Ζώντες ποιητές

Με την ποίηση δεν το ‘χω, μου είπαν κάποτε. Συμφωνώ. Δεν μπορώ να γράψω ποίηση και ό,τι άθλια σκαριφήματα είχα σκαρώσει τα έκαψα, ως γνωστόν, στην μπανιέρα του πατρικού μου σπιτιού πριν περίπου είκοσι χρόνια.

Επίσης, έχω ένα πρόβλημα: με δυσκολεύει η ποίηση. Μου προκαλεί συνήθως δυσφορία ή ανυπομονησία ή και τα δύο. Προτιμώ ένα πεζό με μουρμουρητό ρυθμό, ας πούμε. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να διαβάσω ποίηση μετά τον τρίτο με τέταρτο στίχο, δεν γίνεται να συνεχίσω, ακόμα και αν το ποίημα είναι μόλις 7-8 στίχοι. Εκτός και αν πράξει κάτι το ποίημα, αν με μετατοπίσει από το σημείο όπου βρίσκομαι και κοιτάζω τα πράγματα και τους άλλους κι εμένα. Σε αυτήν την περίπτωση διαβάζω και δεν χορταίνω, αφού το ποίημα με πάει εκεί όπου αυτό θέλει και με μετατοπίζει.

Εδώ και χρόνια ήθελα να πω ποιοι Έλληνες ζώντες ποιητές με συγκινούν. Δίσταζα για δύο λόγους: πρώτον, οι δύο από αυτούς είναι γνωστοί μου, ο ένας Φίλος. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: τουλάχιστον πρέπει πια όσοι κάθονται και με διαβάζουν χρόνια να ξέρουν ότι δεν χαρίζω κάστανα. Δεύτερον, δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για ποίηση. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: επιπλέον, η ποίηση είναι κανονικά για όλους, όπως η πολιτική. Άλλωστε, άσημος και ανώνυμος εγώ, λέγοντας ποιοι ποιητές μου αρέσουν μάλλον θα καταφέρω τελικά να ακούσω συστάσεις για κάποιους που δεν έχω προσέξει ή που μου διαφεύγουν: γούστα πάντως δεν θα διαμορφώσω, ούτε θα αξίωνα κάτι τέτοιο.

Ζώντες ποιητές λοιπόν, όχι ποιήτριες. Στα ελληνικά. Οι δικοί μου:

Αντώνης Αντωνάκος: Ο άνθρωπος γράφει γι’ αυτά που θέλω να διαβάζω με τον τρόπο που με συνεπαίρνει. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν μου χαϊδεύει τα αυτιά, ίσα ίσα με πάει λίγο πιο δίπλα με πολλά από τα ποιήματά του. Ποίηση όλο ζουμιά που σφύζει και καμμιά φορά ρίχνει και κανα σκαμπίλι δυνατό. Ποίηση που μυρίζει μουνάκι και καμένη άσφαλτο.

Θωμάς Τσαλαπάτης: Ποίηση που με δυσκολεύει. Που είναι πρωτοποριακή και τραχειά, κάποτε σφήνα ή και υπομόχλιο. Διαβάζω κάτι δικό του και λιγάκι χάνομαι, σαν να κατέβασα κανα ποτηράκι απότομα θεονήστικος. Λέω: έτσι πρέπει να είναι η πρωτοποριακή ποίηση, να μην παίρνεις καν χαμπάρι ότι είναι πρωτοποριακή ή ότι μόλις έχασες το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, που λένε. Δεν είναι «ένα ποίημα καληνύχτα», είναι «τρέμε, ποίηση».

George Le Nonce: Στριφνή και αγχογόνος ποίηση, ανοίγει ξέφωτα και πάνω που πας να ανασάνεις σε σκεπάζει με ασφυξία. Με όρους «καθαρής ποίησης» — ό,τι και αν είναι αυτό: όραμα, ρυθμός, εξακτίνωση, η λεπτομέρεια που οδηγεί στο γενικό — είναι ο σπουδαιότερος. Σκεφτείτε: ποιήματα για αδιανόητους κόσμους και ανεξιχνίαστες νόσους και οθνείες συγγένειες και συνάφειες να σε αγγίζουν. Όχι γιατί αναγνωρίζεις μέσα τους κάτι δικό σου προτού τα διαβάσεις, παρά γιατί τα ίδια τα ποιήματα σε αναγκάζουν να ταυτιστείς με ό,τι περιγράφουν, διεκτραγωδούν, αναθυμούνται ή εξυπακούουν.

Τους ευχαριστώ και τους τρεις. Τους είμαι ευγνώμων, δηλαδή.

Εσώρουχα

Έχω έναν ερεθισμό κι ένα γρομπαλάκι κάτω από τη μασχάλη. Ανησυχώ. Τι «ανησυχώ», δηλαδή, φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Σκέφτομαι την Αντζελίνα Τζολί. Ή Ζολί. Δεν είμαι σίγουρος πώς τη λένε και δε με νοιάζει. Αυτή έχει μείνει και μισή από τη δίαιτα, βέβαια, σαν άγιος άλιωτος κάτω από γυάλα. Ανορεξική, λένε. Κατάντησε σαν εκείνον τον άγιο που με είχε πάει με το πούλμαν η μουρλή η θεια μου να δω στην Εύβοια, ήμουν και δεκαπέντε χρονών τότε, πριν δέκα χρόνια, και φοβόμουν πολύ μέχρι να τον δω που θα έβλεπα λείψανο, και μετά τον είδα και τον λυπήθηκα. Τον λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το αναλύσω. Μου φάνηκε αβάσταχτο να πεθάνεις νέος σε ένα βουνό στην Εύβοια και μετά να μείνεις έτσι, μαραμένος και κατάμαυρος κάτω από ένα τζάμι.

