Μάλλον το έχετε δει όμως. Εκεί στη γέφυρα Κηφισού και Πέτρου Ράλλη ίσως.
Ο θάνατος
στους γονείς, που αυτά δεν τα διαβάζουν, όσο είναι καιρός
Όταν ο θάνατος πάρει πρώτα πολύ κοντινό σου άνθρωπο, γίνεται — φυσικά — τραυματικό γεγονός. Αν οι ψυχές μας είναι σαν σπίτια, ο θάνατος κοντινού ανθρώπου πέφτει σαν κάτι βόμβες διάτρησης που ξεκοιλιάζουν τα πάντα και αφήνουν το κάδρο μιας πρόσοψης ή, στην καλύτερη περίπτωση, ξεκάνουν τον τέταρτο τοίχο της ψυχής, καθιστώντας την σκηνή για αγριότητες, ένα πρώην οικείο και άνετο και όλο θάλπος χώρο που έξαφνα έγινε θέατρο για να χαζεύουν την ερημιά του οι περαστικοί. Πιο άγριο πράγμα από το πένθος για αγαπημένο άνθρωπο δεν ξέρω. Έτσι, θα θυμάμαι για χρόνια το σχετικό ποστ του θας — ένα από τα λίγα κείμενα που ακόμα με κάνουν να ριγώ. Κάτι τέτοια διαβάζαμε προ τετραετίας και θέλαμε να μπλογκάρουμε σα ζουρλοί, παράφορα. Όχι παραπολιτικά εμέσματα και περισπούδαστα γαβγίσματα επηρμένων πεκινουά, τάχα μου πάνσοφων τιμητών και κριτών της οικουμένης.
Ήμουνα τυχερός. Ο θάνατος τέσσερις φορές απλώς ήλθε κι έγδαρε τους σοβάδες, έγλειψε και κάπνισε τους εξωτερικούς τοίχους, έσπασε κεραμίδια. Ήμουνα δέκα χρονών όταν χάσαμε τη γιαγιά μου, μικρότερη από την κόρη της σήμερα, μετά ήτανε σειρά της ξαδέρφης μου, μικρότερη από μένα σήμερα, μετά ήταν ο θείος, μετά από πόνο, μικρός κι αυτός, μετά ήρθε ο παππούς στα 87 και τα κορακοζώητα αδέρφια του, μετά ο άλλος παππούς, στα 94, ο γλυκύς και πράος, στου οποίου την κηδεία δεν πήγα απλώς γιατί «δεν ήθελα».
Ήμουνα τυχερός λοιπόν. Στο μεταξύ έκανα επισκευές, βαψίματά και μερεμέτια, μονώσεις κι ενισχύσεις, άλλαξα τη στέγη και στόκαρα όσα σώζονται με στοκάρισμα. Νομίζω ότι είμαι έτοιμος για τον σκληρό πυρήνα του πένθους όταν θα χτυπήσει τη στέγη. Νομίζω. Ποντάρω στην ελάχιστη βλάβη όταν έρθει η ώρα εκείνη: ίσως οι πάνω όροφοι μόνο. Ίσως η οικοσκευή. Ίσως τα πατώματα αντέξουν. Ίσως απλώς τα τζάμια θα φουσκώσουν στιγμιαία και μετά θα πέσουνε βροχή στον δρόμο, σα βροχή, σα χαλαζάκι, ίσως σε μεγάλα κομμάτια που θα συντριβούν στον δρόμο κάνοντας τους περαστικούς να σαστίσουν στιγμιαία.
Πικρότερο από το πένθος είναι η απουσία. Πιο πολύ από την απουσία, στο πένθος καίει η ενοχή: η ενοχή εκείνη που είναι η χειρότερη παρενέργεια της αγάπης. Αναρωτιέσαι αν ο άνθρωπος που έχασες ένιωσε ποτέ την αγάπη σου. Αν την ένιωσε και το ξέρεις, αναρωτιέσαι αν την ένιωσε αρκετά συχνά (και ξαφνικά το Always on my mind λέει κάτι πολύ πικρό). Αν την ένιωθε και το ήξερες, αναρωτιέσαι εάν η αγάπη σου φώτιζε τη ζωή του όπως η δική τους αγάπη — αυτόματη, αυτονόητη, αμετάβλητη, αδιαπραγμάτευτη — έκανε τη δική σου τόσο σταθερή, τόσο ελεύθερη, τόσο πλούσια και λίγο πιο όμορφη.
