Who shall I say is calling?

Ι.

«Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;»
Η ερώτηση του Φάουστ ήταν αφοπλιστική. (Ναι, αναγνώστη, ‘Φάουστ’ είναι το πραγματικό όνομα του ανθρώπου, εκπαιδευόμενος συνάδερφός μου είναι.) Τι να του πω. Άρχισα να απαριθμώ πράματα που μου αρέσουν, όπως η Τζούλι Άντριους σ’ εκείνο το σπαστικό (ωπ! να το πάλι) τραγούδι:

(Σας προειδοποιώ, το βίντεο είναι έμετ… Καλά.)

Αφού λοιπόν του απαρίθμησα κάμποσα πράματα που μου αρέσουν, με κοίταξε κάπως και μου είπε «οκέι».

ΙΙ.

«Μπα, και τι έγινε, αφού δε συμπαθείς πάρα πολλούς», αποφάνθηκε η συμβία λίγο πριν πάει για ύπνο. Αναφερόταν σε σχόλιό μου για μια ατάλαντη, άφωνη και βαθύτατα αντιπαθητική στην έπαρσή της ‘ποιοτική’ τραγουδοποιό (καλά, σκάω). Κοκκάλωσα. Δε θα έπρεπε. Όχι. Θα έπρεπε να έχω συνηθίσει πια, να είμαι έτοιμος. «Εννοείς, ανθρώπους

«Όχι, όχι: Έλληνες τραγουδιστές.» Πάλι καλά.

ΙΙΙ.

Έβλεπα τηλεόραση με τους γονείς μου. Σχολιάζαμε τους δημοσιογράφους: «Δηλαδή όλοι για σένα είναι οφ«, είπε ο πατέρας μου με κάποιο στόμφο, αφού η μητέρα μου ήδη την είχε υποστεί την ηθική βλάβη κι είχε πάει στην κουζίνα να φάει κανα φρούτο.

Σκέφτηκα λίγο και βρήκα κάποιους δημοσιογράφους των οποίων τη δουλειά εκτιμώ. Όσην ώρα τους έψαχνα, ο πατέρας μου χαμογελούσε πονηρά. Πάντως, δε θα τους αναφέρω γιατί θα μου πείτε ότι είναι ρουφιάνοι, καραγκιόζηδες, εγκάθετοι, πεμπτοφαλαγγίτες και στο τέλος θα βγει κι ο γκρηγκεϊλολίτας να χρησμοδοτήσει σε δακτυλικούς εξάμετρους, αποκαλύπτοντας με ποιους, με ποιες και με τι παρτουζώθηκαν, φασώθηκαν, τριβαδίστηκαν, διαμηρίστηκαν, κάναν irrumatio και fellatio και frot και trot και fox-trot.

IV.

Κάποτε δεν ξέρω αν αντιπαθώ κάτι ή αν απλώς με κάνει και πλήττω, οπότε απλώς του την έχω φυλαγμένη. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο. Πλήξη. Σε μια τουαλέτα στο Αντίρριο, βρήκα ένα σλόγκαν για να ντύσω την απύθμενη βαρεμάρα που μου προκαλεί η μπάλα. Εκλογές έρχονται, οι υπερβολές και τα συνθήματα ευδοκιμούν:

Τελευταία φορά που το έκανα, να δω μπάλα δηλαδή, ήταν το επικό 2004. Καθαρά ένεκα των αγελαίων ενστίκτων, καθώς η ομάδα του Όθωνα Ρεχάγκελ εξοντωνε μία-μία τις ποδοσφαιρικές μηχανές των εταίρων. Άγρια αγελαία έξαψη, σαν αυτή που νιώθεις στο Total War και αυτά που παίζει ο Πετεφρής, όταν του δίνεις του ΑΙ και καταλαβαίνει. Ωστόσο, ούτε παιχνίδια παίζω.

V.

Η ωραιότερη ελληνίδα μπλογκού με ρώτησε ποια μπλογκ διαβάζω. Για να σας αποσπάσω την προσοχή, σας ρίχνω την παρακάτω φωτό (δείτε πώς σας κοιτάνε τα άτιμα):

Τι να απαντήσω κι εγώ. Νομίζει πια ο κόσμος ότι το κάνω επίτηδες.

VI.

