Λονδίνο 1996

… κι όχι Διάστημα 1999.

Βγήκα για τον πρώτο μου περίπατο στο Λονδίνο μια Κυριακή 8 η ώρα το πρωί, αφού δεν μπόρεσα να κοιμηθώ την προηγούμενη νύχτα από την ευτυχισμένη υπερένταση. Κατέβηκα στη Λέστερ Σκουέρ, για την οποία δεν ήξερα τίποτα, είδα απλώς στο χάρτη ότι εκεί συναντιόντουσαν δύο γραμμές του μετρό. Με εντυπωσίασε το σκουπιδαριό, και πώς μύριζε ο αέρας κάτω από τη μπαγιάτικη μποχίτσα του σκουπιδαριού. Μέχρι πριν από λίγα δευτερόλεπτα νόμιζα ότι ήταν η 26η Σεπτεμβρίου, ήταν όμως η 22η, ημέρα εκλογών στην Ελλάδα. Μετά τον περίπατο και πολυαναμενόμενο γεύμα σε κινέζικο πήγα στο προξενείο της Ελλάδας για να πάρω βεβαίωση ότι δεν μπορούσα να ψηφίσω.

Πρόλαβα το Λονδίνο πριν τις μεγάλες αλυσίδες. Δεν μπορούσες να πιεις καφέ τότε εκτός από νεσκαφέ (τον οποίο ακόμα λατρεύουν οι Άγγλοι και τα απόπαιδά τους στη Μεγαλόνησο) και εσπρέσο στο Bar Italia. Ούτως ή άλλως πρόλαβα ένα Λονδίνο που δεν υπήρχε το 1994 και που είχε ήδη εξαφανιστεί το 1998: αυτή η πόλη αναδιαμορφώνεται και αναδιατάσσεται κάθε τόσο, τη μια η γειτονιά σου είναι βόθρος (π.χ. Hackney) , την άλλη μέσα στην τρεντίλα και στην επικαιρότητα. Εντάξει, ήταν και η εποχή αλλόκοτη: πανηγυρισμοί στους δρόμους με κόρνες και σημαίες για την απόλυτη επικράτηση του Τόνυ στις εκλογές, κατόπιν το καταιγιστικό και ασυμμάζευτο πάνδημο πένθος για την μπαϊλντισμένη πριγκηπέσσα. Το 1997 είναι ό,τι κοντινότερο έχει ζήσει το Λονδίνο σε Μεταπολίτευση — στην υπόλοιπη Αγγλία δε νομίζω να αλλάζει ποτέ τίποτα, πέρα από τα σπίτια που σκεπάζουν τας εξοχάς και τις άσκοπες γκαλερί.

Κάποτε ένιωθα τρελό παράπονο που δε θα ξαναζούσα στο Λονδίνο. Τελικά κατάλαβα ότι δε θα ξαναζούσα στο Λονδίνο που έζησα. Εκείνο το Λονδίνο δεν υπάρχει πια έτσι κι αλλιώς. Ούτε κι ο Σραόσα εκείνος υπάρχει πια. Ευτυχώς, σχεδόν.

Λονδίνο (Άμστερνταμ) ή Λευκωσία

Εδώ φτάσαμε τους 46 υπό σκιάν. Παραδοθήκαμε στον πολτό της τηλεόρασης, ζήσαμε όπως εκατομμύρια φτωχοί συνταξιούχοι που δεν έχουν άλλη συντροφιά, άλλη διασκέδαση, άλλο πασατέμπο. Η τηλεόραση όπου όλα γίνονται ακατανόητες εικόνες, όσα και να έχεις σπουδάσει, όσα και να έχεις ζήσει, όσα και να θέλησες ή θέλεις. Ο Λεβιάθαν στο μυαλό.

Σήμερα καθώς πήγαινα στο προξενείο άκουσα αυτό στο ραδιόφωνο, μετά από πάρα πολλά χρόνια:

Γύρισα στον Νοέμβριο του 1996, όταν μουρμούραγα το ποπάκι αυτό με δάκρυα στα μάτια περνώντας τη γέφυρα του Waterloo, ενώ με έδερνε ένα ποτάμι παγωμένος αέρας που γλύστραγε πάνω στον Τάμεση. Σταμάτησα λίγο απότομα σε ένα πορτοκαλί φανάρι, μια βιετναμέζα με καπέλο βιετναμέζικο κατευθείαν από το Platoon πέρασε το δρόμο ξεκαβάλα από το ποδήλατό της. Άναψε πράσινο.

