Κατά κάποιον τρόπο, η ελληνική κοινωνία μάς ζητάει είτε να είμαστε ξέφρενοι ζορμπάδες, τσαμπουκάκια και τσουγδίτσες, είτε μελαγχολικοί καζαντζίδηδες, της φτώχειας, της αγαμίας και των πυξλάξ. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, βρίσκει κανείς χώρο για να απλώσει την παλέτα των ενδιάμεσων αποχρώσεων — αν παραδεχτούμε (χάνοντας κάτι από την ικανότητά μας να δούμε τη ζωή μας με λίγη διαύγεια) ότι αυτά τα δύο είναι τα άκρα ενός συνεχούς. Ο χώρος για κέφι είναι περιορισμένος.
Πήγα με τον κολλητό μου στο στέκι μου, το οποίο είναι καταπληκτικό μαγαζί κατά γενικότερη ομολογία. Είχα να τον δω μήνες. Ως συνήθως ανταλλάξαμε σώψυχα. Για να έχουμε λίγη περισσότερη ησυχία ανεβήκαμε πάνω στο θεωρείο των Waldorf και Statler και κοιτούσαμε τον κόσμο κάτω. Δυο κορίτσια χόρευαν. Ξένες, φυσικά. Οι Ελληνίδες-Έλληνες παρέμεναν παλουκωμένοι. Μία κοπέλα με κοιτούσε. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν η ιδέα μου: συνοδευόταν. Μετά έγινε ξεκάθαρο. Για να τα πιάνω αυτά, πάει να πει ότι μεγάλωσα: πριν πέντε χρόνια για να καταλάβω ότι η άλλη με κοιτάζει έπρεπε να έρθει να μου το πει: «δε με βλέπεις ρε που σε κοιτάω;» Η μουσική ήταν ξεσηκωτική, αλλά μόνον οι δύο κοπέλες χόρευαν. Τα στρέιτ ζευγάρια βλοσυρά, ούτε καν λιγωμένα: έκαναν πρόβα γάμου· οι γκέιδες πάρα μα πάρα πολύ σοβαροί (είναι όλοι τελείως τοπ, άλλωστε)· οι σόλο στρέιτ γυναίκες και άντρες προσποιούνταν το απλανές βλέμμα του πιωμένου (αλλά όμως, ρε παιδιά, δε γίνεται να την ακούσατε με το ένα μοχιτάκι που λιβανίζετε επί σαρανταπεντάλεπτο). Μόνο μέσα σε παρέες διακρινόντουσαν στοιχεία μιας κάποιας ιλαρότητας.
Φαντάζομαι ότι όποιος θέλει να κάνει κέφι, κι όχι π.χ. να πιάσει να ανασκοπήσει τι έκανε στη ζωή του τους τελευταίους μήνες, πάει σε πίστα και σκυλάδικο. Εκεί χορεύει ο κόσμος και περνάει καλά. Δεν ξέρω, δεν έχω πάει ποτέ.
Απλώς αναρωτιέμαι πού βρίσκει κανείς κάποιες ενδιάμεσες αποχρώσεις, κάποιες καταστάσεις λίγο πιο ποικίλες, όπως ήτανε λ.χ. το Θηρίο στου Ψυρρή πριν πέντε χρονάκια. Κάτι σαν την ατμόσφαιρα του Θηρίου βρήκα στο Six D.O.G.S. το καλοκαίρι, αλλά κι εκεί, παρά τις στρωματσάδες πάνω στα χώματα και το ποικίλο και ποικιλόθυμο πλήθος, συχνά υπερισχύει η πόζα κι η μουντρούχα.
Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη και σαστιμάρα που ένιωσα στο θρυλικό Garage στη Νέα Υόρκη μέσα στο καταχείμωνο του 2006: έπαιζε ένα μέτριο τρίο τζαζ αλλά ο κόσμος (οι περισσότεροι από τους οποίους θα μπορούσαν να είναι γονείς μου) έκανε τόσο κέφι, που αισθάνθηκα σαν δόκιμος μοναχός σε ρέιβ: σεμνότυφος, να έχω χάσει πολλά επεισόδια και τελείως μαγκωμένος. Έτσι μεγαλώσαμε, μαγκωμένα: όταν πρωτομπήκα σε κλαμπ στη Λόντρα, τότε στο μακρινό παρελθόν, κι είδα τον σύμπαντα κόσμο να χτυπιέται χορεύοντας κατάλαβα ότι σε λάθος κλαμπ στη λάθος χώρα πήγαινα μέχρι τότε. Ειδικά τα αγγλάκια, που λόγω εθισμού στο αλκοόλ δε φοβούνται να ξεφτιλίζονται τουλάχιστον άπαξ κάθε εβδομάδα, ξέρουνε πραγματικά να κάνουν κέφι.







