέη και μόνο χρέη — αλλά αυτά είναι: τζόγος και γυναίκες ο αδερφός. Θεός σχωρεσ’ τον, πάντα ανάβω κερί γι’ αυτόν, αλλά βρωμιάρης άνθρωπος πουτανιάρης. Πάει και το σπίτι του στην Ύδρα, τι ήταν κι εκείνο όμως.

Πάλι γελάς; θα σε ξυλίσω! Μεγάλη κοπέλα είσαι, τι γελάς; Για το «πουτανιάρης»; Σάμπως δεν σας ξέρω εσάς; Ελεύθερες είστε. Βεβαίως καλά κάνετε. Μια χαρά.

Άλλο σου έλεγα όμως. Ότι με όλους είμαι φίλη. Όλους. Όχι ότι εμπιστεύομαι όποιον μου κάνει τον καλό, είμαι πονηρή εγώ, βουνίσια. Μια μέρα χτυπάει την πόρτα μια τσιγγάνα. Ναι, τσιγγάνους τους λέμε, στο χωριό γύφτοι ήταν αυτοί που γάνωναν μπακίρια. Τίποτα δεν ξέρει πια ο κόσμος, σκατά γινήκαμε ούλοι, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο παππούς σου. Μου λέει η τσιγγάνα να έρθει να μου πει τη μοίρα μου. Στο σπίτι είχα μόνον τον θείο σου, μικρό, η μαμά σου σχολείο και ο παππούς σου στη δουλειά. Εγώ είχα κάτι κασαβέτια τότε, ντέρτια και κασαβέτια. Ξεκίνησα και πήγα σε μια μάγισσα στο Κερατσίνι, εκεί στην Ανάσταση δίπλα, αλλά τα μάγια της δεν πιάσανε. Προσπαθούσα να τον δέσω τον Οξαποδώ αλλά τίποτα. Μπήκε μέσα η τσιγγάνα λοιπόν, στεκόταν στην αυλή, να εδώ που καθόμαστε τώρα. «Το σπίτι σου βρωμάει», μου λέει. Λίγο σκιάχτηκα, μην και της βρώμησε ο Οξαποδώς, λίγο πονηρεύτηκα: τσιγγάνα ήταν. «Το σπίτι μου μυρίζει σαν εκκλησία», της είπα και έκανα πως πάω να τη διώξω. «Στάσου να σου πω», μου είπε και της έδωσα ένα τάληρο. Δραχμές. Στη χούντα, ντε. Τέλος πάντων, ψήσαμε καφέ. Μου είπε το φλυτζάνι. Όλα τα είδε, λεζάντα, φωτογραφία. Ησύχασα. Την έστειλα στην ευχή της Παναγίας και την Κυριακή πήγα κι άναψα λαμπάδα στην Αγία Γλυκερία.

Που λες, μωρή τσουγδίτσα, μέχρι και με τις τσιγγάνες τα πάω καλά εγώ.

Ε όχι, δεν θέλω να έρχεται κόσμος σπίτι. Θέλω την ησυχία μου. Ξυπνάω νωρίς, κάνω δουλειές, βάζω ψωμί στη σόμπα και το κάνω φρυγανιά τον χειμώνα — το καλοκαίρι δεν μου αρέσει καθόλου, από τη ζέστη δεν κρύβεσαι, για το κρύο μια χαρά μπαμπουλώνεσαι. Σκέφτομαι τα παλιά. Γεννήθηκα το 1923. Με έγραψαν το ’25, για να πάω πρώτη τάξη στο Δημοτικό. Αλλά είμαι του ’23. Σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή μου. Όλα. Άμα έχεις ζήσει τόσο, έχεις πολλά να σκεφτείς. Βάσανα κυρίως. Πολλά βάσανα. Ντέρτια. Ντέρτια και κασαβέτια. Τι γελάς; Κάθε γενιά αλλιώς μιλάει, κάθε τόπος αλλιώς. Δεν τον θυμάσαι τον παππού σου; Έκανε μπαμ ότι ήτανε Ζακυνθινός ήδη από κάτω, από την Πατησίων. Ωραίος άνθρωπος, αλλέγρος. Λεβέντης. Αλλά κιοτής. «Γιάννη, να πάρουμε οικόπεδα.» Φοβόταν ο Γιάννης να ρίξει λεφτά στην πλαγιά της Πεντέλης με τους λύκους — τώρα είναι τα Μελίσσια εκεί. «Γιάννη, να ζητήσεις σύνταξη αντιστασιακού.» «Άλλοι είναι οι ήρωες ω ρε γυναίκα», έλεγε. Όχι «τζόγια», όπως πάντα, «ω ρε γυναίκα». Φαντάσου. Αλλά ο χίτης ο κερατάς την πήρε την σύνταξη αντιστασιακού, ο χαφιές της Τραλλέων. Κιοτής ο Γιάννης μου. Ούτε στην Εργατική Εστία για μπάνια δεν πήγαινε. «Έχουμε τα μέσα», έλεγε, «να πάμε όπου θέλουμε». Και που τα είχαμε, δηλαδή; Μέχρι τον Κοσκωτά, που χάθηκε η Κουμμούνα και απογοητεύτηκε, όλο Ζάκυνθο, Ύδρα, Λουτράκι ήμασταν. Ύδρα στον αδερφό μου. Τότε με τη μεγάλη ζωή. Μετά σταμάτησαν κι αυτά και το ’97 πέθανε.

Να πιεις κι εσύ, αμέ. Τι ρωτάς.

Ούτε εγώ πηγαίνω στα σπίτια άλλων. Σε εσάς δεν αντέχω την κατηφόρα, την ανηφόρα μετά τσούκου τσούκου την παλεύω. Στον αδερφό μου πήγαινα, μέχρι που κόψαμε. Πέθανε μετά. Σου λέω: θέλω να κάθομαι σπιτάκι μου στην ησυχία μου και να ανασκαλεύω τα παλιά. Ήμουν καλλονή. Με ήθελαν όλοι. Ήρθε ο παππούς σου ο Ζακυνθινός και με άρχισε στο κόρτε. Τραγούδια, καντάδες, τέτοια. Από τη μια αυτός ο θεόμουρλος, από την άλλη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Κανα δυο φορές κόντεψε να τον σκοτώσουν, άμα σε έπιαναν σε πυροβόλαγαν επιτόπου. Σκληρές εποχές. Ε, όταν με ζήτησε από τον μπαμπά, εκείνος αμέσως είπε ναι. Ξέρω γω, μπορεί να φοβήθηκε μην τον σκότωναν μπροστά στο σπίτι μας, εδώ σε αυτό το σπίτι, την παράγκα. Η μάνα μου γκρίνιαζε: «όλο λουλούδια και κολώνιες είναι αυτός». Κατοχή είχαμε, μάλλον φοβόταν η μάνα μου μην είναι κανας μαυραγορίτης.

Στην υγειά μας, εγγόνα μου.