Θυμήθηκα τον Ιανουάριο του 1997. Το αεροπλάνο από το Ελληνικό, τον σταύλο εκείνο που είχαμε για αεροδρόμιο και που ευτυχώς ξεχάσαμε πολύ γρήγορα, βούτηξε μέσα στα σύννεφα. Το Λονδίνο εμφανίστηκε από κάτω σε όλη του τη μίζερη δόξα, σειρές επί σειρών κατοικίες που συστρέφονταν και τέμνονταν φτιάχνοντας προαστειακούς λαβυρίνθους. Κι εγώ μουρμούριζα χαμογελώντας αυτό:

Έστριψα δεξιά. Σκέφτηκα τις μεγάλες πείνες που πέρασα γύρω στο Πάσχα του 1997, θυμήθηκα 450 στερλίνες μέσα σε έναν φάκελο και μάλλον αχάριστα οργισμένα τηλεφωνήματα. Θυμήθηκα το Hartley’s απέναντι από τον σταθμό της Russell Square πάνω στη Bernard Street, όπου αγόραζες μισό κοτόπουλο ψητό μάλλον φτηνά. Εκεί μέσα έπαιζε σχεδόν πάντα το I could never be your woman των White City — το οποίο ακόμα σιχαίνομαι. Μετά το Hartley’s το πήρε κάποια αλυσίδα, η Τέσκο νομίζω. Θυμήθηκα τον Κινέζο, τον Ιταλό κουρέα, το Gay is the Word όπου ο Πιερ αγόραζε ειρωνικές καρτποστάλ και έστελνε στη Δανία (τότε δεν είχαμε tumblr), τον Ιταλό σαντουιτσά, τον Τούρκο κεμπαμπτζή, τον Ιταλό που είχε το cafe με το θανατερό πρωινό (τηγανίδια με τηγανίδια και φρυγανιά: Bernard Street και Grenville Street γωνία) και τον φω καπουτσίνο — μετά το μαγαζί το πήραν Τουρκοκύπριοι.

Το πάτησα λίγο στον δρόμο των παρελάσεων, μετά έκανα αριστερά κι έψαξα για σκιά για να παρκάρω.

Πουλιά

Παγόνι

Ξεκινώντας να γράψω αυτό το ποστ αναρωτήθηκα αν γράφεται παγώνι ή παγόνι. Φαίνεται ότι η γραφή παγόνι είναι δοκιμότερη (τουλάχιστον αυτή τη δεκαετία, ποιος ξέρει για την επόμενη).

Αλλά δε μας ενδιαφέρουν οι λέξεις. Μας ενδιαφέρουν τα ίδια τα παγόνια. Τουλάχιστον αυτή την εποχή. Όταν ήμουνα πιτσιρικάς και με πήγαινε ο παππούς στον Εθνικό Κήπο, βεβαίως με απασχολούσανε κυρίως οι λέξεις. Γιατί ενώ λέγεται ‘Εθνικός Κήπος’, ο παππούς μου, ο κομμουνιστής, τον έλεγε επίμονα ‘Βασιλικό Κήπο’ και τον αποκαλούσε ‘Εθνικό’ μόνον όταν τον στραβοκοίταζε ο πατέρας μου; Είχε σχέση με την ιστορία που μου έλεγε για τους μπολσεβίκους που σεβάστηκαν τσαρικά σύμβολα, μνημεία κι εμβλήματα γιατί αποτελούσανε μέρος της ιστορίας της Ρωσίας; Δεν ξέρω. Άλλη λέξη που με απασχολούσε, κυρίως όταν ήμουν ακόμα μικρότερος, ήταν η λέξη ‘ταώς’. Μόλις είχα μάθει να συλλαβίζω λέξεις και ο παππούς μου έδειχνε το αρσενικό παγόνι, το οποίο περιμέναμε να ανοίξει την ουρά του ενώ αυτό απλώς έκρωζε. Εγώ μια κοιτούσα τον απόκοσμα γαλάζιο λαιμό του παγονιού, αφού η ουρά του παρέμενε μαζεμένη να σαρώνει τις σκόνες του κλουβιού του σα σάρωθρο από σόργο, μια κοιτούσα τη λέξη ΤΑΩΣ. Αναρωτιόμουνα γιατί δε λέει ‘παγόνι’. Αναρωτιόμουνα γιατί ο παππούς, που βλαστημούσε χαμηλόφωνα στα τούρκικα περιμένοντας το παγόνι να ανοίξει την ουρά του να το δω κι εγώ, ελεγε για τα άσχημα πόδια και την ωραία ουρά του παγονιού κι όχι για την διαπεραστική φωνή του. Δεκαετίες μετά εικάζω ότι μπορεί να ήτανε κανα συνθηματικό των νιάτων του, για κάποιον τύπο γκόμενας, ξέρω γω: άσχημα πόδια, ωραία ουρά. Δεν ξέρω: αυτά είναι των λαογράφων και του Ηλία Πετρόπουλου: τσαχπινιές χαμένων κόσμων. Πάντως ωραία ουρά έχουνε τα αρσενικά παγόνια, όχι τα θηλυκά.

