Σολωμός

στη Γλυκερία Μπασδέκη

Όταν ήμουν φοιτητής έδωσα ένα μάθημα του Λιαντίνη, «Διδακτική των Νέων Ελληνικών» λεγόταν, αλλά η ύλη είχε τόση σχέση με τη διδακτική της γλώσσας όση τα κουνούπια με την εθελοντική αιμοδοσία. Πήρα τα βιβλία και δεν ξαναπάτησα σε παράδοση. Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία συνειδητοποίησα ότι αποτελούσαν συναγωγή γνωμών ανδρός θυμοσόφου, χωρίς ειρμό, και ότι θα μπορούσα να περάσω το μάθημα γράφοντας γνώμες δικές μου. Συνεπώς αποφάσισα να μην τα διαβάσω τα βιβλία του κυρίου Λιαντίνη. Στις εξετάσεις έπεσε μια ερώτηση για τον Σολωμό, τον Κόντε. Πέρασα με δέκα.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δύο δεκαετίες μετά εξακολουθώ να πρεσβεύω όσα έγραψα τότε.

Έλεγα ότι ο Σολωμός είναι ο Μεσσίας της ελληνικής ποίησης και όχι ο γενάρχης της, όπως ο Δάντης θεωρείται της ιταλικής. Η παρουσία του Σολωμού τέμνει την ελληνική ποίηση και την ξαναορίζει και τη νοηματοδοτεί με τον ποιητικό λόγο του. Όπως συμβαίνει με κάθε λογής μεσσίες, εκ των υστέρων το έργο του Κόντε φαίνεται προοικονομημένο και σχεδόν αναπόφευκτο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι από εμάς αδυνατούμε να νιώσουμε την ομορφιά ή να ανταποκριθούμε στο παράδοξο κι ανεπανάληπτο ποιητικό όραμα του Πόρφυρα, του Κρητικού ή και των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

Ο Σολωμός πλάθει όλη την ποίηση που τον ακολουθεί και βρίσκεται μέσα της: ολόκληρη η νεοελληνική ποίηση είναι της σολωμικής σχολής με τον τρόπο που οι χριστιανικές Εκκλησίες είναι σέχτες του Ναζωραίου. Γι’ αυτό και η ίδια η ποίηση του Κόντε μάς φαίνεται στοιχειώδης σαν έργο, σχεδόν προφανής κι αυτονόητη: επειδή βρισκόμαστε μέσα της ή μάλλον επειδή βρισκόμαστε μέσα στην ανάμνηση, μέσα στον σχολιασμό της και μέσα στην αναίρεσή της.

Από αυτήν την άποψη, κάθε επιστροφή στη ίδια στην ποίηση του Σολωμού, στα ίδια τα ποιήματα και στα αποσπάσματα, είναι αποκαλυπτική εμπειρία.

Ορατών τε πάντων (και αοράτων)

Όταν ήμουν μαθητής ξεκίναγε από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας η ένδοξη επανάσταση της νέας νεοελληνικής πεζογραφίας, με Πέτρο Τατσόπουλο και με Φαίδωνα Ταμβακάκη και, λίγο αργότερα, με Χρήστο Χωμενίδη. Η Εστία των άνοστων σκληρών εξωφύλλων και των γραμματοσειρών κατοχικού αλμανάκ, που μας έκανε να σνομπάρουμε την κλασική νεοελληνική πεζογραφία μέχρι να πιστέψουμε ότι δεν υπήρξε ποτέ, τώρα έβγαζε νέους συγγραφείς με εξώφυλλα Κυριτσόπουλου. Σίγουρα λοιπόν κάτι καλό ξεκίναγε, μια ένδοξη επανάσταση. Όμως η επανάσταση αυτή, όπως άλλωστε και η εγγλέζικη Ένδοξη Επανάσταση, γρήγορα εξέβαλε στη λίμνη της Μάιρας Παπαθανασοπούλου και των δεκάδων κλώνων της κυρίας Βαμβουνάκη. Πάντως ο Τατσόπουλος και ο Χωμενίδης παρέμειναν κοντά μας.

Το Σοφό Παιδί του ποτέ δεν μου άρεσε, ίσως γιατί μου έδινε την εντύπωση βιβλίου που θα μπορούσα να είχα γράψει εγώ τότε στα 17, τότε που ήμουν ένας περίεργος, ευφυής και φλύαρος φλώρος, τότε που και βαθιά αστοιχείωτος ήμουν και δεν παραδεχόμουν πόσο με έδερναν οι καύλες (όχι «η Καύλα», που ο εικοστός πρώτος εξιδανικεύει μέχρι καρηβαρίας). Ωστόσο υπάρχει ένα κείμενο πολύ πιο πρόσφατο του Χωμενίδη το οποίο ξεκινάει με εύρημα λαμπρό. Δυστυχώς, όπως ήδη πολλά κείμενα της τότε επανάστασης, το κείμενο εξαντλείται στο εύρημά του. Αξίζει όμως να το δούμε το εύρημα.

Στο «Στη Δευτέρα Παρουσία εγώ θα πάρω απουσία» (αυτός είναι ο τίτλος, νομίζω), η ανάσταση νεκρών που προσδοκούμε οι χριστιανοί (μαζί με τη ζωή του μέλλοντος αιώνος) επιτέλους έρχεται και η Αθήνα, αυτή εδώ η Αθήνα, αυτού εδώ του κόσμου, γεμίζει αναστημένους πρώην νεκρούς που προσπαθούν να βγάλουν άκρη τι συμβαίνει από εδώ και στο εξής. Ιδιοφυές, και το λέω χωρίς τον παραμικρό σαρκασμό. Αν ήταν ανάρτηση σε μπλογκ, θα ήταν από αυτές που παρακινούν ιδεαλιστές εκδότες να σε κάνουνε βιβλίο, να σε αποτυπώσουν στο χαρτί για να σου χαρίσουν την απατηλότερη αθανασία.

Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας. Στο κείμενο αυτό, που βγήκε έντυπο σε γνωστό φρηπρές, αυτός ο κόσμος και ο άλλος κόσμος επιτέλους τέμνονται. Αυτός εδώ ο κόσμος της Αθήνας: αυτό το πυκνό και δαιδαλώδες λείψανο που αναπνέει και ζει, αυτή η πόλη όπου μπορείς να μετρήσεις τους μήνες να περνούν παρακολουθώντας τις σκαλωσιές να κυλούν πάνω στις όψεις του Παρθενώνα, από Ανατολή προς Δύση και από νότια προς βόρεια. Με τον άλλο κόσμο, όχι αυτόν που είναι εφικτός, αλλά τον κόσμο που έχουνε στο μυαλό τους οι ζωντανοί να κατοικείται από όσους δεν είναι πια ζωντανοί. Επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για ιδιοφυές εύρημα, που αντηχεί αξιοζήλευτα, σχεδόν κατά λάθος.

Πάντως κάποιοι από όσους βρίσκονται κοντά σε αυτόν τον άλλο κόσμο ακράδαντα πιστεύουν ότι δεν υπάρχει. Είναι συνήθως ασθενείς με ζωή ορισμένου χρόνου που μετριέται σε μήνες ή και σε χρόνια, αν είναι «τυχεροί στην ατυχία τους». Κι έτσι καλλιεργούν κάθε τους μέρα σε αυτόν τον κόσμο. Τους σκέφτομαι. Κάθε τους μέρα έχει βάρος και ηχόχρωμα, γίνεται μια μικρή ζωή η καθεμιά. Όσες μέρες, τόσες ζωές. Αυτές είναι οι πολλές ζωές ανθρώπων που δεν άφησαν τον πόνο και το θυμοφθόρο άγχος που σέρνει πίσω του να θολώσουν ούτε μια τους μέρα. Άνθρωποι που χτυπούν μορφίνες και μετά κάνουνε τη δουλειά τους. Γυναίκες αδειασμένες από σπλάχνα μα γενναίες και άντρες καταχαρακωμένοι που δεν χαρίζονται στη μιζέρια.

Υπάρχουν όμως κι άλλοι άνθρωποι, υγιείς μάλλον προς το παρόν, που δεν χαρίζονται στη μιζέρια — πιστεύουν δεν πιστεύουν σε έναν άλλο κόσμο, κόσμο μάλλον εφικτό που όμως δεν θα προλάβουν να δούνε πριν κλείσουνε τα μάτια τους: οι φτωχοί. Βεβαίως, για τη φτώχεια και τους φτωχούς είτε δεν μιλάς, είτε μιλάς με τρόπο ηθογραφικό, βάζοντας τη φτώχεια απέναντι για να την εξιδανικεύσεις ή για να την ερμηνεύσεις απ’ έξω. Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει σαν φετίχ η φτώχεια, να γίνει το εργαλείο μέσω του οποίου θα τονίσεις μεγάλα συναισθήματα και θα αναδείξεις σπουδαία νοήματα που σε απασχολούν. Οι ίδιοι οι φτωχοί όμως παραμένουν υπαρκτά πρόσωπα.