Τι εννοείς «πώς ήταν ο παππούς»; Κύριος. Λεβέντης. Ααααα. Σε κατάλαβα. Βρε δεν ντρέπεσαι; Τέλος πάντων, μεγάλη γυναίκα είσαι, δεν βαριέσαι. Ωραίος ήταν. Σεβαστικός αλλά ορεξάτος. Αλλά πολύ ορεξάτος. Ε, δεν ήμουν η έρμη για τέτοια, με τα βάσανα. Ξέρεις, σκάφη, γκαζιέρα, να συγυρίσεις την παράγκα. Γιατί, να ξέρεις, το ακατάστατο φαίνεται βρώμικο κι ας είναι καθαρό. Γι’ αυτό είμαι συμμαζωχτούρα. Και να έχω και τον Ζακυνθινό όλο τραγούδια και χάδια και ρεβεράντζες. Και «μη φοβάσαι εγκυμοσύνες, τζόγια μου, θα πάω στον Μπακάκο». Κατάλαβες ε; Όχι; Δεν πειράζει. Εκατό χρονών γυναίκα δεν μπορώ να μιλάω για τέτοια. Εν πάση περιπτώσει. Μόνον τότε ήτανε χαρούμενος. Ξύπναγε το πρωί να πάει στο μαγαζί και τραγούδαγε όπερα. Όπερα στην παράγκα. Το χαιρότανε πολύ. Έλα όμως που μετά τον θείο σου έχασα δύο παιδιά. Ε, δεν γινόταν άλλο. Του το είπα. Τέρμα. Ούτε Μπακάκος ούτε Μαρινόπουλος ούτε τίποτα. Ε, ήμασταν σαράντα παρά. Περνιόμασταν για μεσήλικες τότε, δεκαετία εξήντα, αλλά είχαμε ορέξεις. Δηλαδή ο παππούς σου. Εγώ έκανα το καθήκον μου σαν γυναίκα και του στεκόμουν να με τραβάει χωρίς πολλά πολλά, όμως μου άρεσε να του χαϊδεύω τα μαλλιά, που ήτανε σαν του Κλαρ Γκέμπλ. Δεν με ενθουσίασε ποτέ αυτό, δεν ήμουν τέτοια. Ναι, κατάλαβες τι εννοώ, έλα τώρα. Δεν ήταν άσχημα μα δεν τρελαινόμουν κιόλας, σαν κάτι άλλες. Ε, όταν το κόψαμε οριστικά ο παππούς σου σκοτείνιασε μετά, έγινε λιγομίλητος. Πάντα κύριος αλλά με κανάκευε πια σαν τη μαμά σου, σαν να ήμουν αδερφή της. Ξεπόρτιζε κιόλας. Δεν έλεγα τίποτα, τι να πω, είχα το κεφάλι μου ήσυχο να σκέφτομαι τα δικά μου. Κύριος όμως. Έπινε πια λίγο παραπάνω. Κόπηκαν και τα τραγούδια και οι καντάδες, Μόνον η όπερα έμεινε, ιδίως άμα ξυριζότανε. Χάλαγε τον κόσμο. Λεβέντης άνθρωπος.

Όχι άλλο για μένα, θα πιω τον καφέ μου τώρα. Θες; Εγώ νεσκαφέ και τέτοια δεν έχω. Μόνον τούρκικο. Ελληνικό, αυτό. Λες κι είχαμε καφέ στην Ελλάδα πριν τους Τούρκους.

Σου είπα. Μου αρέσει να κάθομαι και να συλλογιέμαι τα παλιά. Μόνη στην ησυχία μου, δεν τις μπορώ τις φασαρίες. Κι όταν ήμουνα νέα; Πάλι τα δικά μου σκεφτόμουν. Άλλες γέμιζαν το κεφάλι τους με έρωτες και μυθιστορήματα. Άλλες έτρεχαν στις μοδίστρες και στα σινεμά. Άλλες ζαχαροπλαστεία, πιο μετά. Εμείς δεν προλάβαμε κιόλας: ήρθε η Κατοχή και τον Γενάρη του ’45 παντρεύτηκα. Πήγε εξορία για λίγο ο παππούς σου στην Ανάφη, μετά γύρισε. Αυτό ήταν. Άλλα προβλήματα γιοκ. Αλλά κάθε μέρα φέρνει τα βάσανά της. Ε, με αυτά ασχολούμαι.

Τι κάνεις τόσην ώρα εκεί με τραβάς με το κινητό; Τι κάνεις βρε; Τι πράματα είναι αυτά; Κλείσ’ το!

Ανάποδα

Στο σχολείο ήμουνα μαρξιστής. Ακόμα είμαι. Διάβασα το Κεφάλαιο στη Δευτέρα Λυκείου, το Μανιφέστο το είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο. Κοντεύω τα πενήντα. Είμαι 49 δηλαδή. Όταν πήγαινα σχολείο, τα παιδιά ήτανε θεούσοι, στρατιώτες του Μακεδονικού, χαζά, βλαμμένα του Κλικ. Και κνίτες. Προσπαθούσαν να με στρατολογήσουν οι κνίτες. Μη με κερδίσει ο αριστερισμός ή ο ρεβιζιονισμός. Για τους κνίτες το σύμπαν κατοικείται από ρεβιζιόνες, από παραστρατημένους και από προδότες. Και από ακούσιους συνεργούς στις μεθοδεύσεις της αστικής τάξης. Οι κνίτες θα καταργούσανε το γαμήσι αν μπορούσαν, αφού περιπλέκει την ταξική πάλη. Τα περιπλέκει όλα. Αλλά οι κνίτες δεν έχουνε διαβάσει Ένγκελς. Εγώ τον έχω διαβάσει, ολόκληρο. Για κακή τους τύχη είχα διαβάσει και Λένιν.

Γενικά διαβάζω γρήγορα. Αυτό είναι το ατού μου. Διαβάζω γρήγορα και τα συγκρατώ. Πέρασα με ευκολία στο Πανεπιστήμιο. ΦΚΣ. Εκεί πήγαινες άμα ήθελες Φιλοσοφία, όχι ΦΠΨ και μαλακίες. Στο Ρέθυμνο. Είμαι από τας Σέρρας στην καταγωγή, μεγάλωσα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ορφανός αλλά εύπορος, μας άφησε ο πατέρας μου χτήματα και χτήματα. Και ακίνητα. Τσαγκάρης ήταν, με τη δουλειά του τα έβγαλε. Η μάνα μου δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ αλλά παρέμεινε τσιγκούνα και φρόνιμη. Φρόνιμη ως ο όφις, έτσι μας έλεγε να είμαστε. Σ’ εμένα και στην αδερφή μου, που στο τέλος κατέληξε να παντρευτεί τον Μαλάκα. Από την πολλή φρονιμάδα μάλλον. Τέλος πάντων, τέσσερα χρόνια Ρέθυμνο, ακόμα τα θυμάμαι. Όλες αυτές οι ευτελείς λεπτομέρειες που μας πλάθουνε.

Το ξέρω ότι ακούγομαι στοχαστικός και αυτοαναφορικός, οι περισσότεροι άνθρωποι που μπλέκουμε με τη Φιλοσοφία είμαστε έτσι. Κάπως έτσι.

Το Ρέθυμνο το σιχαινόμουν. Μέση Ανατολή. Ζέστη. Χιόνι ποτέ. Άνθρωποι ασυλλόγιστα περήφανοι. Η Κρήτη κι η Κρήτη. Ρε άει στο διάολο. Η Κρήτη έτσι κι η Κρήτη αλλιώς. Τέλος πάντων, τέλειωσα στα τέσσερα χρόνια και την έκανα, πίσω στο Παγκράτι. Είχε έρθει η ώρα να σπουδάσω Φιλοσοφία, αφού στο ΦΚΣ επιεικώς μαλακιζόμασταν. Αλλά το περίμενα ότι το προπτυχιακό ήταν ένα προστάδιο και μόνον. Πήγα φαντάρος. Προστάτης, μια χαρά. Στον Στρατό κυρίως διάβαζα. Δεν ξέρω γιατί λένε τόσες ιστορίες για τη θητεία. Εγώ καλά πέρασα, δεν με ενοχλούσανε και δεν ενοχλούσα κανέναν. Μέγα Δέρειο. Αλεξάνδρεια του Γιδά. Πεντάγωνο. Μια χαρά.