Δε μας ενδιαφέρουν οι λέξεις. Μας ενδιαφέρουν τα ίδια τα παγόνια: όταν σε μια από τις επισκέψεις στον Εθνικό Κήπο τελικά είδα ένα παγόνι να ανοίγει την ουρά του, απροσδόκητα, αναίτια και χωρίς να το έχει τρομάξει κανένας (μια σίγουρη, λέει, μέθοδος) θαύμασα πραγματικά. Ούτε ο μύθος του Άργου, όσο κι αν με είχε εντυπωσιάσει, ούτε οι περιγραφές με είχαν προετοιμάσει. Από τότε όπου βρω παγόνια, κάθομαι και τα χαζεύω.

Πού και πού συγκινούμαι όταν μαθαίνω ότι το παγόνι είναι σύμβολο της αθανασίας στη χριστιανική εικονογραφία: κάτι τόσο όμορφο ακόμα και οι άπλυτοι μισογύνηδες στυλιτόφρονες ημιάγριοι καλόγεροι που έτρεχαν τη χριστιανική πίστη για κάμποσους αιώνες το εκτιμούν. Άλλοτε συγκινούμαι που οι γιαζήδες τιμούν τον Άγγελο Παγόνι, πεπτωκότα άγγελο που έσβησε τις φλόγες της κολάσεως μετανοώντας για 7000 χρόνια και μετά δημιούργησε τον κόσμο: κάτι τόσο όμορφο δεν μπορεί παρά να έχει θαυμαστή ιστορία στην πλάτη του, εντυπωσιακό ‘μπαγκάζ’.

Συχνά πάλι σκέφτομαι την ουρά που δε βοηθάει το παγόνι να πετάξει, αλλά το κάνει πιο επιθυμητό. Για μένα το παγόνι είναι θαύμασμα της παιδικής μου ηλικίας και, στην ωριμότητα, εικόνα της άχρηστης αλλά ποθητής ομορφιάς.

Κύκνος

Αυτή η αγνώστου πατρός εικόνα συνοψίζει ένα θεματάκι που έχω από μικρός: πόσο ασήμαντα είναι όσα αποσιωπώνται.

Από την αρχή: ρωτούσα μικρός τους γονείς μου πότε πάνε στην τουαλέτα όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βλέπαμε στην τηλεόραση. Γιατί δεν τους βλέπουμε ποτέ να πηγαίνουνε στην τουαλέτα; Φυσικά, η ερώτησή μου αφορούσε τους νεκρούς χρόνους μιας αφηγούμενης ιστορίας, οι οποίοι σπανίως φτάνουνε να εκφραστούνε στην αφήγηση. Αν πήρε 7 μέρες για να φτάσει το πριγκηπόπουλο στην πριγκήπισσα, ε, η αφήγηση του ταξιδιού θα πάρει κάτι λιγότερο. Οι επισκέψεις μας στην τουαλέτα δεν έχουν κάτι άξιο αφήγησης (με εξαίρεση του καημένου του Τραβόλτα στο Pulp Fiction). Κι αυτό ήταν.

