Πολλές εκδοχές του φαιού

Δεν γκρινιάζαμε τζάμπα την προηγούμενη δεκαετία: τα σχολεία μάς προετοίμασαν για τη διαδικτυακή πολυμάθεια και την άκριτη κατάποσή της, ο Χριστόδουλος μάς άφησε μόνιμη βλάβη, τα ιδιωτικά κανάλια διαμόρφωσαν συνειδήσεις και πάκτωσαν την πολτοειδή ιδεολογία που μας πνίγει πια σαν ηφαιστειακή λάσπή.

Ο εθνικισμός έχει γίνει η βάση, η αφετηρία κάθε συζήτησης. Εμείς που στα νιάτα μας φοβόμασταν μη μας διαφεντέψουν κουτοπόνηροι κομισάριοι, αναγκαζόμαστε να συνομιλούμε με ημιμαθείς μανατζεράδες και με δαπίτες απολογητές του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Τα αυτονόητα έχουν εδραιωθεί: η ορθοδοξία είναι παρούσα στανικώς, ο έρωτας μπορεί να συζητιέται αρκεί να (ετερο)ρυθμίζεται, τα συμφέροντα των ελίτ είναι εθνικά συμφέροντα, ορθολογισμός είναι όποια τακτική θα περισώσει το σύστημα και θα συντηρεί την επίφαση κανονικότητας, Ευρώπη είναι αποκλειστικώς η Avenue Louise και οι μπουρζουά γειτονιές του Παρισιού, με ολίγη από γερμανική ευταξία και Μεσευρωπαϊκές πόλεις-μουσεία.

Ο γάιδαρος πετάει και τα λοιπά. Το γαϊδουροτόμαρο είναι φαιό.

MSG

Το MSG (γλουταμινικό μονονάτριο), που οι παλιοί εστιάτορες λέγανε «νόστιμο», είναι για τους Ασιάτες ο φορέας της γεύσης ουμάμι, της κρεατένιας μιαμ-μιαμ γεύσης που έχουνε τα κινέζικα πιάτα. Για εμάς τους δυτικούς, το MSG είναι απλώς ενισχυτικό γεύσης.

Το MSG αποτελεί επίσης απαραίτητο συστατικό της στρατευμένης δημοσιογραφίας εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Προσοχή, δε μιλάω για διαστρέβλωση, π.χ. σταλινικά εκκαθαρισμένες φωτογραφίες κομματικών εκδηλώσεων ή αλλογενείς κορμοράνους λουσμένους σε πετρελαιοκηλίδες του Περσικού Κόλπου. Μιλάω για τη χάλκευση που θα ενισχύσει τη γεύση αυτού που παρουσιάζεται, που θα την κάνει λίγο πιο κρεατένια και ακόμη πιο ανθρωποφαγική τελικά.

Δύο παραδείγματα έχω στον νου: τις σκηνοθετημένες φωτογραφίες με σταυρωμένες γυμνές αρμένισσες κατά μήκος του δρόμου (όπως έκαναν οι Ρωμαίοι στους μαχητές του Σπαρτάκου) κατά τη διάρκεια της αρμενικής γενοκτονίας και την ψευδή πληροφορία ότι οι ναζί έφτιαχναν σαπούνια από το λίπος των εξοντωμένων Εβραίων.

Δεν αρκούν η αποκρουστική γεύση της γενοκτονίας, η μαζική εξόντωση, η συστηματικότητα και διεξοδικότητα του ξεκληρίσματος:  πρέπει να ενισχυθούν αλγολαγνικά ή με στοιχεία γκραν γκινιόλ. Και, αν πιστέψουμε τη Σούζαν Σόνταγκ, η σύγχρονη τέχνη έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο σε αυτή την ανάγκη να ενισχυθεί η κρεατένια γεύση της φρίκης, θέλοντας να ταράξει, να σοκάρει και να αφυπνίσει: απαιτώντας πάντα πιο έντονες γεύσεις, ιδίως αν είναι απαίσιες.

Displacement

Υπάρχει μια φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες και κατοπτρικές έως ρυτιδούμενες νεότητες: ως φυτά, ως δειλοί, ως προγκηγμένοι, ως μαντρωμένοι, ως φτωχοί… Μετά ανακαλύπτουν κάτι (τη μουσική, τους έρωτες, την πολιτική, τα γράμματα, μια καλή δουλειά, την Τέχνη, την παρέα, κάποιο χόμπι, τρεις-τέσσερις ανθρώπους κλειδιά) και χειραφετούνται, ανοίγονται, ανθοφορούν — κάποιοι αναφλέγονται κιόλας. Παραμένουν όμως ημίψυχοι και βαρείς όσο αφήνουν το αζώιστο παρελθόν τους να λειτουργεί ως έρμα, ως κάτι που κρύβουν επιμελώς μέσα τους: ακόμα κι αν δίνουνε φλόγα, δεν πετούν. Αν μάλιστα αφήσουν αυτό το έρμα, που το κουβαλούν ακαταπαύστως, να τους κάνει αμυχές, υποφέρουν. Αν οι αμυχές κακοφορμίσουν, άσε.

Δεν τα λέω αυτά αφ’ υψηλού κι εξ αποστάσεως: υπήρξα ντροπαλός και, κυρίως, φτωχός (μέχρι το 2007). Ανάσανα όταν αποδέχτηκα το παρελθόν μου, τα εχω γράψει αυτά εδώ, από τα ελάχιστα προσωπικά θέματα που έχω μοιραστεί στο μπλογκ χωρίς να έχει μεσολαβήσει πολύς καιρός. Ανάσανα κι ανένηψα και πέταξα όταν συμφιλιώθηκα με το παρελθόν μου και όσα έχει συνεισφέρει στο ποιος είμαι. Αποδέχτηκα ότι υπήρξα χριστιανόπαις, βλάκας των βιβλίων, μετά ντροπαλός και μπατίρης, μετά μπατίρης κι ενοχικός, μετά μπατίρης και μόνο. ‘Επαψα να μισώ το παρελθόν μου, να κλαίω τα χαμένα χρόνια και αποφάσισα να διαστείλω το παρόν. Όσοι με διαβάζετε καιρό, ήδη χασμουριέστε: τα έχω ξαναπεί αυτά.

Εδώ και πολλά χρόνια, περισσότερα από όσα θα ήθελα, κι εσείς που με διαβάζετε καιρό κι αυτό το ξέρετε, δυστυχώς, ζω μακριά από τη μεγάλη πόλη. Ταυτόχρονα, ζω σε έναν τόπο ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολλαπλές μετατοπίσεις.

