Μινιμαλισμοί

Ι.

Είμαι στη γενιά που έδωσε μπλε ιστορία. Επειδή αρνιόμουν να την αποστηθίσω (και το πλέρωσα), εμβάθυνα σ’ αυτήν. Πάντα προβληματιζόμουνα για τη μικρασιατική καταστροφή: μα πώς έγινε; δε βλέπαν ότι τους παίρνει ο διάολος τον πατέρα; δεν καταλαβαίνανε τι γινόταν γύρω τους; πράγματι πίστευαν ότι θα συντρίψουν τον Κεμάλ; είχανε σκοπό να έχουνε στρατό κατοχής στη Μικρασία; κτλ κτλ κτλ. Τόσο χαζοί ήταν;

Εδώ και δύο μήνες έχω επιτέλους καταλάβει πώς τα κατάφεραν: κουβεντιάζοντας ατέλειωτα. Για ζητήματα ελαφρώς εκτός θέματος και συνήθως εκτός τόπου και χρόνου και εκτός συμφραζομένων. Όπως και τώρα.

Άσε που εμείς, όπως έδειξε και η ιστορία των τριών νεκρών, έχουμε σκληρυνθεί και ηθικά: οι νεκροί της 5/5 δε μας αφορούν γιατί δεν εντάσσονται στο απλοϊκό ιδεολογικό μας σχήμα. Θέλω να εικάζω ότι η γενιά που τα σκάτωσε το 1919-1923 είχε τουλάχιστον ηθική. Έστω, στρεβλή. Έστω, αστική ηθική. Βεβαίως, όταν μιλάμε για αστική ιδεολογία στην Ελλάδα, μιλάμε για κάτι σαν τον χριστιανισμό στην Κορέα: ναι μεν αφορά μια ελίτ που έχει καθορίσει βαθιά, αλλά είναι τόσο μα τόσο ξένη και άσχετη με την κοινωνία και τους αγώνες της, τελικά.

ΙΙ.

Η παρατηρητικότητα και η εντελεχής (π.χ. προυστική) ενατένιση και εξέταση του κόσμου είναι παρενέργεια της απειρίας. Ή συνέπεια της έκπληξης και της χαράς που φέρνει η έκπληξη. Όπως το δει κανείς.

ΙΙΙ.

Σύμφωνα με κάποιους δυτικούς θεολόγους, ο Αδάμ στον Παράδεισο είχε στύση κατά βούληση. Ψυχαναλυτικά είναι μια άποψη να της κρεμάσεις κουδούνια. Αυτό που εξυπακούει όμως είναι ότι η ηδονή (ακόμα και για λατινόφωνους σχολαστικούς θεολόγους) είναι αποδεκτή, η διέγερση ίσως όχι. Δε θυμάμαι πού το διάβασα αυτό, πάνε 24 χρόνια. Και φυσικά, τσιμουδιά για την Εύα.

ΙV.

Πώπω, μου έχει λείψει η Ολλανδία. 😦

Ξενέρα

Συνοπτικά, γιατί βαρέθηκα. Ειλικρινά.

Θλιβερή μουτσούνα έλεγε τις προάλλες στην τηλεόραση ότι στην Ελλάδα δεν παράγουμε (γιατί; από πότε; γιατί κάποτε παράγαμε;) αλλά όμως ζούμε τη ζωή μας και ξέρουμε να γλεντάμε, αντίθετα με τους Γερμανούς που όλο δουλεύουν.

Τυπικός ελληνικός ιδεασμός. Δεν ξέρουμε πού μας πάν τα τέσσερα αλλά τα ξέρουμε όλα.