Μεγαλώνοντας ωστόσο, έμαθα ότι αποσιωπώνται κι άλλα. Για παράδειγμα: όταν άρχισα να διαβάζω πραγματικά, μου πήρανε δώρο τις εικονογραφημένες μυθολογίες του Στεφανίδη. Μου άρεσε η Λύρα του Απόλλωνα και το Αθηνά Παλλάδα. Μετά από αυτά έπεσα στη μυθολογία άγρια, μέχρι που η μητέρα μου ανησυχούσε ότι το παιδί δε θα μάθει ποτέ ιστορία, αφού καθοταν κι αποστήθιζε παραμύθια των αρχαίων για τον Κόττο, τον Βρυάρεω και τον Γύ(γ)η, τον Ώτο και τον Εφιάλτη και άλλους τέτοιους άξεστους τύπους.

Διαβαζοντας μύθους συναντούσα περιγραφές όπως «και πλάγιασε ο Δίας με τη Λητώ», «και έγινε ο Δίας χρυσή βροχή και επισκέφτηκε τη Δανάη», «και ο Δίας έγινε κύκνος για να τον αγκαλιάσει η Λήδα». Δεν έβγαζα άκρη. Από έναν μεσημεριανό ύπνο, όπως λ.χ. μοιραζόμουν εγώ το κρεβάτι στο χωριό με ξαδέρφια και τους γονείς μου, προέκυψε η Κυνθία και ο Φοίβος; Γεννάς ήρωες επειδή σε επισκέφτηκε βροχή, και δη χρυσή; Άμα αγκαλιάσεις πουλιά γκαστρώνεσαι; Τέλος πάντων, μου τα δίδαξε κι αυτά το Λύκειο (στο Γυμνάσιο ήμουνα σχεδόν χαϊβάνι).

Η ενηλικίωση πάντως δημιούργησε αντίστοιχα ερωτηματικά, όχι λιγότερο βασανιστικά από εκείνα. Και σ’ αυτά οι απαντήσεις πρέπει να είναι πολύ απλές, συνήθως είναι απλές, αλλά αποσιωπώνται. Μιλάμε και μεταξύ μας όπως μιλάμε στα παιδιά: on a need-to-know basis, που λέμε.

(Ο πίνακας ‘Λήδα και κύκνος’ (2008) είναι του Steven Kenny, από εδώ.)

Οι άλλοι

Παρακολουθώ τους γηραιότερούς μου (και κάποιους συνομηλίκους μου) στα πολιτικά τους μίση, είτε μιλώντας μαζί τους είτε δια της πλαγίας. Πάντοτε με συνάρπαζε (ήδη από το 1980 και κάτι λυσσαλέες αντιπαραθέσεις για τον Ράλλη τον μασώνο και τον Βαλέσα τον πράχτορα) η οξύτητα και η σφοδρότητα των αντιπαραθέσεων. Στην Αγγλία κατάλαβα, ενώ το ίντερνετ αργότερα διέλυσε κάθε σχετική υποψία, ότι δεν ήταν μόνο θέμα ελληνικής μετεμφυλιακής νεύρωσης.

Προς τι το μίσος κι ο αλληλοσπαραγμός, λοιπόν; Η ερώτηση δε θα απαντηθεί εδώ. Μπορούμε όμως να δούμε με ποια αφορμή και με ποιον τρόπο το μίσος κι ο αλληλοσπαραγμός. Όπως και για τόσα άλλα πράγματα στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον δημόσιο βίο, η απάντηση βρίσκεται και στην αποπροσωποποίηση των άλλων.

Μιλώντας με όρους αριστεράς και δεξιάς, ας πούμε ότι ο Δεξιός εκνευρίζεται και οργίζεται με τους τεμπέληδες, μαλλιάδες, άπλυτους, ανεδαφικούς, ανεύθυνους, αλαζονικούς αριστερούς, που δεν πιστεύουν τίποτε, δε φοβούνται τίποτα και τα ξέρουν όλα. Ας πούμε ότι ο Αριστερός εκνευρίζεται και οργίζεται με τους αδίστακτους, υποκριτές, στενόμυαλους, άξεστους, απάνθρωπους, παχείς και διεφθαρμένους δεξιούς, που δεν έχουν ηθική, δεν έχουνε συνείδηση και τα έχουν όλα.

