Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;


Ωραία τα λέει:

Τα golden boys επιστρέφουν αφού έχουν λεηλατήσει τα δικά μου λεφτά. Αποδείχθηκε εικάζω περίτρανα πως μόνο με κρατικές παρεμβάσεις μπορεί να αντέξει ο καπιταλισμός τις κρίσεις που παράγει. Μετρήστε τις κρατικοποιημένες τράπεζες π.χ. να δούμε που βρισκόμαστε σε σχέση με το 2007. Θέλω να πω πως αν η θέση ήταν πως «ο καπιταλισμός λειτουργεί μόνος του χωρίς κρατικιστικές παρεμβάσεις εκτός από περιόδους κρίσης οπότε εθνικοποιείται η AIG και κλείνει η GM και σκάει δεκάδες τρις χρήμα φορολογουμένων ο κρατικός κορβανάς για να ξελασπώσει τους φίλους του Μπους και του Ομπάμα» δεν μας το είχε πει αυτό κανένας από την πλευρά της οικονομικής ορθοδοξίας. Το μοντέλο των απορρυθμισμένων αγορών λογικά πέθανε. Υπάρχουν Soup Kitchens και άστεγοι ανά τις ΗΠΑ (σύντομα και σε μια γειτονιά κοντά σας) που μπορούν να το επιβεβαιώσουν και τα πτώματα εταιρικών κολοσσών τριγύρω επίσης.

(Στη φωτογραφία διάφορα golden boys. Ανάμεσά τους το κακό κι απαίσιο κράτος το οποίο μόλις άρμεξαν).

Ανθολόγηση


Δύο ενδιαφέροντα πρόσφατα ποστ του (συνήθως ‘όποιον-παρει-ο-χάρος’ και ‘θα-σας-πάρει-ο-διάολας-τον-πατέρα’) J95:

Για το κάπνισμα. Αποσπάσματα:

Θυμάσαι πώς βρώμαγε το πρώτο σου τσιγάρο; Θυμάσαι πόσες ώρες σου πήρε να ξεφορτωθείς τη γεύση; Θυμάσαι τη φαρυγγίτιδα την πρώτη μέρα που κάπνισες πάνω από 5 τσιγάρα; Τόσο ενοχλητικό παραμένει το τσιγάρο για αυτούς που δεν καπνίζουν.

Ακόμα και αν δεν είχες δει γύρω στις 7.200 ταινίες ή σειρές που οι πρωταγωνιστές ανάβουν τσιγάρο μετά το φίκι-φίκι, θα ήθελες να ανάψεις τσιγάρο μετά το φίκι-φίκι, γιατί έχει περάσει γύρω στη μία ώρα από το τελευταίο τσιγάρο και δεν πρόκειται να αισθανθείς κομπλέ αν δεν καπνίσεις.

Για τα ποσοστά του Καρατζαφέρη.

Ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι, Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι

Δεν μπορώ άλλο αυτή τη συζήτηση για τα γλυπτά του Παρθενώνα.

Τα επιχειρήματα και τα δικά μας και των Βρετανών είναι πλεόν κωμικά — λυπάμαι:

Εκείνοι θέλουνε να προστατεύσουν τους θησαυρούς από το τριτοκοσμικό νέφος και να τους κρατήσουν ενταγμένους στα ιστορικά συμφραζόμενα του Βρετανικού Μουσείου (ώστε να φαίνεται ανάγλυφα η εξέλιξη της ελληνικής τέχνης!!!).

Εμείς θέλουμε να φέρουμε πίσω το Ιερό Δισκοπότηρο της χαμένης ιδιοσυστασίας μας και να αποκαταστήσουμε τα σπαράγματα στον φυσικό τους χώρο, αποκαθιστώντας το μνημείο (σκοπεύουμε να βάψουμε τον Παρθενώνα; να του φτιάξουμε στέγη; να ξαναστήσουμε το χρυσελεφάντινο;)

Ο θάνατος και η πυξίδα

Είδα το ‘Ναταλί’ σήμερα. Πάρα πολύ καλή ταινία, ιδίως για γαλλικιά και ιδιαίτατα για ταινία στην παράδοση Ρομέρ. Τη συνιστώ.