Π.χ. «οι Γερμανοί δε γλεντάνε». Πώς γλεντάν οι Έλληνες; πώς διασκεδάζουν; τηλεόραση και ντιβιντί και τηλεόραση, καφέ, ταβέρνα για τηγανητά και άθλια κρασιά, σινεμά, μισή συναυλία τον χρόνο (Πάριο, Άιρον Μέιντεν, Ρέμο, Σκόρπιονς), ποτάκι και πόζα, πανηγύρι, ίσως μπουζούκια και πίστα, καμμιά παραλία με εξάρτυση εκστρατείας, ίσως γήπεδο. Μωλ. Κανα κωλόμπαρο οι πρεσβύτεροι, όπου σου τα παίρνουνε τρελά για μια χούφτα σιλικόνη. Τέλος.

Για όσους γνωρίζουν τη Γερμανία πέραν του τουρισμού και του κόσμου των γκασταρμπάιτερ, ξέρουν ότι οι Γερμανοί (και πολλοί πολλοί άλλοι, έτσι;) κάνουν όλα τα παραπάνω, συν πολλά αθλήματα, τρελές υπαίθριες δραστηριότητες, ενορίες, βαρβάτες διακοπές, μουσεία, εκθέσεις, διάφορες λέσχες, κολυμβητήριο, μπύρα-μπύρα-μπύρα, κλαμπ για χορό, συναυλίες, ποδήλατο, beer halls beer tents και beer gardens (το αντίστοιχο του μπουζούκι και πίστα), μέχρι απαγορευμένες ουσιούλες και σεξ κλαμπ (ξέρετε, εκεί που πάνε 4 με 6 το απογευματάκι και παρτουζώνονται ο άλτρα κόζα). Άλλοι πιο αγοραφοβικοί περνάνε πολύ χρόνο με την οικογένειά τους (οι ξενέρωτοι: στην Ελλάδα έχουμε γιαγιάδες ρε) ή ανοίγουν τα σπίτια στους φίλους τους (κάτι στο οποίο πολλοί Έλληνες νέοι είναι λιγάκι αλλεργικοί, ίσως και γιατί μένουνε με τη μαμά, ίσως και γιατί έχουνε τα στάνταρ καθαριότητας-νοικοκυροσύνης της μαμάς, τα οποία όμως απαιτούνε ενάμιση οικιακό βοηθό πλήρους απασχόλησης για να διατηρηθούν).

Όσο για την κρίση, ποια κρίση; Κι αν υπάρχει, φταίει ο καπιταλισμός, κανείς άλλος, πάντως όχι ο λαός. Ο λαός δε φταίει ποτέ. Όποιος κατηγορεί τον λαό είναι κρυπτοαστός και μανδραβέλης. Τώρα, γιατί ο καπιταλισμός δεν έχει διαγουμίσει πατόκορφα, δραστικά, ριζικά και (μάλλον) ανεπανόρθωτα τόσες και τόσες άλλες οικονομίες και κοινωνίες κυβικών και μεγεθών Ελλάδας, ε, ρωτήστε τους πολιτικούς. Που είναι κλέφτες. Και τους εκλέγει το Κονκλάβιο, οι Αμερικάνοι και ο Σόρος.

Συμφόρηση

Εδώ και περίπου 6-7 μήνες δυσκολεύομαι να διαβάσω βιβλία. Είναι για μένα πρωτόγνωρη εμπειρία, αφού διάβαζα αχόρταγα κι αδιαλείπτως από 4 χρονών (εντάξει, μέχρι τα 5μισυ παρίστανα ότι διαβάζω, ενώ οι μεγάλοι παρίσταναν ότι το έχαβαν — μην υποτιμάτε τους μεγάλους). Δεν μπορώ πια να διαβάσω. Κουτσοδιαβάζω τα διηγήματα του Κάρβερ, κουτσοδιαβάζω τον Φρανκενστάιν της Σέλλυ. Μ’ έχει καταστρέψει η πολλή δουλειά; το ίντερνετ; ο συνδυασμός δουλειάς και ίντερνετ; η δουλειά που κάνω από το ίντερνετ; τα γεράματα; δεν ξέρω.