Πρώτον, η Μελαγχόνησος είναι μετατοπισμένη από το παρελθόν της. Όπως η φάρα ανθρώπων που πέρασαν άνοστες εφηβείες κτλ., το κρύβει επιμελώς μέσα της ή το εκθέτει μετατοπισμένο προς αλλόκοτες κατευθύνσεις: τα ζωγραφισμένα μάτια από τοιχογραφίες αγίων δεν αφαιρέθηκαν από πιστούς που έψαχναν ματζούνια και φυλαχτά παρά από μοχθηρούς εχθρούς, οι άλλοι δεν υπήρξαν ποτέ παρά ως πράοι βοσκοί, ως κομπάρσοι, ως κωμικές φιγούρες με μαγκούρες μέσα στο μεγάλο δράμα του παρελθόντος που δεν υπήρξε. Πρακτικές μόλις δεκαετιών ξεδιπλώνονται για να σκεπάσουν το αχανές «ανέκαθεν», πρακτικές αιώνων παραμερίζονται ώστε να μη γίνονται ορατές από εκεί που περνάει ο αυτοκινητόδρομος της Νέας Πανάρχαιας Ιστορίας.

Ύστερα, είναι μετατοπισμένη γεωγραφικά, σφηνωμένη στην κάτω δεξιά γωνία, μέσα σε ένα κουτί, του χάρτη μιας άλλης χώρας στα δυτικά της, μακριά από την απέραντη χώρα στα βόρειά της, μακριά από τα βουνα της, που διακρίνονται άνετα αν κοιτάξεις βόρεια, μακριά από τη Μικρή Αρμενία και την Αντιόχεια, τη Βυρητό και τη Χάιφα. Μοιάζει σαν καβούρι μονοπόδαρο που πλέει ματαίως προς τη Θούλη των υπερβόρειων αφεντάδων της, παράλληλα πασχίζει να συγχωνευθεί με την Κρήτη, που βρίσκεται δυόμισυ κόσμους δυτικά. Είναι γεωγραφικά μετατοπισμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, με δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, με οδοφράγματα, με πινακίδες για κάποιο αλλού που βρίσκεται δίπλα ή για ένα εδώ που βρίσκεται αλλού, με σπίτια που δεν εχουνε παρά προσόψεις, με τοπωνύμια όπως «Αμμόχωστος» που εδώ και σαράντα χρόνια δεν καταδηλώνουν πια το μεγάλο λιμάνι και την πόλη του, παρά κάτι θλιβερά χωριά και ασυνάρτητα θέρετρα στον νότο της — σαν να ονομάζαμε το Κορωπί Αθήνα, γιατί η Αθήνα θα μας είχε διαφύγει, ρημαγμένη, περιφραγμένη και κενή.

 Τέλος, είναι μετατοπισμένη σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα: με λογοτεχνία στη γλώσσα του αποικιοκράτη, του ανάδελφου αδελφού ή ενός πρόσφατου παρελθόντος, με επανεπινόηση του αρχιτεκτονικού χαρακτήρα της, με πολυτελείς μαχαλάδες στη θέση χωραφιών και χωράφια στη μέση των πόλεων, με διασκέδαση που σε πάει στο Χαλάνδρι, στο Νότινγχαμ, στο Bowery και στο Μπραχάμι — όταν μάλιστα μετακαλούνται μεγάλοι καλλιτέχνες για αρπαχτή, μετακινούμενοι κι αυτοί, ακόμα και στον Μύλο, στο Γκαγκάριν και στην Ιερά Οδό. Τις Κυριακές όλοι «κάμνουν commute» στις μανάδες για να φάνε ψητά ή στους φούρνους για να παραγγείλουν σπιτικό φαγητό ή στις ταβέρνες όπου θα φάνε ντόπια κουζίνα που έχει έρθει από αλλού. Όλα μετακινούνται, κάθε ενήλικας κι ένα αυτοκίνητο, πάνω σε αξιοθαύμαστους αυτοκινητοδρόμους που δεν εγγυώνται καμμιά επιστροφή σε κανέναν πρόσφυγα.

Στο μεταξύ, η ζωή είναι αλλού, λεν εδώ: στην αγγλική ορολογία της ποιμενικής ερωτικής ζωής, στα φοιτητικά χρόνια αλλού, στις αγκάλες του σχεδόν εγκαταλελειμμένου χωριού, στα κλαμπ που έκλεισαν, στις παραλίες προ του ’74, στους ωραίους γέροντες που πεθαίνουν πια, στην έξαλλα πορνική δεκαετία του ’90, στην εικοσιεξάμηνη στρατιωτική θητεία, στη Λεμεσό των αρχών του 21ου αιώνα.

Εδώ λοιπόν έμαθα να βάζω όχι το τώρα απέναντι στο τότε, ή το ποτέ απέναντι στο πότε;, παρά το ήσυχο εδώ της γραφής απέναντι στο κυματώδες εκεί. Το εκεί που με περιμένει στην πόλη μου, στη βάση μου, αλλά και στον κόσμο πίσω από την πόλη μου, στον παράδεισο στα δυτικά (κατά Τόλκιν και κατ’ άλλους). Μετακινούμενος λοιπόν κι εγώ, ακαταπαύστως.

Εναντίον του γάμου

Ο Χάουαρντ Ζινν περιγράφει τον θεσμό της οικογένειας ως την «κατεξοχήν φυλακή ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Ώρες αφού διάβασα αυτό το απόσπασμα, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι δεν πρόκειται για φυλακή, παρά για σέχτα, για εταιρεία, για κόμμα — για ένα  αποκλειστικό κλαμπ με πολύ περιορισμένο αριθμό μελών.

Σε μια λίγο-πολύ μόνιμη σχέση η ιδιοκτησιακή νοοτροπία στον έρωτα, όσο και αν μου είναι απεχθής, δεν παύει να είναι κάτι πολύ βαθιά ανθρώπινο στο κάτω κάτω. Ωστόσο, αν πρόσεχα λιγάκι περισσότερο τι συμβαίνει γύρω μου, θα είχα διαπιστώσει νωρίτερα ότι οι οικογένειες λειτουργούν ως στεγανοί οργανισμοί, ως μια μονάδα με εσωτερικούς κανονισμούς, πειθαρχία και — κυρίως — ενιαίο προφίλ προς τα έξω, περίπου όπως τα εταιρικά προφίλ. Γι’ αυτό και δεν θα έλεγα την οικογένεια «φυλακή», παρά σέχτα, εταιρεία, κόμμα ή ένα κλειστό κλαμπ.