Μ’ άρεσε ο Καρυωτάκης. Δεν εννοώ τώρα τον ποιητή, άλλωστε το είπε ο Εμπειρίκος (ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός):

Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.

Εννοώ ότι μου άρεσε η τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ ‘Καρυωτάκης’. Μου άρεσε και το ‘The International‘ αλλά και το ‘Ναι σε όλα‘.

Μου αρέσει και η Zooey Deschanel και η Rosario Dawson και η Apollonia Vanova. Μ’ αρέσει κι η Uma Thurman, φυσικά.

Θα συνέχιζα, αλλά θα καταντήσω σαν τον χαζοβιόλη τον Manu Chao μ’ εκείνη τη μαλακία το me gustas tu (ωπ, να το, πάλι παρασύρθηκα).

VII.

Όπως μου έλεγε κι ο Ρακάσα, αντιλαμβανόμαστε την κριτική του έργου ή των προτιμήσεών μας ανεξαιρέτως ως απαξίωση της προσωπικότητάς μας, θεωρούμε τα θέματα γούστου επιχειρήματα υπέρ ή εναντίον μας. Δε σας αρέσουν τα κεφτεδάκια μου, βέβαια, για τέτοιον άχρηστο μάγειρα μ’ έχετε. Δε σας αρέσει η Κική Δημουλά που εγώ λατρεύω (τη σακούλα! τη σακούλα!), με θεωρείτε ηλίθιο και μπαναλισμένο. Και βέβαια άμα σας πω ότι το έχω ρίξει στον Μάλερ και στον Λιστ, θα με πείτε καρασνομπαρία του κερατά και παλιοκουμάσι που ακούει μουσική που ρίχνει τις ωραίες και μυρωμένες γκόμενες που μ’ αρέσουν.

Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είμαστε οι άνθρωποι. «Ψυχραιμία χρειάζεται», που έλεγε κι ο σοφός παππούς. Κι αν τη χάσετε, μπορείτε να τραγουδησέτε κι αυτό:

Η Συμφωνία των Παιχνιδιών

Όταν βγήκε ο 984, νομίσαμε ότι έπεσε το Τείχος της Καφρίλας μαζί με του Βερολίνου: νέες φωνές, νέες μουσικές, νέες διαφημίσεις. Αν δεν κάνω λάθος (μάλλον κάνω λάθος και τα έχω κάνει σαλάτα), εκείνη την εποχή άρχισε να σοβαρολειτουργεί και το Μέγαρο, κι άκουγαμε τις διαφημίσεις του και χαιρόμασταν. Μια διαφήμιση (με τη φωνή του απαραίτητου Κωστάλα) είχε κι ένα αποσπασματάκι από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών του Λέοπολντ (μπαμπά) Μότσαρτ. Μου είχε κολλήσει λοιπόν το θεματάκι. Δεν ήξερα τι είναι, δεν είχαμε και indernets τότες. Πάνε 20 χρόνια.

Μετά το Μέγαρο το κατέλαβαν και ταμπουρώθηκαν μέσα του ηρωικώς κάτι άμουσα εκτοπλάσματα από το Κολωνάκι, το Κεφαλάρι και την Πολιτεία. Ο 984 έγινε σαν τα μούτρα μας. Το Βερολίνο πήρε τον δρόμο του (βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο, μου λένε) κι εγώ — που στο μεταξύ είχα ανοίξει πόλεμο με τα τζιν, τα καλσόν κι αυτά που φοράν οι μπαλαρίνες όταν τανύονται στις αίθουσες με τους καθρέφτες όπου μου απαγορευόταν ρητά η είσοδος — έμεινα με την απορία: εκείνο το κομματάκι ήταν όντως από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών;

Τα Χριστούγεννα του 2008 πήγα να πάρω κανα σιντί για τον ανιψιό (όχι τον γιο του ολντ μπόυ, ρε, τον άλλονα). Του πήρα και τη Συμφωνία των Παιχνιδιών. Από εκεί ήταν το κομματάκι τελικά.

Μόνο στην Ελλάδα

Από τότε που έμπλεξα με τα μπλόγκια, υπάρχει μια ατάκα που επιστρέφει σαν τα μπούμερανγκ: όσο πιο δυνατά την πετάμε, τόσο πιο μεγαλοπρεπώς κάνει τον βρόχο της και μας κοπανάει μεγαλοπρεπώς στην καρκάλα: «μόνο στην Ελλάδα».