Μετά King’s College. Λονδίνο. Άλλη φάση. Πραγματικές βιβλιοθήκες. Μια εστία σαν παλάτι απ’ έξω και σαν κοιτώνας από μέσα. Το Λονδίνο: χαμός και χάος. Αλλά εγώ πάντοτε στοχοπροσηλωμένος. Στην Αγγλία κάναν Αναλυτικούς, όμως εγώ ήθελα Μπεργκσόν. Και Μαρξ. Τελικά με άφησαν να γράψω τη διπλωματική μου με αυτό το θέμα, μια σύγκριση Μπεργκσόν και Μαρξ. Δεν πήγε και πολύ μακριά αλλά ήτανε τουλάχιστον πρωτότυπη. Για διδακτορικό δεν με δέχτηκαν τελικά. Όμως βρήκα δουλειά στο BBC. Ήθελαν κάποιον να τους γράφει κείμενα για την Ελλάδα. Κάποιον που να ξέρει τα πράγματα καλά.

Βρήκα ένα καλό διαμέρισμα. Μόνος. Ναι, απίστευτο: χωρίς συγκάτοικο! Με θέα στο ποτάμι. Εντάξει, φαίνεται και το ποτάμι. Πίσω από κάτι άχαρα κτίρια, από αυτά που στο Λονδίνο βρίσκονται παντού. Από τότε κάνω τη ζωή Λονδρέζου: έγερση στις έξι και ντουζ. Τιουμπ. Δουλειά. Παμπ με τους συναδέρφους, από τις 5 και έως τις 8 και, σπίτι, τηλεόραση και βραδυνό. Ύπνος. Αυτά. Εδώ και 14 χρόνια. Τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω Φιλοσοφία, ονειρεύομαι εκδρομές στην παραλία με γυναίκες που δεν γνώρισα ποτέ ή που είδα φευγαλέα στα σοσιαλμήντια να χαμογελάνε για άλλους. Κάποτε βλέπω βουβάλια ή άλογα στον ύπνο μου. Κάποτε βλέπω τας Σέρρας. Κάποτε την Υμηττού φρακαρισμένη. Κάποτε τίποτα, ξυπνάω απλώς στις τρεις να κατουρήσω και να απαλλαγώ από την μπύρα και αναρωτιέμαι πόση ώρα ύπνου να μου μένει ακόμη.

Η Φιλοσοφία με ενδιαφέρει. Πάντοτε. Πάθος. Όποτε καταλήγουμε στην παμπ μετά τη δουλειά, δηλαδή τέσσερα βράδια τη βδομάδα κατά μέσο όρο, προς τα εκεί την πάω τη συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι (στο μεταξύ πήρα προαγωγές και μεταθέσεις, κοτζάμ MPhil έχω) με λένε ‘The Greek Philosopher’. Αλλόκοτη φάρα οι δημοσιογράφοι: προσπαθούνε να δημιουργήσουν το μάξιμουμ ντόρου με το μίνιμουμ διαβάσματος — ή γνώσης. Συμπληρώνουνε τα κενά της άγνοιάς τους με common sense. Κι έτσι διαμορφώνουνε γνώμες και συνειδήσεις. Γι’ αυτό και τους περνάω από τη δοκιμασία της Φιλοσοφίας. Γιατί με ενδιαφέρει. Όπως και το σεξ. Το λέω έτσι, «σεξ», γιατί αν πω «πήδημα» ή «γαμήσι» θα νομίσει κανείς πως είμαι κάπως. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου.

Καθόλου όμως. Ήμουν πάντα ντροπαλός. Πριν πέντε χρόνια παλιορκούσα τη Julie. Στάνταρ δεν δούλεψε. Έκτοτε δεν ξανασχολήθηκα. Ο Πάτρικ στη δουλειά λέει ότι είμαι τεμπέλης, ότι έχω καλομάθει και για αυτό δεν είμαι κυνηγός. Ο Πάτρικ ξέρει ότι δεν έχω πάει παρά με πουτάνες και μασατζούδες. Και τον φρικάρει και άμα πιούμε λιγάκι (όχι πολύ, τρεις τέσσερις πίντες) εκεί πάει την κουβέντα. Κι εγώ τον ρωτάω πώς πάει με τον γάμο του και από πότε έχει να το κάνει. Και καταλήγουμε να μιλάμε για την Άρσεναλ.

Έχασα την παρθενιά μου σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής εντελώς μεθυσμένος όταν ήμουν δεκάξι. Μπροστά μου περίμενε τη Βανέσσα ένας Πόντιος ντυμένος και παρφουμαρισμένος και χτενισμένος λες και πήγαινε σε συνέντευξη για δουλειά (αυτή την παρομοίωση την έκανα αργότερα). Ούτε μου άρεσε ούτε δεν μου άρεσε όταν το έκανα για πρώτη φορά. Πάντοτε είχα τον νου μου στην Ιθάκη, που λέμε, είχα τον νου μου σε εκείνη την ιδανική γυναίκα (που δεν υπάρχει) με την οποία θα το κάναμε τρεις φορές τη μέρα και που θα ταιριάζαμε και θα πηγαίναμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Στη σχολή, στην Κρήτη, ήθελα πολύ την Πόπη. Πολύ. Βγαίναμε. Δεν ήξερα πώς να της δείξω ότι την ήθελα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει πουτάνα, με τις οποίες είχα εκπαιδευτεί και είχα λαγνουργήσει μια χαρά κι ανέμελα μέχρι τότε, γιατί δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει τέτοια. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ότι η εξοικείωσή μου με τις πουτάνες, που με εμπόδιζε από το να συσχετιστώ (για να το πω έτσι σεμνά) με κανονικές κοπέλες, μην τυχόν και τις κάνω να νιώσουν άσχημα. Πιο μετά, στα τριάντα και, κατάλαβα ότι κάποιες δεν θα είχανε πρόβλημα με κάτι τέτοιο, να νιώσουνε πουτάνες… στερνή μου γνώση και τα λοιπά.

Ναι εντάξει, είμαι φαλακρός από τα 22. Και χοντρούλης. Και με ατσούμπαλο σώμα, όχι απλώς χοντρούλης. Φοράω και γυαλιά. Δεν έχω πολύ θάρρος. Δεν θέλω να βλέπω φωτογραφίες μου. Η Diane, συνάδερφος που έχει αναλάβει να με κουράρει, δεν θα την πήδαγα με τίποτα, έχω πάει μόνο με καλλονές άλλωστε, ισχυρίζεται ότι έχω κακομάθει with all those tarts (δεν ξέρει ότι πάντα πληρώνω, νομίζει ότι κάνω αρπαχτές, ότι είμαι παίχτης) κι ότι δεν ξέρω what love is. Πιθανόν. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι από την Πόπη μέχρι την Julie δεν κατάφερα να τα φτιάξω με καμμία. Ποτέ. Μόνον πληρωμένο. Ξέρω ότι είμαι γεροντοπαλληκάρο πια, ακόμα και με τα δεδομένα του 21ου αιώνα. Ξέρω ότι ποτέ δεν είχα ερωτική σχέση και δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ — μάλλον όχι. It’s an arrangement of sorts, που λένε κι εδώ.