Η μοναξιά είναι ωραία. Τα αποτελέσματα του πένθους τελικά επιδιορθώνονται, και νέες προσόψεις ξαναχτίζονται, σχεδόν όπως οι παλιές, ίσως λίγο διαφορετικές, κάποτε καινούργιες από την αρχή. Η απουσία της αγάπης είναι η έρημος, το μέσα ερείπωμα.
Ζήτω ο Δικέφαλος και η 21
Fuck psychoanalysis
Γιατί δεν έχω σαλτάρει ακόμα
Ωραία φωτογραφία
Εδώ.
Μιλάμε για πολλά ναρκωτικά…
Θα ξεκινήσω συνοψίζοντας το συμπέρασμά μου: η στάση μας απέναντι στα ναρκωτικά είναι ξεκάθαρα στάση ηθικού πανικού, οι «κραυγές αγωνίας» μας για τα ναρκωτικά είναι ο βρυχηθμός των εχθρών της ανοιχτής κοινωνίας — δηλαδή σχεδόν ολωνών μας.
Πρώτα-πρώτα, είναι πια σχεδόν αυτονόητο ότι ο ορισμός ‘ναρκωτικό’ πρέπει να περιλαμβάνει και τον καπνό, και το οινόπνευμα αλλά και τον καφέ. Ναι, λένε κάποιοι, αλλά κάπου πρέπει να τραβήξουμε μια γραμμή: από ‘δω κάτι να ξεδίνεις, από ‘κει τα παράνομα. Δε δέχομαι κάτι τέτοιο: από τη στιγμή που βλάπτω μόνον τον εαυτό μου και κανέναν άλλο, ας κάνω και αμόλυβδη 100άρα, ας κάνω και αμίαντο. Αλλά μόνον εμένα (γι’ αυτό και προφανέστατα είμαι υπέρ της απαγόρευσης του τσιγάρου σε δημόσιους χώρους).
Εντάξει, θα πει κάποιος, ωραία αρχή αλλά δεν πρόκειται να επιβληθεί σύντομα. Σύμφωνοι. Μέχρι τότε ποια θα είναι όμως τα κριτήρια με βάση τα οποία τραβάμε τη γραμμή;
Αν μιλάμε για αριθμό θανάτων, τότε το κάπνισμα, το οινόπνευμα, τα μπέργκερ, τα κοντοσούβλια, η χλωρίνη, οι μακαρονάδες ντελίβερι, οι μαρς και τα τουίξ, τα αυτοκίνητα, τα βρώμικα και οι τυρόπιτες θα έπρεπε να κηρυχτούν εκτός νόμου αύριο, με το χασίσι και τη μαριχουάνα να περνάνε στη νομιμότητα μαζί με τον καφέ.
Αν μιλάμε για σωματικό εθισμό, ότι δηλαδή πονάς και ξερνάς και στρίβεσαι φρικτά και υποφέρεις για βδομάδες όταν χτυπάς στερητικό, τότε και πάλι το χασίσι, τα τριπάκια και κάποια χάπια και το έκστασυ (νομίζω) πρέπει να νομιμοποιηθούνε, με τις γνωστές ουσίες (κόκα κι ηρωίνη) να παραμείνουν εκείθεν της νομιμότητας.
Φανταστείτε όμως τώρα ότι σκεφτόμαστε ως εξής, όπως σε γενικές γραμμές σκέφτονται όσοι είναι της καταστολής και της απαγόρευσης: με τα ναρκωτικά κολλάς. Όλη η ζωή σου περιστρέφεται γύρω από αυτά. Ο εθισμός σου καταστρέφει τη ζωή. Χωρίς να θέλω να τραγουδήσω παλαιοαναρχικές κορώνες ότι όλη η κατανάλωση είναι έτσι, κι ότι άρα είμαστε όλοι πρεζόνια, έχω τις εξής αντιρρήσεις:
Η μεγάλη πλειοψηφία όσων κάνουν ναρκωτικά δε φαίνεται να κολλάν έτσι, με εξαίρεση την πρέζα βεβαίως: όσους ξέρω να έχουνε κάνει πρέζα, έστω και μια φορά, τελείωσαν. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι που εθίζονται και καταστρέφονται κι από άλλες ουσίες — ξεκάθαρα. Από την άλλη πάλι υπάρχουν άνθρωποι που εθίζονται στην πολυφαγία και καταστρέφονται, που εθίζονται στον τζόγο και καταστρέφονται, που τους ρουφάει μέσα η «νύχτα» είτε ως κωλόμπαρα είτε ως σκυλάδικα και πουλάνε την οικογένειά τους κτλ. Και για τα τέσσερα αυτά, έχω περιπτώσεις κοντινών μου ανθρώπων. Ξέρω επίσης για ανθρώπους που τους ρούφηξε το θέατρο ή ο έρωτας και καταστράφηκαν. Με άλλα λόγια, πολλές φορές το ναρκωτικό είναι μόνο η αφορμή.