Επίσης, βαριέμαι πια και τις ταινίες. Γκρινιάζαμε μαζί με τη συμβία ότι το 2010 δεν έχουμε δει μία ταινία της προκοπής (εκτός από την εντυπωσιακή Λευκή κορδέλα και την καλύτερη πρόσφατη κωμωδία σχέσεων, τις 500 μέρες με τη Σάμερ). Κάθομαι να δω ταινία και με πιάνει κριτικός νιχιλισμός στα πρώτα 15 λεπτά σαν επίμονος βήχας: «α, εκεί το πάει», «ρε δε μας χε;», «φφφφφφ» και τα λοιπά.

Επειδή όμως δε γίνεται να ζει κανείς μόνο με γιουτιούμπια και τέτοια θολά κινούμενα ινδάλματα, αποφάσισα να αξιοποιήσω το iPod μου και τα 64 γίγα του. Μετατρέπω λοιπόν παλιές ταινίες που μου είχαν αρέσει με το φοβερό και τρομερό WinFF και τις αποθηκεύω εκεί. Μετά κάθομαι τη νύχτα και τις βλέπω φορώντας ακουστικά.

Το Oldboy είναι ταινιάρα αλλά τελικά το εύρημα του υπνωτισμού που κινεί την πλοκή την αδυνατίζει περισσότερο από όσο είχα καταλάβει την πρώτη φορά.

Τρεις όμως ταινίες, που όταν τις είχα δει με είχαν καθορίσει, παραμένουνε για μένα απολύτως ταινιάρες, ακόμα και αφού τις ξαναείδα μετά τόσα χρόνια σε οθονίτσα μια σταλιά 2 επί 3 (ίντσες) του iPod:

  • Damage του μεγάλου Louis Malle (1992), με τον θεόχαζο ελληνικό τίτλο «Μοιραία σχέση» ή κάπως έτσι. Ισορροπημένο δραματούργημα, η αποθέωση του γαλλικού σινεμά. Όλη η αμηχανία, η ερημιά και η δόξα και του έρωτα σε μια ταινία.
  • Intimacy του Patrice Chéreau (2001), με τον πανηλίθιο ελληνικό τίτλο «Σαρκική εξάρτηση». Αριστούργημα. Σπαρακτική αλλά ψύχραιμη ματιά στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, χαμηλών τόνων ωστόσο, με φόντο το Λονδίνο όπως το έζησα.
  • 9 Songs του Michael Winterbottom (2004), που στην Ελλάδα θεωρήθηκε τσόντα με ένθετα βίντεο κλιπ — περίπου όπως το Δαμάζοντας τα κύματα (η καλύτερη τελικά του von Trier), που δεν τολμάω να ξαναδώ. Το 9 Songs είναι, απλούστατα, η καλύτερη ταινία για το σεξ: ερωτικές σκηνές, μουσική, η Ανταρκτική. Κοντός ψαλμός αλληλούια.

Κι έτσι παρηγοριέμαι που δε διαβάζω.

Κι όμως,

αυτή η κυβέρνηση είναι διαφορετική από την προηγούμενη (και τις προηγούμενες).

Ο Χρυσοχοΐδης μού έστειλε ιμέιλ σε απάντηση ενός μαζικού που του έστειλα ανταποκρινόμενος σε μία δράση για την άθλια μεταχείριση των μεταναστών. Ανταποκρίνομαι σε τέτοιες δράσεις από το 2001, δε μου είχε απαντήσει ποτέ Έλληνας αξιωματούχος.

Μόλις έμαθα ότι η Γκερέκου παραιτήθηκε.

Για να δούμε.

… είναι ένας ανθρωπισμός

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποσταλινοποίηση που ακολούθησε τον θάνατο του Τζουγκασβίλι το ’53 έγινε σαφές ότι οι συνέπειες της ιδεολογίας μπορεί να είναι τερατώδεις. Κάποιοι σκεπτόμενοι άνθρωποι έφριξαν και μούδιασαν, αισθάνθηκαν αποστροφή που έφτανε μέχρι και την ίδια την ανθρώπινη φύση. Κάποιοι διέβλεψαν ότι πολύ περισσότερες ιδεολογίες και αξιακά συστήματα ευθύνονταν για μαζική φρίκη και πανδημική δυστυχία.

Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα, ήταν αναμενόμενο να προσπαθούν οι διανοούμενοι να δώσουν διαπιστευτήρια ανθρωπισμού, ή έστω ανθρωπιάς, σε παλιές γνωστές ιδεολογίες. Μάθαμε λοιπόν για τον «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», σε αντίθεση με το γωνιώδες προσωπείο-μορμολύκειο του σταλινισμού, ότι ο «υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός», κι όχι σολιψίζων μηδενισμός, αλλά και τη «χριστιανική δημοκρατία»: μια κανονική Δεξιά, αυταρχική και συντηρητική, αλλά με ηθικούς φραγμούς και «ανθρωπιστικές αξίες».

Από τη δεκαετία του ’50 και μετά κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Όσο απομακρυνόταν χρονικά το 1942 (για πολλούς λόγους ίσως η χειρότερη χρονιά του εικοστού), όσο ο σταλινισμός παρέμενε αποδιοπομπαίος τράγος και ο φασισμός-ναζισμός ενταφιασμένος στο ξέρω-γω ατσάλινο φέρετρό του κάτω από πέντε μέτρα μπετόν (όπως τα πυρηνικά απόβλητα και, όπως τα τελώνια και τέρατα του σινεμά, προσωρινά), όσο ο δυτικός κόσμος δούλευε με αυτά τα υβρίδια ανθρωπισμού και κάτι άλλου, τόσο πιο στιβαρά νομίζαμε ότι — εξ ορισμού — ό,τι παράγει ο (δυτικός) κόσμος μας, ο Πρώτος Κόσμος, αριστερός, δεξιός, κεντρώος ή αναρχικός, χριστιανικός ή άθεος, φιλοσοφικός, επιστημονικός ή οικονομικός, είναι ανθρωπιστικού χαρακτήρα.

Με άλλα λόγια: θεωρήσαμε τον ανθρωπισμό δεδομένο. Μάλιστα, πολλοί νεοσχολαστικοί, νεοχριστιανοί και τέτοιοι κατηγόρησαν τον «πολιτισμό» μας ως υπερβολικά ανθρωπιστικό, ότι μας προσφέρει το κενό επειδή άφησε το Θείο απέξω. Βεβαίως, όσο ήτανε το Θείο μέσα σφάζαμε Εβραίους, Προτεστάντες, Μουσουλμάνους, Καθολικούς και Ορθοδόξους (α, και Ουσίτες). Κυρίες και κύριοι: καλύτερα δυσπεψία κι αίσθηση Μπέργκμαν την Κυριακή το βράδυ, καλύτερα σχέσεις Τρυφώ και ατέλειωτοι πληκτικοί γάμοι, παρά επιδημίες χολέρας, εγκλήματα τιμής και ατέρμονοι πόλεμοι α λα Τριακονταετής και Α’ Παγκόσμιος, γκέγκε;