Το πιάνω πάλι το γρομπαλάκι. Εκεί έχουμε λεμφαδένα, λέει στο ίντερνετ. Έχω φρικάρει λίγο. Πάω να κλείσω το χέρι μου πάνω στα πλευρά μου και νιώθω ερεθισμό εκεί. Βυζιά. Ακόμα ένα πρόβλημα που δεν έχουν οι άντρες. Τι να λέμε, γνωστά. Το μόνο έξτρα πρόβλημα που έχουν οι άντρες είναι ο προστάτης. Που, αν έφταναν, λέει, όλοι οι άντρες 100 χρονών, θα είχαν βγάλει όλοι καρκίνο στον προστάτη. Τρομακτικό, τι να σου πω. Φαντάζεσαι να είσαι 100 και να σου πουν ότι έχεις πέντε με δέκα χρόνια ζωής; Κι ότι δεν θα μπορείς να το κάνεις; Αν και οι άντρες έχουν διάθεση να το κάνουν μέχρι τα 130. Και τώρα πια μπορούν, έχουνε την επιστήμη σύμμαχο.

Είναι κι αυτό, φυσικά: ο άντρας είναι γκομενάκι και μετά γαμιάς και στο τέλος γίνεται ώριμος και γοητευτικός κύριος: όλοι οι άντρες έχουνε το κοινό τους. Κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω έχουνε μεγάλο κοινό. Πιχί η Μάνια λέει ότι την τρελαίνουν οι εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες: είναι λεβέντες, λέει. Την καυλώνουν. Άντρες ψημένοι, όχι αγοράκια. Μάστοροι. Τα ωραία τα κορμιά και οι κοιλιακοί και τα κωλαράκια τα τραγανά είναι για τα κοριτσάκια και τους γκέηδες, έτσι λέει. Κι εγώ της τραγουδάω το «έλα στον παππού, γιατί να πας αλλού». Τεσπά. Άμα είσαι άντρας, περνάει η μπογιά σου και έτσι και αλλιώς ώσπου να ψοφήσεις, μέχρι και το πι στο οποίο ακουμπάς για να κάνεις μισό βήμα είναι σεξ τόυ, άμα λάχει.

Ναι, οκέι, πφφφ, φεμινισμός. Εντάξει, ναι. Αλλά άμα κάποιος τα κάνει σαν τα μούτρα του, λες ότι τα έκανε μουνί, όχι ότι τα έκανε ψωλή. Ναι, ναι: πφφφφ, φεμινισμός και άσε μας κουκλίτσα μου. Οκέι. Δεν βλέπει ο άλλος το πρόβλημα. Το δέχομαι. Πού να το δει το πρόβλημα; Εδώ είναι ο καπιταλισμός αυτονόητος, που είναι πεντακοσίων ετών, δεν θα είναι η πατριαρχία, που είναι πέντε χιλιάδων και βάλε;

Σε αυτό το σημείο, άμα γίνει καμμιά τέτοια κουβέντα, με σταματάνε οι γκόμενοι, βγάζουν και χαμόγελο σαν αριστερό φλας, και μου λένε κάτι του στυλ «ώπα, είσαι κουλτουριάρα». Χαμογελάνε, κάνουν οπισθογωνία νοερώς, πρέπει να με προσεγγίσουν αλλιως, σκέφτονται. Όσοι μπορούνε, δηλαδή. Αλλά κολοκύθια κουλτουριάρα είμαι, σιγά. Πίπες. Μέχρι τα 18 μου, που ήμουνα φοιτήτρια και κάηκαν χριστουγεννιάτικα δέντρα κι εξοστρακίστηκαν κάτι σφαίρες, δεν ξέραμε τι είναι καπιταλισμός και τέτοια. Αλλού ζούσαμε. Η παιδεία είναι η λύση, λέγαμε. Ονειρέψου και θα το κάνεις, μας έλεγαν. Όλα είναι δυνατά άμα στρώσεις κώλο και δουλέψεις. Εντάξει, άμα ήσουνα με το Σταρ Τσάνελ, σου έλεγαν να στήσεις κώλο, όχι να τον στρώσεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω. Και μετά κάηκαν όλα. Και γίναμε όλοι αναρχικοί. Για λίγο. Μέχρι που ήρθε το όνειρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε οι γκόμενοι πως είμαι κουλτουριάρα. Λέω ότι δεν με έπαιρνε να γίνω κουλτουριάρα. Με έπιασαν ο πατέρας μου και η μάνα μου όταν έδινα εξετάσεις και μου εξήγησαν ότι αν δεν πέρναγα Αθήνα δεν είχανε λεφτά να με στείλουν εκτός. Καθήσαμε στην κουζίνα, γύρω απ΄οτο τραπέζι, λες και θα τρώγαμε καμμιά τάψα γεμιστά. Να το συζητήσουμε. Αγχωθηκα τρελά. «Να πάρετε δάνειο», τους είπα. Θα τους έλεγα ότι εδώ παίρνανε δάνεια για να πάνε Κόστα Ναυαρίνο και τέτοια οι διπλανοί, αλλά δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου. Η μάνα μου κοίταζε σαν υπάλληλος στο Έβερεστ Σάββατο βράδυ στις 4 και κάτι. Αμίλητη. Έκανε πως χαμογελάει κι ότι τάχα δεν ακούει. Όπως κάνουν οι γυναίκες. Όπως κάνουμε οι γυναίκες. Ο μπαμπάς στο τέλος μου είπε: «Άκου, αγάπη μου, δεν υπάρχουνε χρήματα, σε παρακαλώ φρόντισε να περάσεις στην Αθήνα, είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο μυαλό. Σε παρακαλώ. Κρίμα είναι.» Δεν είπα τίποτα: με είπε «αγάπη μου» και το είπε πολύ πολύ χαμηλόφωνα. Και είπε «χρήματα» κι όχι «λεφτά», για πρώτη φορά μίλησε για τα φράγκα με σέβας και δέος. Τότε δεν μιλάγαμε για λεφτά, για ό,τι άλλο θες κουβεντιάζαμε εκτός από λεφτά.

Πέρασα Αθήνα τελικά. Θρίαμβος. Αστέρι. Χώρισα και με τον Κίμωνα, που νόμιζε ότι θα αρραβωνιαστούμε και θα με βάλει να κάνω την υπάλληλο στα λιπαντικά και τις μπαταρίες. Συνέχισα όμως τη ζωή του Λυκείου: «τι ώρα γύρισες;», «πού θα πας;» και τέτοια. Ευτυχώς είχα την Ντούλα τη Θωμοπούλου, που έφευγε κάθε τρεις και λίγο για τα Καλάβρυτα, γιατί «την έπνιγε η Αθήνα» — δεύτερο σπίτι το είχα κάνει το διαμέρισμά της στην Ξενίας. Μόνον έπιπλα δικά μου δεν είχα πάει. Ερωτικές χαρές Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι, Τριών Ιεραρχών. Μέσα στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν θα έβγαινα ψυχολόγος από το Ψυχολογικό. Ούτε φιλόλογος δεν θα έβγαινα. Ελληνίδα πτυχιούχος θα έβγαινα. Και βγήκα πτυχιούχος. Και τίποτε άλλο.