Ναρκωτικά υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν. Στο κάτω κάτω τι είναι πιο ισχυρό: ένα γάρο ή η ερωτική επιθυμία; ένα τριπάκι ή η καύλα; δυο χαπάκια ή το μεράκι; Πόση τέχνη και πόση δουλειά δημιουργική, επιστημονική ή και απλή πολύτιμη λάντζα δεν έχουνε βγει χάρη σε κάποια ουσία; πόσοι από μας δεν υπάρχουμε γιατί οι γονείς μας ήτανε φτιαγμένοι ή μεθυσμένοι; και πάει λέγοντας…
Ειλικρινά δεν ξέρω με βάση τα κοινωνικά δεδομένα και τις πραγματικότητες της Ελλάδας ποια θα ήταν η σωστότερη πολιτική. Αυτό που θέλω να δω όμως είναι το εξής: η συζήτηση για τα ναρκωτικά να γίνεται με βάση ορθολογικούς όρους, όπως έγινε κάποτε στη χώρα μας η συζήτηση για την αποποινικοποίηση της μοιχείας λ.χ., και να προχωρήσουμε σε κάποια διαχείριση του θέματος χωρίς μεταφυσικού χαρακτήρα υποστασιασμό των ναρκωτικών ως απόλυτου κακού. Άλλωστε, όπως θα σας πει κι ο Χοιροβοσκός, (απόλυτο) κακό δεν υπάρχει, είναι μη ον.
Δύσκολες υποθέσεις
Στα εικοστά μου γενέθλια περίμενα καλά δώρα. Τρελαίνομαι να μου φέρνουν δώρα αλλά ποτέ δεν μπορώ να διαλέξω όταν με ρωτάνε τι δώρο θέλω. Επίσης, από παιδί, μαραίνομαι άμα μου φέρνουνε ρούχα για δώρο. Τέλος πάντων, περίμενα πώς και πώς το δώρο του καλύτερού μου φίλου. Ο άνθρωπος έχει πελώριο ταλέντο στα δώρα. Για να καταλάβετε, για γαμήλιο δώρο μού έφερε ένα τηλεσκόπιο, που είναι με διαφορά το πιο γαμάτο δώρο που μου έχουνε κάνει ποτέ.
Χτυπάει το κουδούνι, και μπαίνει μέσα ο Γιώργος (ας τον πούμε ‘Γιώργο’: τους μισούς μου φίλους και βάλε τους λένε ‘Γιώργο’). Είμαστε τώρα στα εικοστά μου γενέθλια. Η τότε φίλη μου (νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, αν τυχόν και πάρει χαμπάρι να τη λέω γκόμενα, θα στενοχωρηθεί: ε, κρίμα είναι) είχε ήδη έρθει και μου είχε αγοράσει πιθανότατα τα άπαντα του Σεφέρη, ή την Οδύσσεια στο πρωτότυπο ή δε θυμάμαι κι εγώ πια.
Βγάζει λοιπόν ο Γιώργος από μια τσάντα δισκάδικου το Σαμποτάζ της Πλάτωνος. Πανάκριβο συλλεκτικό κομμάτι τότε, καταργημένο πριν από χρόνια, ένας θεός ξέρει τι πλήρωσε για να μου το αγοράσει. Έτσι λοιπόν σάστισα, έπρεπε να ελέγξω τους μύες του προσώπου για να μη δείξουν απογοήτευση (δεν ξέρω κι εγώ τι περίμενα, αλλά αυτό σας το είπα πριν).