Ο Ρακάσα έχει συζητήσει επανειλημμένα το θέμα κι έχει εξηγήσει ότι η αντίληψη ότι το χ ή το ψ συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα είναι ένας νεοελληνικός (αλλά όχι αποκλειστικά νεοελληνικός) ακκισμός. Έχει ξανά και ξανά επισημάνει ότι τα νεοελληνικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνον αν πάψουμε να κοιτάμε μέχρι το Κιλκίς, την Κέρκυρα και την Αλεξανδρούπολη: αποτελούν συνέπειες φαινομένων και καταστάσεων που, όταν δεν αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα ή την Ευρώπη, οφείλονται σε πραγματικότητες και συνέπειες ιστορικών γεγονότων που αφορούν μεγάλο μέρος τους.

Η Ελλάδα είναι ένα μικρομεσαίο ευρωπαϊκό κράτος (όπως η Ουγγαρία) με συγκεκριμένη ιστορία μέσα στην Ευρώπη (συγκρίσιμη με λ.χ. αυτή της Ρουμανίας), συγκεκριμένο κοινωνικό παρελθόν (αντίστοιχο αγροτικών κοινωνιών παντού μέσα στον κόσμο που η Ρώμη άφησε πίσω της), ιστορικό πολιτικών συγκρούσεων που είδαμε και στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία αλλά και στη Γαλλία, καθώς και σχετικές ιδεοληψίες όχι πολύ διαφορετικές ή πολύ περισσότερο έντονες από άλλων κοινωνιών οργανωμένων σε εθνικά κράτη (οι δικές μας, κυρίως εθνικού περιεχομένου, θυμίζουν κάποτε τις πολωνικές). Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι πάνω-κάτω κατανοητά.

Γιατί επιμένουμε στο «μόνο στην Ελλάδα», ιδίως στα πλαίσια της κλάψας και της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του μειονεκτισμού (σε σχέση με την υπερτέλεια Δύση ή το απαράμιλλο παρελθόν μας). Πιθανότατα γιατί μας δίνει το καλύτερο άλλοθι: μόνον εδώ συμβαίνουν αυτά, άρα πώς να τα πολεμήσουμε, άρα δεν αλλάζουμε. Ακόμα κι όσοι αρνούνται τα ιδεολογήματα περί ιδιοσυστασίας και συνέχειας, παρηγοριούνται να παραμυθιάζονται γλυκά στην ιδέα ότι «μόνο στην Ελλάδα»… Η εσωστρέφεια και η συστηματική ομφαλοσκόπηση εγγυώνται ότι κανείς δε φταίει, αφού έτσι είμαστε και τίποτε δεν μπορεί να γίνει και αφού αυτό είναι το ριζικό της φυλής και ο θεός της Ελλάδος.

Ίσως η μοναδικότητα της (τάχα μου αποκλειστικώς) ελληνικής ασυναρτησίας να μας κάνει να αισθανόμαστε ξεχωριστοί σε έναν κόσμο και σε μια Ευρώπη που δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε υπερθετικούς (πια), ούτε καν τους αρνητικούς. Για παράδειγμα, ούτε καν η γεωγραφική θέση μας δεν είναι μοναδική: γεωγραφικά πάσχουμε από τις ίδιες διατάσεις που πάσχουν τουλάχιστον άλλα 5 κράτη μέλη της ΕΕ (χωρίς δηλαδή να πιάσουμε Αλβανία, Δ. της Μακεδονίας, Σερβία, Τουρκία). Δεν έχουμε μονοπώλιο σε τίποτα πια. Ούτε καν στη γλωσσολατρία μας. Πώς να το πω: δε σκίζουμε. Ούτε καν χασέδες. Είμαστε κανονικοί.