Ο ανθρωπισμός όμως δεν είναι δεδομένος. Ο νέος αιώνας μάς διέψευσε μια χαρά: ούτε ο χαρούμενος καθολικισμός του Ιωάννη-Παύλου του Β’ είναι ανθρωπιστικός, ενόσω ευθύνεται για εκατομμύρια θύματα και δυστυχισμένους με τις πολιτικές του περί αντισύλληψης, ούτε η Αγία Οικονομική Τριάδα (ο Ανεμπόδιστος και Ανεξέλεγκτος Θεός του Κέρδους, η Αγορά και το Αόρατο Χέρι Της) δρα ανθρωπιστικά και προς όφελος των φτωχών και με αποτέλεσμα τη διαρκή αύξηση της ευημερίας του κόσμου, ούτε η χριστιανική Δεξιά ή οι κυνικοί νεοσυντηρητικοί είναι καλύτεροι από την παλιά κακιά Δεξιά, ούτε ο εθνικισμός-ρατσισμός είναι ξεδοντιάρης και φολκλορικά ανθρωπιστικός, παρά ένα Θηρίο που σούρνεται στην Ευρώπη: από το Μπράντφορντ και το Μπρίξτον στο Μπανλιέ, στην Κύπρο, στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, στα 349 κράτη που κάποτε απαρτίζανε τη Γιουγκοσλαβία του ανθρώπινου σοσιαλισμού, στις φτωχογειτονιές που αλωνίζουν οι σκίνχεντ, στα ποσοστά του Λεπέν, στην ανατολικοευρωπαϊκή παλινόρθωση του ομοιογενούς εθνικού κράτους. Όσο για την Αριστερά; Είναι πια τόσο φορμαλιστική (με την παλιά κακή υβριστική σημασία) που θα ήτανε θαύμα άμα νιαζόταν για τον άνθρωπο ποσώς.

Εν είδει αναστεναγμού

Μετά τον Β’ ΠΠ, όταν τα πράματα σκουραίνουν άγρια στην Ελλάδα, οι μεν διανοούμενοι τρέχουνε να εναγκαλιστούν το μισοθαμμένο τοτέμ του παλαιομαρξιστικού δογματισμού για να πάρουνε φώτιση και υπερφυσικές δυνάμεις, ο δε λαός, οι νοικοκυραίοι και οι λοιποί σπεύδουνε στο σπήλαιο της Άκρας Δεξιάς και του αυταρχισμού μέχρι να περάσει η μπόρα. Εκεί συνήθως τους τρώει η αρκούδα. Γι’ αυτό ποτέ δε γίνεται τίποτα.

Γι’ αυτό κάτι τέτοιες ώρες εκτιμώ τον Τάλω.

Die Antwort ist nein

Στο προηγούμενο ποστ έλεγα ότι «υπάρχουν πια τόσα μάτια όσα κινητά με κάμερα, υπάρχουν τόσες φωνές όσα μπλογκ, τουίτερ, σκατά, φατά». Επιπλέον, όλοι μπορούμε να δούμε τι βλέπουν όλα αυτά τα μάτια, χάρη στο ίντερνετ, όλοι μπορούμε να ακούσουμε όλες αυτές τις φωνές, χάρη στο ίντερνετ.

Τα μέσα υπάρχουνε λοιπόν αλλά τα ροκανίζουνε τα τρωκτικά μέσα στις ζούγκλες. Φαίνεται να έχουμε χάσει και τον δυναμισμό και την περιέργειά μας. Κάποτε ‘Έλληνας’ ήτανε σχεδόν συνώνυμο του ‘τυχοδιώκτης’ και ‘καραμπουζουκλής’. Έλεγαν κάτι Βαλκάνιοι ότι βορείως του Ολύμπου και νοτίως του Δούναβη ‘Έλληνας’ ήταν ο έμπορας, ο πραματευτής, ο βρετός και ο ψαγμένος κι ο ψαχτικός. Εδώ και δεκαετίες είμαστε το ψυχολογικό και πολιτισμικό αντίστοιχο του Τζάμπα δε Χατ: πλούσιοι, αναίσθητοι, παχείς, ακίνητοι και με την Τζούλια περασμένη σε αλυσίδα.

Το πρωί είδα ότι μού έγραψε ο καλός μου φίλος. Δεν του έκανε καθόλου καλό η επάνοδός του στην Ελλάδα. Στη χώρα της εξυπνάδας και των γενικεύσεων, των σαρωτικών τάχα μου αληθειών, η ακριβολογία και η επίπονη αναζήτηση της λεπτομέρειας φαντάζουν εστέτ διαστροφές, καζουισμός, χάσιμο χρόνου. Τρεφόμαστε δεκαετίες με τη λογική πλάνη ότι αντίθετο του ‘όλοι’ είναι το ‘κανένας’ — ενώ είναι το ‘κάποιοι’. Ενδεχομένως να υπάρχει μια ιστορική εξήγηση για όλα αυτά. Δεν την υποψιάζομαι και ούτε θα μπορούσα.