Έβαλα τον δίσκο να τον ακούσω την επόμενη μέρα. Με τσάντισε αμέσως και τον θυμάμαι με αποστροφή. Μια κακοχυμένη Λιλιπούπολη για ενήλικες, σαν τσιριχτά τραγουδάκια για νηπιαγωγείο παλιμπαίδων. Οπερατικές τσιρίδες και πρώιμα σύνθι, ενώ η φωνή του Παλαμήδα μου προκαλούσε αφόρητο εκνευρισμό. Οι στίχοι της Κριεζή, ας μην το συζητήσω, μεγάλη πίκρα. Το ‘Πτήση 601 για Βουδαπέστη’ ήτανε το μόνο υποφερτό τραγούδι του δίσκου, κι αυτό τέλος πάντων. Ούτε η φωνή της Γιαννάτου δεν ήταν ικανή να χρυσώσει το χάπι ή τέλος πάντων να ζαχαρώσει τον δίσκο.
Έβαλα τον πολύτιμο δίσκο στο βρακάκι και στη θήκη. Τον ξανάκουσα μετά από έξι μήνες. Μετά τον ξανάκουσα μετά από χρόνια. Εντυπώσεις απαράλλαχτες. Μόνο μετά από πολλά χρόνια κατάφερα να πω στον Γιώργο τις εντυπώσεις μου. Τον δίσκο βεβαίως τον φυλάω ακόμη σαν αυγό Φαμπερζέ.
Αυτό λοιπόν δεν είναι ένα ποστάκι για την ιστορική ή αισθητική βαρύτητα του Σαμποτάζ, για το ότι δεν αντέχω το oeuvre της Πλάτωνος ή για τα λάθη της ηχώς ή της νεότητας. Είναι ένα ποστ για πολύτιμα δώρα που δε μας αρέσουνε καθόλου.
De Micha et Danimarcia meridionali
Ξεκινάμε από εδώ, ένα πρόσφατο κείμενο του Τάκη Μίχα. Ας δούμε ένα προς ένα τα σημεία στα οποία οι Δανοί είναι πιο πολιτισμένο και πεφωτισμένο έθνος από εμάς.
* Οι μαθητές που φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία στη Δανία επιδοτούνται από το κράτος.
* Μια ομάδα γονέων μπορεί να προσλάβει δασκάλους (που πληρώνονται από το κράτος) και να δημιουργήσει το δικό της σχολείο.
Ναι, αλλά η Δανία δαπανά πολλαπλάσια από εμάς στη δημόσια εκπαίδευση.
* Δεν υπάρχει πανεπιστημιακό «άσυλο».
Είναί ωστόσο αδιανόητο για την αστυνομία να εισβάλει σε πανεπιστημιακούς χώρους, εδώ δεν έχουν κάνει ντου στη Χριστιανία, συνοικία της Κοπεγχάγης υπό διαρκή κατάληψη από αντεξουσιαστές, χίπηδες κι άλλα τέτοια στοιχεία, όπου η (παράνομη στη Δανία) φούντα κυκλοφορεί ελεύθερα.
* Δεν υπάρχουν αιώνιοι φοιτητές. Ενας φοιτητής που θα αποτύχει δύο συνεχόμενες φορές στις εξετάσεις θα πρέπει να εγκαταλείψει τη σχολή.
* Οι φοιτητές αγοράζουν τα πανεπιστημιακά βιβλία -δεν τα παίρνουν δωρεάν.
* Δεν υπάρχει ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο. Υπάρχουν πολλά βιβλία γραμμένα πολλές φορές και σε άλλες γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά).
Επειδή οι φοιτητές παίρνουν μεγάλα φοιτητικά δάνεια από το κράτος για να σπουδάσουν με επιτόκιο κάτω του πληθωρισμού, με τα οποία ζουν άνετα. Η αποπληρωμή τους γίνεται για δεκαετίες, με χαμηλή δόση.
* Πολλές φορές οι κενές θέσεις διδασκαλίας στα πανεπιστήμια της Δανίας διαφημίζονται στα διεθνή επιστημονικά έντυπα. Στόχος είναι να προσελκυσθούν τα καλύτερα μυαλά και όχι να βολευτούν τα «φιλαράκια».
* Στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να παράγει άτομα που μπορούν να ανταποκριθούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις ενός διεθνοποιημένου περιβάλλοντος -και όχι άτομα έτοιμα να «παρκάρουν» για όλη τους τη ζωή στο Δημόσιο.