Τους σκέφτομαι λοιπόν, τους φτωχούς που θα γλεντήσουν με ό,τι έχουν, συνήθως με τα κορμιά τους. Σώματα που δεν περνάνε για τακτικό σέρβις από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, που καταπονούνται από βαρέα και ανθυγιεινά ή από απλώς βαρέα ή κι από μη βαρέα αλλά αβάσταχτα επαγγέλματα, που φθείρονται από έρωτες καθήκοντος, από στερήσεις και από ατίθασα παιδιά. Σώματα που χρειάζονται το αλκοόλ και ό,τι άλλο βρίσκεται για να αεριστεί λιγάκι το ρετιρέ τους, η έδρα της ψυχής και το αδιανόητα πολύπλοκο αντικείμενο που είμαστε εμείς, έστω και για λίγο, έστω και σε εκείνη τη γωνιά της ημέρας ή της εβδομάδας που το επιτρέπει η χειρωναξία και οι παραλλαγές της. Και οι φτωχοί εκείνοι ξέρουν πως αυτός είναι ο κόσμος και ότι δεύτερη ζωή δεν έχει. Και είναι μεγαλύτεροι από τις ηθογραφικές σκιαγραφήσεις μας, βαθύτεροι από τις αναλύσεις μας και πιο δυνατοί από τον πατερναλισμό μας.

Ανταποκρίσεις από την Ελλάδα

No

Όψεις ενός ταξικού πολέμου πριν και μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, όπως αποτυπώθηκαν στο φέισμπουκ:

25/6/2015
Βασική πλάνη: να νομίζεις ότι ο άλλος είναι απλοειδής ή απλοϊκός επειδή είναι φτωχός. Επίσης, εσύ που το πιστεύεις είσαι μπούλης. Όχι, δεν είναι αμένσιοτο.

*

//platform.twitter.com/widgets.js*

30/6/2015
Επί δεκαετίες ακούω τη διακριτική αγανάκτηση θυμόσοφων κεφαλών για το ότι «τρωγόμαστε για τα πολιτικά», για τον διχασμό που είναι «στο αίμα του Έλληνα» (δεν είχαμε DNA παλιά) κ.ο.κ.

Ο υπαινιγμός ήταν ότι την πολιτική έπρεπε να την αντιμετωπίζουμε σαν πατρίκιοι, στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι και της sportsmanship. Λόγου χάρη, οι προεκλογικές εκστρατείες δεν θα έπρεπε να εξάπτουν πάθη αγριότερα από αυτά που δημιουργεί μια καλή παρτίδα γκολφ. Οι απεργίες θα έπρεπε να διέπονται από τεννιστικό ήθος. Και ούτω καθεξής. Ίσως και η μετατροπη της πολιτικής σε θέαμα να βοηθήθηκε από την αντιμετώπισή της ως αθλήματος και ως συμβολικού (και μόνο) πολέμου.

Τα παραπάνω περί αθλητικού ήθους ισχύουν βεβαίως για όσους (πατρικίους συνήθως) επιλέγουν την πολιτική ως καριέρα, επωνύμως και με κολλαριστούς γιακάδες ή με κομψά ταγιέρ. Αυτό που αποσιωπάται όμως είναι ότι για πολλούς (πάρα πολλούς) και συνήθως ανώνυμους, η πολιτική είναι πεδίο αγώνων για την επιβίωση. Ως κατάσταση, περισσότερο κάτι σαν τη βάρκα του δουλέμπορου που μπάζει πριν φτάσεις στην κάθε άλλο παρά ασφαλή ακτή, παρά σαν παρτίδα γκολφ.

*

2/7/2015
Και με το όχι και με το ναι η διαπραγμάτευση συνεχίζεται. Με το ναι όμως συναινούμε σε μνημόνια σαν αυτά που μας αφανίζουν. Όσους μας αφανίζουν. Τόσο απλά.

*

Βλέπετε κι εσείς πώς η διενέργεια δημοψηφίσματος ήδη αναδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της μνημονιοκρατίας; Βλέπετε τις τρελές εξελίξεις που πυροδοτεί μετά από πέντε μήνες κολοκυθιά και πέντε χρόνια υποτέλεια; Θυμάμαι έναν όρο τώρα, συνειρμικά: «λαϊκή κυριαρχία».

*

4/7/2015
Ήδη η προκήρυξη δημοψηφίσματος έκανε δουλειά: κινητοποίησε εξελίξεις και αφύπνισε συνειδήσεις. Ωστόσο ένα Ναι θα νομιμοποιήσει τη μνημονιοκρατία και την υποτέλεια. Και η τρομοκρατία του Ναι συνεχίζεται, άλλωστε μια χαρά δούλεψε το ’12…

*

5/7/2015
Ό,τι κι αν βγάλει η κάλπη: Καμμία συζήτηση βάσει αρχών δεν μπορεί να γίνεται με τους διαφημιστές («επικοινωνιολόγους» και δημοσιολογούντες) και τους καζουιστές στρεψοδίκες (αμπελοφιλοσόφους και ψευδολογίους) της Δεξιάς («φιλελευθερισμού» — my royal arse). Γι’ αυτούς η επίκληση σε λιποθυμίες πεινασμένων παιδιών και σε αυτόχειρες είναι λαϊκισμός, ενώ σε λιποθυμίες συνταξιούχων στις ουρές των ΑΤΜ επιχείρημα. ‪#‎savres

*

Και πανηγυρίζουμε για το αποτέλεσμα και χλευάζουμε τον ταξικό εχθρό, εκείνο το 5%, που χρησιμοποίησε δόλο και προπαγάνδα και τρομοκρατία για να καθυποτάξει τη χώρα με το Ναι. Καμμιά αβρότητα απέναντι σε όσους πάσχισαν να συντρίψουν και de jure τα κατώτερα και μεσαία στρώματα, τα συνήθη υποζύγια, ώστε να συνεχίσουνε τον «τρόπο ζωής» τους.

Pacta referenda sunt

Το ζήτημα ήταν εξαρχής πολιτικό: ούτε περί There Is No Alternative επρόκειτο, ούτε περί τεφτεριού του μπακάλη και λεφτόδεντρων. Μετά από πέντε χρόνια δήωσης και καταστροφής, θανάτων, εξαθλίωσης, αυταρχισμού, ξεπουλημάτων και καμμιάς εξυγίανσης ή μεταρρύθμισης, ακολούθησε ωμός και παράλογος εκβιασμός. Επιτέλους λοιπόν καλούμαστε να αποφασίσουμε εμείς την Κυριακή 5 Ιουλίου — εκτός απροόπτου ανωμαλίας και εκτροπής.

Ο γνώμονάς μας στο τι θα ψηφίσουμε δεν πρέπει να είναι αφηρημένες ιδέες ή πλατωνικές αρχές. Γνώμονάς μας πρέπει να είναι τα βρέφη που κινδυνεύουν να μη ζήσουν, οι γέροντες χωρίς φάρμακα, οι εξαθλιωμένοι και ταπεινωμένοι άνεργοι νέοι, οι απελπισμένοι γονείς, οι κατεστραμμένοι έμποροι και μικροεπιχειρηματίες — αλλά και όλοι μας, πια.

Πάνος 2015

Δεν είμαστε ακριβώς πάνω στον χρόνο, αλλά μαζί με όλους τους άλλους τον σκέφτομαι. Αύριο θα είμαι μακριά. Κάτι ήξερε κι εκείνος σχετικά με το να είσαι μακριά, αλλού, μετατοπισμένος.

Κοιτάζω φωτογραφίες του, εκείνο το πορτραίτο που του τράβηξα τον Νοέμβριο του ’13. Θυμάμαι σε αναλαμπές να μου λέει κουβέντες τρομερές με τρόπο κουβεντιαστό κι ανάλαφρο. Θυμάμαι να κοιτάζω τα βιβλία του και μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία. Θυμάμαι ουίσκι και να παίζουμε με τον σκύλο ή μ’ ένα μικρό ξύλινο ανδρείκελο. Θυμάμαι ένα μπουκάλι λευκό κρασί, σχέδια για το μέλλον, μια θέα που μου θύμιζε πού δεν είμαι, θυμάμαι και το βλέμμα της Γυναίκας του.

Άκουγα προχτές εκπομπές των Contrabbando ενώ δούλευα. Αφηρημένος κι ανέμελος, με μια χαλαρότητα που αγνοεί χρόνο και αμετάκλητες πραγματικότητες, σκέφτηκα ότι το έχω ξεφτιλίσει ο μαλάκας, ότι πρέπει να τον πάρω κανα τηλέφωνο.

Δεν γίνομαι συναισθηματικός, δεν με αφήνει η ρώμη του με την οποία κάθομαι και συνδιαλέγομαι ήσυχα μαζί του εδώ και έναν περίπου χρόνο. Ήσυχα όπως κουβεντιάζαμε. Άραγε, ήτανε δυνατόν να διαφωνήσει κανείς με τον απόλυτο εκείνο άνθρωπο; Όχι γιατί δεν θα σε άφηνε αλλά γιατί δεν γινόταν.