Αποφοίτησα το ’12, τότε που θα καταστρεφότανε κι ο κόσμος. Δεν καταστράφηκε. Έπιασα δουλειά στης κυρίας Τίνας. Προσωρινά. Διασκεδαστική δουλειά. Εσώρουχα. Μεταπτυχιακά και τέτοια, δεν ήτανε για τα δόντια μας: να είμαι ευχαριστημένη που πήρα πτυχίο. Σε έξι μήνες πια δεν θυμόμουν ποια είναι η διαφορά γνωστικής και γνωσιακής και ποιος είναι ο Άντλερ — που λέει ο λόγος. Τα ακαδημαϊκά θέλουνε λεφτά. Κι εγώ ήθελα λεφτά. Δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά να τα μοιραστώ με την καριέρα, την όποια καριέρα. Πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή καριέρα, που είναι ακριβή γκόμενα και σε βάθος χρόνου.

Όμως με το που πήρα πτυχίο ήθελα να φύγω από το σπίτι. Φώναζαν οι τηλεοράσεις: live your dream, be yourself, keep walking, dare, be the change — τέτοια. Ξέμεινα στο πατρικό μου. Στο παιδικό δωμάτιο, με παιχνίδια και σεμέν και αφίσες. Με το κρεβάτι το νεοσέτ. Κι ας είχα σιχαθεί να έχω στην τσέπη τα κλειδιά της Ντούλας τέσσερα χρόνια φοιτήτρια, κατάλαβα τι σημαίνει να έχεις κάπου να πας (όχι σώνει και καλά για να το κάνεις) όταν μετά πήρε κι αυτή πτυχίο, το ξενοίκιασε το διαμέρισμα στην Ξενίας και πήγε πίσω στα Καλάβρυτα και παντρεύτηκε τον γαμιά τον σωστό κι αυτή, τον πρώτο της και τον ένα και τον μόνο, όπως έλεγε. Ναι ντε, γι’ αυτό την έπνιγε η Αθήνα. Ενώ εμένα δεν με έπνιγε το σπίτι μου λόγω σεξουαλικής στέρησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν έχω: ευτυχώς δεν τσάκωσα καμμιά ενοχή στην εφηβεία και οι γονείς μου σε αυτό είναι νορμάλ — μόνο μην πέσω στην πρέζα ή μην ανέβω σε μηχανή τρέμανε. Το σπίτι με έπνιγε για τον λόγο που πνίγει το ξένο σπίτι κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο: γιατί δεν έχει μια πόρτα να κλείσει πίσω του κι ένα μπαλκόνι να ποτίσει τις δικές του γλάστρες — όχι της μαμάς. Δεν είναι μόνο το τι ώρα γυρνάς και τέτοια, εντάξει, μετά την εφηβεία σιγά σιγά μαθαίνεις να μην ακούς.

Κι έτσι, εκείνο το ωραίο καλοκαίρι του ’13, πουλώντας σέξι εσώρουχα (αλλά όχι πρόστυχα) σε μαραμένες συζύγους που δεν ενδιέφεραν ούτε σύζυγο ούτε γκόμενο (πού τέτοια τύχη), απλώνοντας ζαρτιέρες πάνω στη γυάλινη προθήκη για να διαλέξει ο επιπλάς από την Ιδομενέως για την γκόμενα (που νόμιζε κι ότι δεν τον αναγνώριζα), ξέροντας ότι δεν έχω ταλέντα ή ομορφιά ή πέντε φράγκα στην άκρη για να φύγω κι εγώ στο εξωτερικό και να ζήσω το όνειρο ή, έστω, να επιβιώσω, καταλαβα κι εγώ την θέση μου στον κόσμο. Αυτή που έχουν οι γυναίκες από καταβολής πόλεων και χωραφιών: να πλένω πιάτα, να καθαρίζω τζάμια και ό,τι άλλο απαιτεί η εποχή μας και το κοσμποπόλιταν. Μου άρεσε; Καθόλου. Μπορούσα να κάνω κάτι; Καλά καλά ούτε να πάω να μείνω μόνη μου δεν μπορούσα.

Και ναι, με παρακάλαγε ο Παντελής όλο το καλοκαίρι του ’13, κι εδω και στη Φολέγανδρο και στο χωριό της γιαγιάς του, να πάω να μείνω μαζί του, να ζήσουμε μαζί. Όμως εγώ παιδιά δεν ήθελα και δεν θέλω (βρωμολέσβω με έλεγε η Μάνια — τι μαλάκω που γίνεται κι αυτή η καριόλα όταν πιάσει τα ψυχολογίστικά της) κι ας με περιμένει, όπως λένε, ο καρκίνος, όπως όλες τις άκληρες. Και στην παραλία κάνω μπάνιο γυμνόστηθη κι ας είμαι η μόνη — η μάνα μου ισχυρίζεται ότι παλιά οι μισές το πέταγαν το αποπάνω στην παραλία. Κι ας με έχει φρικάρει τώρα το γρομπαλάκι. Που πρέπει να είναι από το αποσμητικό το γαμημένο το ρολόν, τελικά.

Α, πελάτης. Είναι αυτός ο παππούς πάλι. Θέλει κάτι όμορφο για τη γυναίκα του. Της ρίχνει και καμμιά δωδεκαριά χρόνια. Είπαμε η επιστήμη. Είχε ξανάρθει τον Ιούνιο, για δώρο για τα γενέθλιά της. Του έδειξα κάτι έτσι λίγο εξτρίμ, από αυτά τα κυλοτάκια που τα λύνεις. «Μπα, κυλότες αυτοκινήτου υπάρχουν», είπε με νόημα. Της πήρε τελικά κάτι λουλουδένια τότε, τύπου intimissimi. Άντε να δούμε τι θα της αγοράσει πάλι.