Και τώρα στα φλέγοντα:

Δεν έχω κάτι πρωτότυπο να συνεισφέρω. Η δολοφονία του αστυνομικού θα γίνει αντικείμενο καπηλείας, όπως έγινε κι εκείνη του Γρηγορόπουλου, και τα αρβαντοπαλλήκαρα της Χρυσής Αυγής θα βγούνε και πάλι στους δρόμους. Οι δύο δολοφονίες, δυστυχώς, είναι παράλληλες: την πρώτη τη διέπραξε το αυταρχικό, βίαιο και κατασταλτικό κράτος της αυταρχικής και κομφορμιστικής κοινωνίας μας. Για τη σημερινή ευθύνεται το ασυνάρτητο, επιπόλαιο και χάρτινα ποτεμκινικό κράτος μας (και πάλι, εικόνα σου είναι κοινωνία και σου μοιάζει). Όταν γκαρίζανε πολλοί (κι εγώ μαζί τους) ότι είναι επιτακτική η μεταρρύθμιση και η αναδιοργάνωση της αστυνομίας, δεν το λέγαμε από αντιπολευτικό οίστρο. Όμως, όταν στηλιτεύαμε την αθλιότητα της ΕΛ.ΑΣ. ούτε που μας πέρναγε από το μυαλό ότι μαζί με όλους εμάς θα κινδύνευαν να πέσουνε θύματα και οι ίδιοι οι αστυνομικοί (οι οποίοι δεν είναι όλοι φυσικοί αυτουργοί δολοφονιών, παρά την εκπαίδευσή τους).

Βεβαίως κάποιος Αντώναρος ή Τρομάρας «ξεκαθάρισε ότι αυτή τη στιγμή προέχουν οι έρευνες και δεν τίθεται κανένα ζήτημα αλλαγής προσώπων στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΣ.» Ενώ είναι το λιγότερο που πρέπει να γίνει.

Τώρα, την πραγματικά αναίτια και (έξω από ρητορικά σχήματα) θρασύδειλη δολοφονία, τη διέπραξε μια οργάνωση που, αν δεν είναι εγκάθετη ή και ανύπαρκτη, είναι εγκληματικά ανεύθυνη. Και αυτό το λέω όχι από ταραχή που έφαγαν έναν άνθρωπο και τώρα κάθονται και καπνίζουν άφιλτρα, πίνουν ρακόμελο ή Άμστελ και αλληλοτσιμπουκώνονται (μεταφορικώς, κατά Ταραντίνο — αν δεν είναι εγκάθετοι) για τη νίκη που κατήγαγαν σήμερα το πρωί κατά του Κράτους και του Κατεστημένου και το συμβολικό της νόημα. Το λέω γιατί σκότωσαν έναν αθώο, σχεδόν τόσο αθώο όσο ο Γρηγορόπουλος («τι γύρευε να γίνει μπάτσος;» / «τι γύρευε το κωλόπαιδο στα Εξάρχεια να βρίζει μπάτσους;»). Το λέω γιατί οι ρουφιάνοι καραδοκούν, όπως και οι χρυσές δεξιές ‘νεολαίες’, κοινοβουλευτικές και μη. Το λέω γιατί αυτά προς μία ή μια άλλη κατεύθυνση οδηγούν. Καμμιά από τις δύο δε μ’ αρέσει. Καθόλου.

O Sraosha κλείνει ένα-ένα τα βιβλία του

Στο παραμυθένια χορταστικό ‘Τα βιβλία του Πρόσπερο’, στο τέλος της ταινίας ο Πρόσπερο κλείνει ένα-ένα τα βιβλία του και τα αποχαιρετάει ρίχνοντάς τα στο αλμυρό νερό. Έτσι απαρνείται τις μαγγανείες και τις γητειές του και ετοιμάζεται να επιστρέψει στον κανονικό κόσμο, χωρίς Άριελ και Κάλιμπαν.

Όσο θέτεις περιορισμούς στον εαυτό σου, τόσο πιο καλά δημιουργείς. Δε μιλάω για στέρηση ή για ακρωτηριασμό, μιλάω για περιορισμούς. Ακολουθεί μακροσκελές τσιτάτο από μια συνέντευξη του Τσόμσκυ (την οποία είχα βρει ονλάιν πολύ παλιά):

[…] Human nature has been seen as something ‘regressive’, but that must be the result of profound confusion. […] There is nothing ‘regressive’ about the fact that a human embryo is so constrained that it does not grow wings, or that its visual system cannot function in the manner of an insect, or that it lacks the homing instinct of pigeons. The same factors that constrain the organism’s development also enable it to attain a rich, complex, and highly articulated structure, similar in fundamental ways to conspecifics, with rich and remarkable capacities. An organism that lacked such determinative intrinsic structure – which of course radically limits the paths of development – would be some kind of amoeboid creature, to be pitied (even if it could survive somehow). The scope and limits of development are logically related. Take language, one of the few distinctive human capacities about which much is known. We have very strong reasons to believe that all possible human languages are very similar; a Martian scientist observing humans might conclude that there is just a single language, with minor variants. The reason is that the particular aspect of human nature that underlies the growth of language allows very restricted options. Is this limiting? Of course. Is it liberating? Also of course. It is these very restrictions that make it possible for a rich and intricate system of expression of thought to develop in similar ways on the basis of very rudimentary, scattered, and varied experience.