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να τα λέω όλα αυτά. Κατά βάθος είμαι άνθρωπος απλοϊκός: θέλω να διαβάζω, θέλω να έχω κάποιον να κουβεντιάζω, να κολυμπάω στη θάλασσα, να σβήνω το μυαλό μου πάνω σε ένα κορμί (ή από κάτω του). Μου το είπε και μια model πριν δυο-τρία χρόνια, ενώ ακόμα τότε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουνα τη Julie με κάθε γυναίκα που νοικιαζα: you wanna get turned on so as to turn yourself off, dontcha? Μήνες τη σκεφτόμουν την ατάκα.

Όταν πάω στην Ελλάδα κάθομαι στις καφετέριες και κοιτάζω τα κορίτσια. Μικρότερα από εμένα, το ομολογώ: οι σαραντάρες Σερραίες παραείναι κωλοπετσωμένες για τα παρθένα δόντια μου. Οι δε Παγκρατιώτισσσες, άσε: κατηγορία διαστήματος,. Ξέρω ότι και άλλοι μπάκουροι τις κοιτάνε και σκέφτονται πώς θα ήτανε να τις γαμήσουν. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Καθόλου. Καθόλου πια. Χορτασμένος είμαι. Σκέφτομαι όμως πώς θα ήταν να ξυπνάω και να τις βλέπω αμακιγιάριστες και να μυρίζουν όπως φευγαλέα έχω μάθει ότι κανονικά μυρίζουν οι γυναίκες, κάτω από σαπούνια, αφρόλουτρα και μπέιμπι όιλ. Ή πώς είναι να έχουνε περίοδο και να είναι ακατάστατες ή αφηρημένες και λίγο κουρασμένες και να μη σε περιμένουν έτοιμες.

Ένα προηγούμενο ευρωπαϊκό όραμα

Υπάρχει ένα προηγούμενο της ΕΕ του 21ου αιώνα. Είναι η Αυστροουγγαρία μετά τη Συνεννόηση (Αusgleich) του 1867 μέχρι και τον διαμελισμό της το 1918.

Η Αυστροουγγαρία ήταν μια πολυεθνική δίδυμη μοναρχία. Σκοπός του συμβιβασμού που μετέτρεψε την αυστριακή αυτοκρατορία στην κατά Μούζιλ Κακανία ήταν να ικανοποιηθούν οι διάφορες εθνότητες διατηρώντας την ενότητα της δίδυμης μοναρχίας, ώστε να μην οδηγηθούμε σε χάος και κατακερματισμό. Άλλωστε οι Ούγγροι είχαν εξεγερθεί το 1848 και το είχανε σκοπό και πολλοί άλλοι. Κάτι πρέπει να μας θυμίζουν αυτά.

Γενικότερα, το Ausgleich αποσκοπούσε στο να να ανακοπούν οι εθνικισμοί, ιδίως οι επικίνδυνοι νοτιοσλαβικοί, να προστατευθούν οι πανταχού γερμανικές μειονότητες και να ανακοπεί ο ρωσικός επεκτατισμός που ήδη είχε φάει τη μισή Πολωνία. Κι αυτό με τη Ρωσία θυμίζει πολύ τη δεκαετία του ’10 του 21ου αιώνα. Τέλος, οι Γερμανοί, που οι Αυστριακοί ακόμα θεωρούν τσομπαναραίους, δεν ήταν φίλοι της Αυστροουγγαρίας.

Έτσι λοιπόν, ενώ στην Αυστρία επίσημη γλώσσα ήτανε τα γερμανικά και στη (μεγάλη) Ουγγαρία τα ουγγρικά, όλες οι γλώσσες της Αυστροουγγαρίας χρησιμοποιούνταν τοπικά. Στη Βουλή μπορούσε ο καθένας να μιλάει στη γλώσσα του. Το χρήμα κι αυτό πολύγλωσσο.

Βεβαίως, στο σχολείο μάθαμε ότι η Αυστροουγγαρία ήτανε λείψανο της φεουδαρχίας και «φυλακή των λαών». Αξίζει ωστόσο να σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι αντίπαλοί της στον Μεγάλο Πόλεμο ήτανε αποικιοκράτες (και οι Ρώσοι, βεβαίως, απλώς από τη Σιβηρία δεν τους χώριζε ωκεανός) και στυγνοί ιμπεριαλιστές: οι ΗΠΑ είχανε κανονίσει Μεξικό, Φιλιππίνες και Κούβα με σκληρότητα μεθοδικότατη, ενώ βεβαίως είχαν αποικίσει τη μισή βόρεια Αμερική με το πρόσχημα ότι ήταν «άδεια» (ως συνήθως: όπως η Σιβηρία για τους Ρώσους, η Παταγονία για τους Αργεντίνους ή κι η Παλαιστίνη για το Ισραήλ…).

Αν έμοιαζε σε κάτι η Αυστροουγγαρία με την ΕΕ του 21ου ή και τους τότε εχθρούς της ήτανε το χάσμα μεταξύ συμβολικού και πραγματικού. Επιπλέον, όπως και στην ΕΕ μας, οι λαοί της δίδυμης μοναρχίας ήταν ισότιμοι (αλλά παντού υπήρχαν χαφιέδες και σπιούνοι), οι Εβραίοι τυπικά χειραφετημένοι (αρκεί να μην προκαλούσαν), υπήρχε μια (ας πούμε) ομοσπονδιακή Βουλή χωρίς πολλές εξουσίες, την οποία μάλιστα έκλεισε δις ο Αυτοκράτωρ (της Αυστρίας) και Βασιλεύς (της Ουγγαρίας) για λόγους εθνικού συμφέροντος. Η ρητορική ήταν ενωτική κι αντιεθνικιστική και τα ιδεώδη υψηλότατα: πολλοί πίστευαν ότι μια μέρα, μάλλον μετά τον δυσκοίλιο Φραγκισκο Ιωσήφ, η δίδυμη μοναρχία θα εξελισσόταν σε μια πραγματική ομοσπονδία των λαών της. Οι αυστρομαρξιστές, όπως μου έλεγε ο Ρακάσα, εργάζονταν μάλιστα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν τα κατάφεραν στο τέλος.

Όπως και η ΕΕ, συνταίριαζε αντιδραστικότητα κι οπισθοδρόμηση στις πολιτικές με ρητορική και προσπάθειες για συνύπαρξη, συνεννόηση και ανεκτικότητα. Το έδαφός της πάλαι αδιαίρετης και αχώριστης σήμερα είναι μοιρασμένο σε 11 (αν μέτρησα σωστά) κράτη, κάποια από τα οποία είναι πιο αντιδραστικά από τη δίδυμη μοναρχία.

Δεν έγραψα το κείμενο αυτό για να παινέψω ή για να αναθεωρήσω την εικόνα μας για την Αυστροουγγαρία παρά για να υπενθυμίσω ότι πατερναλιστικοί και γραφειοκρατούμενοι άνωθεν καταβαίνοντες σχηματισμοί (όπως λ.χ. και η ΕΣΣΔ) μεγαλουργούν συμβολικά και ρητορικά υποσχόμενοι ενότητα κι ισοτιμία αλλά στο τέλος καταλήγουν να ηγεμονεύονται από τον μεγάλο παίκτη.