Κείμενα-χέρια

Ένας καλός τρόπος να χωρίσεις τα κείμενα σε κειμενικά είδη, σε genres που λέμε, είναι να προσπαθήσεις να σκεφτείς σε τι σχηματισμό του ανθρώπινου χεριού και σε τι χειρονομία αντιστοιχεί: κάλεσμα, ευλογία, μούτζα, δείξη, μεσαίο δάχτυλο,  «σταμάτα», γροθιά, παλάμη που τείνουμε για χειραψία, «σήκω», χάδι ή για αγκάλιασμα, χαιρετισμός, το «ώπα με τα βιοτικά» του Βούδα και των αγιογραφιών, ρητορικό τάνυσμα, κοίλη παλάμη για περίπτυξη, αμφίσημα πεταλουδίσματα μαέστρου ή συνθηματικά προπονητών. Δεν έχουμε ονόματα για όλα αυτά τα είδη.

Κάποια κείμενα βεβαίως περιέχουνε παραπάνω από έναν σχηματισμό, πολλές χειρονομίες. Κάποια απλώς σε βάζουν να παρακολουθείς το κειμενικό χέρι να κινείται και να αλλάζει σχήμα μαγνητίζοντάς σε. Δεν ξέρεις πάντοτε ακριβώς τι βλέπεις, αλλά δεν σε πολυνοιάζει κιόλας. Γιατί έχεις περάσει σε αυτό που λέμε χορός (να χρειάζεται κάποιας μορφής ρυθμός σε αυτές τι περιπτώσεις) ή, αλλιώς, ποίηση.

Child in Time

Άκουγα χτες στο αυτοκίνητο τη στούντιο εκτέλεση του Child in Time, αυτή με τις ανοικονόμητες τσιρίδες. Κοίταζα μπροστά μου την ωραία μεσογειακή βλάστηση που στολίζει τη χώρα δυτικά της Πίνδου. Και θυμήθηκα τον ακάλυπτο του πατρικού μου, Ιούλιο μήνα.

Αλλά ας πάμε από την αρχή. Το ατελείωτο και επίτηδες επικό υμνολόγημα των Deep Purple περιέχει ένα επίσης ατελείωτο και μανιεριστικά δεξιοτεχνικό σόλο περίπου στα δύο τρίτα της πολύ μεγάλης διάρκειάς του. Καθώς το αυτοκίνητο έτρεχε προς την πόλη το φαντάστηκα παιγμένο με κλαρίνο. «Δεν γίνεται να μη σου αρέσουν τα κλαρίνα εάν σου αρέσει αυτό», αποφάνθηκα με στόμφο, επηρεασμένος από το τραγούδι μάλλον. Μετά θυμήθηκα ότι τραγούδαγα για χρόνια τις τρεις συγχορδίες που απαρτίζουν το μοτιβάκι τουν-τουν-τούν του τραγουδιού ως «met een kwast» — όμως αυτό μάλλον δεν αφορά και πολλούς, περίπου όπως και οι στίχοι του τραγουδιού — τους οποίους ποτέ δεν θα ψάξω, αν και μου μυρίζουν Ηράκλειτο για τις μάζες πασπαλισμένο με μπόλικη γκλαμ ροκ ρητορεία.

Γενικά ακούγεται όχι τόσο η στούντιο εκτέλεση αλλά η ζωντανή όπως μαγειρεύτηκε για το Live in Japan. Οι περισσότεροι κάθονται και ακούνε ολόκληρο το ροκ τροπάριο της Κασσιανής περιμένοντας τον πυροβολισμό που μείωσε κατά έναν το ακροατήριο της συγκεκριμένης συναυλίας, πυροβολισμός που απαθανατίστηκε πεντακάθαρα. Τον πυροβολισμό τον έχω προσέξει μια φορά όταν ήμουν δεκατριών και μία πριν δυο-τρεις μήνες, σε ένα από τα καινούργια δισκάδικα που πουλάνε βινύλια.

Να μην είμαι άδικος: η ζωντανή εκτέλεση έχει ένα σοβαρό πλεονέκτημα σε σχέση με του στούντιο: ό,τι βγαίνει ως απλώς ανοικονόμητες τσιρίδες μέσα στο στούντιο αποδίδεται ως μεγαλειώδη ουρλιαχτά, τα πιο ροκ ουρλιαχτά στην ιστορία της μουσικής, καταμεσίς του γιαπωνέζικου σταδίου. Και είχα την ευκαιρία να τα εκτιμήσω τα ουρλιαχτά πάμπολλες φορές.

Το πατρικό μου δεν είχε και δεν έχει κλιματισμό. Τα καλοκαίρια κοιμόμασταν με τις μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες. Ο παραμικρός ψίθυρος, κάποιο τραγούδι μακρινό και παιγμένο σιγανά, ο βόμβος της τηλεόρασης — όλα ακούγονταν μέσα στα δωμάτιά μας. Όχι, ερωτοπραξίες δεν άκουσα ποτέ, πέρα από κάποια πνιχτά, άτακτα και μουλωχτά ξεφυσήματα, που θα μπορούσαν να είναι εφιάλτες, ροχαλητά ή και άυπνοι στεναγμοί.

Μια χρονιά πριν φύγω από το πατρικό, κάποιος μετακόμισε στο ισόγειο γειτονικής πολυκατοικίας, ισόγειο που έβγαζε στον ακάλυπτο. Αυτό το μάθαμε λίγες βραδιές μετά όταν κατά τις 4 παρά το πρωί ακούσαμε πάρα πολύ δυνατά την κορύφωση του τουν-τουν-τούν με κιθάρες και αμέσως μετά το γνωστό ουρλιαχτό. Πάρα πολύ δυνατά. Και μετά ξανά. Και ξανά, και ξανά. Σε λούπα. Ξύπνησα χαμογελώντας την πρώτη βραδιά: μου άρεσε πάρα πολύ η φάση ότι κάποιος, απόλυτα ήσυχος μέχρι τότε, αποφάσιζε να ξυπνήσει τόσες πολυκατοικίες με Deep Purple, με το συγκεκριμένο ουρλιαχτό, για να είμαι ειλικρινής: «τουν-τουν-τούν ααααααααααααα».