Όντως έτσι είναι. Ωστόσο ο συντηρητισμός, η εσωστρέφεια και η επιστημονική αδράνεια και ενίοτε οπισθοδρομικότητα των δανέζικων πανεπιστημίων ξεπερνάει ακόμα και των δικών μας.
* Επιτρέπονται οι μαζικές απολύσεις χωρίς αποζημίωση. Μια επιχείρηση μπορεί να απολύσει από τη μια ημέρα στην άλλη όλο το προσωπικό.
* Οι εργοδότες δεν πληρώνουν εισφορές.
* Οι άνεργοι είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν μαθήματα μετεκπαίδευσης και να στραφούν προς νέες μορφές απασχόλησης, αν ο κλάδος είναι κορεσμένος. Αν αρνηθούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ή αν αρνηθούν να πάρουν τη θέση εργασίας που θα τους υποδείξει το γραφείο ανεργίας, τερματίζεται το γενναιόδωρο επίδομα ανεργίας.
Πάντως είναι δυνατόν να ζήσει κανείς με το επίδομα ανεργίας, πολλοί ζουν. Επίσης, σε περίπτωση (μαζικών) απολύσεων, ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνει τον απολυμένο για έξι επιπλέον μήνες, πριν βγει τυπικά στην ανεργία. Ο άνεργος μπορεί να μετεκπαιδευθεί σε ό,τι κλάδο θέλει (τηρουμένων των παραπάνω) με έξοδα του κράτους, ακόμα και στην ηλικία των 40, λ.χ.
* Η παγκοσμιοποίηση και η ανταγωνιστικότητα των δανικών προϊόντων θεωρείται από όλους η απόλυτη προϋπόθεση για την ευμάρεια της χώρας.
* Οι γιατροί δεν παίρνουν «φακελάκι».
* Οι καθηγητές δεν κάνουν «ιδιαίτερα».
* Οι δημοσιογράφοι δεν δουλεύουν παράλληλα με το ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου υπουργείων ή επιχειρήσεων.
Ναι και ναι και ναι.
* Οι εφοριακοί δεν τα «πιάνουν».
* Οι δικαστικοί δεν λαδώνονται από τα «κυκλώματα».
Βεβαίως και τα πιάνουν, τα παίρνουν, λαδώνονται κτλ., αλλά μόνο για χοντρές δουλειές. Ας πούμε ότι η διαφθορά στη Δανία δεν ασχολείται με ψιλικά.
* Οι πολιτικοί δεν παρίστανται σε μεσαιωνικές τελετές που έχουν ως αντικείμενο τη λατρεία «θαυματουργών εικόνων»!
* Η επιρροή της Εκκλησίας της Δανίας στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τερματίστηκε περίπου τον 15ο αιώνα.
Η (ευαγγελική λουθηρανική) Εκκλησία της Δανίας επέχει θέση επίσημης εκκλησίας, παρά τη νομοθετικά κατοχυρωμένη ανεξιθρησκία. Συντηρείται από ειδικό εθελοντικό φόρο τον οποίο όμως πληρώνουν ακόμα και οι άθεοι, αφού — ιδίως στην επαρχία — θεωρείται ξεφτίλα να τη σκαπουλάρεις από φόρο που συντηρεί ένα στοιχείο της ‘ταυτότητάς’ σου. Χαρακτηριστική πάντως είναι η λατρεία των Δανών προς το Dannebrog, τη σημαία τους, την οποία αναρτούν με οποιαδήποτε αφορμή, από γενέθλια μέχρι τα Χριστούγεννα.
* Δεν υπάρχουν ούτε στρατιωτικές ούτε μαθητικές παρελάσεις.
* Η Δανία δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλλει πώς θα ονομάζονται άλλες χώρες, άλλες γλώσσες ή άλλες εθνότητες. Αν μια χώρα ονομαζόταν «Γιουτλάνδη» (επαρχία της Δανίας) και αν οι κάτοικοί της ισχυρίζονταν ότι προέρχονται από τους Βίκινγκς, οι Δανοί θα το θεωρούσαν πολύ ενδιαφέρον και θα έσπευδαν να εκμεταλλευτούν τις οικονομικές ευκαιρίες που τους παρείχε αυτή η προνομιακή σχέση.