Στα γόνατα

Ας μιλήσουμε λίγο για το να πέφτεις στα γόνατα και να γονατίζεις.

Θα πέσουμε γονατιστοί μπροστά στη γυναίκα ή μπροστά στον άντρα χάριν ευκολίας και απόλαυσης, γιατί μας καυλώνει ή γιατί θέλουμε να κάνουμε χατήρι ερωτικό. Θα ανταποκριθεί μια γυναίκα ή ένας άντρας στην προτροπή «στα τέσσερα», ή κάποια αντίστοιχη, γιατί αυτό θέλουν και οι δύο (ή όσοι είναι τέλος πάντων). Όλα όσα κάνουμε στην ερωτοπραξία ως συναινούντες ενήλικοι είναι πράξεις ιμερικές, του άγριου παιχνιδιού του πόθου και της ηδονής, της μεγάλης (συνήθως) χαράς της ζωής. Προφανή και στοιχειώδη αυτά, δεν αξίζει να γράφονται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Βεβαίως, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι αυτός που είναι. Κι αυτό χιλιοαναλυμένο. Σ’ αυτόν τον κόσμο η αναφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ιμερικές πρακτικές και ερωτικές στάσεις ή μέθοδους χρησιμοποιείται ως μεταφορά εξουσίας, υποταγής, τιμωρίας, επιβολής, καταστολής, βλάβης ή — βεβαίως — ως μετωνυμία του βιασμού. Όλες: γαμήσαμε, μαλακίζεστε, τον πήρε, έστησες κώλο, μας παίρνετε τσιμπούκι, γαμιούνται, φα’ το μουνί μου — και ούτω καθεξής. Κακώς. Προφανές και στοιχειώδες και αυτό, δεν αξίζει να γράφεται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Αυτό το στοιχειώδες και προφανές, λοιπόν: καμμία στάση μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που ερωτοπραγούν ή ερωτοτροπούν δεν σημαίνει τίποτα, δεν έχει κάποιο «νόημα» και δεν κουβαλάει κανένα πολιτικό ή άλλο φορτίο.

Πάμε παρακάτω.

Στη δημόσια σφαίρα, η γονυκλισία και — περισσότερο — το να προχωρείς γονυπετής είναι απεναντίας δείγμα εξευτελισμού ή έστω αναγνώριση υποταγής και εξανδραποδισμού από μια αυθεντία, συνήθως από αυθεντία θανάτου όπως ο δυνάστης, ο νόμος, ο κατακτητής, ο θεός. Θυμάμαι από το σχολείο κάπου ότι οι Έλληνες κατά τον Ηρόδοτο είναι περήφανοι γιατί προσεύχονται όρθιοι. Θυμάμαι μη πειστικές εξηγήσεις γιατί κάποιοι κάνουν εδαφιαίες μετάνοιες όταν εκκλησιάζονται. Θυμάμαι την απορία μου γιατί να γονατίζει κάποιος μπροστά σε κληρονομικό μονάρχη ώστε να χρισθεί ιππότης του τάγματος της καλτσοδέτας («περικνημίδας»).

Δεν απόρησα ποτέ όμως γιατί άνθρωποι απελπισμένοι από γιατρούς, είτε γιατί δεν είχανε να πληρώσουν τους κατάλληλους γιατρούς είτε γιατί δεν υπήρχε γιατρός να τους γλυτώσει, γονάτιζαν μπροστά σε λείψανα κι εικονίσματα ή έβαζαν αλλεπάλληλες εδαφιαίες μετάνοιες κι ανέβαιναν την ανηφόρα της Τήνου γονυπετείς. Δεν απόρησα γιατί γονάτιζαν μπροστά σε χυδαίους ανθρώπους που έφεραν το σκοτεινό σχήμα του κληρικού ή του μοναχού, μόνον και μόνο γιατί εκείνοι κράταγαν στο χέρι κάποιο λείψανο, φυλαχτό ή — στην καλύτερη περίπτωση — αρτοφόριο ή δισκοπότηρο. Δεν απορούσα μικρός για τον λόγο που είναι γραμμένος στον τάφο του ψυχάκια τυράννου Κρόμγουελ: Christ, no man, is King. Όσο μεγάλωνα εξακολουθούσα όμως να μην απορώ γιατί γνώριζα καλά, και μάθαινα ξανά και ξανά, τι σημαίνει να σε σφίγγει η μέγγενη της αρθρίτιδας συνεπικουρούμενη από την οστεοπόρωση, πόσο πόνο φαίνεται να μπορεί να προκαλέσει ο καρκίνος ή και οι απλές πετρούλες στα νεφρά, έμαθα για τη φριχτή μοίρα να χάνεις παιδιά και για τις προθεσμίες των γιατρών για τη ζωή σου που θα σβήσει — και δεν θα σβήσει απότομα, παρά μέσα σε πόνο και ανημπόρια εξευτελιστική — σε μήνες ή, άντε, χρόνια. Και, λυπάμαι, αλλά τότε γονατίζεις. Αλήθεια λυπάμαι. Αλλά δεν παριστάνω ότι δεν ξέρω.

Οπότε, και το λέω ως ευχή και όχι ως μεταφορά τιμωρίας ή βλάβης, όσοι επίμονα ξινίζετε με την ανθρώπινη απελπισία που σε σπρώχνει να γονατίσεις όχι μπροστά σε πηγές ηδονής και χαράς αλλά μπροστά σε θεότητες κι αγίους τους οποίους με το στανιό σε βάζουν ο θάνατος κι ο πόνος να πιστέψεις, ε, άντε γαμηθείτε.

Οι Μικροί Απόλογοι

I.
Υπάρχει κάτι που δεν είναι αυτό που νομίζεις. Υπάρχει κάτι κρυμμένο από τη ματιά σου και που μισοφανερώνεται σε άλλους σαν τη στρεβλή αντανάκλαση παγόβουνου που διαθλασμένη καθρεφτίζεται ανάποδα στην επιφάνειά σου. Υπάρχει κάτι άλλο που λέγεται «κατά βάθος» και είναι εσύ και εσύ είσαι αυτό το «κατά βάθος», αυτό είσαι εσύ και όχι όσα λες πως νομίζεις ότι είσαι.

Αλλά οι άνθρωποι δεν είμαστε παγόβουνα υποκύανου πάγου να πλέουμε σιωπηλά μέχρι να μας καταπιεί γλύφοντάς μας το αλμυρό νερό, να αστράφτουμε σαν πλωτά νησιά άλατος στον ήλιο. Είμαστε κάτι άλλο. Είμαστε καλειδοσκοπικά και πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα, μέχρι να μας κάνει θρύψαλα ο κάθε θάνατος, η βολίδα που θα έρθει λαμπρή από το νεκρό και αχανές διάστημα με τη στιγμιαία φλόγα της. Κι αυτό που φαίνεται, η επιφάνεια, είναι αυτή που είναι γιατί το βάθος μας είναι έτσι και όχι αλλιώς. Γιατί η γωνία μεταξύ των επιφανειών μας και η γωνία πρόσπτωσης του φωτός μάς φωτίζει από μέσα προς τα έξω και μας ερμηνεύει από έξω προς τα μέσα. Κι είμαστε τα καλειδοσκόπια που είμαστε τότε και όχι πριν (και μάλλον όχι μετά), τα πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα. Κρύσταλλα που οι όψεις τους μοιάζουν απ΄’ έξω σαν μια ασύμμετρη επιφάνεια όλο ιριδισμούς και χρώματα φευγαλέα.