Και πάντοτε υπάρχουν καθηκάκια και στους δύο χώρους για να ενσαρκώσουν ιδανικά κάθε λογής χάρτινα στερεότυπα: αυτό εξυπακούεται.

Νιόνιος

Με αφορμή αυτό, μέσω Κουκουζέλη (τον οποίο ευχαριστώ).

Μεγάλωσα με Σαββόπουλο, τον θεωρούσα πελώριο ποιητή (και τον θεωρώ ακόμα τεράστιο). Μουσικά δε λέει πολλά, σχεδόν παπαριές, αλλά μεγαλώσαμε με αυτές τις παπαριές οπότε δεν τρέχει μία. Ίσως όχι σπουδαίος τραγουδοποιός αλλά σίγουρα εμβληματικός — αν και η Μαύρη Θάλασσα, ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια, ολόκληρο το Φορτηγό, ολόκληρο το Βρώμικο Ψωμί και ολόκληρο το Περιβόλι του Τρελλού είναι συγκλονιστικά έργα, και στιχουργικά αλλά και μουσικά (μέσα στα μιζεριάρικα συμφραζόμενά τους).

Πλην όμως, από τα Τραπεζάκια Έξω και μετά, στ’ αρχίδια μας τα δύο (και με το μπαρδόν, δηλαδή). Από το 1981 και μετά παριστάνει τον διδάσκαλο του γένους, απλώς βγάζει το υπερφίαλο εγώ του και τη μαλακισμένη ιδεολογία του προς τα έξω και τίποτε άλλο. Τίποτε όμως. Οι πανηγυριώτικες ενορχηστρώσεις του είναι άνοστες και επιτηδευμένες ταυτόχρονα, κι αυτές θέμα ιδεολογίας. Τα σκηνικά καμώματά του φρικτές τζουτζεδιές. Με το Ζήτω το ελληνικό τραγούδι κατέστησε τον εαυτό του σύμβολο ξεπεσμού και γελοιότητας. Όπως είπε και η σοφή συμβία: πρέπει να ξέρεις πότε θα αποσυρθείς. Ο Νιόνιος έπρεπε να είχε αφοσιωθεί εξολοκλήρου στα ιδιωτικά αμέσως μετά τα Τραπεζάκια.

Τα λέω αυτά γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν καταλαβαίνω τι πρόδωσε ο Σαββόπουλος. Ξεκίνησε αγνός κνίτης (λάτρευε τον κόκκινο ήλιο αρχηγό που θα γαμούσε τ’ αφεντικό) και κατέληξε αγνός νεορθόδοξος (λάτρευε τους Σέρβους που γαμούσαν ό,τι δεν έσφαζαν στη Βοσνία), συνεπέστατος, αφού παρέμεινε εγκλωβισμένος σε αυτιστικά κοσμοείδωλα, και δη σε κοσμοείδωλα που εν Ελλάδι ελάχιστα διαφέρουν μεταξύ τους.

Θυμάμαι τη φασαρία για το Κούρεμα λες και ηταν χτες. Τότε ήμουν φανατικός γκρούπι του Νιόνιου, τσακωνόμουνα με τον πατέρα μου που τον θεωρούσε μαλάκα καραγκιόζη. Ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε ενδιάμεσα θα έλεγα ότι πρόδωσε τίποτα. Τι πρόδωσε; το ΚΚΕ; Το ΚΚΕ που έχει προδώσει τους πάντες και τον εαυτό του μια ντουζίνα φορές; Άλλωστε, όπως το ίνδαλμά του, ο Ντύλαν, κατά βάθος ο Σαββόπουλος σε ένα πιστεύει: στον ωραίο του εαυτό, τον οποίο δεν πρόδωσε ποτέ.

Μετριάζοντας το παραπάνω, και κλείνοντας: από τα πιο όμορφα πράματα που έχει κάνει ο Νιόνιος είναι και το εξής: στο χιλιοπαιγμένο αλλά πολύτιμο ντοκυμαντέρ της ΕΡΤ για τον Μάνο Λοΐζο ο Σαββόπουλος λέει ότι όταν υποδέχτηκε κλαίγοντας (κι ευτυχώς υπάρχει το οπτικοακουστικό πειστήριο, αφου είναι και ντυλανικά μυθομανής) το λείψανο του Λοΐζου από τη Μόσχα στο αεροδρόμιο, τότε πίστεψε στην Ανάσταση των νεκρών, γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί την εναλλακτική (και αβάσταχτα και συντριπτικά πιθανότερη) εκδοχή: ότι ο Μάνος χάθηκε για πάντα. Επειδή αυτό μίλησε κατευθείαν στην καρδιά μου, τον Νιόνιο — αν και είναι αρχιμαλάκας — τον αγαπώ.