Αυτό επαναλαμβανόταν 2-3 φορές την εβδομάδα για κάμποσο εκείνο το καλοκαίρι, που ήταν ολόκληρο ένας καύσωνας από την αρχή μέχρι το τέλος και που με έκανε να φαντασιώνομαι έντονα την Αγγλία στην οποία θα διέφευγα, αφήνοντας πίσω μου και τη συγκατοίκηση με τους γονείς μου, μια κατάσταση βολική αλλά κατά βάθος εξευτελιστική για όσους αισθάνονται ενήλικοι. Από ένα σημείο και μετά ξυπνάγαμε εκεί στις τέσσερις παρά περιμένοντας να ακούσουμε το τουν-τουν-τούν ααααααααααααα. Πολλές φορές επιβεβαιωνόμασταν, άλλες όχι. Επιπλέον, ο τύπος, όταν του έβαζαν τις φωνές από τις κρεβατοκάμαρες, απλώς χαμήλωνε την ένταση και άκουγε ολόκληρο πια το τραγούδι 4-5 φορές: αρκετά δυνατά για να ακούγεται αλλά τόσο χαμηλά όσο να μην ενοχλεί.

Αργότερα, ο περίεργος ένοικος του ισογείου μιας πολυκατοικίας που δεν ήταν η δική μας αλλά με την οποία μοιραζόμασταν τον ακάλυπτο το γύρισε σε χιπ χοπ. Και πάλι, έπαιζε τα κομμάτια πολύ δυνατά. Τα έκοβε, φώναζε πολύ δυνατά με άψογη αμερικανική προφορά «People are still having sex» και μετά ακολουθούσε σιωπή. Ή μάλλον το βουητό των κλιματιστικών του μικροβιολογικού εργαστηρίου που μοιραζότανε κι αυτό τον ακάλυπτό μας.

Και πάλι Αθήνα

Δεν μπορώ να πάψω να λέω για την Αθήνα.

Πέρα από το ότι είναι η πατρίδα μου, αυτή, κι όχι κάποια αφαίρεση όπως η «Ελλάδα». Πέρα από το ότι είναι ο τόπος όπου κυρίως έχω υπάρξει ξανά και ξανά ευτυχισμένος, μ’ έναν χάρτη της εντός μου κατάστικτο από ζωή. Πέρα από το ότι στεγάζει και χαρά και θλίψεις και τους περισσότερους ανθρώπους μου ή το παρελθόν τους.

Την Αθήνα την περπατάω από τα 11. Η Αθήνα είναι ο τόπος που θέλω να εξερευνώ και να ανακαλύπτω. Το Παγκράτι και το Κερατσίνι, τη Λένορμαν και το Παλαιό Ψυχικό, τα Πατήσια και τα Πετράλωνα, κάτι δρόμους χαμηλά στην Ακρόπολη προς Κουκάκι, την οδό Λάσπα και την πλατεία ΠΕΑΝ, τη γειτονιά μου (όταν την πρωτοαντίκρυσα το 2008) και είπα: «Εδώ θέλω να μείνω».

Μπορεί οι μικρές πόλεις να χωράνε σε κάποιου είδους αφαίρεση, μπορεί κάποιες μεγάλες πόλεις να συμπορεύονται με λιγάκι πιο πονηρές αφαιρέσεις, αλλά η Αθήνα; Την κοίταγα με στοργή από του Στρέφη, όπως κάνω από 12 χρονών: το κέντρο του κόσμου. Την ατένιζα από τα Αναφιώτικα με τη Βουλή υπό γωνία μόλις να ξεπροβάλλει, την κατόπτευα από το Τσελεπίτσαρι και την Πετρούπολη να μοιάζει με θάλασσα ζωντανή όλο φώτα που καταλήγει στη θάλασσα. Την καμάρωνα από τον Λυκαβηττό (φυσικά) και από τον Υμηττό και από κάτω από την Καστέλλα. Και πάλι, αν και την κοίταζα από ψηλά και μακριά, δεν μπορούσα να τη δω ως αφαίρεση.

Δεν κολλάει κανείς στο ότι στην Αθήνα διαδραματίζονται εκατομμύρια ιστορίες: ιστορίες πολλές, ή μία και καλή, μπορούν να στηθούν οπουδήποτε: σε ψαροχώρια και σε άνοστες πόλεις, σε χωριά και στις ερημιές. Η Αθήνα περιέχει κόσμους αναρίθμητους, που δεν συνυπάρχουν απλώς δίπλα δίπλα, όπως π.χ. στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, αλλά συμπλέκονται και διακλαδίζονται μεταξύ τους. Αυτό εν μέρει οφείλεται στα ταξί: αφού δεν είχε αυτή η πόλη μέχρι πρόσφατα άξονες μετρό να ορίζουν πού πας γρήγορα και πού δεν πας τόσο εύκολα, όλοι με τα ταξιά ήμασταν μαθημένοι, όταν τα βρίσκαμε, και μας πήγαιναν όπου θέλαμε. Εκτός από κάτι δρόμους με λεύκες σε Μελίσσια και Πολύδροσα και τέτοια – αλλά τώρα πια κι αυτά Αθήνα τα λέμε, δε βαριέσαι. Κι έτσι ανακατεύονταν οι κόσμοι μας, να τραβιόμαστε από Κυψέλη Μαρούσι και από Πειραϊκή Πετρούπολη, επίσκεψη στην Αχαρνών και ραντεβού στην Πανεπιστημίου και παγωτό στον Βάρσο και ρεσιτάλ στα Πευκάκια. Κάθε κόσμος που υπάρχει στην Αθήνα απλώνει λεπτές ίνες που συνδέουν την οδό Κριναγόρου με τη Γλυφάδα ή την οδό Πρατίνου με τον Χολαργό. Και πάει λέγοντας.