Δεν ξέρω. Εγώ τώρα είμαι ακόμα από εδώ. Εκείνος μόνον μέσα σε όσους τον γνώρισαν πια.

Χωρίς πρίγκηπες

Έβλεπα χτες μια ταινία για την Γκρέις Κέλλυ. Ήταν ηθοποιός και μετά πριγκίπισσα. Δεν την ήξερα την ιστορία της. Εγώ τη χαστουκίζω την κόρη μου όταν μου ζητάει παιχνίδια με πριγκίπισσες και στολίδια πριγκίπισσας. Δεν είναι πριγκίπισσα, είναι η κόρη της Τάνιας της νυχούς. Να το καταλάβει τώρα, να μην υποφέρει μετά. Δεν είμαστε πρίγκηπες. Μια φορά ο αδερφός μου, μεγάλη ψωνάρα αυτός γενικώς, αλλά στη δική του οικογένειά του ας κάνει ό,τι θέλει ο καθένας, της έφερε μια πινακίδα για την πόρτα του δωματίου της: Princess. Όχι «μια φορά», πέρσι που έκλεινε τα πέντε. Για την πόρτα του δωματίου της. Που δεν έχει μπαλκόνι. Που το μοναδικό παράθυρο κοιτάει στον ακάλυπτο, φάτσα στο διαμέρισμα της άρρωστης γιαγιάς που καμμιά φορά με φωνάζει με φωνή σαν άρρωστου γλάρου να βγω στο μπαλκόνι της κουζίνας να μου μιλήσει γιατί την τρελαίνει η μοναξιά της τηλεόρασης. Αλλά δεν ασχολούνται με αυτά οι ταινίες, είναι ηθογραφία. Έτσι λέει ο μαλάκας ο αδερφός μου: ηθογραφία. Που πήγε το ζώον και πήρε ταμπέλα Princess για την καπλαμαδένια πόρτα του δωματίου της μικρής, που δεν κλείνει, κι ας έχει λιμάρει το μέσα της κλειδαριάς ο Τάσος δυο φορές: δεν κλείνει. Πήρα κι εγώ και πέταξα στην ανακύκλωση το Princess, πριν το δει η δικιά μου και κολλήσει. Βρακί δεν έχουμε, που λέει ο λόγος, τα πριγκιπικά αξεσουάρ μάς μάραναν.

Έβλεπα λοιπόν την Γκρέις Κέλλυ, που την έπαιζε η Κίντμαν. Δράματα ο γάμος της. Πολύ θλιμμένη αυτή. Αλλά δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της γιατί και καλά η Γαλλία θα έπαιρνε το Μονακό. Για σκέψου, μεγάλη ευθύνη. Ναι, ειρωνεύομαι. Πάντως, εντάξει, δύσκολος γάμος. Μωρέ εγώ τα ξέρω αυτά: να θες να χωρίσεις και να μην μπορείς, να σε γεμίζει μόνο θυμό ο άλλος, να πηγαίνεις να τσακωθείς και να εμφανίζεται ξαφνικά η μικρή. Και εντάξει, στο Μονακό, άμα ήθελε να βριστεί ο πρίγκηπας με την πριγκίπισσα, όλο και κάποιο δωμάτιο θα βρισκόταν: η βιβλιοθήκη, το καπνιστήριο, η αίθουσα μπιλιάρδου — κάτι. Στη Σπετσών στα 75 τετραγωνικά, πού να τσακωθείς, στο μπαλκόνι; Εκεί κι αν γίνεσαι θέατρο. Έβλεπα λοιπόν την ταινία, η μικρή μόλις είχε κοιμηθεί, ήθελε δύο παραμύθια κι εγώ πείναγα και σερνόμουν από την κούραση («εύκολα τη βγάζετε εσείς οι νυχούδες», λέει ο Δημήτρης, «κάθεστε»· καλά, εντάξει). Σκεφτόμουν, εμάς τις απλές γυναίκες που περνάμε δράματα, θα μας κάνουνε ταινία; Σιγά. Κάθεσαι να δεις μια ταινία έτσι πιο δραματική, χωρίς σκοτωμούς και ζόμπι, και οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί, επιχειρηματίες, αρχιτέκτονες, ο Παπακαλιάτης που πάει στη Νέα Υόρκη να του φύγει ο νταλκάς — τέτοια. Εγώ άμα θέλω να μου φύγει ο νταλκάς βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι (γιατί στο πίσω, της κουζίνας, θα μου πιάσει κουβέντα η γριά) και κάνω μισό τσιγάρο. Ή κλαίω κόβοντας κρεμμύδια. Αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουνε κανένα, αυτά είναι ηθογραφία, που λέει κι ο αδερφούλης μου, αυτά είναι λαϊκές συνοικίες και Μητροπάνος και «πώς πάει κι αυτός ο μήνας», που λέει κι η Πρωτοψάλτη. Δεν έχουμε δράματα εμείς, είμαστε νυχούδες και νοικοκυρές, την κόψαμε και την Νταλίνα, την κοπέλα τη χρυσή (που την έλεγε αλλοδαπούτα ο Χάρης) που ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα, γιατί δεν βγαίναμε. Κι εν πάση περιπτώσει, όταν χωρίσαμε με τον Χάρη, δεν πήρε η Γαλλία το Μονακό. Δεν μας πήρε καν η τράπεζα το σπίτι, γιατί πουλήσαμε τα χωράφια και το ξοφλήσαμε. Μια ανακαίνιση τού μένει τώρα, δώδεκα χρόνια που είμαστε μέσα. Δύο μπήκαμε, δύο μένουμε. Ο τρίτος, ο Χάρης, πήγε να ζήσει τ’ όνειρο. Κοινή συναινέσει και λεβέντικα. Καλά έκανε, σούρνονται και καρκίνοι. Να ζήσει.

Έβλεπα την Γκρέις Κέλλυ. Πήρε τη μάνα της υπεραστικό από Μονακό στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής για να κλαφτεί. Μαλάκαμου, εγώ θυμάμαι που παίρναμε τη θεία στην Αμερική όταν ήμουνα πιτσιρίκα και λέγαμε «υπεραστικό» και παθαίναμε. Κόστιζε και μισό μηνιάτικο εκείνο το εικοσάλεπτο. Ή μπορεί έτσι να το έλεγε ο πατέρας μου στη μαμά, για να μην πιάνει κουβέντα με την αδερφή της στο Μιλγουόκι. Μιλγουόκι. Στου διαόλου τον σβέρκο. Πήρε λοιπόν η Γκρέις τη μάνα της και η μάνα της της έλεγε σαν γνήσια ελληνίδα μαμά να κοιτάξει τον γάμο της και τα παιδιά της πάνω απ’ όλα και τη ρώταγε αν υπάρχει άλλος (ποιος άλλος στο Μονακό, τρεις κι ο κούκος είναι όλοι κι όλοι εκεί). Και η Γκρέις τής το κλείνει το τηλέφωνο και τσακ σκάει το μικρό της και ρωτάει «μαμά, γιατί κλαις;». Θα ήτανε μελό αυτή η σκηνή αν δεν ήτανε βγαλμένη από τη ζωή. Σοβαρά μιλάω. «Γιατί κλαις;» Τι να πεις; Γιατί χωρίζουμε με τον μπαμπά και νιώθω χάλια και σκέφτομαι και λίγο πώς θα βγαίνουμε τώρα κι ας μην έμπαιναν πάνω από 350 ευρώ τον μήνα στο σπίτι από τον μπαμπά σου; «Τα κρεμμύδια», λες. Ενώ η Κέλλυ είπε «συγκινήθηκα που μίλαγα με τη μαμά μου», υπεραστικό.

Είχα έναν γκόμενο. Δεν λέω πότε, πριν ή μετά τον χωρισμό: οι άντρες έχουν ορμές, οι γυναίκες είμαστε πουτάνες — έτσι μας πάνε τις γυναίκες, όπως η τράτα τα ψάρια, κι ας λεν οι φιλάνθρωποι ό,τι θέλουν. Μου έλεγε ο γκόμενος ότι όλες οι γυναίκες που γουστάρει γουστάρουν και γυναίκες. Ψηνότανε για τρίο μάλλον. Παντρεμένος. Οι παντρεμένοι όλο μαλακίες λένε, πλάθουν αβέρτα παραμύθια και σου τα πουλάνε. Παραμύθια. Παραμύθια μαλλί της γριάς: γλυκά αλλά εξαφανίζονται μόλις αγγίξουν τη γλώσσα σου, άσε που αν πας να τα αγγίξεις κολλάνε τα χέρια σου. Εντάξει, οι παντρεμένοι να ξεφύγουνε θέλουν, όχι απλώς να γαμήσουν. Δηλαδή, καλά, όλοι οι άντρες θέλουν να γαμήσουν, απλώς όχι εσένα ντε και καλά. Το λέει κι ο Δημήτρης ο κομμωτής. Που ναι, είναι γκέι το παιδί. Γιατί άμα είσαι γκέι και με απολυτήριο Λυκείου πού θα πας να δουλέψεις; Κι αν πας, θα σε κρατήσουν; Άσε τι λένε: οι αδερφές στα γκέτο, σαν εμάς. Εκτός κι αν είναι πρίγκηπες, σαν τον γιο της Γκρέις Κέλλυ.