Υποθέτω ότι εύκολα αναγνωρίζουμε αυτή τη λειτουργία της οικογένειας. Δεν λέω για το πόσο ισχυροί είναι οι οικογενειακοί δεσμοί στη Μεσόγειο, μιλάω για το πώς η οικογένεια παγκοσμίως συμπεριφέρεται και ως κλειστή μονάδα και ως ένας μικρο-οργανισμός που επιβάλλει ομερτά στα μέλη της, επιβεβλημένη αλληλεγγύη και συνενοχή. Κάθε οικογένεια είναι μια μικρή Μασωνία.

Βεβαίως, υπάρχουν ιστορικοί, κοινωνικοί, ανθρωπολογικοί και βιολογικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Με μια καίρια διαφορά: όταν η «οικογένεια» είναι κλαν, φάρα, σόι, τότε η ομερτά, η αλληλεγγύη και η συνενοχή έχουν κάποιο νόημα — λειτουργικώς αν όχι ηθικώς. Εκεί μεν υπάρχει μια εσωτερική ιεραρχία που επιβάλλεται αλλά ενίοτε γίνεται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, εκεί άλλωστε έχουμε να κάνουμε με μια πολύπλοκη ιεραρχία που περιλαμβάνει πρωτότοκους και δευτερότοκους, πεθερές και νυφάδες, ad hoc μητριαρχίες και άτυπα συμβούλια αδελφών κ.ο.κ. Σε μια εκτεταμένη οικογένεια υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης που υπάρχουν και στην πυρηνική οικογένεια του σήμερα, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν περισσότερα κελλάρια και πατάρια μέσα της για να κρυφτεί κανείς, περισσότεροι και πιο ρευστοί ρόλοι, αν μη τι άλλο.

Η τυπική πυρηνική οικογένεια, δυο γονείς με μάξιμουμ τρία, συνήθως δύο, παιδιά, αποτελεί την μικρη κι ευέλικτη, και κάπως μηχανοποιημένη, εκδοχή αυτού του θεσμού. Βεβαίως, τυπικά, δεν πατριαρχείται πλέον: δεν είναι πια ο σύζυγος-πατέρας ο κύριος κι αφέντης και ο στύλος της οικογένειας. Αλλά η κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας, όπως ξέρουμε, δεν συνεπάγεται κατάλυση κάθε καταπιεστικού στοιχείου. Διότι η οικογένεια παραμένει οικογένεια και εξακολουθεί να συγκροτείται κατόπιν μιας «δικαιοπραξίας πανηγυρικού χαρακτήρα» (όπως έμαθα πρόσφατα), δηλαδή του γάμου. Διότι η οικογένεια επικαλείται την αγάπη για να επιβάλει εσωτερική πειθαρχία ή μάλλον, και χειρότερα, οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν. Έτσι θεμελιώνει την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η πυρηνική οικογένεια δεν είναι πια απλώς φυλακή, σέχτα, εταιρεία, κόμμα και κλειστό κλαμπ. Αποτελεί κλειστοφοβική φυλακή, γίνεται συνωμοσία, τριανδρία, συμμορία. Το μεν ζευγάρι λογοδοτεί για τη δράση του, τις αποδόσεις και την επιτυχία του προς τα έξω χωρίς καμμία εσωτερική βοήθεια, χωρίς έμπιστους εντός: ο ένας με τον άλλο, άντε και με κάποιον από τους κάθε είδους θλιβερούς συμβούλους γάμων. Γι’ αυτό και πρέπει να παρουσιάζει αρραγές μέτωπο, χωρίς περιθώριο για αμφιβολία, για αυτοσχεδιασμό ή για λιγάκι μπάχαλο. Τα δε παιδιά είναι υφιστάμενοι κι υποτελείς υπό τη σχεδόν αποκλειστική εποπτεία των γονέων, ενώ η συναναστροφή τους με συνομηλίκους ελέγχεται από τους γονείς, που από τη φύση τους θα προσπαθήσουν να τα προστατεύσουν και να τα ποδηγετήσουν, είτε ως «φίλοι» είτε ως δεσπότες. Οι γονείς παράλληλα λειτουργούν σαν προπονητές των παιδιών: αν τα παιδιά αποτύχουν, υπήρξαν άχρηστοι, αφού μόνον αυτούς, άντε και ένα-δυο αδέρφια, είχανε τα παιδιά για καθοδήγηση.

Ναι· και ο γάμος χωρίς παιδιά; Και πάλι, ελλείψει μιας ευρύτερης οικογένειας που θα απορροφούσε το «άκληρο» ζευγάρι ως θειους και θειάδες, το άτεκνο ζευγάρι καταλήγει ένα στροβιλιζόμενο γιν-γιανγκ, παγιδεύεται σε ένα παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων το οποίο περιορίζουνε μόνον η πατριαρχία και ο σεξισμός — που αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία συνήθως επιλύονται οι διαφορές και διευθετούνται οι κρίσεις, με τις γυναίκες να δείχνουν κατανόηση (μονομερώς), τους άντρες να συγκαταβαίνουν κτλ. Αυτά όταν διευθετούνται οι κρίσεις δηλαδή, και όταν δεν καταλήγουν οι δύο του ζευγαριού στην αλληλοφαγία ή (στην καλύτερη περίπτωση) στο διαζύγιο.

Και λοιπόν, τι πρέπει να γίνει; Επιστροφή στην εκτεταμένη οικογένεια, στο κλαν, στο σόι, στη φάρα; Όχι βέβαια, δεν θα λύσουμε λ.χ. τα εργατικά ζητήματα επιστρέφοντας στην γήινη και χειροπιαστή φεουδαρχία. Ίσως λοιπόν να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μόνοι, όπως γίνεται όλο και περισσότερο στη Βρετανία; Ούτε: ο μοναχικός βίος είναι βαρύς και, από ένα σημείο και μετά, αβάσταχτος (και αυτό το λέει ένας κατεξοχήν μονήρης άνθρωπος).