Όσοι ψάχνουν αξιοθέατα και γραφικότητες για να ζήσουνε μια πόλη, καλώς: ας παν εκεί όπου τα αξιοθέατα αφθονούν και η γραφικότητα κατασκευάζεται επιμελώς και καταναλώνεται με σύνεση και μέτρο. Όσοι διεγείρονται με ρετρό λιθόστρωτα, ομοιόμορφα σοβατισμένες προσόψεις και προσεκτικά ανακατασκευασμένα μνημεία, ας ζήσουνε κι αυτοί τον έρωτά τους: κανένανε δεν κρίνουμε, αλίμονο – εμείς έχουμε δει και τους πύργους της Ντεφάνς και τους πύργους της Αμφιάλης από το ύψος της Γρηγορίου Λαμπράκη. Δεν κρίνουμε καν εκείνους που ταυτίζουν τα ωραία μεγαλοαστικά προάστεια με την καλαισθησία και που δεν καμαρώνουν τη Λαμπρινή, την Κοπή, τη Λεωφόρο Ιωνίας, τους Αμπελοκήπους, του Ζωγράφου ή την Πειραϊκή: και στο Κένσινγκτον περπατήσαμε και στο Χάκνεϋ. Όσοι ψάχνουμε πόλεις και όχι προσόψεις, όσοι προσέχουμε τους ανθρώπους και τους κόσμους τους και όχι συμμετρικές χαράξεις και κανάβους, εμείς είμαστε για την Αθήνα.

Θα γράψω λοιπόν κείμενα πολλά με συστηματικό κι ανελέητο name dropping. Δεν θα ονομάζω εν είδει επίκλησης και λιτανείας νησιά και γκομενάκια, όπως ο Ελύτης στο Άξιον Εστί. Δεν θα ονομάζω καν μπαρ και φιλαράκια και ρέκτες του λόγου και της εγχώριας διανόησης. Θα κάνω συγκαλυμμένα ρετσιτατίβα με δρόμους και διευθύνσεις και γωνίες και διασταυρώσεις και κάτι σημεία μοναδικά σε πάρκα και παραλίες: στην περίπτωσή μου αυτό θα είναι πράξη αγάπης.

Αγγλία

δώρο γενεθλίων στον Γιώργο

Η Αγγλία, η χώρα και όχι η εποχή της ζωής μου εκεί, επανέρχεται απότομα στον νου μου σαν γκόμενα που πολύ σε παίδεψε παλιά αλλά από την οποία απαλλάχτηκες τελικά κι ησύχασες. Την βλέπω καμμιά φορά στον ύπνο μου, κυρίως το ζαβό και πλάγιο φως που την έλουζε. Σχεδόν βλέπω το Σίτυ όπως φαινόταν μέσα από το παράθυρό μου, συχνότερα βλέπω τον Τάμεση ή τα Cartright Gardens, εκεί όπου ηττήθηκα (άλλωστε αυτά τα έχω φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου). Καμμιά φορά θυμάμαι απότομα πώς μύριζε η πίσσα και το λάστιχο στις αποβάθρες που περίμενα το τραίνο ή στις παμπ η μπαγιάτικη μπυρίλα που ποτίζει τα σανίδια. Τακτικότερα επανέρχονται οι γεύσεις, από την ισορροπία των φις εντ τσιψ και το τσάι τους μέχρι το στεγνωμένο σάλιο μου με απόγευση coronation chicken και Caffrey’s ενώ ξυπνάω αλαφιασμένος στο τραίνο γυρνώντας από τη δουλειά, μόλις μία στάση πριν τον προορισμό μου. Το The Box των Orbital, που είναι ο μόνος χρήσιμος χάρτης του Λονδίνου, το OK Computer και η ακατανόητη μουσική των διαλέκτων. Αφές πολλές, το ασάλευτο βάρος της θλίψης κι η χαρά της βροχής, η Ελλάδα που άρχισα να ξαναφτιάχνω μέσα μου εκεί με υλικά τη Νένα Βενετσάνου και τις Τρύπες.

Η Αγγλία όπως την ξέρω εγώ έχει κάτι και από τις δύο Αγγλίες που βλέπουμε στο σινεμά: την Άνω Αγγλία, ανθισμένη, καταπράσινη κι εύτακτη χαρά με σπίτια γραφικά ή τουλάχιστον με σπίτια όλο κήπους και κουρτίνες λουλουδάτες της μεσαίας τάξης και του Τζέημς Άιβορυ, και την Κάτω Αγγλία, που ζέχνει και κολλάει και στριμώχνεται από την ανεργία και από τον αλκοολισμό μέσα στα θλιβερά terraces και στην τουβλοθύελλα της μαζικής στέγασης, νωπή στο αέναο ψιλόβροχο, του Λόουτς και του Λη, του Μπίλλυ Έλιοτ και του Full Monty.

Ξέρω τους κατοίκους της μεσαίας τάξης στην Άνω Αγγλία με τη θυμόσοφη ψυχραιμία του γούστου, του πλούτου και των προνομίων, που κανονίζει τις διακοπές της δύο και τρία χρόνια πριν στην Τοσκάνη και στη Δορδόνη. Ξέρω και τους άπλυτους φωνακλάδες της Κάτω Αγγλίας, εξωτικούς μέσα στην ίδια τους την πατρίδα, άρρωστους, μπαγάσες κι άνεργους, φρικτά μπανάλ και βάρος στους ώμους των νοικοκυραίων φορολογουμένων, που κανονίζουν τις διακοπές τους δύο και τρία χρόνια πριν στην Κόστα ντελ Σολ και στο Φαληράκι.

Θυμάμαι μια χώρα όπου δεν μπορείς να πας πουθενά αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά, που δεν μπορείς να φας τίποτε της προκοπής αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά. Η Άνω και η Κάτω Αγγλία εξυπηρετούνται από ιδιωτικές εταιρείες γκαζιού και ρεύματος και τηλεφωνίας, οι οποίες σε αφήνουν να περιμένεις ες αεί στις χωρίς χρέωση γραμμές εξυπηρέτησης ενώ στο μεταξύ αυξάνουν ανταγωνιστικά τα τιμολόγιά τους. Στη χώρα εκείνη περπάταγες δωρεάν κι ευφρόσυνα στο Χάμστεντ, στα Κιου, στο Ρίτσμοντ, στο Χόλαντ Παρκ, στο Γκράντσεστερ και στο Ντένταμ Βάλλυ – αλλά κανείς δεν σου έφταιγε αν ήθελες να φας ή να πιεις κάτι εκεί γύρω. Στην Άνω και στην Κάτω Αγγλία πρέπει να συζητάς τι είδες στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ – απλώς άλλα βλέπει η Άνω και άλλα η Κάτω.