Νομίζω ότι, επειδή πλέον έχουμε ξεμπουρνταλιαστεί τελείως με τον ιδεασμό του «μόνο στην Ελλάδα» και στην ενοχική και στην μεγαλομανή εκδοχή του, είναι πια επιτακτικό να καλλιεργηθεί σοβαρά από όσους γράφουν και μιλάνε μια λιγότερο εσωστρεφής και ομφαλοσκοπική θέαση της επικαιροτητας, της ιστορίας αλλά και των πραγματικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

Ταινίες καταστροφής

Ποτέ δεν κατάλαβα την απήχηση των ταινιών καταστροφής, των ταινιών συντέλειας, των σεναρίων για το τέλος του κόσμου. Περισσότερο φρίκη, ταραχή και ανησυχία μου προκαλούν παρά οποιαδήποτε τέρψη. Ήθελα να γράψω ένα ποστ για το θέμα αλλά νυστάζω.

Απλώς ρωτάω τι ήξεραν οι Μάγια που δεν ξέρουμε εμείς (αυτά περί του μυθικού 2012), άσε που υπάρχει μάλλον ένα λαθάκι στις νοστραδαμιές και τις ημερολογομαντείες: έπρεπε να έχουν τελειώσει όλα στις 10 Ιουνίου.

Η φωτογραφία είναι του Lee Materazzi.

Η εκδίκηση της παρθένας στα μπουζούκια

(για διευκρινίσεις εδώ).

Δεν έχω δει τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία πρόπερσι είχε διαφημιστεί ως «υπερπαραγωγή» και «η πρώτη ελληνική πορνοταινία μετά από χρόνια». Ο τίτλος όμως είναι απολαυστικός, ενώ ο Αγγλοκύπριος πρωταγωνιστής έδωσε πέρσι μια σπαρταριστή συνέντευξη σε κυπριακό περιοδικό λάιφσταϊλ.

Τέλος πάντων, δεν είναι αυτά το θέμα μας. Άλλωστε ο τίτλος μου ήρθε ως απλός συνειρμός όταν άκουσα το αποτέλεσμα των σκέψεων (πώς τον λένε εκείνον τον υπολογιστή; Deep Throat; όχι: Deep Thought) του πρωθυπουργού. Η συλλογιστική της προηγούμενης φοράς που προκήρυξε εκλογές, μόλις πριν δύο χρόνια, ήταν ‘απλώς’ προσβλητική προς το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη. Αυτή τη φορά είναι και κωμική: σαν παρθένα αρσενικής φαντασίωσης, από αυτές που τάχα ζητούν να τις τραβάνε, κι ας κλαίνε. Έτσι κι εκείνος σύρεται σε εκλογές γιατί αυτός ο τραμπούκος, αυτός ο ζαμπόνηρος μακιαβελικός ταλλεϋράνδος, ο πανίκανος Γ.Α.Π. τον τραβάει από την αμόλευτη κοτσίδα καθώς η τίμια εμπριμέ φούστα του σκίζεται πάνω στα χώματα και τις πέτρες του Βούθουλα. Γιατί δε μας λέει ότι προτιμάει να βγάλει 120 βουλευτές, αντί για 100 τον Μάρτιο; Θα ήταν εξίσου κυνική καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών περί πρόωρων εκλογών, αλλά πιο ειλικρινής. Θα μπορούσε επίσης να κήρυσσε πόλεμο στην Τουρκία, που μας στέλνει ακόμα λαθρομετανάστες («να φύγετε, λαθρομετανάστες, να πάτε αλλού»): θα υπήρχε πραγματικό εθνικό θέμα έτσι.

Κι ας γίνω ακόμα πιο κακεντρεχής: η τρομακτικά ανίκανη και συστηματικά διεφθαρμένη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μίστερ Νιντέντο δε συγκρίνεται με αυτή του τρισκατάρατου Σημίτη, του απαίσιου Τάπερμαν που όλοι (σχεδόν όλοι) έβριζαν και μπινελίκωναν με αφοσίωση και μανία. Πράγματι, στη θέση διεφθαρμένων έχουμε διεφθαρμένους και ανίκανους, στη θέση αμερικανόδουλων έχουμε αμερικανόδουλους που δε ζητάν ανταλλάγματα από τον αφέντη τους, στη θέση κυνικών έχουμε ανόητους κυνικούς. Επίσης, πολύ φοβάμαι ότι μια πιθανή κυβέρνηση Γ.Α.Π. απλώς θα προσθέσει νέες συναρπαστικές παραμέτρους στα παραπάνω, κατεβάζοντας τον πήχυ των αλμάτων εις βάθος του Νιντέντο ακόμα πιο βαθιά. Και μην ποντάρετε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Κοινώς: δε σας άρεσε ο Σημίτης, ε; Ε…

Στο μεταξύ φοβάμαι πολύ. Αλλά σταματάω εδώ, αφού θα βγει ο ολντ μπόυ να πει πάλι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως τόσο άσχημα όσο φοβόμαστε. Σωστά. Καμμιά φορά είναι χειρότερα.