Ίσως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποϊεροποιηθεί η οικογένεια: η μητρική αγάπη, η πατρική στοργή και η αφοσίωση των τέκνων στους γονείς είναι ιερές από μόνες τους, όταν υπάρχουν, και δεν χρειάζονται θεσμούς για να τις καλλιεργήσουν. Αν αποϊεροποιούνταν η οικογένεια, ίσως να μεγάλωναν οι ενήλικοι τα παιδιά τους χωρίς να πρέπει και να είναι τέλειοι (γιατί δεν είναι) και χωρίς ντε και καλά να τα αγαπάνε (γιατί δεν συμβαίνει πάντοτε). Ίσως έτσι και τα παιδιά να αποκαθήλωναν κάπως, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, αυτούς στους οποίους χρωστούν την ύπαρξη ή και την επιβίωσή τους. Προς την κατεύθυνση της αποϊεροποίησης θα βοηθούσε και το σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Όλους όμως. Και όποιος θέλει τα περαιτέρω, ας πάει στην εκκλησία, στο τζαμί, στη συναγωγή ή όπου αλλού.

Καθρέφτες

στον γενναίο και δυνατό άνθρωπο που με πήρε τηλέφωνο μετά το Πάσχα

Σε ξενοδοχείο ημιδιαμονής, γαμιστρώνα, για να συνεννοούμαστε, πρωτοπήγα μεγάλος, στα εικοστέσσερα. Πιο πριν δεν είχα λεφτά για τέτοια έξοδα, όσα έβγαζα από τα ιδιαίτερα μετά βίας έφταναν για εξόδους με μία χάινεκεν (μπλιαχ), ενώ βεβαίως και ντρεπόμουν αφάνταστα. Δεν είχα και αμάξι. Και ντρεπόμουν αφάνταστα.

Η πρώτη μου φορά σε ξενοδοχείο «για λίγο» είχε προεργασία μάλλον ανορθόδοξη: το κορίτσι μου ρώτησε τον αδερφό της πού να πάει με τον γκόμενο, είχε τρομάξει το μάτι μας με τους ματάκηδες. Ο αδερφός της μας συνέστησε ένα καλό. Βεβαίως δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα και πολύ άνετα στη σκέψη ότι ο αδερφός της κοπέλας, που ήταν και μικρότερός της, είχε κάνει  μια δουλειά που κανονικά ήτανε δική μου. Επίσης, δεν είχα καθόλου πείρα και το ψάρωμά μου πρέπει να φαινόταν από την αρχή της διαδικασίας, όταν βγήκαμε από το αυτοκίνητο της δικιάς μου, μέχρι τη στιγμή που πλήρωσα στη ρεσεψιόν, μέχρι τη στιγμή που άνοιξα την πόρτα του δωματίου. Εκεί άρχισαν τα δύσκολα.

Η κοπέλα μου είχε ζητήσει επίμονα το δωμάτιο να μην έχει καθόλου καθρέφτες. Όχι λόγω χαμηλής αυτοεικόνας, αλλά λόγω ενός πρόσφατου περιστατικού, που στα δικά μου αυτιά είχε φτάσει ως εξής: ένας φίλος μας είχε πάει το κορίτσι του σε ένα ξενοδοχείο στον Στρέφη. Ο ρεσεψιονίστας εκεί τους εξήγησε ότι χρειαζότανε ταυτότητα για να τους δώσει δωμάτιο, αλλά ο φίλος ήτανε του χώρου και τελικά (μια και επειγόντουσαν) έδωσε ταυτότητα η κοπέλα. Μετά από δυο-τρεις βδομάδες έφτασε στο σπίτι του κοριτσιού ένας φάκελος με παραλήπτη τον κύριο που είχε το ίδιο επώνυμο με εκείνη. Ο φάκελος περιείχε δυο-τρεις φωτογραφίες που κανένας μπαμπάς κόρης δεν θέλει να δει, υποθέτω, και ένα εκβιαστικό σημείωμα. Ο πατέρας του κοριτσιού, που δεν μάσαγε, πήρε το ξενοδοχείο καπάκι και τους ζήτησε όνομα υπεύθυνου και διεύθυνση για να αναλάβει ο δικηγόρος του και το θέμα έληξε εκεί. Η όλη φάση ήτανε πάντως αρκετή να κάνει τη δική μου κοπέλα καχύποπτη απέναντι στους καθρέφτες των ξενοδοχείων, αφού από πίσω τους έστηναν τότε τις κάμερες.

Κάπου εκεί ξεκίνησε και η δικιά μου καχυποψία απέναντι τους καθρέφτες, άσε που μόλις είχα διαβάσει όλον τον Μπόρχες και μου είχε μείνει από εκεί και το «οι καθρέφτες και η συνουσία είναι απεχθείς, γιατί πολλαπλασιάζουν τον αριθμό των ανθρώπων». Εντάξει, με τη συνουσία δεν είχα ζητήματα αρχής, ούτε με τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπων είχα πρόβλημα (αρκεί να μη μου συμβεί παρελπίδα κι αναπάντεχα) και πάντοτε διασκέδαζα με τα άπειρα είδωλα που παρήγαν οι αντικρυστοί καθρέφτες στην είσοδο της πολυκατοικίας της θείας Βάσως. Ωστόσο κάτι υπήρχε στους καθρέφτες που με ζόριζε.

Οι καθρέφτες είναι σαν ψυχαναγκαστική εμμονή: το να κοιτάζεις μέσα τους προϋποθέτει και απαιτεί τη διαρκή κι αμέριστη προσοχή σου. Ακόμα και αν κατά τύχη ή φευγαλέα κοιτάξεις μέσα τους, συνήθως θα σου αποσπάσουν την προσοχή και θα την κρατήσουνε για πάρτη τους. Επίσης, προσέξτε το «μέσα στον καθρέφτη»: οι καθρέφτες είναι ψεύτες. Ενώ δεν είναι παρά στιλπνές επιφάνειες, όλη η επιτυχία τους και η σαγήνη τους συνίστανται στο ότι καμώνονται πως διαθέτουν βάθος. Είναι όμως χειρότεροι από οθόνες, πολύ χειρότεροι. Παράλληλα, αυτά που σου προσφέρει ο καθρέφτης, δηλαδή η αντεστραμμένη συμμετρία, το ψευδές βάθος, τον εαυτό σου απέναντι σαν να είναι κάποιος άλλος, σου τα προσφέρει και ο εφιάλτης καθώς και κάποιες μορφές νόσου ψυχικής. Ο καθρέφτης, ο εφιάλτης, η ψυχική νόσος δεν παραμορφώνουν το είδωλό σου, αλλά το στήνουν απέναντί σου και προσδίδουν σε αυτό το είδωλο βάθος και αληθοφάνεια. Δεν το παραμορφώνουν το είδωλό σου, όχι απαραίτητα, αλλά σε καλούνε στανικώς να το παρατηρείς να το παρακολουθείς καθώς σε παρακολουθεί. Σε βάζουν να προσηλωθείς σε κάτι που δεν είναι παρά το καθρέφτισμα της προσήλωσής σου στο ίδιο το καθρέφτισμα. Ο καθρέφτης γίνεται η κεφαλή της Μέδουσας: σε αναγκάζει να την αντικρύσεις και αυτό που βλέπεις σε πετρώνει και σε νεκρώνει. Μόνο που αυτό που βλέπεις δεν είναι παρά το είδωλό σου που σε κοιτάζει να το κοιτάζεις.