Η Αγγλία υπήρξε οριακά φιλόξενη και σχεδόν συναρπαστική, ενώ το Λονδίνο θα το έχω μέσα μου για πάντα σαν δεύτερη πατρίδα. Η Αγγλία μού έμαθε να μη στέργω τις γλυκειές αυταπάτες, ότι κάθε τόπος έχει την καφρίλα του και ότι μια χώρα πάει κατά διαόλου όταν ξεπέφτουν οι σιδηρόδρομοι.

Ωριμότητα

Ωραία είναι η ωριμότητα. Καθόλου δεν μου λείπει η εποχή της ανωριμότητας. Καθόλου δεν μου λείπουν οι μάταιες μεταμέλειες, τα ανεδαφικά άγχη, οι θηριώδεις ανασφάλειες, οι ενοχές της πλάκας. Δεν θα ήθελα να γυρίσω στην εποχή που νόμιζα ότι ήμουν όπως όλοι οι άλλοι, ή μάλλον ότι θα έπρεπε να είμαι όπως όλοι οι άλλοι – όπως νόμιζα ότι είναι όλοι οι άλλοι, αλλά έλα που δεν ήμουν με 100% επιτυχία ακριβώς όπως οι άλλοι, έλα που θεωρούσα τον εαυτό μου άθλιο και καραγκιόζη και μοναδικά χαζό – έναν καημένο που οι άλλοι παραφυλάνε να τον κοροϊδέψουν.

Ούτε νοσταλγώ τον καιρό της θλίψης και της υπερανάλυσης. Νωρίς κατάλαβα ότι πρώτα πρέπει να ζεις και να σφάλλεις και να τρίβεσαι για να μπορείς μετά να σκέφτεσαι, να αναπολείς και να ονειρεύεσαι. Το έλεγε κι εκείνο το περιοδικό, άλλωστε: πρώτα ζούμε, μετά γράφουμε. Όμως αδυνατούσα να πάρω στα σοβαρά τον εαυτό μου. Δηλαδή και τώρα δεν τον παίρνω γενικώς στα σοβαρά, απλώς ξέρω ότι είναι καλός ο εαυτός για τρεις-τέσσερις δουλίτσες. Και δεν τον μέμφομαι πια, ούτε τον περιφρονώ.

Ποιος θα ήθελε να ανταλλάξει τη χαρά της κάθε μέρας με την υπερανάλυση του ελαχίστου; Όταν υπεραναλύεις το λίγο, χάνεις τη δυνατότητα να ξεχωρίσεις τη μία εκείνη λεπτομέρεια που μετράει, την οριακή περίπτωση, το κατιτίς (που λέγανε παλιά).

Η ανωριμότητα έχει ένα αβαντάζ: τη χαρά τη ανακάλυψης, την έκπληξη του καινούργιου, αυτό που μερικοί αποκαλούνε «μάθηση». Και λίγες χαρές είναι σαν κι αυτή. Γι’ αυτό και τόσο κόσμος νοσταλγεί τα παιδικά χρόνια και το χάος της εφηβείας. Όμως η έκπληξη και η ανακάλυψη μπορούν να παραμείνουν, η χαρά τους μπορεί να ανθίσει οποτεδήποτε: καλλιέργεια χρειάζεται, καλλιέργεια της αμφιβολίας και της απορίας. Να είσαι σε εγρήγορση και να μη θεωρείς τίποτε δεδομένο: νάφε και μέμνασο απιστείν.

Σπίτι εβδομηντάρηδων

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, εκεί στη δεκαετία του ’80, τα σπίτια των εβδομηντάρηδων ήταν όλο τάξη και νοικοκυροσύνη, πράγμα πολύ εύκολο όταν είναι άδεια και μικρά τα σπίτια, φυσικά. Και στα σπίτια τα αγροτικά και στα εργατικά δεν υπήρχαν βιβλία, αργότερα θα μάθαινα καλά ότι τα βιβλία προκαλούν αταξία και ταραχή. Ελάχιστα κάδρα, ντιβάνια, καθαρές επιφάνειες. Προσωπικά αντικείμενα έβλεπες ελάχιστα, νομίζω ότι το θεωρούσαν ντροπή να τα έχουν σε κοινή θέα οι τότε εβδομηντάρηδες και νυν ασπρόμαυρες φωτογραφίες ρετουσαρισμένες στο χέρι. Τα σπίτια μύριζαν φαγητό και, κατά τον Νοέμβριο, ναφθαλίνη. Η μεγάλη υπόθεση ήταν οι γλάστρες και τα δέντρα και το φαγητό σε μικρές και μάλλον υποφωτισμένες κουζίνες.

Δεν εξιδανικεύω. Σε τουλάχιστον ένα από αυτά τα σπίτια, που ανήκε σε οριακά αποθησαυριστή, υπήρχε ένα γιαπί γεμάτο από τη λεγόμενη Σαβούρα: ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου αποθηκευμένο σε αναρίθμητες πλαστικές σακούλες από τον Μαρινόπουλο. Τα σεντόνια είχανε μπαλώματα κι οι τοίχοι φούσκωναν από την υγρασία. Τα φάρμακα ήτανε τακτοποιημένα σε μια γωνιά του τραπεζιού. Και τα λοιπά.

Στη δεκαετία του ’10 τα σπίτια των εβδομηντάρηδων είναι γεμάτα με απομεινάρια της κιτς ευμάρειας ακριβώς εκείνης της εποχής, της δεκαετίας του ’80 και του ’90: κορνιζαρισμένα κεντήματα που συμπυκνώνουν ατέλειωτες γυναικείες ανθρωποώρες, έπιπλα πολυτελείας που δεν πρόλαβαν να αλλαχτούν, φωτιστικά και πατάκια, μπιμπελό σε βιβλιοθήκες που φιλοξενούν εγκυκλοπαίδειες, παιδικές σειρές και λίγους τίτλους που έπρεπε να διαβάσεις τον καιρό που οι νυν εβδομηντάρηδες ήτανε στα σαραντακάτι τους. Υπάρχουν ακόμα σεμεδάκια και ροτόντες με κυρίως συναισθηματική αξία, η διακοσμητική τους απαξιώθηκε πριν πολλά χρόνια. Τα φάρμακα είναι τώρα σε κάποιο συρτάρι της κουζίνας. Κανείς πια δεν είναι αγρότης άλλωστε, ακόμα και οι αγρότες πρόλαβαν να φτιάξουν ιταλικές κουζίνες με αθόρυβα ντουλάπια, συρόμενα ή μη, και πρακτικές πιατοθήκες.