Γενικεύσεις. Π.χ.

Φταίνε οι μισθοί του δημοσίου, έχουμε έναν τεράστιο δημόσιο τομέα. Όχι. Έχουμε έναν κατά μεγάλο μέρος άχρηστο δημόσιο τομέα.

Φταίνε οι πολιτικοί. Ποιοι; όλοι; ποιος τους εκλέγει, ο πρίγκηπας-αρχιεπίσκοπος του Ζάλτσμπουργκ;

Βαριέμαι να συνεχίσω, κι εσείς βαριέστε περισσότερο από μένα. Ξέρω πάντως τον ελληνικό χαρακτήρα και μέσα και έξω από την Ελλάδα. Δεν είναι μοναδικός, δεν είναι ανεπανάληπτος. Απλώς είναι ακατάλληλος πια. Μάθαμε μέσα σε 30 χρόνια τη χλιδή: «σκούζουμε στην προοπτική να μοιραστούμε μια τουαλέτα», μου γράφει ο φίλος μου, κυρίως γιατί δεν έχουμε όρεξη να την καθαρίσουμε αφού τη χρησιμοποιήσουμε.

Επίσης ποτέ δεν εξοικειωθήκαμε με το αφηρημένο, με τις συνέπειες των πράξεών μας, με τη διάρκεια. Γι’ αυτό και είμαστε πάτοι στην οικολογική συμπεριφορά, λ.χ. Στη δεκαετία του ’80, με αφροσύνη και τη χαρακτηριστική (πλέον) εθελοτυφλία βαφτίσαμε ‘λεβεντιά’ κι Ορθοδοξία αυτήν την αδυναμία μας να συλλάβουμε ότι δεν είναι όλα εδώ και τώρα, ότι η αγροτική σύνταξη που δε δικαιούμαι και πήρα με εικονικά χαρτιά γιατί ξέρω την κυρα-Κούλα που είναι ΠΑΣΟΚ / ΝΔ ανήκει σε κάποιον ακτήμονα αγρότη.

Η μεσογειακή ανωριμότητα (αιώνια παιδιά των γονιών μας), βλάστησε και φούντωσε πάνω στον αυταρχισμό της πολιτικής και της κοινωνικής οργάνωσής μας και στον πείσμονα σολιψισμό της ορθοδοξίας μας («όλοι στην Κόλαση, εκτός από εμάς» — αλλά, Θε μου, όχι σε έναν Παράδεισο γεμάτο Σέρβους, Έλληνες και Ρώσους!). Είμαστε Έλληνες, μας ανήκει ο κόσμος. Πώς τολμάει να μην το καταλαβαίνει;

Με τη χλιδή, με την ευμάρεια αγορασμένη με τα λεφτά άλλων βαρύναμε, παχύναμε, μπαταλέψαμε, ακινητοποιηθήκαμε. Τζάμπα δε Χατ.

Μέρες του 2010, μέρος Β’

Ξεχάστε τα λεφτά και την οικονομία, για λίγο. Ξέρω ότι για πολύ δε γίνεται: άλλοι σύντομα θα πεινάσουν άλλοι (αυτοί που επωφελήθηκαν) «δε θα μπορούν να αντεπεξέλθουν σε κάποιες υποχρεώσεις που έχουν» ρε αδερφέ· ξέρετε, να βάψουνε το εξοχικό, να βαφτίσουν χλιδερά το μωρό του κουμπάρου, κτλ.