Οι καθρέφτες σε ψυχαναγκάζουν με τρόπο που δεν σε ψυχαναγκάζει το είδωλό σου σε μια οθόνη όταν σε τραβάει κάμερα: σε αυτή την περίπτωση, αν κοιτάζεις τον φακό, δεν βλέπεις το είδωλό σου στην οθόνη, τουλάχιστον δεν το αντικρύζεις κατάματα· εάν πάλι κοιτάζεις την οθόνη, βλέπεις το βλέμμα σου να κοιτάζει αλλού, αφού δεν αντικρύζει τον φακό.

Με τους καθρέφτες (και με την νόσο που τους μοιάζει) δεν διαπραγματεύεσαι. Δεν κάθεσαι να εξετάσεις προσεκτικά το είδωλο που σου προσφέρουν για να μάθεις κάτι για τον εαυτό σου ή για να καρτερείς να αλλάξει κάπως ο φωτισμός, ώστε να σου αποκαλύψει κάτι καινούργιο με τις νέες σκιές. Είδωλο είναι, πρόκειται απλώς για φως. Άρα λοιπόν αποστρέφεις το βλέμμα, αναγνωρίζεις ότι βάθος δεν έχει ο καθρέφτης, σηκώνεσαι και βγαίνεις έξω. Βγαίνεις έξω, εκεί όπου οι γραμμές φυγής συναντιούνται κάπου στον πραγματικό χώρο, όχι μέσα στον πλασματικό πάτο κάποιου καθρέφτη, στην στιλπνή επιδερμίδα του. Βγαίνεις έξω.

Αθηναίοι

Γνωστή η δημηγορία των Κορινθίων στον Θουκυδίδη (εδώ με μετάφραση): οι Κορίνθιοι προσπαθούν να πείσουνε τους Λακεδαιμονίους ότι οι Αθηναίοι είναι σκυλιά ιμπεριαλιστικά κι ανήσυχα, ότι δεν έχουνε σταματημό και ησυχία και μόνο με πόλεμο θα μαζευτούν. Η περιγραφή της αθηναϊκής πολιτικής ως συλλογικού χαρακτήρα των Αθηναίων όντως αποτελεί μια από τις ποιητικότερες περιγραφές της ιμπεριαλιστικής νοοτροπίας, και δη ως «εθνικού χαρακτήρα», περιγραφή που δεν συνυπολογίζει καθόλου κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους παρά αντιμετωπίζει την αθηναϊκή πολιτεία σαν δυναμικό τολμητία.

Δύο από τα αγαπημένα μου αποσπάσματα:

καὶ παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες

και

ἃ μὲν ἂν ἐπινοήσαντες μὴ ἐπεξέλθωσιν, οἰκείων στέρεσθαι ἡγοῦνται, ἃ δ᾽ ἂν ἐπελθόντες κτήσωνται, ὀλίγα πρὸς τὰ μέλλοντα τυχεῖν πράξαντες. ἢν δ᾽ ἄρα του καὶ πείρᾳ σφαλῶσιν, ἀντελπίσαντες ἄλλα ἐπλήρωσαν τὴν χρείαν: μόνοι γὰρ ἔχουσί τε ὁμοίως καὶ ἐλπίζουσιν ἃ ἂν ἐπινοήσωσι διὰ τὸ ταχεῖαν τὴν ἐπιχείρησιν ποιεῖσθαι ὧν ἂν γνῶσιν.

Βεβαίως, αυτά τα αποσπάσματα, απανθίσματα ψυχολογικοποίησης της πολιτικής συμπεριφοράς, με άγγιξαν ως μαθητή Λυκείου για εντελώς διαφορετικό λόγο: στο δεύτερο έβλεπα μια ακριβέστατη περιγραφή της ιδιοσυγκρασίας μου. Στο πρώτο, βεβαίως, το άπιαστο (;) ιδανικό μου.

Θερισμός στη θάλασσα

«Βγήκε καλός ο τραχανάς» ενημερώνω. Παίρνω το ποτήρι στα χέρια μου. Σβήνω το φως. Τα μάτια μου γεμίζουνε πνιγμένους.

Κάτι Αμερικάνοι μετά το 1989 ακκίζονταν ότι το Ντάλας και η Δυναστεία κατεδάφισαν τον Υπαρκτό. Πόσοι στη Δύση ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία; Δεν είχε σημασία, σημασία έχει ότι στη Δύση μπορούσες να ζήσεις το Ντάλας και τη Δυναστεία.

Βεβαίως, σιγά σιγά οι Ανατολικοευρωπαίοι εμπέδωσαν ότι δεν θα ζούσανε το Ντάλας και τη Δυναστεία με τίποτα. Εκτός από κάτι μιαρά πλούσιους Ρώσους ολιγάρχες, μια δράκα αποκτηνωμένοι χυδαίοι.

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει μεταφορικά, τους κάνει συγκομιδή: αν δεν μπορώ να ζήσω το Ντάλας και τη Δυναστεία στο Πόζναν, στην Οστράβα και στο Ιάσι, θα πάω να το ζήσω στη Δύση, που μας χάρισε το Ντάλας και τη Δυναστεία και τους Σκόρπιονς του Ανέμου της Αλλαγής. Θα κάνει συγκομιδή και ακόμα λιγότερο επιθυμητών μεταναστών, πέρα από την θάλασσα, που δεν έχουνε δει το Ντάλας και τη Δυναστεία, όμως έχουν ακούσει για έναν Πρώτο Κόσμο που βομβαρδίζει και σφάζει και ξεζουμίζει τον δικό τους αλλά όπου — αν φτάσεις εκεί — μπορείς να δουλέψεις και να ζήσεις και να στείλεις τα απρόσωπα και όλο άδειες οικοδομές χαρτονομίσματά του στην πατρίδα

Όποιος όμως σπέρνει Ντάλας και Δυναστεία, θερίζει μετανάστες. Τους θερίζει κυριολεκτικά και βγαίνουν στον αφρό της δικής μας θάλασσας, πεσμένοι μπρούμυτα όπως τα στάχυα στο χωράφι.