Οι παντρεμένοι λοιπόν αναζητάνε το διαφορετικό τους: αν είναι επιχειρηματίες, ψάχνουνε ποιήτριες, αν είναι εργάτες, ψάχνουνε κουλτουριάρες, αν είναι πανεπιστημιακοί, ψάχνουνε κομμώτριες, το Μπουρνάζι ψάχνει Κεφαλάρι και ο Γλυφαδιώτης Ακαδημία Πλάτωνος. Εμένα την νυχού με ζύγωσε φιδέμπορας. Όχι, σοβαρά, φίδια πούλαγε ο άνθρωπος. Υπάρχει αγορά για φίδια στην Ευρώπη, έλεγε. Τα έκανε εισαγωγή. Νόμιμα. Πολύ πλούσιος όμως. Πούλαγε και χαμαιλέοντες και ιγκουάνες. Αυτές είχανε γίνει και μόδα τότε με το παλιό το σίριαλ με εκείνον τον γκόμενο, το πανκιό, τον Σερβετάλη. Αλλά πρίγκηπας στους τρόπους. Κύριος. Ούτε ξενοδοχεία, ούτε μαλακίες σαν κάτι φτωχομπινέδες πιτσιρικάδες (σαν κι αυτούς που έχω μπλέξει τώρα): σπίτι του. Μέχρι που με βαρέθηκε κι άρχισε να μου λέει για τη γυναίκα του. Πρίγκηπας αλλά μαλάκας, σαν τον Ραινιέ. Φιδέμπορα δεν θα τον έλεγα πάντως. Κι ας ήτανε κατ’ επάγγελμα.

Εν πάση περιπτώσει, οι παντρεμένοι δεν ψάχνουνε μόνο να είναι διαφορετικές οι γκόμενες, ψάχνουνε να τις έχουνε και υπό: θέλουνε να το παίζουνε μέντορες και να τις δασκαλεύουν για τη ζωή τους. Τη βλέπουνε καθοδηγητές. Όλο νουθεσίες. Ίσως γιατί τους κυβερνάει το στεφάνι τους ή (χειρότερα) το Πεθερικό. Ίσως έτσι να γίνονται και καλά τρυφεροί χωρίς να πατάνε πολύ το στεφάνι τους. Αυτό το έζησα με τον άλλο μου τον παντρεμένο γκόμενο, τον καθηγητή. Δίδασκε σε Λύκειο. Κάργα παντρεμένος αυτός, τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη. Και την είχε δει δάσκαλος. Αυθεντία. Να μιλάω αργά, μου έλεγε. Να ντύνομαι κομψά (αυτός πάλι κυκλοφορούσε σαν παρωδία του Χάρη Ρώμα). Να μην αμολάω κοτσάνες. Να μη γίνομαι μελό. Να μην διακόπτω. Μετά κάτι άλλα: να καταλάβω τη θέση του και τη δική μου θέση στη ζωή του, ότι αυτός είναι φτασμένος κι εγώ μια ανώριμη που παριστάνω τη μαμά του. Σιγά μην παρίστανα τη μαμά του, πενήντα χρονών γάιδαρος. Αλλά εντάξει, τα είχε κι αυτός τα θεματάκια του, παρ’ όλα αυτά εγώ δεν είμαι καμμιά καριόλα να τα βγάλω στη φόρα. Α, ναι: «στα φόρα» είναι το σωστό, με διόρθωνε. Βέβαια. Και «κατ’ αρχήν», όχι «κατ’ αρχάς». Ή το λέω ανάποδα; Να κι εγώ, δηλαδή.

Καμμιά φορά σκέφτομαι ότι έτσι ένιωθε κι ο Χάρης, ο δικός μου. Ότι διαβάζω τις σκέψεις του, ότι δεν έχει μισή γωνιά μυαλό δική του. Είναι λίγο βάρβαρος ο γάμος αν δεν είσαι πρίγκηπας, να έχεις τα ιδιαίτερα διαμερίσματά σου, λίγο χώρο. Κι έχουνε γίνει κι οι γάμοι μας αμερικάνικοι: να τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Κι αυτή είναι η ρίζα του κακού. Όταν με εκνεύριζε που κυκλοφορούσε άπλυτος (είμαι πολύ της καθαριότητας, νυχού είμαι, αν ήμουνα βρωμιάρα έστω και λίγο…) του το έλεγα στα ίσα. Ιδίως άμα πλάκωνε τους παστουρμάδες. Ειλικρίνεια λοιπόν. Αμεσότητα. Ε, προσβαλλόταν ο άνθρωπος. Στράβωνε. Το έβλεπα. Δεν έλεγε τίποτε αλλά πέταγε λίγο το μάτι του. Ενώ θα μπορούσα να του πω «μια πελάτισσα μαλάκω», «ο ΟΑΕΕ», «κάτι δικά μου». Αυτή η αμερικανιά μάς έφαγε: όλα να τα μοιράζεται το ζευγάρι. Να πάτε σε σύμβουλο γάμου. Να τα κουβεντιάζετε ανοιχτά. Έτσι ήμασταν. Έτσι ήτανε και ο Χάρης. «Βαρέθηκα, θέλω να χωρίσουμε», είπε μια μέρα. Το εννοούσε. Κι όχι δεν υπήρχε άλλη. Βαρέθηκε ο άνθρωπος. Και μου το είπε στα ίσια. Κι εγώ είχα βαρεθεί. Αλλά όταν μου το είπε, έτσι, έπινα μεταξύ των ραντεβού μου. Και οι πελάτισσες άρχισαν τα «Τάνια μου κομμένη σε βλέπω». Αμεσότητα.

Η γιαγιά μου όταν είχαμε παντρευτεί είχε άλλη γνώμη. Ήρθε μετά στο γλέντι και με πήρε παράμερα, με φίλησε. Με σταύρωσε. Έβγαλε στο επιτόπου και μου έδωσε ένα δαχτυλίδι της, αυτό εδώ που φοράω τώρα. Αυτό. Και μου λέει μετά: «Ο άντρας σου να σε γνωρίζει από τη μέση και κάτω μόνο». Εγώ είχα μεθύσει και τη ρώτησα «Μα να μη δείξω στον Χάρη τα βυζιά μου;». Με κοίταξε λίγο όπως κοιτάω εγώ κάτι πελάτισσες που μου πουλάνε μυαλό ενώ δεν τους φτάνει ούτε για ζήτω. Σοβαρά πάντως, τη συμβουλή της δεν την κράτησα, δεν την τίμησα: δυο φορές χωρισμένη η γιαγιά. Σιγά. Που θα δώσει και συμβουλές. Αλλά είμαι σίγουρη ότι και ο Ραινιέ ελάχιστα γνώριζε την Γκρέις Κέλλυ.

Από την άλλη, είπαμε, αυτές δεν είναι πραγματικές σχέσεις. Πραγματικές σχέσεις είναι ο Χάρης που έβγαζε λιγότερα από την γυναίκα του την Τάνια τη νυχού, που βαρέθηκε, που την άφησε μετά από δέκα χρόνια γάμου με ένα τετράχρονο. Που ήμασταν μέσα σε ένα σπίτι παλεύοντας με τους εαυτούς μας και ο ένας με τον άλλο και μαζί εναντίον της ειλικρίνειας και της αμεσότητας και του να τα λέμε όλα. Που δεν μας φτάνουνε για πολύ πολύ αλκοόλ ή χάπια και καθόλου για καμμιά κόκα. Κι αυτές τις ιστορίες κανείς δεν τις γράφει. Ούτε εγώ μπορώ γιατί, όπως έλεγε και ο καθηγητής Λυκείου, είμαι λειτουργικά αναλφάβητη. Το πολύ πολύ να βγει κανα τραγούδι για τη Μαίρη Παναγιωταρά ή για το σίδερο με ατμό, τέτοια.

Τατού

Ίσως να μιλήσω για κάτι που υπάρχει, μπορεί και όχι. Ενδεχομένως θα πω για κάτι πρόσφατο, ή για κάτι μάλλον μακρινό. Άλλωστε, το μόνο πρακτικό εργαλείο για να ταξιδεύουμε στον χρόνο, έστω και στα ψέματα, είναι η μνήμη: προχτές μου θύμισαν κάτι το οποίο το είχα δεκαετίες ξεχασμένο, απόψε δεν θυμάμαι τι.