Προσπαθώ λοιπόν να περιορίσω τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι (που είναι και η πιο εύκολη μορφή άσκησης), με το να αποτραβιέμαι από εκείνα για τα οποία δεν έχω να πω τίποτε χρήσιμο ή έστω και ελάχιστα ουσιώδες. Ξεκίνησα με το κυπριακό, απόψε συνεχίζω με την Oρθοδοξία.

Από τα πολλά βιβλία που μπορεί να διαβάσει κανείς για την Ορθοδοξία, τρία είναι πολύ σημαντικά (δύο εκ των οποίων γραμμένα από Βρετανούς). Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο από τα βιβλία είναι γραμμένα από Βρετανούς: καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90 κατέβαιναν ορδές αγγλικανών στην Ελλάδα, άλλοι για να βρούνε τους Πατέρες (όπως οι προπάπποι τους για να βρούνε τον Περικλή, τον Σωκράτη ή κάποιον κίναιδο της κλασσικής αρχαιότητας), άλλοι για να γλιτώσουν από τις απαίσιες κι αντικανονικές γυναίκες ιερείς της Εκκλησίας της Αγγλίας. Ένας πρώην αγγλικανός παπάς μού είπε τότε το εξής αμίμητα καζουιστικό: «άμα χειροτονήσει γυναίκες η Ρώμη ή έσεις, να χειροτονήσουμε κι εμείς: όμως εσείς έχετε την αποστολική διαδοχή, εμείς είμαστε τα μπάσταρδα του μοιχού μονάρχη».

Τα δύο βιβλία είναι σαν ταξιδιωτικά: το ‘Στη σκιά του Βυζαντίου’ (από τον Άθω μέχρι την Αίγυπτο) και το ‘Why angels fall’ (από τη Σερβία μέχρι την Κύπρο μέσω Ρωσίας και Ρουμανίας και Σταμπούλ).

Το δεύτερο μάλλον δε θα μεταφραστεί ποτέ στα ελληνικά: γραμμένο από μια χολερική κυριούλα, η οποία όμως δυστυχώς έχει τσεκάρει και τεκμηριώσει πολύ καλά όσα γράφει και φροντίζει συνήθως να δίνει και τις δυο απόψεις σε θέματα διαμάχης, θεωρεί την Ορθοδοξία την καρδιά της χριστιανοσύνης (που όμως έχει χάσει το μυαλό της). Αντιλαμβάνεστε την ισόρροπη γνώμη της για τη δυτική χριστιανοσύνη: το άκαρδο μυαλό κτλ.

Τα χαρακτηριστικά του ‘Why angels fall’ είναι δύο: η αναδίφηση διάφορων ανατριχιαστικών γεγονότων από την ιστορία της Ορθοδοξίας, πάντα τεκμηριωμένη, και ότι, όπως το ‘στη σκιά του Βυζαντίου’, το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια αλυσίδα από συναντήσεις και συνεντεύξεις με δεσποτάδες, μοναχούς, πιστούς και άπιστους. Και στα δύο βιβλία οι άνθρωποι στις τρεις πρώτες κατηγορίες (από τον καλόγερο στον Άγιο Σάββα στην Ιουδαία του πρώτου βιβλίου μέχρι την Ουαλλή προσήλυτη της Πάτμου του δεύτερου) είναι είτε σατανάδες καλλιγωμένοι, είτε ούφο περιστρεφόμενα (και ενίοτε βαθιά ανεύθυνα), είτε κατευθείαν για το μουρλοκομείο. Κανονικά όμως. Αναρωτιόμουν αν πρόκειται για αντιπροσωπευτικά δείγματα. Αναρωτιέμαι ακόμα. Σχεδόν.