Δεν συνθλίβει ο Θεός τα παιδάκια στους σεισμούς, παρά ο μηχανικός κι ο εργολάβος.
Δεν πνίγει ο Θεός τους γέροντες στις πλημμύρες, παρά ο πολεοδόμος που ζύγισε το κόστος των αντιπλημμυρικών και το βρήκε ασύμφορο.
Δεν εξανδραποδίζει χιλιάδες γυναίκες η λαγνεία, παρά ο πουριτανός νομοθέτης που δεν θέλει να ανοίγει τέτοια θέματα.
Δεν δολοφονούν μαζικά τους πρόσφυγες οι δουλεμποροι κι η τραμουντάνα, αλλά τα κλειστά σύνορα του πολιτισμένου κόσμου που ρημάζει τις πατρίδες τους.

Τυχεροί πρόσφυγες

Το 2006 έγραψα αυτό με αφορμή τους Αλβανούς που βούλιαζαν μαζί με τα σαπιοκάραβα που βύθιζαν οι ιταλικές αρχές:

Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.

Για το έγκλημα διαρκείας που διαπράττεται χρόνια στην φιλόξενη μα υπερτροφική τάφρο του Φρουρίου Ευρώπη, έξω από τις Τζιμπεράλντες, τις Λαμπεντούζες και τα Φαρμακονήσια, για την εγκληματική αναλγησία των πλειοψηφιών μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μόνο μια ιστορία έχω να πω. Εύκολη και με καλό τέλος, όμως αληθινή.

Η Οικογένεια είναι μία από τις πολύ μεγάλες οικογένειες του Λιβάνου. Όταν λέω «μεγάλη» εννοώ ότι έχει κυβερνήσει τον τόπο επανειλημμένα, ότι είναι λήμμα εγκυκλοπαιδειών, ότι πάει πίσω τουλάχιστον 500 χρόνια η γενεαλογία της, ότι ισχυρίζονται πως κατάγονται από τον Προφήτη και, όπως οι περισσότεροι Μαρωνίτες ακκίζονται, από τους Φοίνικες. Η Οικογένεια έχει και μουσουλμανικό και χριστιανικό κλάδο. Γόνος του χριστιανικού κλάδου ήταν ο Εμίρης, ένας άνθρωπος ευγενής και γαλαντόμος και, ως χριστιανός λιβανέζος αριστοκράτης, εντελώς γαλλοθρεμμένος. Διπλωμάτης του Λιβάνου, πέρασε από την Αθήνα, γνώρισε ένα κορίτσι, το παντρεύτηκε. Εγκαταστάθηκαν αργότερα στην πατρώα Βυρητό με τα παιδιά τους και ζούσαν την πλούσια ζωή των μεσανατολικών ελίτ της δεκαετίας του ’70. Δεν χρειάζεται να δώσω περιττές λεπτομέρειες, για χοροεσπερίδες και δεξιώσεις και ταξίδια αναψυχής και πολυτελή σπίτια, απλώς να πω ένα: αν και δίγλωσσος ο Εμίρης, τα παιδιά του ξέρουν ελάχιστα αραβικά, αφού παντού στη Βυρητό των πολύ πλούσιων πορεύονταν με γαλλικά και τα ελληνικά της maman.

Το 1975 τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ένα μεσημέρι επέστρεφαν οικογενειακώς στο σπίτι με το αυτοκίνητο μετά τα σχολεία. Ο δρούζος κηπουρός τούς σταμάτησε στην είσοδο. Ήταν αλλοπαρμένος και πανικόβλητος. Προσφώνησε τον Εμίρη πατρικά, όπως ποτέ πριν, και είπε: «Φύγετε, πηγαίνετε στο αεροδρόμιο τώρα! Θα σας σκοτώσουν.» Ο Εμίρης ήξερε ότι θα ξεκίναγε πόλεμος, του είπε ψύχραιμα να μην ανησυχεί, ότι δεν έχει καμμία ανάμιξη ό ίδιος σε όσα γίνονται — δεν είναι Τζεμαγιέλ. Ο κηπουρός ύψωσε τη φωνή ότι ξέρει, ότι άκουσε, ότι του είπαν, ότι όλοι οι μεγαλομαρωνίτες είναι στόχοι. Το ξέρει. Να φύγουν. Ο Εμίρης ανησύχησε και τον βεβαίωσε ότι θα μάζευαν τρεις-τέσσερις βαλίτσες και θα πήγαιναν στο αεροδρόμιο το βράδυ. Ο κηπουρός άρχισε να ουρλιάζει να φύγουνε τώρα, ότι έρχονται τώρα. Ο Εμίρης τον άκουσε, άφησε τη μηχανή του αμαξιού αναμμένη, μπήκε στο σπίτι βιαστικά και πήρε μόνο λεφτά και διαβατήρια. Μέχρι να γυρίσει στην πύλη, ο κηπουρός είχε εξαφανιστεί.

«Και αυτός είναι ο λόγος που γλύτωσαν, άλλωστε μετά κόπηκαν οι πτήσεις», μου έλεγε η φίλη μου κόρη του, που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Ελλάδα. «Είχαν απομακρυνθεί μόλις 200 με 300 μέτρα από το σπίτι κι άρχισε να βρέχει οβίδες και να σείεται ο κόσμος από εκρήξεις. Η maman ισχυρίστηκε ότι είδε μερικές να πέφτουνε στο σπίτι μας, ποιος ξέρει.»

Έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς αποσκευές, με ένα μασούρι δολάρια και δυο διαβατήρια. Στάθηκαν πάρα πολύ τυχεροί που υπήρχε η οικογένεια της maman στην Αθήνα, η οποία άλλωστε είχε ήδη φροντίσει για τη φιλοξενία της φίλης μου, που τότε ήταν φοιτήτρια. Έξω από την οικογένεια της maman, ήτανε για όλους και παντού οι «Λιβανέζοι». Πρόσφυγες.