Είμαι από αυτούς που σκέφτονται κανα μήνα πριν πούνε κάτι. Πρόκειται για μια τακτική που καλλιέργησα με καρτερία κι επιμέλεια. Όταν ήμουν μικρότερος άνοιγα το στόμα μου και μίλαγα και μίλαγα, παρασυρμένος από την ομιλία μου, όπως κοιτάς χαύνος δύο νήματα που πλέκουν δυο βελόνες να βγάζουνε ρούχο που θα φορέσεις. Αυτό με έκανε να τρέμω μην ακουστώ γελοίος, να μη σκεφτούν οι άλλοι πως ίσως είμαι καραγκιόζης. Οι γύρω μου πάντως επιμελώς απέκρυπταν για χρόνια το λυπηρό γεγονός ότι πιο εύκολο είναι να ακουστώ βαρύς κι ασήκωτος και στομφώδης, παρά γελοίος. Παράλληλα, είχα υποστεί στο μεταξύ όλες τις σχετικές παραινέσεις ξανά και ξανά, όπως και την κάπως χανιμπαλεκτερικής εμπνεύσεως «να βουτάς τη γλώσσα στο μυαλό σου». Πλέον τη μαρινάρω κανονικά, λοιπόν. Αρκεί να μη με πετύχεις άυπνο, ευάλωτο ή πεινασμένο, αρκεί να μη με προσβάλεις. Αλλά δύσκολα προσβάλλομαι πια, αν και είναι εφικτό.

Μου φαινόταν αδιανόητο να χαράξεις κάτι ανεξίτηλα πάνω σου. Ειδικά κάτι αναπαραστατικά, κάτι πορτραίτα, τοπία, ονόματα. Ονόματα, ρε συ. Γιατί;  Αν πεθάνεις πρώτος, γιατί να φέρεις τα ονόματα των ζώντων πάνω σου; Αν πάλι πεθάνουν εκείνοι ή άμα σε ξεχάσουν, θα έχεις ανάγκη ακόμα οξύτερη οδύνη και πιο διαρκή από την ανάμνησή τους; Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω για κάποιο σχέδιο που θα με αντιπροσώπευε ακόμα και στο αδιανόητο μέλλον — για μένα το μέλλον πάντοτε υπήρξε αδιανόητο, ήμουνα πάντα με την άποψη του Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες: αν μπορώ να το διανοηθώ, δεν πρόκειται να γίνει.

Για χρόνια ολόκληρα δεν έβρισκα τίποτα να χτυπήσω, τίποτε με εχέγγυα διαχρονικότητας. Κατόπιν για ένα διάστημα ξέχασα τελείως την υπόθεση τατού, υπήρχαν άλλα, πολύ πιο στοιχειώδη και δύσκολα θέματα, που συνοψίζονταν στα βασικά βιοποριστικά. Όμως ενόσω ασχολείσαι με τα επείγοντα, με τα βαριά και ανθυγιεινά, τα άλλα, τα μακράς διαρκείας, βρίσκουνε τον τρόπο να ζυμώνονται και να ωριμάζουν. Τουλάχιστον, αυτό ελπίζεις: ότι τίποτε δεν θάβεται ποτέ.

Μετά λοιπόν ήρθε μια ωραία φωτεινή εποχή, με φως όπως το θέλουνε τα μάτια μου: λοξό, διάχυτο, φως που σέβεται το χρώμα και χωρίς σκληρούς ίσκιους. Και είδα σε αυτό το φως ότι η ζωή αφήνει πάνω μας πολλά, και κυρίως το ποιοι είμαστε. Μας χαράζει και μας πλάθει και μας ζυμώνει και μας σφυρηλατεί. Άρα δεν χρειάζεται να διανοηθείς κάτι που δεν θα σου φέρνει αμηχανία στο μέλλον: αν ο εαυτός σου δεν σου φέρνει αμηχανία πια, αρκεί να προσθέσεις πάνω σου, εκούσια, κάτι που μιλάει για τον εαυτό σου.

Το σχέδιο το αποφάσισε λοιπόν η πείρα. Την απόφαση να το χτυπήσω την έδωσε η συγκυρία: το θαυμάσιο απροσδόκητο, ζωογόνο και απαραιτήτως χαμογελαστό, αυτό που σε ξεπερνάει και γι’ αυτό σε τραβάει μαζί του και σου λέει: «ζήσε λίγο ακόμα, μια βδομάδα, εξι μήνες, δέκα χρόνια, μισόν αιώνα ακόμα, μήπως μεγαλώσεις κι άλλο και με φτάσεις». Και το μέλλον δεν είναι πια αδιανόητο, γιατί ζεις εντός του και είναι πια παρόν και ποσώς δεν σε ενδιαφέρει να το διανοηθείς, τελικά: μόνον να το εξαπλώσεις πασχίζεις.

Ήταν ένα μικρό καράβι

Είμαστε όλοι σε ένα βαπόρι. Είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα. Καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Οι κουπαστές του είναι χαμηλές και αν πλησιάσει κανα παιδί, κινδυνεύει να βρεθεί στη θάλασσα. Οι έξοδοι κινδύνου δεν είναι φαρδιές, δεν έχει και κυλιόμενες. Το κατάστρωμα γλυστράει μόλις σηκωθεί λίγος πίτυλος. Όλοι πάνω του γκρινιάζουν. Όλοι: αυτοί που είναι στην πρώτη θέση γιατί είναι λίγες οι μονόκλινες καμπίνες. Αυτοί που είναι στην τουριστική γιατί δεν πέφτουν πίσω τα καθίσματα, το σαλόνι μυρίζει ενώ στο κατάστρωμα δεν χωράς να περάσεις. Οι υπόλοιποι επιβάτες θα ήθελαν να τρώνε κάτι καλύτερο κι όχι μόνον καραβίσια μακαρονάδα με φραπέ καραβίσιο ή τριήμερες τυρόπιτες του Έβερεστ.

Κι αναλαμβάνει καπετάνιος ένας ψηλός θεωρητικός μουστακαλής. Και λέει: «Αυτό το βαπόρι δεν είναι σύγχρονο, δεν είναι άνετο, δεν είναι ασφαλές. Κι έχει και υψηλή κατανάλωση καυσίμου.»

Με τα πολλά, το βαπόρι αρχίζει να μπάζει. Μάλλον ο καπετάνιος έξυσε τίποτε ξέρες, καμμιά φαλκονέρα. Όμως κάποιοι ψύχραιμοι επιβάτες, που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι, εξηγούνε στους επιβάτες ότι το βαπόρι βουλιάζει γιατί είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, ενώ καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Επίσης, δεν πληροί βασικούς όρους ασφαλείας. Έτσι κι αλλιώς, όλοι πάνω του γκρινιάζουν, πλήρωμα κι επιβάτες. Αυτά μας φέραν ως εδώ. Και τώρα μπάζει νερά.

Τότε ο δεύτερος συλλαμβάνει ένα ευφυές σχέδιο: όσο μειώνεται η μάζα ενός πλεούμενου, τόσο μικραίνει το εκτόπισμά του. Ενδεχομένως αν απαλλαγούμε από αρκετό έρμα, να καταφέρουμε να σηκωθεί τόσο το σκαρί ώστε το σημείο από το οποίο μπάζει να μην είναι πια στα ύφαλα.

Αντί να πετάξει ο δεύτερος (που στο μεταξύ έγινε πρώτος) έρμα, αρχίζει να πετάει επιβάτες. Της τουριστικής. Νύχτα. Διακριτικά. Από το κατάστρωμα. Πρώτα σουτάρει κάτι γριές τύπου χαροκαμένες που γύριζαν από τον οφθαλμίατρο στον Πειραιά πίσω στο νησί. Μετά κάτι τσιγγανάκια — δεν πειράζει, αυτοί γεννάνε πολύ. Ύστερα κανα γκρούβαλο άπλυτο ψιλομαστουρωμένο. Μετά άρρωστους (μαζί με αναπηρικά καροτσάκια, είναι βαριά αυτά). Δυστυχώς δεν υπήρχαν εθελοντές, αφού οι επιβάτες της τουριστικής δεν έδειχαν υπευθυνότητα και δεν ήθελαν να βάλουνε πλάτη να σωθεί το σκαρί.

Κάποιοι διαμαρτύρονταν. Έντονα. Όμως κάποιοι άλλοι επιβάτες, όχι της πρώτης αλλά που συνέτρωγαν πότε με επιβάτες της πρώτης και πότε με το πλήρωμα, αυτοί που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι δηλαδή, εξηγούσαν άοκνα τα αυτονόητα: Αν δεν φύγει η σαβούρα, το πλοίο θα βουλιάξει. Απλά. Επιπλέον, το πλοίο ήτανε σπάταλο και σκυλοπνίχτης: είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, οι κουπαστές του είναι χαμηλές και αν πλησιάσει κανα παιδί, κινδυνεύει να βρεθεί στη θάλασσα, ενώ οι έξοδοι κινδύνου και το κατάστρωμα είναι παγίδες θανάτου. 