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι

εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά

Διακοπεύοντας στα νησιά και βολτάροντας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τη Μικρή Ολλανδέζα, μου έλεγε πόσο πολύ την εντυπωσιάζει το κοφτερό, καθαρό και κάποτε συντριπτικό μεσογειακό φως. Εγώ, ως γνωστόν, προτιμώ το λοξό και διαυγές φως της πατρίδας της, ή μάλλον των ζωγράφων της πατρίδας της, που διασώζει κι αναδεικνύει τα χρώματα. Τέλος πάντων, δείχνοντάς της την Αθήνα και το νησί, είχαμε πολλές ευκαιρίες να τυφλωθούμε από το φως. Όταν τυφλώνεσαι από το φως, καμμιά φορά τα βλέπεις όλα μαύρα (άλλωστε έτσι ξεκινάει κι ο Ήλιος του θανάτου του Πρεβελάκη), καμμιά φορά βλέπεις κύκλους και σχήματα άυλα ή σιλουέτες ασώματες. Σαν αγγέλους δηλαδή, αλλά όχι τους άφυλους νεαρούληδες αγγέλους της δυτικής εικονογραφίας, παρά όντα όπως τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ: εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά — κι ελάχιστα ανθρωπόμορφα. Όπως οι Θρόνοι, άγγελοι πολυόμματοι με μορφή πύρινων φτερωτών τροχών στο όραμα του Ιεζεκιήλ.

*

Ρε, Λα, Σι ύφεση, Λα

Όταν είσαι σπίτι σου ακούς αυτό που θες. Όταν βγαίνεις στις καλοκαιρινές εξόδους ακούς αυτά που θέλει κάθε άσχετος που νομίζει ότι είναι ντιτζέι. Τουλάχιστον, αντίθετα με τους άσχετους που αυτοπροσδιορίζονται ως μπάρμαν αλλά δεν ξέρουν ούτε σφηνάκια τεκίλας να βάλουν, από τους ατζαμοντιτζέι δεν κινδυνεύεις. Συνήθως.

Φέτος ακούσαμε πολύ αυτό

που είναι καλύτερο από αυτό. Επίσης, ένας (καλός) ντιτζέι στο μπαρ Μύλος μας υπενθύμισε ότι η γενιά μας γνώρισε πρώτα την παρακάτω εκδοχή του Passenger, πριν από αυτή του Iggy Pop.

Στο σπίτι ακούγαμε κι αυτό.

*

Μουσείο, μουσείο, μουσείοοοο

The most obvious shot

(Διαβάστε πρώτα αυτό).

Το νέο μουσείο με ενθουσίασε. Είδα την κόμη των Καρυάτιδων. Είδα τα αγάλματα να αιωρούνται (όπως το είχε θέσει ο Αθήναιος), να μετεωρίζονται, να μεταρσιώνονται. Είδα έναν υπέροχο χώρο (κι εδώ διαφωνώ με τον Rakasha), έναν εσωτερικό χώρο συνεπή και συναρπαστικό, ελεύθερο και χωρίς αυστηρές διαδρομές, που οσμώνεται ιδανικά με την πόλη και το έξω (χάρη στα πλεξιγκλάς και το γυαλί). Είδα στην αίθουσα του Παρθενώνα το μέγεθος και τη φύση της λεηλασίας της ζωφόρου, αντεπιχείρημα σε όσα έλεγα πριν λίγο καιρό, αν και συμφωνώ με τον Rakasha (και τον εαυτό μου στο εν λόγω ποστάκι) ότι «τα μάρμαρα, Ελγίνεια και μη, θα είχαν νόημα μόνο πάνω στον Παρθενώνα – χωρισμένα από το σώμα του, διάσπαρτα στο χώρο ,δεν προσφέρουν στον επισκέπτη ούτε καν μια αποσπασματική εικόνα του όλου: είναι παντελώς ακατανόητα.» Πρόκειται πάντως για ένα πραγματικά μεγάλο και, επίσης, όμορφο μουσείο.