Φούσκα

Ακολουθεί υποκειμενικό μεταμπλόγκινγκ:

Μια φούσκα ήταν η ελληνική μπλογκοκοινωνία (ή μπλογκόσφαιρα — δεν έχει νόημα να διαφιλονικούμε για όρους εφήμερων πραγμάτων): καμμιά εβδομηνταριά απολαυστικοί, ιδιοφυείς, εγγράμματοι, καλλιεπείς τύποι, με τις πετριές τους αλλά και με την ψυχραιμία τους, που κάνανε το κομμάτι τους, ο καθένας και η καθεμία με τον δικό της και τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Μετά η φούσκα έσκασε, όπως σκαν όλες οι φούσκες στο τέλος, εισέρρευσε ο μολυσμένος αέρας της ελληνικής πραγματικότητας (μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλα, μπλα, μπλα, κτλ. κτλ. κτλ.) και η φούσκα εξαχνώθηκε.

Τέλος.

Midsommer στον Νότο

Πίνω μια βότκα τόνικ. Πάλι τέλειωσε το τζιν. Το καλοκαίρι μάς έχει ήδη καβαλήσει εδώ στη Μ.Α. Ζέστη, σκόνη, εκνευρισμός, εξαθλίωση πνευματική. Είμαι πολύ κουρασμένος και κοιμάμαι άσχημα, χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Συμβαίνουν αλλόκοτα πράματα που θα ενδιέφεραν οπωσδήποτε πνευματικούς, ψυχαναλυτές και τέτοιους. Εγώ τα κρατάω μέσα μου κλειδωμένα.

Το καλοκαίρι, η εποχή του ψυχαναγκασμού, του υποχρεωτικού κοινοβιακού πνεύματος, η εποχή της αναίτιας και γρήγορης κόπωσης. Αλμύρα, χώμα, χλωρίνη, ντίζελ. Η εποχή που το τελευταίο καταφύγιό μας, ο ύπνος, γίνεται επουσιώδες και επισφαλές, ένα χάρτινο πέτασμα που μουσκεύει στον ιδρώτα. Διάρροια, μανική εφίδρωση, δίψα, θερμοπληξία. Η εποχή των παρεξηγήσεων, της ταλαιπωρίας, η εποχή που δεν τελειώνει και μας κατατρώει άνοιξη και φθινόπωρο, δε μας αφήνει να ησυχάσουμε. Αγοραία εποχή.

Ούτε αποκούμπι, ούτε παρηγοριά. Οσμές και υγρασία. Περιμένω τον χειμώνα που δεν έρχεται ποτέ. Το πανάκριβο χιόνι, τη λίγη βροχή.

Δεν έχει μείνει ποίηση μέσα μου. Μόνο να θέλω θέλω.

Η πολιτική και οι αδύνατοι

Σχετικά σοβαροί άνθρωποι με έχουνε καταγγείλει για απολιτικό (ή «απολίτικο»; δεν ξέρω, ας μας διαφωτίσει ο Σαραντάκος, αν διαβάζει). Άλλοι, εξίσου σχετικά σοβαροι άνθρωποι, με έχουνε δακτυλοδείξει για κυνικό αναρχικό που δεν πιστεύει σε τίποτα. Κάποιοι άλλοι με έχουνε πει ρατσιστή, σεξιστή, κρυπτοδεξιό και νεοφιλελευθέρο.