* Το κεντρικό μήνυμα που προσπαθεί να περάσει η διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία δεν είναι τα «επιτεύγματα του Εθνους», αλλά οι αδυναμίες του ανθρώπου.
Γι’ αυτό τους αγαπούμε τους Σκανδιναβούς…
* Τα γεγονότα αποκαλούνται με το όνομά τους. Οταν οι Δανοί το 1520, σε εισβολή τους στη Σουηδία έσφαξαν 52 Σουηδούς ομήρους, το γεγονός αυτό αποκαλείται στην ιστορία τους ως: «Το μακελειό της Στοκχόλμης». Δεν αποκαλείται «Η ηρωική άλωση της Στοκχόλμης».
*Στη Δανία, αν διαφοροποιηθεί κάποιος σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν χαρακτηρίζεται «αντιδανός». Στα δανικά η έκφραση «αντιδανός» δεν υπάρχει.
Ναι, αλλά υπάρχει η έκφραση «ξένος», εξίσου υποτιμητική ή επιτιμητική (αναλόγως).
*Στη δημόσια συζήτηση μια άποψη κρίνεται από τα εμπειρικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και όχι από τα «σκοτεινά» συμφέροντα που εξυπηρετεί.
*Ολοι οι νέοι έχουν εγκαταλείψει το σπίτι των γονιών τους και μένουν μόνοι τους όταν κλείσουν τα 18. Δεν μένουν με τη μαμά τους μέχρι τα 40.
Ναι, γιατί παίρνουν χαμηλότοκα δάνεια από το κράτος (και πάλι, με επιτόκιο κάτω από τον πληθωρισμό) για να σταθούν στα πόδια τους. Επίσης, δεν ντρέπονται — γονείς και παιδιά — να διεκδικήσουν την ερωτική τους χειραφέτηση, οι μεν από τους δε και αντίστροφα.
*Οι εφημερίδες δεν προσφέρουν CD, διακοπές και αυτοκίνητα για να ανεβάσουν τις κυκλοφορίες τους.
Όχι, αλλά η τεράστιας κυκλοφορίας Ekstra bladet είναι επιπέδου Espresso και Ciao, ενώ έχει αρκετά γυμνά μοντέλα ανά φύλλο για 10 δελτία του Σταρ. Δε χρειάζονται κουπόνια και τέτοια.
*Με τα θέματα που αφορούν τη γερμανόφωνη μειονότητα που διαβιοί στο νότιο τμήμα της χώρας ασχολούνται οι δημοτικές αρχές και όχι η ασφάλεια και οι μυστικές υπηρεσίες.
Ναι, αλλά τους Γερμανούς τους μισούν αβυσσαλέα και θανάσιμα, ενώ οι πόλεμοι εναντίον τους (Τριακονταετής, 1864 και οι Παγκόσμιοι) επέχουν τοτεμική θέση σε πλήθος συζητήσεων: από αυτές που κάνουνε πίνοντας μπύρες, μέχρι τις δημόσιες που έγιναν για το ευρώ — στο οποίο η Δανία δεν ανήκει από καθαρή ξενοφοβία. Η ξενοφοβία των Δανών είναι παροιμιώδης. Με τους Σουηδούς γείτονές τους έχουν ακόμα μια πολύ μπερδεμένη σχέση, κυρίως τους περιφρονούν (α λα ελληνικά).
*Σε περίπτωση διαζυγίου, ισχύει κοινή επιμέλεια των τέκνων. Για όλα τα σημαντικά θέματα που αφορούν την ανατροφή του παιδιού συναποφασίζουν και οι δύο γονείς και όχι αποκλειστικά η μητέρα.
*Οι Δανοί δεν θεωρούν ότι ο λόγος για τον οποίο έχασαν τον Τριακονταετή πόλεμο εναντίον των Σουηδών το 1625 οφείλεται σε «σκοτεινές ενέργειες» της CIA.
Όχι: φταίνε οι Καθολικοί και οι Γερμανοί, καθώς και οι ίδιοι οι Σουηδοί. Η Δανία έχει δύο ύμνους: τον εθνικό και τον βασιλικό. Το πρωτόκολλο ορίζει ποιος ανακρούεται και πότε. Ο βασιλικός μιλάει για τον βασιλιά Χριστιανό που σπάζει σουηδικά κεφάλια με τη σέσουλα κτλ.