ΙΙ.
Η πιο γνήσια πηγή της πολιτικής είναι η αγωνία για ζωή, η ενσυναισθητική ανάγκη να μην παραμένει η ζωή και η χαρά της ζωής κτήμα λίγων. Από αυτήν την άποψη, το pursuit of happiness της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ συμπυκνώνει μια αλήθεια που ξεπερνάει τις τελικά μίζερες προθέσεις των συντακτών της.

III.
Το 2010 ήρθε πριν το 2001: όταν ήμουν δέκα χρονών, μια φίλη της μάνας μου μου έφερε δώρο το 2010 του Άρθουρ Κλαρκ. Το διάβασα λίγο μετά. Θυμάμαι ότι μου έκαναν εντύπωση τρία πράγματα: η τροχιακή πυρηνική κεφαλή του Βατικανού (όπως σας το λέω), ότι ο Δίας μετατρέπεται σε έναν μικρό ήλιο στο τέλος του βιβλίου με το όνομα Εωσφόρος και το σημείο Λαγκράνζ.

Το σημείο Λαγκράνζ είναι το σημείο μεταξύ δύο μεγάλων σωμάτων όπου η βαρύτητά τους αλληλοεξουδετερώνεται. Ένα τρίτο και πολύ μικρότερο σώμα που βρίσκεται σε σημείο Λαγκράνζ είναι δεμένο σε σταθερή τροχιά σε σχέση με τα δύο μεγάλα σώματα. Το σημείο Λαγκράνζ δεν είναι διαλεκτικό, είναι κάτι πέρα και από τη διαλεκτική.

IV.
Το νόημα του κουλ σχεδόν ανάγεται εξολοκλήρου στην αγωνία για πρωτοτυπία. Και μάλιστα για πρωτοτυπία ουσίας, που δεν υπάρχει, αφού τα όρια της ανθρώπινας εμπειρίας είναι περιγεγραμμένα από την ανθρώπινη φύση (περιγεγραμμένα, όχι περιορισμένα). Το κουλ θέλει να μας πείσει ότι φέρνει το καινούργιο καινούργιο, το «ολοκαίνουργιο», είτε πρόκειται για τατουαζοθύελλα που σε κάνει σαν εμπριμέ ταπετσαρία, είτε για παντελόνια καμπάνα, είτε για μαύρα κραγιόν.

Από αυτή την άποψη, το μόνο πραγματικά κουλ είναι ό,τι προέρχεται από τεχνικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, εκεί ακριβώς όπου δημιουργούνται εκ του μηδενός καινούργια πράγματα: το πρώτο σπίτι με στέγη ή ο σιδηρόδρομος ήτανε κουλ, το ραδιόφωνο, το νάυλον και το αεροπορικό ταξίδι επίσης. Και αυτά για όσο είναι πραγματικά καινούργια. Πάντως τα ντυσίματα, τα μουσικά στυλ, οι συμπεριφορές (ιδίως αυτές!) ποτέ δεν θα μπορέσουν να είναι αληθινά κουλ, μόνο μόδες.

V.

Η μακροημέρευση και δημοφιλία κάποιων ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων οφείλεται στο ότι τελικά οτιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως σεξουαλικό υπονοούμενο.

VI.
Είναι τέχνη να μην νομίζεις ότι έχεις πάντα δίκιο. Όχι αρετή, τέχνη. Πρέπει πρώτα να κατανοήσεις ότι η απόλυτη συνέπεια υπάρχει μόνο στο έργο σκοτεινών Γερμανών ή, έστω, ότι επιτυγχάνεται με τεράστιο κόστος: το κόστος αυτό είναι η αποκόλληση από την εμπειρία, αποκόλληση όχι ως αφαίρεση (γιατί καμμιά ερμηνεία δεν είναι εφικτή χωρίς αφαίρεση), παρά ως εγκλωβισμός στο κομψό και συνεπές σύστημα που έχεις χτίσει. Δεύτερον, πρέπει να κοιτάζεις λίγο τα πράγματα από τη σκοπιά που δεν είναι η δική σου (όχι απαραίτητα από την «αντίθετη» σκοπιά: μανιχαϊστικές αντιθέσεις υπάρχουν κυρίως στην ανθρώπινη νόηση και όχι παραέξω), αλλά με ειλικρίνεια: πρέπει να μπορείς να μπεις ολόψυχα στην άλλη σκοπιά, όχι να το κάνεις κουτσά-στραβά για να την απορρίψεις εν είδει αχυρανθρώπου. Τρίτον, μπορεί να είσαι μάγκας, αλλά το σύμπαν είναι πιο μαγκίτικο από εσένα — στάνταρ.

Αυτά τα λέει άνθρωπος που δημοσίευσε το 2005 κατα της θεωρίας Α, την οποία χρησιμοποίησε το 2011 σε άλλη δημοσίευση για να ερμηνεύσει παρόμοια δεδομένα, οπότε ίσως να μεροληπτώ.

VII.
The intensity of the human gaze is the result of the intentionality behind it, of the human ability to entertain possible worlds.

VIII.

Ας πούμε ότι στον Α και στον Β αρέσει ο μπακλαβάς. Ο Α θεωρεί αυτήν την προτίμηση ζήτημα αρχής και επιλογής. Ο Β τη θεωρεί ένα άθροισμα στιγμών αδυναμίας και αποτέλεσμα παρορμήσεων (κατά προτίμηση «ζωωδών»). Μαντέψτε ποιος από τους δύο είναι ο πατερναλιστής, ποιος από τους δύο θα κουνήσει το δάχτυλο σε ποιον.

IX.