*

Πυρετός στο Μπουρνάζι

Είχα να πάω στο Μπουρνάζι από το 1991, από το οποίο είχα περάσει με μια κοπέλα από την Πετρούπολη, η οποία το περιφρονούσε. Εμένα, τώρα το 2009, απλώς με σοκάρισε. Νόμιζα ότι ο Κορυδαλλός είναι επαρχία μέσα στο Λεκανοπέδιο. Αν είναι έτσι, τότε η πλατεία με τα κουλομάγαζα στο Μπουρνάζι είναι η λαρισαϊκή εκδοχή του Βέγκας. Του Λας Βέγκας. Ένας κόσμος τόσο ξένος από την Αθήνα που ξέρω, όσο η Πολιτεία από τα Πατήσια. Η αντίφαση, που λέγαμε. Και η Κύπρος ως το όνειρο το μέσου Έλληνα, επίσης.

Everything burns, everyone screams

Νομίζω ότι τα τελευταία δύο χρόνια (από την Ηλεία και το Βατοπέδι και μετά, μέχρι και την πανελλήνια έκρηξη του Δεκέμβρη) πρέπει να έπεισαν και τους πιο αισιόδοξους ότι δεν υπάρχει περίπτωση συλλογικού κινήματος στην Ελλάδα: αδιαφορούμε εντελώς για τον δημόσιο χώρο και τον δημόσιο βίο πέρα από τα όρια της οικογένειας και του σπιτιού μας, η διαφθορά έχει εκλαϊκευτεί και εξυπηρετεί τους πάντες — πλην εκείνων των λίγων που δεν έχουν ακόμα μπει στο κόλπο, οι πεποιθήσεις μας (αριστερές και δεξιές) παραμένουν προσκολλημένες στις κάθε λογής νομιμοφροσύνες.

Δυστυχώς, ο Τύπος μας φαίνεται να ζει στη άλλη, την Άνω, την ιδεατή Ελλάδα του Ελύτη. Μιλάνε για τις φετινές φωτιές με όρους οικολογικούς και καλαισθητικούς. Δεν ξέρω πού ζούνε όλοι όσοι τα λένε και τα γράφουν αυτά ή μάλλον δεν ξέρω ποιες νέες αναδυόμενες νομιμοφροσύνες προσπαθούν να υμνολογήσουν: αφού οδήγησαν μια ολόκληρη γενιά στην απαξίωση του αστικού τοπίου ως τσιμεντούπολης, κουτιών και άλλων τετοιων ανοησιών, η συντεχνία των δημοσιογράφων και των συν αυτοίς διανοητών παριστάνουν τώρα τις παρθενομάρτυρες του περιβάλλοντος και του ελληνικού δάσους.

Είναι πασιφανές για όποιον έχει κάποια αντίληψη κι έχει περάσει έστω και 10 μέρες από τη ζωή του έξω από τον Δακτύλιο ότι για τον Έλληνα η γη δε χάνει ποτέ, ότι τα δάση είναι γη μη καλλιεργήσιμη (άρα φύρα) και ότι μπορεί να αποφέρει κέρδος είτε ως καλλιεργήσιμη γη είτε ως φιλέτα για να χτίζει τη σπιταρώνα του ο κάθε λεχρίτης και το εξοχικό του ο κάθε σπιτόλαγνος φτωχομπινές. Άλλωστε, έτσι συμπεριφέρονται και οι δημόσιοι οργανισμοί της χώρας: με τις ευλογίες τους μετατρέπονται οι ανοιχτοί χώροι εντός των πόλεων σε μωλ και βίλατζ κι έτσι ‘αξιοποιούν’ τους χώρους χτίζοντάς τους.