Μετά διαμαρτύρονταν ακόμα περισσότεροι, ιδίως όσοι έβλεπαν ότι έλειπαν σωστικές λέμβοι, ότι φαινόταν να έχει μειωθεί η κίνηση στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Άλλοι έβλεπαν τα πιτσιρίκια τους να λείπουν, άλλοι δεν έβρισκαν τα ταίρια τους — κάποιοι απλώς αναρωτιόντουσαν τι απέγινε ο γεράκος που γύριζε το κανάλι στα τούρκικα. Άρχισαν μάλιστα μικροταραχές πάνω στο πλεούμενο αλλά ευτυχώς το πλήρωμα τις κατέστειλε επιτυχώς, προτού υπάρξει φθορά ξένης περιουσίας ή, χειρότερα, καμμιά ανταρσία.

Στο μεταξύ οι λογιότεροι επιβάτες εξηγούσαν ακούραστα οτι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ακριβώς γινότανε τις νύχτες, δηλαδή ποιοι την έκαναν από το βαπόρι με λέμβους και ποιοι κατέληγαν στα ψάρια σαν έρμα. Ίσως να έφευγαν οι δειλοί της τουριστικής θέσης με τις λέμβους, άλλωστε και στις αεροπορικές θέσεις είχε αραιώσει η κίνηση. Σίγουρα πάντως είναι προπαγάνδα κάποιων και χυδαίος λαϊκισμός ότι πετάνε στη θάλασσα μόνον τους «κατάστρωμα». Κι έτσι, από ένα σημείο και μετά, όλοι ήτανε μπερδεμένοι: οι λέμβοι λιγόστευαν, η κίνηση και στην πρώτη θέση και στα αεροπορικες θέσεις αραίωνε: ποιοι κατέληγαν έρμα και ποιοι ασφαλείς στο κοντινότερο λιμάνι, ποιος να το ξέρει; Τέτοιες ώρες, όταν ο χρόνος που περνάει είναι πολύτιμος, ποιος θα ασχοληθεί με φιλοσοφίες; Σημασία έχει να αλαφρύνει το σκαρί, που όλο βουλιάζει, να σηκωθεί η ρωγμή πάνω από τα ίσαλα. Να σωθεί το σκαρί.

Η ιστορία τελειώνει κάπως έτσι: στις τελευταίες λέμβους επιβιβαστηκαν αυτοί που διαβάζουν εφημερίδες, έχουνε πάρει το Λόουερ κι έχουνε ταξιδέψει και στο Παρίσι. Επέμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι το βαπόρι, όχι γιατί το έριξε ο πρώτος σε ξέρες, φήμες που διαδίδουν ανεύθυνοι και γραφικοί, παρά βουλιάζει γιατί είναι παλιό σκαρί κι όχι από τα καλύτερα, ενώ καίει το μαζούτ λίγο σπάταλα. Επίσης, δεν πληροί βασικούς όρους ασφαλείας. Αυτά μας φέραν ως εδώ

Τελικά στο βαπόρι, που ταξίδευε σαν το πλοίο του Ιπτάμενου Ολλανδού μάταια και χωρίς προσδοκία λιμανιού, έμειναν κάμποσοι της τρίτης θέσης και μερικοί από το πλήρωμα. Το ΠΝ σκεφτόταν να το βυθίσει μια κι έξω το σαπιοκάραβο, τον σκυλοπνίχτη, την ντροπή της ακτοπλοΐας. με αυτόν τον τρόπο θα παραδειγματίζονταν και άλλοι πλοιοκτήτες, που αφήνουν να ταξιδεύουν ακόμα παλιά ενεργοβόρα σκαριά, με χαμηλές κουπαστές κι ολισθηρά καταστρώματα: αφού στο τέλος μπαζουν και βουλιάζουνε. Αλλιώς, μπορούν όσοι ακόμα επιβαίνουν στο σκαρί να συνεχίσουν, μάλλον να εντατικοποιήσουν, το πρόγραμμα μείωσης έρματος. Ποιους θα πετάξουν στη θάλασσα μπορούνε πια να το αποφασίζουνε μόνοι τους. Αυτό δεν ήθελαν;

Η μάνα σου η Δανέζα

‘Jens’ είναι ο Γιάννης στα δανέζικα. Όμως όταν ο Γιάννης (ή Jens) γεννήθηκε στο Ούνσε (που εμείς λέμε Οντένσε ή Όδενσε), η ελαφρώς παχύσαρκη ληξίαρχος δεν ενδιαφέρθηκε για αντιστοιχίες, άλλωστε δεν της επέτρεπε ο Νόμος να ασχοληθεί με αντιστοιχίες και την ετυμολογία των ονομάτων. Οι γονείς του νεογέννητου δεν ήτανε παντρεμένοι και ήτανε και οι δύο παρόντες. Ο πατέρας είπε «Γιάννης» (από τον μπαμπά του) και η μαμά είπε «Jens» (γιατί είχε νταγκλάρει από την επιλόχια κατάθλιψη και, μάλλον, και από το ελάχιστο μαυράκι που έκανε και σαν λεχώνα, που την έπιανε πολύ). Και έτσι έμεινε, είτε είχε υπάρξει συνεννόηση (όπως η μάνα του Γιάννη, η κυρία Helle, ισχυρίζεται), είτε όχι. Πάντως η ληξίαρχος έγραψε Janis Jens Makris στις 4 Μαΐου 1993. Η μητέρα του αργότερα θεώρησε ότι το παιδί θα μπορούσε να ενταχθεί καλύτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία αν το έλεγαν απλώς και μόνο Jens. Ο πατέρας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ο πατέρας του Γιάννη δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Εκτός από το ότι έδωσε στον πρωτότοκό του το όνομα του πατέρα του. Και εκτός από το ότι πήδηξε στην Ίο μια Δανέζα το 1992 πίσω από μια βάρκα στον Μυλοπότα. Την οποία και γκάστρωσε στο επιτόπου, ή την επόμενη βραδιά στη Χώρα, σε ένα από ενοικιαζόμενα κοντά στο κλαμπ Arjuna. Κατά τα άλλα δεν ήταν ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Ήταν ήδη τριαντάρης το ’92 και ξέμεινε στην Ίο γιατί είχε απαγορευτικό για Σαντορίνη. Επίσης ήτανε τρομακτικά καλλιεργημένος (έτσι τον λέει ο Γιάννης: «τρομακτικά καλλιεργημένο»). Ακολούθησε μάλιστα την κατά δύο χρόνια μικρότερη Helle στη Δανία και ανέλαβε τις ευθύνες του. Από κάτι φωτογραφίες (σε χαρτί, παρακαλώ!) φαίνεται ότι η κυρία Helle ήτανε μία συγκλονιστικά θεοτική μουνάρα («θεοτική μορφή» τη λέει ο Γιάννης) τότε, αλλά και η πνευματική επικοινωνία με τον πατέρα του φίλου μου δεν πρέπει να στάθηκε δύσκολη υπόθεση: το καυλάντισμα (‘καμάκι’ το έλεγαν τότε) ξεκίνησε στη βάση της Χώρας, εκεί όπου οι Ιταλοί χειρονομούσαν λιάρδα στο μεθύσι ζητώντας πίπες και πισωκολλητά από όλες τις περαστικές, με θέμα τον Κίρκεγκωρ. Στο Ούνσε βρήκε γρήγορα τι να κάνει με το άχρηστο και πρόσφατο διδακτορικό του στον στριμμένο Δανό με το παράξενο επώνυμο «Νεκροταφείο»: του έδωσαν μια θέση λέκτορα για να διδάσκει, αυτός που και Έλληνας ήταν και μόλις μιάμιση δημοσίευση είχε. Τουλάχιστον ήτανε ξανθός, σκέτο τυρί ξανθός, από τα ψηλά της Θεσσαλίας. Έμειναν λοιπόν εκεί, στην αγκαλιά του κράτους προνοίας μέχρι που ο Jens γιόρτασε τα ένατα σημαιοστολισμένα γενέθλιά του: όλες οι γιορτές, ως και τα Χριστούγεννα, είναι σημαιοστολισμένα στη Δανία, άλλωστε το Dannebrog δεν είναι και καλά έμβλημα εθνικισμών αλλά η παλιότερη σημαία στον κόσμο, λάβαρο αναστάσιμο. Μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, αφού η μάνα του Γιάννη βρέθηκε κάπως να συμμετέχει στην διοργάνωση των Ολυμπιακών του 2004.

Ο Γιάννης ή Jens ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δηλαδή ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα όταν τον γνώρισα στη Σχολή το ’12. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος, αν και πανύψηλος, χωρίς την ελάχιστη σκιά προφοράς. Παρότι είχε κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο που έφερναν σε καλοσυνάτη φώκια, συνεισφορά των σκανδιναβικών γονιδίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από την Κυλλήνη (σαν εκείνη τη Δέσποινα που με βασάνιζε στο Λύκειο) ή από τα βουνά της Κρήτης — το μυαλό μου δεν πήγαινε στα Τρίκαλα, από τα οποία καταγόταν κατά το άλλο ήμισυ. Κάναμε παρέα, βγαίναμε, τα γνωστά. Εντάξει, έμαθα ότι η μάνα του ήτανε ξένη, αλλά σιγά.