Σκεφτείτε το πραγματικό πρόβλημα, το ηθικό. Γνώρισα πρόσφατα έναν καθηγητή φιλοσοφίας άγγλο, ο οποίος έχει διδάξει Ηθική στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Μου είπε για το πρώτο μάθημα Ηθικής που έκανε στην Ελλάδα. Περίμενε ότι βάση για τη συζήτηση θα ήταν η ηθική της Ορθοδοξίας, έχουν άλλωστε οι Εγγλέζοι την εντύπωση ότι είμαστε είτε θρήσκοι είτε υποψήφιοι αντάρτες δρόμων (όπως οι Ιταλοί λ.χ.). Μέσα σε 40 λεπτά μαθήματος είχε παραδώσει: η μόνη ηθική φιλοσοφία που αντιλαμβανόντουσαν και εφάρμοζαν όλα αυτά τα 19χρονα ήταν ο σολιψισμός και ο ατομικιστικός ωφελιμισμός: ηθικό είναι ό,τι ωφελεί εμένα.

Δεν έδωσα πολλή σημασία τότε.

Χτες μίλησα με τον κολλητό μου στο τηλέφωνο. Βρισκόταν σε παραζάλη, στα πρόθυρα αλλοφροσύνης. Ήρθε για την κηδεία της Παρασκευής και βρέθηκε, λέει, σε μια χώρα που όλοι ήταν οργισμένοι, αλλά μόνο κατά των ξένων και των πολιτικών.

Μου είπε επίσης ότι, φυσικά, οι άνθρωποι της κοπέλας ισχυρίζονται ότι η πυρπόληση ήτανε κανονικό λυντσάρισμα. Δεν ξέρω. Μπορεί, τι θα έλεγαν άλλωστε. Παράλληλα, δεν μπορώ να δεχτώ ότι όλοι όσοι κατεβαίνουν σε μια πορεία (όποια πορεία) είναι είτε αγνοί αγωνιστές είτε προβοκάτορες και πράκτορες.

Αυτό που ξέρω είναι ότι η ηθική μας είναι επιλεκτική. Πιστεύω ότι η επιλεκτικότητα αυτή είναι θέμα παιδείας και όχι αταβιστικής κουτοπονηριάς, αν και η κουτοπονηριά είναι χρησιμότατη αναλυτική κατηγορία όταν μελετάμε την ελληνική κοινωνία. Επίσης πιστεύω ότι πάντα φλερτάρουμε σαν κοινωνία με τον αυταρχισμό. Όταν σκοτώθηκε η Κανελλοπούλου ή o Καλτεζάς, όταν μπούκαραν τα ΜΑΤ στο Χημείο και έδειραν αλύπητα, όλοι πλην ελαχίστων ήθελαν ησυχία, νόμο και τάξη (οι νοικοκυραίοι, που λέγαμε): τοτε έφταιγαν λοιπόν η Κανελλοπούλου, ο Καλτέζας και οι καταληψίες: τα κωλόπαιδα! το βρωμόπαιδο που πήγε να σκοτώσει τον άνθρωπο! η πουτάνα η κνίτισσα! (ω της ειρωνείας)

Μετά ο κόσμος διχάστηκε: τα είδατε τα 50-50 των δημοσκοπήσεων για τον Δεκέμβρη του ’08. Αν δεν ήτανε τόσο κραυγαλέες οι συνθήκες φόνου του Γρηγορόπουλου, θα είχαμε πολύ περισσότερες φωνές υπέρ του καημένου ανθρώπου του Κορκονέα, όχι μόνον αυτή του Κούγια.

Τώρα τι γίνεται; Τώρα που η ασφάλεια που πρόσφερε το κράτος δεν υφίσταται πλέον, τώρα που η τάξη και ο (εικονικά προσκυνούμενος) νόμος δε μας βολεύουν, ήρθε η ώρα να δικαιωθούν άλλοι: οι δολοφόνοι που πυρπόλησαν τη Σταδίου 23. Η πυρασφάλεια φταίει και ο καπιταλίστας ο πούστης που τους μάντρωσε (;) μέσα. Μόνο που δεν τους σκότωσε τους ανθρώπους ούτε κεραυνός, ούτε σεισμός, ούτε πτώση μαχητικού. Μόνο που οι τράπεζες ήτανε τίγκα με υπαλλήλους στο Κέντρο. Μόνο που κάποιοι πέταξαν μολότωφ.