Τουλάχιστον τους αναγνώριζαν την προσφυγιά. Και βρέθηκε και μια άκρη για τον Λιβανέζο, ξέρουνε καλά γαλλικά αυτοί.

Νέοι Κόσμοι

Καθένας από εμάς θα ζήσει τις ίδιες εμπειρίες εντελώς διαφορετικά. Κι αυτό συνοψίζει την ανθρώπινη κατάσταση (μια άλλη οπτική στο τέλος αυτουνού).

Καθένας από εμάς θα ζήσει με κάποιον τρόπο λοιπόν τη χρησιμοτητα της ανταρσίας και θα γευτεί την αναγκαιότητα της αποστασίας. Ταυτόχρονα, είτε το παραδέχεται είτε όχι, θα αισθανθεί τη χαρά και την παρηγοριά, ακόμα και τη θαλπωρή, που προσφέρει η κουλτούρα μας, το σπίτι μας.

Η παρηγοριά χωρίς αποστασία είναι παραμυθία που γίνεται παραμύθα και εγκλωβισμός στην ψευτιά.

Η ανταρσία χωρίς την θαλπωρή είναι αχανής μοναξιά όλο βουητό.

Μένω μέσα

Τίποτα δε με βοηθάει σε αυτή τη χώρα που γεννήθηκα και ζω και από την οποία ποτέ δε θα φύγω. Τίποτα δε με βοηθάει. Είναι ένας τόπος που έχει πείσει τον εαυτό του εδώ κι εξήντα χρόνια ότι είναι παράδεισος διακοπών και ότι δεν είναι τίποτε άλλο. Ζει κι αναπνέει μόνο στη στενή παραθαλάσσια λωρίδα του, εκεί υπάρχει κι εκεί καθρεφτίζεται. Στο μεταξύ, ηλιοφάνεια κι αιθρία. Ηλιοφάνεια κι αιθρία. Κι εγώ απεχθάνομαι τον ήλιο, αυτό το μοχθηρό θηρίο το κυκλοδίωκτο που καίει τους ουρανούς, το ανελέητο τέρας που ξεφτίζει τα χρώματα. Δεν αντέχω το φως. Αλλά ζω σε λάθος χώρα. Μα κάνω ό,τι μπορώ. Λίγα, δηλαδή.

Έχω κλειστά τα παντζούρια τη μέρα. Χαρακιές-χαρακιές το φως δραπετεύει και μολύνει το σκοτάδι μέσα στο διαμέρισμα, πολλές φορές διαχέεται και μου στερεί και τον ύπνο. Πήγα κι αγόρασα βαρειές κουρτίνες αλλά το φως το γαμημένο, το φως που προσκυνάτε, είναι ανίκητο — τις διαπερνάει. Τρυπώνει παντού σαν θάνατος. Θολώνει το σκοτάδι πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Για καμμιά βδομάδα, δέκα μέρες ίσως, σκεφτόμουν συνεχώς να κολλήσω χαρτόνια πίσω από τις γρίλιες των πατζουριών. Και έτσι να πετύχω πλήρη συσκότιση. Μετά σκέφτηκα ότι η διαφορά μεταξύ εγκλεισμού και φρενοβλάβειας, μεταξύ διαμερίσματος και κελλιού, είναι αυτή: αν έχεις κολλήσει χαρτόνια πάνω στα πατζούρια ή όχι. Αν κρέμονται μυγοπαγίδες από το ταβάνι ή όχι. Αν έχεις κάνει βιβλιοθήκη την μπανιέρα σου ή όχι.

Μερικές φορές φοβάμαι μήπως το σπίτι μυρίζει άσχημα, μήπως μυρίζει κλεισούρα και μπαγιατίλα. Μήπως μυρίζει ατελέσφορη βαρβατίλα. Οι άντρες εύκολα μυρίζουμε άσχημα. Πλένομαι λοιπόν ψυχαναγκαστικά, κι ας μην έχω το κουράγιο να βγω έξω. Ή μάλλον: κι ας μην έχω τη διάθεση να βγω έξω.

Μέσα μένω. Μέσα. Τα πρωινά, άμα έχει ωραία συννεφιά τον χειμώνα ή άμα έχει φύγει προς την άλλη μεριά ο ήλιος το καλοκαίρι, αφήνω ορθάνοιχτες όλες τις μπαλκονόπορτες: υπνοδωμάτιο, σαλόνι, γραφείο. Μένω μέσα αλλά κάθομαι στο πιο σκιερό σημείο του σαλονιού πότε τουρτουρίζοντας και πότε ιδρώνοντας, αναλόγως. Σχεδόν πάντα ημίγυμνος: δε χρειάζεται να ντύνεσαι άμα ζεις μόνος στο σπίτι. Κι ας με βλέπουν από το γραφείο απέναντι. Παρακολουθώ κι εγώ τα διαμερίσματα απέναντι από εμένα, σαν να είναι πολλές σκηνές του Δημήτρη Παπαϊωάννου ταυτόχρονα. Ακριβώς απεναντί μου, λίγο πιο χαμηλά από το μπαλκόνι μου είναι το μπαλκόνι μιας κοπέλας. Δεν έχει κουρτίνες το διαμέρισμά της (πώς το μπορεί το φως;) και βλέπω σχεδόν το μισό σαλόνι της. Παρκέ γδαρμένο κι ένας καναπές. Αναρωτιέμαι αν εκείνη έχει ποτέ σηκώσει το βλέμμα προς τη δική μου μπαλκονόπορτα και, αν ναι, αν με έχει δει. Χαίρομαι πάντως που είναι εκεί, φοιτήτρια πρέπει να είναι: την έχω δει στον καναπέ με ένα σωρό χαρτιά σαν σημειώσεις να βαυκαλίζεται, την έχω δει να κυλιέται πάνω του μαζί με έναν που είναι σαν πίθηκας. Ναι, ζηλεύω. Είναι πολύ όμορφη. Δεν ξέρω αν έχω δει τόσο όμορφη γυναίκα στη ζωή μου αλλά ίσως να είναι η ιδέα μου, που κλεισμένος μέσα σε αυτό το σπίτι περνάω τη ζωή μου. Πάντως με παρηγορεί να την κοιτάζω. Χαρά μού δίνει.