Η Σαβούρα, όταν δεν κρύβεται σε έπιπλα, μπαούλα και πατάρια, περιμένει και πάλι κρεμασμένη μέσα σε πλαστικές σακούλες του Μαρινόπουλου (ελληνικής επιχείρησης) και του Σκλαβενίτη.

Taco Time

Πριν είκοσι χρόνια έπιασα την πρώτη μου πραγματική δουλειά. Πραγματική εννοώ τη δουλειά που έχει ωράριο και χειρωναξία – μέχρι τότε μόνον ιδιαίτερα είχα κάνει. Δούλεψα στο Taco Time, μιας αλυσίδας μεξικάνικων φαστφούντ με μητρόπολη το Γιουτζήν του Όρεγκον, που ακόμα δεν έχω ιδέα πού πέφτει μέσα στη μεγάλη πολιτεία του Ειρηνικού.

Δούλεψα παρασκευαστής. Βέβαια, τα πρωινά βοηθούσα στην εκφόρτωση, ιδίως αν ήμουν ο μόνος άντρας στη βάρδια, και έμαθα και πέντε πράγματα από αποθήκες και ψυγεία και το σύστημα το FIFO, που είναι πολύ βολικό και το ανάποδο του LIFO. Όσα έμαθα τους μήνες εκεί μέσα δεν έμαθα σε 17 χρόνια εκπαίδευσης μέχρι τότε. Η πιο έντονή μου ανάμνηση είναι να ζέχνω παλμέλαιο στο τέλος της βάρδιας πάνω από τη φριτέζα και να λαχταράω να κάνω ένα μπάνιο για να βγω μετά.

Ζούσα καθημερινά έκπληκτος 17χρονες παρασκευάστριες, αποφοίτους γυμνασίου, να ανταγωνίζονται η μία την άλλη για το ποια θα κάνει καλύτερη εντύπωση στο αφεντικό ώστε μια μέρα να γίνουν «προϊσταμένες». Είδα τον ανταγωνισμό τους με τα κορίτσια μπροστά στο ταμείο, που ήταν όλες βεβαίως πουτάνες. Έμαθα τι θα πει εργοδοτική τρομοκρατία, bullying θα το λέγαμε σήμερα, με απειλές για συνεχείς βάρδιες κλείσιμο-πρωί, για Σάββατα βράδυ (οπότε κλείναμε στις 4 το πρωί) και σεξουαλική παρενόχληση αλλά και σεξουαλικά προνόμια. Βεβαίως είχαμε Επιθεώρηση Εργασίας τον προηγούμενο αιώνα. Επίσης, εγώ ήμουνα μπλαζέ και σε φάση «εγώ είμαι γι’ αλλού»: έπιασα τη δουλειά γιατί ήθελα να μαζέψω λεφτά για το μάστερ και γιατί ήθελα να πληρώνω κάθε μήνα μια σιντιέρα που είχα αγοράσει με εννέα έντοκες δόσεις.

Είκοσι χρόνια μετά συνειδητοποιώ ότι κακώς είχα τόση αυτοπεποίθηση και τόση σιγουριά ότι δεν θα έμενα για πολύ να δουλεύω σε φαστφούντ: η οικογενειακή σκέπη και η ιδεοληπτική ευφορία των νάιντιζ θόλωνε εντός μου την ταξική μου ταυτότητα. Τώρα πια ξέρω ότι χωρίς την υποτροφία του ΙΚΥ (μέσω της οποίας το ελληνικό κράτος μετέτρεψε χρήματα φορολογουμένων σε πνευματικό κεφάλαιο), μάλλον θα είχα παραμείνει σε φαστφούντ μέχρι την αμφίβολη και μεσοβέζικη λύτρωση της δουλειάς σε φροντιστήρια. Άλλωστε, μετά από οχτώ μήνες δουλειάς, είχα καταφέρει να μαζέψω μόλις 500.000 δρχ., περίπου 900 στερλίνες, που ίσα ίσα για δυο μήνες στο Λονδίνο θα μου έφταναν.

1, 2, 3, πολλοί Χριστοί

Ας πούμε ότι υπάρχουν εξωγήινοι. Πρέπει να υπάρχουν. Ας πούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε καμμία επικοινωνία μαζί τους, ο Θεός σίγουρα θα το ξέρει αυτό: συνέπεια αυτής της απομόνωσης είναι ότι για κάθε έμψυχο είδος που ο Θεός δημιούργησε στο αχανέστατο σύμπαν (ή πόσα είναι τέλος πάντων) θα πρέπει να αντιστοιχεί κι ένας Χριστός: ο Λόγος θα γίνει ή έχει γίνει σαρξ πολλές φορές. Εκτός και αν κάποια από τα άλλα είδη δεν έχουν υποπέσει στο προπατορικό τους αμάρτημα, οπότε εμείς (και όσοι υποπέσαμε) είμαστε οι μαλάκες: θα μπορούσαμε να ζούμε σε κατάσταση χάριτος εξαρχής, σαν κάτι εξωγήινους. Αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Αν πάλι μπορούμε να επικοινωνήσουμε με εξωγήινους, θα πρέπει να τους κηρύξουμε το Ευαγγέλιο, το λέει και η Mary Doria Russell στο εντυπωσιακό μυθιστόρημά της ‘The Sparrow’, όπου το Βατικανό στέλνει έναν Ιησουίτη σε έναν πλανήτη που κατοικούν νοήμονα ερπετοειδή με αυτόν τον απώτερο σκοπό. Άντε να δούμε μετά πώς θα τους εξηγήσουμε ότι η περίοδος σε κάνει ακάθαρτη, την αποστολική διαδοχή, ότι η ιεροσύνη περιορίζεται στους άντρες, την ακατανόητα βάρβαρη ιστορία του περιούσιου λαού, ότι αποκαλούμε τον Δημιουργό Πατέρα και όχι Μάνα – και άλλες πιο επαρχιώτικα σύνθετες και αποτρόπαια σουρεάλ αλήθειες της Πίστεως. Έχει να πέσει πολλή δουλειά πάντως.