Για χρόνια είχαμε μια καρικατούρα κράτους πρόνοιας. Βεβαίως αυτό το κράτος με έστειλε να σπουδάσω (να γίνω άνθρωπος) και έσωσε τον πατέρα μου από την τύφλωση και τον θάνατο. Ταυτόχρονα πλούτισε χιλιάδες εικονικούς συνταξιούχους αφήνοντας γεροντάκια να λιμοκτονούν, προίκισε με αστρονομικές συντάξεις χιλιάδες κοπρόσκυλα ΔΕΚΟ βάζοντας κόσμο να πουλήσει σπίτια γιατί βρέθηκε σε ανάγκη, επιδότησε βίλλες και αμάξια αγροτών και χρηματοδότησε βιοτεχνίες μαϊμού που έμειναν γιαπιά αφήνοντας δημόσια έργα μισοτελειωμένα και ατελή. Αλλά τα φράγκα τέρμα. Τώρα ξηλώνεται εντελώς αυτό το κράτος Πρόνοιας: αντί να επιδιορθώσω το πλυντήριο, το πετάω· αντί να φτιάξω τις σόλες, πετάω τα παπούτσια — έτσι, στο πνεύμα της εποχής. Μόνον που εδώ μιλάμε για ζωές εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών. Μιλάμε για το (προε)ξοφλημένο μέλλον. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά είμαστε πια κατά του κράτους και της νομιμότητας. Είμαστε υπέρ όποιου το μάχεται. Κι όποιον πάρει ο χάρος.

Σε ένα πράμα υπάρχει ουσιώδης διαφορά από τον καιρό της Σωτηροπούλου, του Καλτεζά και του Χημείου: υπάρχουν πια τόσα μάτια όσα κινητά με κάμερα, υπάρχουν τόσες φωνές όσα μπλογκ, τουίτερ, σκατά, φατά. Δεν μπορεί ο Ανδριανόπουλος και ο Μαρούδας και ο Ρωμαίος να μας λένε ό,τι θέλουν. Κάτι είναι κι αυτό.

Στο μεταξύ, Griechenland soll sich ins Knie ficken.

Τι πρέπει να κάνουμε

Πρώτον, να βρεθούν, να συλληφθούν και να δικαστούν οι δολοφόνοι. Γιατί αυτοί είναι οι δολοφόνοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε ο Βγενόπουλος, ούτε το Κεφάλαιο.

Δεύτερον, να μηνυθεί όποιος είναι υπεύθυνος για την έλλειψη πυροπροστασίας και πυρασφάλειας στην καμένη τράπεζα. Για φόνο εξ αμελείας, συν τοις άλλοις.

Τρίτον, να μην ξεφουσκώσει ως μια ευκαιριάκη συσπείρωση για να σώσουμε τον κώλο μας η ομοψυχία των 125.000 της χτεσινής πορείας: πάνω της να χτιστεί επιτέλους κοινωνική αλληλεγγύη. Ας μείνουμε έτσι, γιατί έτσι θα πρέπει να μείνουμε μπροστά στην και προδιαγεγραμμένη και πλέον αναπόφευκτη οικονομική διάλυση. Ας χάσουμε τα λεφτά μας, αλλά ας στηρίξουμε όσους πραγματικά θα πεινάσουν. Ας χάσουμε τα λεφτά, ας σώσουμε τα υπόλοιπα. Στη φτώχεια ας υπάρξει ομοψυχία.

Αυτά τα παιδικά αλλά ειλικρινή.