Απεναντίας, προσπαθώ να μην έχω καμμία απολύτως επαφή με τους γείτονες. Στον όροφο μένει μια μισότρελη γριά που κυκλοφορεί μόνο με ρόμπα, ένας που έχει το διαμέρισμα για γκαρσονιέρα, μια οικογένεια με έναν γιο στην εφηβεία που ακούει δυνατά μουσική όταν λείπουν οι γονείς του. Στους άλλους ορόφους, δεν ξέρω ποιος σε ποιον, μένουν άλλοι. Όχι πολλοί: έχει γεμίσει άδεια διαμερίσματα η γειτονιά. Στον ακάλυπτό μου π.χ. βλέπω τα διαμερίσματα άλλης πολυκατοικίας, στην κάθετο του δρόμου που μένω: δύο μπαλκόνια καταχεσμένα από περιστέρια, με παράλυτα κλιματιστικά, πίσω από τα κατασκονισμένα τζάμια τους διακρίνονται υπολείμματα υπνοδωματίων, χωρίς κουρτίνες κι αυτά, όπου μάλλον κάποιοι πέθαναν και τα άφησαν άδεια. Η ακακία στον δικό μας ακάλυπτό κάθε άνοιξη τα κρύβει αυτά τα δωμάτια με τα φύλλα της.

Δε με πειράζει που ζω μόνος. Κι ας νιώθω πως σπαταλιέμαι αργός. Με πειράζει που δεν έμαθα να ζω μόνος νωρίτερα. Με πειράζει το φως, κυρίως. Εδώ έχει πάντα ήλιο, κάνει πάντα την εποχή του φωτός, του Αιγαίου και της τυφλότητας που σου δίνει η αντηλιά: όλα στο φως, όλα προσφέρονται για αυτοψία κι εξέταση, όλα ανοιχτά για ερμηνεία. Όλα στο φως. Κάθε τι θα ερμηνευτεί και θα αναλυθεί και θα εξηγηθεί, με μπόλικο αναγωγισμό πάντα. Βιολογικοί παράγοντες, ψυχολογικοί παράγοντες. Και όταν λέω «όλα», ε ναι, μιλάω για τη ζωή μας. Η ζωή στο φως. Αφού τελικά, η ζωή είναι όλα.

Όμως η ζωή είναι κάτι εντελώς ακατανόητο κι ανερμήνευτο, μέχρι κι απερινόητο θα έλεγα. Αυτό που είναι η χαρά και η παρηγοριά μου μοιάζει παραλογισμός και βρωμιά για άλλους. Αυτό που ξέρω ότι είναι ισορροπημένο μέσα μου, αποτέλεσμα δοκιμής και πλάνης και βαθειάς καλοσύνης, φαντάζει στους άλλους αδιαφορία και απάθεια. Ό,τι μου δίνει χάρη και χαρά μπορεί και να μοιάζει με προϊόν παθολογίας σε άλλους. Kαι όχι μόνον στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Έτσι κατασπατάλησα τα νιάτα μου: έξω και αναμεσα στους άλλους, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τη ζωή μου. Ήμουνα νέος, έτσι κάνουν οι νέοι: αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορείς παρά ελάχιστα πράγματα να καταλάβεις και ορμούν να καταλάβουνε τουλάχιστον τη ζωή τους — νομίζουνε πως είναι το πιο εύκολο. Πάσχιζα λοιπόν κι εγώ να κατανοήσω όσα ζούσα, ώσπου στο τέλος ήρθε η στιγμή και γίνανε ζωή, άχαρη ζωή, και αυτά: η υπερανάλυση και ο αγώνας να κατανοήσω όσα δεν κατανοούνται, τα γιατί και τα «ναι μεν αλλά» και τα «κατά βάθος» και τα «δεν είσαι εσύ αλλά η κοινωνία μέσα σου». Έτσι απαιτεί ο κόσμος: όλα να τα χτυπήσει η αντηλιά ώστε να ιριδίσουν, να μοιάσουν καθάρια και πρισματικά. Αλλά μόνον τα διαμάντια ιριδίζουν πραγματικά. Και τι είναι τα διαμάντια; άβιο κάρβουνο σκέτο.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Κι αν είμαι κατά συρροή δολοφόνος; παιδεραστής; σχιζοφρενής; Δεν είμαι. Και τελικά η ηθική είναι πολύ απλή και μάλλον επιφανειακή υπόθεση, κοντός ψαλμός αλληλουια είναι: ενσυναίσθηση κι ένας χρυσός κανόνας. Όμως εμείς θέλουμε ντε και καλά να βάλουμε τον ήλιο να τα υπερφωτίσει όλα. Μόνο που ο ήλιος στεγνώνει κι αποξηραίνει κι αφυδατώνει. Η ζωή που μπαίνει κάτω από τον ήλιο δε φωτίζεται απλώς: σιγά σιγά μαραίνεται, στεγνώνει, μαραγκιάζει, αφυδατώνεται, πεθαίνει — ώσπου μένει στο τέλος λείψανο, ζαρωμένο και καμένο. Η ζωή υπάρχει και ζει στη σκιά, στη δροσιά, στο φως που διαχέει η νέφωση. Η ζωή διψάει για το νερό και για το χρώμα.

Μένω μέσα. Πίνω κρασί. Ανοίγω τα παράθυρα και τις νύχτες σηκώνω την τέντα. Βλέπω μακρινές σιλουέτες στα παράθυρα γύρω από την πλατεία, φιγούρες να διαγράφονται κόντρα σε υποφωτισμένα δωμάτια πάνω σε τραβηγμένες κουρτίνες. Άλλες λαγνεύονται, άλλες τσακώνονται, άλλες στέκονται αφηρημένα κοιτάζοντας έξω ή κοιτώντας μέσα — δεν είναι εύκολο να ξέρεις προς τα πού είναι γυρισμένος ένας ίσκιος. Βάζω απαλή μουσική. Μια μέρα θα πλυθώ, θα ντυθώ, βα βγω έξω και πάλι. Θα δω πάνω από το τέλος του δρόμου το φάσμα του γκρεμισμένου δημόσιου έργου που μας στεφανώνει αιώνες. Θα πάω σε ένα μπαρ. Θα παραγγείλω τζιν. Και ίσως μιλήσω ξανά, αυτή τη φορά σε κάποιον άγνωστο. Ή στο κορίτσι που δούλευε στο μπαρ. Αν δουλεύει ακόμα εκεί. Θα βγω έξω. Θα είναι νύχτα. Η νύχτα με σκεπάζει και με ντύνει, η νύχτα με ξέρει. Η νύχτα ξέρει. Ξέρει και ότι τη ζωή τη ζεις και ότι δεν την ερμηνεύεις.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Το Παράθυρο.