Και κάποια στιγμή βγήκαμε για καφέ με την ξαδέρφη του την ξένη, τη Δανέζα, που είχε έρθει για διακοπές. Και ξαφνικά ο Γιάννης μεταμορφώθηκε σε Jens, ή μάλλον: βγήκε από μέσα του ο Jens όπως οι εξωγήινοι ξεντύνονται την ανθρώπινη στολή τους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μίλαγε δανέζικα με την ξαδέρφη, μίλαγε αυτή τη γλώσσα που δεν είχα ξανακούσει, τέλεια όμως, μια γλώσσα χωρίς σύμφωνα, που ακούγεται σαν συνεχόμενος πνιγμός με θαμπά μεταβλητά φωνήεντα, μια γλώσσα σαν να στραβοκαταπίνει μεθυσμένος. Και ο Jens ήταν ένας άλλος άνθρωπος, πρόδηλα ξένος, που απλώς έμοιαζε φτυστός ο Γιάννης. Ο άνθρωπος ήτανε δύο άνθρωποι.

Φαγώθηκα να καταλάβω πώς και τι. Ο άνθρωπος έμοιαζε σαν να έχει δυο μητρικές γλώσσες. Μου είπε ότι μίλαγε δανέζικα με τη μάνα του και παντού στο Ούνσε, αλλά ότι ο πατέρας του του μάθαινε γραφή κι ανάγνωση και στα ελληνικά, άσε που του μίλαγε μόνον ελληνικά και του διάβαζε Τριβιζά, Κόμιξ και Ζωρζ Σαρρή — ώσπου έμαθε κι εκείνος να διαβάζει ελληνικά. Τα καλοκαίρια πήγαιναν από τα δύο του στην Ελλάδα. «Και τι μίλαγαν με τη μάνα σου;» «Μόνον αγγλικά, τα δανέζικα του πατέρα μου είναι ακόμα χάλια, και στο πανεπιστήμιο στα αγγλικά δίδασκε.» Μετά ήρθανε μόνιμα στην Ελλάδα. Αλλά πλέον πήγαινε πίσω στη Δανία τα καλοκαίρια για κανα δίμηνο («Δεν παλεύεται η ζέστη εδώ, ρε φίλε.»), ώσπου η εφηβεία τού αποκάλυψε και αυτουνού τα θέλγητρα των νησιών.

Ο Γιάννης / Jens, ο άνθρωπος που είναι δύο άνθρωποι, παραπονιότανε συχνά για την γκαντεμιά του, που και οι δύο άνθρωποι που είναι είναι επαρχιώτες. «Χάθηκε να την έπεφτε σε καναν αμερικάνο; / Χάθηκε να την έπεφτε σε καμμιά αγγλίδα;» Πάντως θεωρεί τους Δανούς σαφώς πιο επαρχιώτες από εμάς: όλοι τούς ξέρουν όλους και παριστάνουν ότι δεν ασχολούνται μαζί τους. Κονφορμιστές και μάλλον δειλοί. Το κεφάλι που προεξέχει το κόβουν, για όποιο λόγο κι αν προεξέχει. Για όλα φταιν οι Γερμανοί. Μετά με άρχιζε για τους Έλληνες: νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, δεν βλέπουνε πέρα από το σπίτι τους κι από το σόι τους. Παρτάκηδες. Για όλα φταιν οι Τούρκοι.

Πανεπιστήμιο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα γιατί ο χειμώνας στη Σκανδιναβία δεν παλεύεται. Ούτε και το φαγητό. Και γιατί η Αθήνα είναι μεγάλη και ζωντανή πόλη και μπορείς να πιεις χωρίς να καταχρεωθείς — και ας βρωμάει, και ας σου «διακορεύει το νευρικό» ο θόρυβος. Πάντως μπορεί να το παίξει δίπορτο: ο πατέρας του ζει πια στο Ούνσε με μια πιτσιρίκα Ινδή δεύτερης γενιάς, που μιλάει καλύτερα δανέζικα από τον ίδιο, ενώ η κυρία Helle ζει στο Κουκάκι και δουλεύει στο Δανικό Ινστιτούτο στην Πλάκα και «γενικώς καλοπερνάει».

Τις προάλλες τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι ανήκει και στις δύο χώρες. «Αν ήμουν ευρωπαϊστής, θα σου έλεγα ότι είμαι Ευρωπαίος, αλλά γαμιέται η Ευρώπη, η κοιτίδα της βαρβαρότητας και της αποικιοκρατίας, γαμιέται και η ΕΕ.» «Τώρα μιλάει η Δανία μέσα σου», του είπα και τον ξαναρώτησα αν λοιπόν αισθάνεται ξένος και στην Ελλάδα και στη Δανία. «Εξαρτάται: αν έχω πιει, πατρίδα κι εδώ, πατρίδα κι εκεί. Αν πεινάω, είμαι ξένος.» Πολλές φορές, άμα λέει τέτοια, νομίζω ότι με δουλεύει που δεν έχω ξεμυτίσει, που ο κόσμος μου είναι η Αττική, η Πάτρα και ο γύρος της Ιταλίας που έκανα με ιντερέιλ. Άλλες φορές λέει ότι η γλώσσα είναι η μόνη μας πατρίδα και ότι, τζα!, αυτός έχει δύο. Καμμιά φορά είναι τρελοκομείο ο Γιάννης.

Γενικά είναι περίεργος τύπος. Μυστήριος. Και εδώ και αλλού. Ο ίδιος μού είπε ότι φταίει το δανέζικο χιούμορ, που είναι υπόκωφο, στεγνό και βραδύκαυστο. Από την άλλη, δεν μοιάζει να έχει φίλους στη Δανία, όχι πάντως κολλητούς. Εδώ κάνει παρέα μ’ εμένα — αλλά δεν καταλαβαίνω πώς — και με ένα παλιό συμμαθητή του. Είχαμε πάει για ποτά, μπύρες πίνει, και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν έχει φίλους, ότι προτιμάει να κάνει παρέα με γυναίκες. Εκεί λίγο με ξένισε. Τον ρώτησα γιατί. «Με τις γυναίκες μπορείς και να το κάνεις και να πεις και καμμιά κουβέντα της προκοπής. Με τους άντρες τίποτε από τα δύο. Δηλαδή όχι τόσο ωραία.» Με δουλεύει; δεν ξέρω. Ώρες ώρες νιώθω ότι δεν είμαστε συνομήλικοι αλλά ότι μιλάω με κάποιον σαραντάρη και βάλε. Μάλλον φταίει το χιούμορ: με την ξαδέρφη του γέλαγαν κάμποση ώρα επειδή ο Jens έκανε μια παντομίμα ότι τάχα προσπαθεί να φτύσει μια τρίχα χαμογελώντας ταυτόχρονα, μουνότριχα δηλαδή. Δεν ξέρω, θα φταίει το χιούμορ. Πάντως με γυναίκες τον έχω δει, τον περιμένουνε συνήθως όταν το διαλύουμε, εκεί κατά τις 10 και. Πάντα με κάτι γκόμενες να λιποθυμάς κυκλοφορεί, κάτι τύπισσες κι εγώ δεν ξέρω πώς να τις πω και πώς να τις περιγράψω.

Εκεί που τρώγαμε κάτι σουβλάκια και περπατάγαμε τις προάλλες άρχισε ξαφνικά να μου λέει, εκτός θέματος, για κάτι δανέζικες εφημερίδες, που είναι «σκέτες φυλλάδες». Σκατόφυλλα χειρότερα από την Εσπρέσσο. Μου έλεγε για τις Δανέζες, που ξεσαλώνουνε στη Μεσόγειο αλλά ξαναγίνονται παρθενοπιπίτσες όταν επιστρέφουνε στον Βορρά. Για τη βασίλισσά τους που καπνίζει, τον γκέι Γερμανό άντρα της, για το πόσο μαλάκες είναι οι Κοπεγχαγινοί. Τέτοια. «Τι μου τα λες αυτά;» «Δεν ξέρεις τι προνόμιο είναι να τρως πιτόγυρο περπατώντας» μου είπε, «να στάζουνε τα λίπια και τα τζατζίκια μέσα από τη λαδόκολλα στο πεζοδρόμιο». Όχι, δεν ξέρω. Μετά μου εξήγησε ότι εκείνη την ώρα σαν να του έλειπε το Ούνσε, σαν να ένιωθε μακριά από παντού: και από την Αθήνα, που την περπάταγε εκείνη την ώρα, και από το Ούνσε, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τον ρώτησα τι του ‘ρθε και λέει τέτοια, αν είναι ερωτευμένος. Μου απάντησε πως δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να σου φέρνει μια γυναίκα χαλασμό.