Στις ξένες πόλεις που πάω αν δω κάποιον να στέκεται στο μπαλκόνι ή κοντά στο παράθυρο πάντοτε αναρωτιέμαι τι ζωή κάνει. Η επινόηση του παράθυρου, αυτού του κενού χώρου που αποτελεί όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, είναι ίσως η μεγαλύτερη επινόηση της αρχιτεκτονικής. Επίσης, το παράθυρο επιτρέπει να εποπτεύεις το δημόσιο μέσα από το ιδιωτικό (όπως όλοι ξέρουμε) αλλά και να μετατρέψεις το ιδιωτικό σε κάδρο για δημόσια θέα, όπως π.χ. στις ολλανδικές πόλεις.
X.
Απροειδοποίητα καμμιά φορά ξαναθυμάμαι αυτά που φοβόμουν παλιά. Αισθάνομαι απορία αλλά και το αντίστροφο της νοσταλγίας, το συναίσθημα που ίσως λέγεται «στoν αγύριστο».
XI.
Φιμωμένος, ο απείραχτος λαός, ο άκοπος και ακάθαρτος, ο αρτιμελής και ατελής. Περιτμημένος, ο περιούσιος λαός, κομμένος και καθαρός, κολοβός αλλά τέλειος.
Οι απερίτμητοι αισθανόμαστε περισσότερη απόλαυση γιατί δεν είναι εκτεθειμένο το κεφάλι μας που δεν σκέφτεται, άρα δεν αναισθητοποιείται από την καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα. Οι περιτμημένοι διαρκούνε περισσότερο, άρα προσφέρουν περισσότερη απόλαυση, ακριβώς γιατί είναι εκτεθειμένο το κεφάλι τους που δεν σκέφτεται στην καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα και δεν ειναι υπερευαίσθητο. Ένας τρίτος θα έλεγε ότι οι εφευρέτες της περιτομής ανά τον κόσμο (νομάδες της ξεραΐλας και νομάδες των δασών) δεν φόραγαν εσώρουχα εφαρμοστά με λάστιχο. Εγώ λέω ότι η θρησκεία και ο πολιτισμός μας νομιμοποιούνται να καμαρώνουν για το αν ακρωτηριάζουν ή όχι ένα πετσάκι εμβαδού ενός με δύο τετραγωνικά εκατοστά, αρκεί να είναι αρσενικό πετσάκι. Ιστορίες για τον πούτσο, που λέμε.
XII.
Γιατί έλεος και φόβος; Γιατί όχι φόβος και ελπίς; ή ίμερος και πόθος; ή, έστω, δοκιμή και πλάνη ή έρως και θάνατος; Γιατί έλεος και φόβος; Μάλλον γιατί είναι τα μόνα πάθη που μπορούν να γίνουν μέσο για κάθαρση (που είναι μια ήπια μορφή ψυχοκατακλυσμικής θεραπείας).
XIII.
Όταν ήμουν παιδί η πληροφορία ήτανε σπάνια και δυσεύρετη. Οι εγκυκλοπαίδειες ήταν ακριβές και σπάνιες και διαφημίζονταν επειδή τάχα περιείχαν «γνώση», στην πραγματικότητα περιείχαν πληροφορίες. Επίσης, αντέγραφαν η μία την άλλη και όλες μαζί την Britannica — μέχρι που βγήκε η Πάπυρος-Larousse-Britannica και μας το είπε ανοιχτά· εγώ τη σνόμπαρα γιατί ήμουν της Δομής.
Όταν ήμουν φοιτητης βγήκε η Encarta. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος όταν την πρωτοδούλεψα, στον υπολογιστή ενός φίλου: μπορούσες να δεις βιντεάκια (των πέντε δευτερολέπτων), να ζουμάρεις σε χάρτη, να ψάξεις λήμματα και να ακούσεις τον ήχο του αγγλικού κόρνου και να τον συγκρίνεις με του φαγκότου — και τέτοια πολλά. Ο ενθουσιασμός ακολουθήθηκε από τη συνειδητοποίηση ότι η Encarta κόστιζε περίπου όσο και μια πολύτομη εγκυλοπαίδεια (είχανε πια φτηνύνει) και, κυρίως, ότι χρειαζόταν μηχάνημα που πετάει για να τρέξει, πολύ πιο ακριβό από οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια: το ’94 δεν είχα καν υπολογιστή.
Μετά ήρθε το CIA factbook, η wikipedia και άλλα πολλά. Στο τέλος το Google τα αγκάλιασε (χμ) όλα.

Ο εραστής της Μαρίκας

Δεν μπορώ να την ξεχάσω, σας λέω. Με τίποτα. Πάνε χρόνια. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ότι έχω μείνει κολλημένος στη Μαρίκα, όχι βέβαια, έχω κάνει διάφορα έκτοτε, και σχέσεις σοβαρές. Γενικά είμαι των σοβαρών σχέσεων. Αγαπούλης, έτσι λέει ο Παντελής. Άμα το κάνω με γυναίκα πάνω από μία φορά, την ερωτεύομαι επιτόπου, την αγαπάω, ζω γι’ αυτήν και πεθαίνω. Ο Παντελής ανησυχεί, με λέει ότι έχω μπλέξει την καψούρα με τα αισθήματα τα μεγάλα, λέει ότι είμαι καψούρης, απλά. Ο Προφέσσορας δεν θέλει να το κουβεντιάζει το ζήτημα αλλά με κοιτάζει κάπως. Κι αυτός ανησυχεί για μένα, έτσι με φαίνεται. Μια φορά με είπε ότι πρέπει να δω κάποιον ειδικό, να το κοιτάξω αυτό και να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν το είπε σαν μαλάκας (συγγνώμη κιόλας), να με βγάλει ψυχάκια, σαν αδερφός το είπε.

Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη Μαρίκα. Ούτε Μαίρη, ούτε Μαρικάκι: Μαρίκα. «Χάχα Μητσοτάκη» με έλεγαν τότε, σκασίλα μου. Πάνε βέβαια και δέκα χρόνια. Ήμουν στα τριαντατρία τότε, «η ηλικία που ολοκληρώνεται ο άνθρωπος». Εκείνη την ώρα στη ζωή μου ήρθε κι η Μαρίκα. Στα τριαντατρία.

Η Μαρίκα ήταν ένα κανονικό κορίτσι, γραμματέας. Ερχότανε στο μαγαζί, τότε δούλευα στα ντελικατέσεν, στα τυριά. Εγώ την εξυπηρετούσα τυπικά, δεν την κοίταγα στα μάτια ή οπουδήποτε αλλού — τέτοιος είμαι. Την εξυπηρετούσα, τέλος. Αυτό ήταν. Μια φορά με βρήκε μόνο. Την κοίταξα κάπως καλύτερα, με ρώταγε αν έχουμε αρσενικό τυρί Νάξου. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό και με τάραξε που μια γυναίκα σαν τη Μαρίκα, με το το μακρύ μαλλί το κορακί, τα μάτια τα έξυπνα, τα ωραία χείλια (σαν μια Αιγύπτια βασίλισσα), τα μικρά στητά βυζάκια (ναι, αυτά κοίταξα, τι να πω) μέσα από εκείνο το μαύρο πουκάμισο με ρώτηξε για «αρσενικό τυρί». Την είπα ότι είχαμε γραβιέρα Νάξου. Χαμογέλασε, είπε ότι δεν είναι το ίδιο, το αρσενικό το φτιάχνουν από γάλα που δεν είναι παστεριωμένο κι έχει «πιο έντονη γεύση», έτσι είπε. Ζαλίστηκα σχεδόν.

Η σχέση μας λοιπόν ξεκίνησε από μια παρεξήγηση: εγώ νόμισα ότι με έκανε καμάκι, εκείνη πιο μετά έλεγε «όχι ρε συ Αντώνη, έτσι θα σε την έπεφτα;». Και γέλαγε. Και της άρεσε που δεν κοίταζα τη γυναίκα εκεί που την κοιτάν οι άλλοι. Εγώ πια όμως έλεγα πως με θέλει. Όταν ξανάρθε, την εξυπηρέτησα καλύτερα: την κοίταγα και στα μάτια πολύ. Μέχρι και να χαμογελάσω κατάφερα. Μετά με έλεγε η Μαρίκα ότι τότε πρόσεξε τα μάτια μου κάτω από το καπέλο, που την αρέσανε, και τους ώμους μου. Γιατί όλες τις προηγούμενες φορές καμπούριαζα σκυμμένος. Την έπιανα και την κουβέντα, για τυριά και τέτοια, τι να κουβεντιάσω. Μια την έλεγα για κάποιο καινούργιο τυρί (που συνήθως δεν το έτρωγε), μια για ελιές. Ένιωθα μαλάκας. Αλλά δεν τα έχω εύκολα κι αυτά. Τουλάχιστον ήξερα ότι θα την δω Δευτέρα και Πέμπτη, καμμιά φορά και Σάββατο. Κάτι ήταν κι αυτό. Το ρεπό το έπαιρνα λοιπόν πάντα μα πάντα Τρίτη ή Παρασκευή, αλλά Παρασκευή ήθελε κι ο Σάκης ο Μακρής, σκαντζάριζα λοιπόν κανα Σάββατο, που εγώ το δούλευα μήπως και έρθει η Μαρίκα για μουρταδέλλα.