Να το πω λιανά: η γη για την πλειοψηφία των Ελλήνων δεν είναι περιβάλλον, δεν είναι φυσική ομορφιά, δεν είναι το μέλλον των παιδιών του. Είναι περιουσιακό. Τους εμπρησμούς τους κάνουν οι ντόπιοι, οι τοπικές κοινότητες (και με την ανοχή και τη σιωπή τους). Δείτε έναν χάρτη των εμπρησμών τα τελευταία 20 χρόνια και αναρωτηθείτε: cui prodest? Οι «οικοπεδοφάγοι» του παπανδρεϊκού καταγγελτισμού δεν είναι εξωγήινοι, ούτε Τούρκοι, παρά ντόπιοι που θέλουνε να δώσουν αξία στη γη τους, τη γη που «παράλογα» και «ακατανόητα» το κράτος χαρακτηρίζει δασική περιοχή και δεν τους αφήνει να πλουτίσουν από αυτή.

Να το πω κι αλλιώς: ένας λαός με ανύπαρκτη αντίληψη δημόσιου χώρου, που γλείφει τα πατώματά του με χλωρίνες και πετάει τα σαρίδια στη δημοσιά και τα μπάζα στον γιαλό, ένας λαός που αυτοκτονεί από καρκίνο γιατί βάζει πενταπλάσιες δόσεις φυτοφάρμακα (μπας και πάρει και τρίτο αμάξι χωρίς δάνειο), ένας λαός που ψάχνει το κράτος όταν δεν τον ψάχνει το κράτος και ο οποίος διαβιώνει με μαύρα κατάμαυρα λεφτά (γι’ αυτό ακόμα δε μας άγγιξε η κρίσ’) χέστηκε για τα καημένα τα ελαφάκια, για τη διάβρωση (που θα τον πνίξει), για τα θλιβερά αποκαΐδια και για την επερχόμενη ερημοποίηση.

Εσύ, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, τι θα προτιμούσες: 50 στρεμματα σκίνα και πουρνάρια ή — άντε — πευκάκια με κουνάβια κι αλεπούδες (που σου τρώνε τις κότες) ή 50 οικοπεδούμπες φιλέτο;

Προσβολή

Η έννοια της προσβολής αποτελεί μια βασική, αν όχι θεμελιώδη, έννοια που κατέχει κομβικό ρόλο στις συζητήσεις για τα κοινά, την κοινωνία και την πολιτική τα τελευταία 30 ή τόσα χρόνια. Οι συζητήσεις περί του τι προσβάλλει ποιους, ιδίως όταν όσοι εισπράττουν την προσβολή ανήκουνε σε μειονότητες, έχουν αποκτήσει κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικών σε επίπεδο όχι μόνο κεντρικού σχεδιασμού αλλά και τοπικό. Αφήνω λοιπόν εδώ στην άκρη μικροπολιτικές ποτεμκιανές κωμικότητες όπως το θρυλούμενο κουκούλωμα του αγάλματος του Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλιά Βουλή όταν επισκέφτηκε την Αθήνα ο Ινονού ή ο Μεντερές ή δεν ξέρω ποιος Τούρκος πρωθυπουργός.

Στο θέμα μας: έχουμε ακούσει λ.χ. για λαϊκό εορτασμό των Χριστουγέννων επειδή η φάτνη προσβάλλει τους άθεους ή τους μουσουλμάνους ή τους ισραηλίτες. Έχουμε γίνει μάρτυρες ενεργειών περιστολής της ελευθεροτυπίας και της ελευθερίας του λόγου γιατί προσβλήθηκαν μειονότητες εθνικές, θρησκευτικές ή φυλετικές.

Η απορία μου, γνήσια απορία με την οποία θέλω να ξεκινήσω έναν κάποιο διάλογο, είναι η εξής. Δεδομένου ότι οτιδήποτε είναι δυνατόν να προσβάλει κάποιον, δε θα ήταν σκόπιμο η προσβολή να καταγγέλλεται (και να διώκεται ενδεχομένως) μόνον όταν υπάρχει πρόθεση προσβολής; Η πρόθεση προσβολής δεν είναι τόσο δύσκολο να διαπιστωθεί όσο θα νόμιζε κανείς (σε πολλές χώρες υπάρχει το νομικό πλαίσιο για να καταθέτουν οι πραγματολόγοι στα δικαστήρια σε τέτοιες υποθέσεις). Και στο κάτω-κάτω, σε κάθε άλλη περίπτωση, η πρόθεση (ή η απουσία της) μπορεί να ξεχωρίσει την ηθικά μεμπτή από την ηθικά ουδέτερη πράξη.

Αυτές οι λίγες και απλές σκέψεις, περισσότερο απορίες, δηλαδή.