«Γιατί όλο λες ‘γυναίκα’; Γκόμενες τις λέμε.»
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, ρε μαλάκα. Έλεος.»

Ψάρεψε ένα κρεμμύδι μέσα από τη λίγδα τους εκμαγείου της λαδόκολλας και καταπίνοντας την μπουκιά του είπε:

«Kvinder, ρε συ, kvinder eller kaos.»

Μου το μετέφρασε και μου το έγραψε στο κινητό, γιατί αλλιώς γράφεται κι αλλιώς προφέρεται αυτή η γλώσσα.

Με τον Jens, τον Γιάννη, δεν μιλιόμαστε εδώ και δυο τρεις βδομάδες. Τον έκανα και μπλοκ στο φέισμπουκ. Ναι, οκέι, ξέρω, αυτά τα κάνουνε τσαντισμένες γκομενίτσες αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Είχα πάει με μπύρες στο σπίτι του να δούμε το Μπαρσελόνα-Τσέλσι, αλλά έβγαλε κάτι σναπς. Ε, γλυκόπιοτα είναι αυτά, ήπιαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας μέχρι να λήξει το ματσάκι και μετά παραγγείλαμε πίτσες και το ρίξαμε στη μαυροδάφνη: ο Γιάννης επέμενε ότι αν πίναμε μπύρα θα μας χάλαγε κανονικότατα. Του είπα κι εγώ τα γκομενικά μου, για την Κική το βάσανο δηλαδή, αν και με δυσκολία: δεν μου αρέσει να κουβεντιάζω τέτοια πράματα. Του είπα λοιπόν τα γνωστά, ότι την αγαπάω κι ότι κι εκείνη λέει ότι με αγαπάει. Εκεί με έκοψε και με ρώτησε αν δεν είμαστε λίγο μικροί να μιλάμε για αγάπες ακόμα, εγώ τον είπα μαλάκα και τον έστειλα να πα να γαμηθεί και συνέχισα. Του είπα λοιπόν ότι την αγαπάω την Κική κι ότι με αγαπάει, ή τεσπά έτσι λέει. Με ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά μου. Του είπα ότι είμαι σίγουρος ότι με απατάει.

«Εννοείς ότι πηδιέται και με άλλους;», με ρώτησε γελώντας, και μάλιστα γελώντας κάπως επιτηδευμένα.
«Ναι ρε μαλάκα. Εξαφανίζεται. Δεν απαντάει και στο κινητό.»
«Μαζί σου πώς είναι όμως ρε συ;»
«Όνειρο. Με κάνει ευτυχισμένο. Μόνο μαζί μου είναι όταν είναι μαζί μου. Με κάνει να νιώθω τρελή χαρά και φαίνεται χαρούμενη και η ίδια.», είχαν αρχίσει να μιλάνε το σναπς κι η μαυροδάφνη και δεν μπορούσα να αρθρώσω τα λόγια μου: όσο έτρεχαν τα λόγια στο μυαλό μου, τόσο σκόνταφταν στο στόμα μου.
«Αν σε αγαπάει και το νιώθεις ρε μαλάκα, ρε μαλακισμένε, τι σε νοιάζει τι κάνει όταν δεν είναι μαζί σου; Αφού σε αγαπάει.» είπε ο Jens και με κοίταγε ειρωνικά, που οκέι, δεν πειράζει, αλλά και με συμπόνοια, όπως κοιτάμε παιδί που σκούζει γιατί του πήρανε το παγωτό. Αγρίεψα.
«Άντε και γαμήσου ρε μαλάκα.»
«Νταξ, γαμιέμαι. Θενξ.»
Τα πήρα άγρια. Ο μαλάκας ο ξένος. Το σκανδιναβό το ξενέρωτο. Που δε μασάει:
«Γαμιέται η μάνα σου, ρε μαλάκα.»
«Ναι, γαμιέται. Η δικιά σου, πάλι, όχι.»

*

Αναδημοσίευση από ΤΟ ΠΑΡάΘΥΡΟ, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων.

Φωτογραφία: «On the Beach» (1951) του William Mortensen

Dvandva

 
I.
Αντιμετωπίζω με ειλικρινή συμπάθεια τους κεντροδεξιούς (επιμένω ότι δεν αντιλαμβάνομαι τι θα μπορούσε να είναι «κεντροαριστερά», πέραν των υβριδίων της σοσιαλδημοκρατίας) που μισούν τον φασισμό. Νιώθω την αγωνία τους για τον φασισμό, που οδηγεί στην απαξίωση της αστικής δημοκρατίας και που αναγκάζει μια χούφτα ανθρώπων με τιμή και αγωνία να προσπαθήσουν να του κόψουνε μόνοι τους τον δρόμο, όπως μπορούν.
Κάποιοι άλλοι εννοείται πως απλώς γογγύζουν επειδή ο φασισμός χαλάει την πιάτσα (τους), αυτούς δεν τους συμπαθώ βεβαίως. Ωστόσο, υπάρχουν όντως πολλοί που αισθάνονται ειλικρινή αποστροφή απεναντι στους εχθρούς της ελευθερίας, στους ιεραπόστολους της απροκάλυπτης απανθρωπιάς και βαρβαρότητας, που σιχαίνονται τη μηχανική κτηνωδία του φασισμού, τη μηχανή του θανάτου του — αυτοί είναι σχεδόν αδέρφια.
Τους συμπαθώ λοιπόν αυτούς και τους έχω για σχεδόν αδέρφια ως προς την απέχθειά τους απέναντι στην ολοκληρωτική μυθολογία του φασισμού.
 
Όμως σπανίως στεκόμαστε άκριτα απέναντι στα αδέρφια μας και πολύ λιγότερες φορές ταυτιζόμαστε με αυτά. Το λέω αυτό γιατί οι αντιφασίστες κεντροδεξιοί δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ότι ο φασισμός (αλλά και κάθε ολοκληρωτισμός που προσκυνάει τον θάνατο, την όποια καθαρότητα και την κοινωνική χλωρίνη) αποτελούν στοιχείο του συστήματος στο οποίο οι ίδιοι πιστεύουν: ενός συστήματος που ευαγγελίζεται δικαιοσύνη και ελευθερία χωρίς δίκαιη κατανομή πλούτου, που επιδιώκει ισότητα κι ισονομία χωρίς αλληλεγγύη. Σε αυτό το σύστημα οι φασίστες ενσαρκώνουν τον αναγκαίο εχθρό για τον διαρκή ήπιο πόλεμο που κρατάει «την κοινωνία σε εγρήγορση», ενώ παράλληλα εγκολπώνονται στις φαιές φάλαγγές τους πολλούς μετεξεταστέους και ανεξεταστέους της δημοκρατίας — ώστε να μη ριζοσπαστικοποιηθούν κι έχουμε φασαρίες.
Οι αντιφασίστες κεντροδεξιοί μού θυμίζουνε λοιπόν τους αντιπουριτανούς και αντιηθικιστές χριστιανούς, που ολοφύρονται για την υστερική έμφαση στη σεξουαλική «αμαρτία» που προσδίδουν οι «φανατικοί», οι «πιετιστές», οι «ηθικιστές». Αρνούνται κι εκείνοι να παραδεχτούν ότι η υστερική αυτή έμφαση, ιδίως η αντίληψη της αντιερωτικής καθαρότητας του σώματος, αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πίστης τους, από τον Απόστολο Παύλο και μετά.
IΙ.

Ας υποθέσουμε ότι λόγω μιας ξαφνικής ανωμαλίας της φύσεως εκλείπει τα μεσάνυχτα κάθε ομοφυλοφιλική συμπεριφορά, ας πούμε ότι λόγω τερατώδους θαύματος κάποιου θεού μοχθηρού και με τάσεις για κατακλυσμό και απανθρωπιά είναι αδύνατη η όποια εκδήλωσή της, σε οποιοδήποτε επίπεδο — έστω και σε αυτό της προαίρεσης. Θα έχει πια νόημα η σύναψη συμφώνου συμβίωσης (ή και γάμου) μεταξύ δύο γυναικών ή δύο ανδρών;

Η απάντηση είναι «εννοείται». Το κράτος δεν θα έπρεπε να το κόφτει τι κάνει (ή τι δεν κάνει, στον ζοφερό παράλληλο κόσμο που περιέγραψα πιο πάνω) ένα ζευγάρι που συναίνεσε να μοιραστεί τον βίο και τα αγαθά του για όσο διαρκεί το σύμφωνο (ή ο γάμος) ή που ανέλαβε να μεγαλώσει παιδιά από κοινού. Άλλωστε, αφήνοντας στην άκρη διαζύγια λόγω προσχηματικής «μη εκπλήρωσης συζυγικών καθηκόντων», αν η ερωτική δραστηριότητα μεταξύ εγγάμων (ή συναψάντων σύμφωνο) αποτελούσε κριτήριο εγκυρότητας ή βιωσιμότητας του ετερόφυλου γάμου… χαχά δηλαδή.
Η φωτογραφία είναι του Zach Gold.