Αυτό τράβηξε κανα δίμηνο. Πολλές φορές, άμα ήταν ήσυχα στο μαγαζί, έπαιρνα ανάσα για να βγάλω κανα «θες να βγούμε;». Αλλά η ανάσα δεν έβγαινε. Με τίποτα. Τελικά με λέει η Μαρίκα μια Πέμπτη: «Ανύπαντρος είσαι ή θα πρέπει να κρυβόμαστε;». Παραλίγο να με κόψει δάχτυλα το μαχαίρι. Ναι, αυτό το κυκλικό που γυρίζει, που δεν χαρίζει κάστανα. Εγώ αυτά δεν τα έχω εύκολα, δεν είμαι ετοιμόλογος, δεν είμαι αλάνι. Χαντακώθηκα. Μα δεν γινότανε να χάσω την ευκαιρία: «Ελεύθερο παιδί είμαι.» Κοίταξε τη στολή και με είπε: «Ε, βάλε κάτι άλλο το Σάββατο και πάμε πουθενά.»

Πήγαμε. Μέχρι να τη δω ένιωθα να πνίγομαι. Θα έμενα στον τόπο. Δεν μπορούσα να περιμένω. Δεν άντεχα. Τρελαινόμουνα. Δεν πέρναγε η ώρα. Σαν να ήμουν 15 χρονών. Μετά αγχώθηκα. Διάλεξα ρούχα. Μετά πλύθηκα. Μετά έβαλα και πορνοταινίες να δω, να είμαι κάπως έτοιμος σαν άντρας, καταλαβαίνετε, όταν με δει. Μετά φοβήθηκα μην έχω ρεύση και τις έκλεισα. Μετά με ξαναέπιασε άγχος. Ίδρωνα. Ξαναέκανα μπάνιο.

Είπαμε, δεν τα έχω εύκολα αυτά. Δεν περίμενα ότι θα γίνουν πολλά πράγματα. Είχα όμως άγχος. Σαν ριζικό με φαινόταν αυτή η γυναίκα. Όσο ήμασταν μαζί στα μπουζούκια έπινα σαν νεροφίδα. Εκεί κατά τις 3 με λέει η Μαρίκα: «Δεν είσαι να οδηγήσεις, μη σκοτωθείς κιόλας». Τι είχαμε κουβεντιάσει 4 ώρες; Δεν θυμάμαι. Δεν μίλαγα πολύ, ούτε εκείνη. Δεν ξέρω. Αλλά με πήγε σπίτι της. Εγώ μέσα στο μεθύσι από τα σίβας (σκέτη μπόμπα, δηλητήρια) κατάλαβα ότι με πάει σπίτι της. Λίγο ανησύχησα, πολύ χάρηκα.

Το σπίτι της ήτανε στη Νέα Ιωνία, «άει μωρή, Ινδιάνα είσαι;» είπα αλλά εκείνη αμέσως γέλασε. Κι εγώ ξαναχαντακώθηκα: τι γάιδαρος. Τώρα γύριζε το κεφάλι μου κανονικά. Ανακατευόμουν. Σαν τώρα το θυμάμαι.

Εγώ πάντως δεν είμαι κανας εκλεκτικός τύπος με γούστα και βίτσια ειδικά. Ό,τι μου προσφέρεται το δέχομαι ευχαρίστως, λέω κι ευχαριστώ. Άμα έρθω στο κέφι με γυναίκα και στη διάθεση, κάνω τα πάντα, καμμιά φορά κι εγώ τα χάνω τι κάνω. Και για να έρθω στο κέφι, να καυλώσω που λέμε, πρέπει να νιώσω ελεύθερος.

Λέω λοιπόν τώρα, ότι εκείνη τη βραδιά και τους επόμενους 11 μήνες πρέπει να ένιωθα πολύ ελεύθερος. Ελευθερία. Και ναι, με τη Μαρίκα όλα τα κάναμε. Κι η καύλα έφτανε μέχρι το μεδούλι μου — κι αλλιώς δεν μπορώ να το πω. Και μυαλό δεν είχα παρά για να τη βλέπω και να το κάνουμε, κάθε φορά αλλιώς (κι ας μην ήταν πάντοτε αλλιώς). Λεπτομέρειες δεν θα πω. Και πώς δεν έχασα όλα τα δάχτυλά μου στο μαχαίρι, ένας Θεός το ξέρει. Και πήγαμε το καλοκαίρι Αλόνησο και ξεχάσαμε να γυρίσουμε, τόσο όμορφα. Παράδεισος. Παράδεισος.

Και νύχτα βγαίναμε και σπίτι της μέναμε (με είχε χάσει η μάνα μου τότε) και στο φως της μέρας κυκλοφοράγαμε. «Άει ρε μαλάκα πια, με τη ζωντοχήρα» έλεγε ο Παντελής. Ο Προφέσσορας έκλεινε το συνεργείο του, κανονικά όμως, και με κέρναγε τσίπουρα: «Χαίρου», με έλεγε, «χαίρου γιατί αυτή είναι ο κολοφώνας της ζωής σου». Έτσι έλεγε: «χαίρου».

Δεν ένιωθα ότι εγώ κι η Μαρίκα είχαμε σχέση και τέτοια. Αλλά δεν με ένοιαζε και καμμιά άλλη. Μετά, μία ωραία πρωία η Μαρίκα είπε «Αντώνη, χωρίζουμε». Μιλήσαμε, κλάψαμε, φιληθήκαμε. Κλάψαμε πολύ. Αλλά δεν την ξαναείδα. Αυτό ήταν, Τέλος, μαχαίρι. Και το μαχαίρι δεν χαρίζει κάστανα. Ο Παντελής ακόμη αναρωτιέται πού πήγε, τι απέγινε, πώς και δεν ήξερα τίποτε για τη ζωή της για να πάω να την ψάξω μετά: 11 ολόκληρους μήνες ήμασταν μαζί. Τον λέω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα από όσα δεν ήθελε να με δώσει, να με πει, να κάνουμε μαζί: γι’ αυτό δεν είχα πληροφορίες.

Όχι, δεν την αγάπησα τη Μαρίκα. Ναι, κατέστρεψε για πάντα κάθε τσόντα, την έκανε να μοιάζει κουκλοθέατρο, καραγκιόζης, ψέμα. Όχι, δεν ήμουνα ποτέ πιο ευτυχισμένος, ούτε μίλησα ποτέ τόσο πολύ και για τόσα πολλά με γυναίκα. Και ας μην ήξερα πολλά γι’ αυτήν. Κι ας μην ήμουν ερωτευμένος, που λένε. Ξέρω που σου λέω, ρε γέροντα, πάνε δέκα χρόνια, έχει πήξει πια το μυαλό μου. Γι’ αυτο σε λέω, άσε το κήρυγμα και τα πνευματικά για γάμους κι αγάπες και δεσμούς αγάπης. Άσε να χαρείς, πάτερ.

(Η εικονογράφηση είναι, βεβαίως, της Apollonia Saintclair.)