Ξεκινάω έτσι για να μιλήσω για το πώς αισθάνομαι την πολιτική, θέμα που με απασχολεί περισσότερο (όπως και εκατομμύρια άλλους) τον τελευταίο καιρό. Η αφέλεια των απόψεων μου πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη, αφού δεν είμαι πολιτικός επιστήμονας κι αφού δεν πήρα βερνίκι πολιτικής σκέψης μέσα από την ΚΝΕ — ό,τι και να πει κανείς γι’ αυτό το θλιβερό κοπάδι φανατικών, τουλάχιστον σε εξοικείωνε, από την καλή ή από την ανάποδη, με μιας μορφής πολιτική σκέψη, κάτι που φυσικά θα έπρεπε να κάνει το σχολείο…

Αντίθετα με όσα πίστευε μια ολόκληρη γενιά δεν είναι όλα πολιτική. Είναι όμως πολύ περισσότερα από όσα μας αφήνει να διαβλέψουμε η κρατούσα ιδεολογία.

Πολύ απλοϊκά, για μένα πολιτική πρέπει να είναι η τέχνη και η πράξη της υπεράσπισης του αδυνάτου. Ο δυνατός, ο προνομιούχος, ο πλούσιος, το μέλος της ελίτ δεν έχει καμμία ανάγκη την πολιτική. Για μένα είναι αδιανόητο να σχεδιάζονται πολιτικές που δεν έχουνε σκοπό την προστασία του αδυνάτου. Ακόμα και οι νόμοι, η εύρυθμη λειτουργία των θεσμών κτλ. δεν νοείται να έχουν άλλο σκοπό από την προστασία του αδυνάτου. Σε αυτή τη λογική οι συμπάθειές μου είναι σαφώς a posteriori αναρχικές, έστω και με την έννοια της ανελέητης κριτικής των θεσμών και της κάθε λογής αυθεντίας, ώστε να ξεκαθαρίσει κατά πόσον η εκχώρηση εξουσίας σε αυτήν ανταποδίδει προστασία του αδυνάτου.

Ακόμα και η προάσπιση της ελευθερίας είναι κυρίως υπόθεση υπεράσπισης του αδυνάτου. Και στα πιο τυραννικά καθεστώτα, οι ελίτ καταφέρνουν να εξασφαλίσουν έναν, ευρύχωρο συνήθως, χώρο ελευθερίας και μάλιστα χωρίς απαραιτήτως να συνεργαστούν απευθείας με το εκάστοτε καθεστώς. Αυτό διαφάνηκε λ.χ. στη Ρουμανία πολύ πριν και πολύ μετά το 1989.

Από αυτή την άποψη στην Ελλάδα ολοκληρώνεται μια αδιανόητη καταστροφή: επί ανδρεοΠΑΣΟΚ μερίδα των αδυνάτων εξαγοράστηκε σε ένα όργιο λαϊκιστικών παροχών. Κατ’ ουσία, οι πραγματικά αδύνατοι παρέμεναν πάνοτε παραμελημένοι, π.χ. οι πράγματι φτωχοί αγρότες (που τους μάδησαν οι συνεταιρισμοί των πασοκανθρώπων), οι ανειδίκευτοι εργάτες (που συνέχισαν να σκοτώνονται σα μύγες), οι τσιγγάνοι (η ελίτ των οποίων εξαγοράστηκε ψηφοθηρικά και μετά άρχισαν να τους σαρώνουν σαν σκύβαλα και σαρίδια), οι γυναίκες του Γυμνασίου (…) και πάει λέγοντας.

Τη δεκαετία του ’90 και μετά οι αδύνατοι, και δη ενισχυμένοι από τους αψήφιστους και άψηφους μετανάστες, λησμονήθηκαν τελείως, καθώς μπήκαμε στην παρτούζα που θα μας («μας»; ποιους «εμάς»; τον ΟΤΕ, την Alpha και τη ΔΕΛΤΑ που αγόραζαν τα Βαλκάνια;) έκαναν «ισχυρή Ελλάδα». Τώρα πια οι (οικονομικά και κοινωνικά) αδύνατοι πολλαπλασιάζονται και παραγκωνίζονται (οριστικά, φοβάμαι), όπως είναι προφανές. Τρία σχεδόν τυχαία μόνο δείγματα του τελευταίου: ο επικείμενος εκβρετανισμός της δημόσιας υγείας, το πάγωμα διαδικασιών νομιμοποίησης των δικαιωμάτων συμβίωσης των ομοφυλόφιλων, η άλωση της εργατικής νομοθεσίας.

Ίσως λοιπόν στην Ελλάδα πράγματι έχουμε ολική αποτυχία της πολιτικής, όχι των κομμάτων κι όχι του συστήματος.