Το τρίτο βιβλίο είναι το ‘Ορθοδοξία και Δύση στη σύγχρονη Ελλάδα’. Ανακουφιστικό και παραμυθητικό μετά τα προηγούμενα δύο. Η Ορθοδοξία είναι όλα και τα πάντα. Μια πρώτη νόθευση ξεκίνησε τον 13ο αιώνα και συνεχίζεται. Αλλά αυτά είναι ψιλοθεολογικά. Όσα μεμπτά μπορείτε όμως να δείτε εσείς στην Ορθοδοξία είναι αποτέλεσμα των Βαυαρών και των μετέπειτα σκοτεινών οργανώσεων Ζωή, Σωτήρ και σία. Έξω από τις οργανώσεις και μέσα στην ενορία όλα είναι συναλληλία, συναμφότερον, αλληλοπεριχώρηση, κοινότητα, σύναξη, βίωμα, αλήθεια, ποιότητα, μέθεξη, κατάνυξη και μοναστικές κιβωτοί. Εν έτει 2009 βεβαίως ξέρουμε ότι όσες μοναστικές κιβωτοί δεν είναι τίγκα στους φανατίλες, είναι επίχρυσες και πολύχρυσες και χρυσοπακτωμένες, τύπος και σκιά των οποίων είναι εκείνη η ταπεινή Κιβωτός της Διάθηκης που περιέφεραν οι ισραηλίτες στην έρημο και βρήκε ο Ιντιάνα Τζόουνς. Αλλά κι αυτό εξηγείται: φταίει η Δύση. Που πρώτα διέφθειρε την Ορθοδοξία και μετά τα μυαλά ανθρώπων σαν κι εμένα. Ενδέχεται πάλι, όλα αυτά να λέγονται γιατί δεν καλλιεργούνται οι ιστορικές σπουδές και δεν ασχολούμαστε με την ελληνική ιστορία στην Ελλάδα. Ενδέχεται να φταίει που δεν έχουμε ιδέα για τα ορθόδοξα σύνδρομα βορείως της Γευγελής και του Σαντάνσκι. Που είμαστε στο κέντρο της Οικουμένης, ρε αδερφέ.

Άντε, τελειώσαμε και μ’ αυτό. Έκλεισε κι αυτό το βιβλίο. Στο τέλος θα καταλήξω να σας λέω την ιστορία της ζωής μου με δόσεις…

Here’s to you

Ένα τραγούδι από το οποίο αντηχούσαν τα παιδικά μου χρόνια.

Καιρό είχα να συγκινηθώ από κάτι που βρήκα στο Ίντερνετ. Πληροφορίες εδώ κι εδώ:

Αν και χτες ο Κουκουζέλης μού έδειξε τα ελληνικά ποιήματα του Μεβλανά Τζαλαλαντίν Ρουμί.

Επίμετρο: Πώς τα τραγούδια πάνε στη Γαλλία για να ψοφήσουνε.

Δεύτερο επίμετρο:

If it had not been for this thing, I might have lived out my life talking at street corners to scorning men. I might have died, unmarked, unknown, a failure. Now we are not a failure. This is our career and our triumph. Never in our full life can we hope to do such work for tolerance, justice, for man’s understanding of man, as now we do by accident. Our words – our lives – our pains – nothing! The taking of our lives – lives of a good shoemaker and a poor fish peddler – all! That last moment belong to us – that agony is our triumph.

Benim büyük babam İstanbul’dan geldi


Προοίμιο: Το ποστ προέκυψε από την οργή που μου προκάλεσε ανώνυμος πατερναλιστής που αποφάσισε (σα γνήσιος συμπατριώτης μου) να μου πει για τη ζωή μου. Ωστόσο, κατάφερε να μου θυμίσει τον παππού κι έτσι να συμμαζέψω σκέψεις που κάνω εδώ και δυο βδομάδες. Τον ευχαριστώ θερμά και του ζητώ να μην ξανασχολιάσει τίποτα δικό μου, αν έχει την καλοσύνη. Επίσης ευχαριστώ τον Χαίντελ και τον Τιμ Μπάκλυ που μου έκαναν παρέα όσο έγραφα. Αυτοί πάλι μπορούνε να σχολιάζουν όσο θέλουν.

Αν με ρωτήσουν ποτέ, που φυσικά μάλλον δεν πρόκειται να χρειαστεί, ποιοι άνθρωποι με επηρέασαν πιο πολύ, νομίζω ότι πολύ πιο πάνω κι από τον φίλο μου τον Γιώργο (που με έμαθε να ακούω μουσική: πολύ μεγάλο δώρο) είναι ο παππούς ο παρα λίγο συνονόματος, ο σχεδόν φίλος του Κατσίμπαλη. Έχω ξαναπεί γι΄αυτόν. Ήταν ένας πολύ στριφνός και δύσκολος και κρυψίνους άνθρωπος που έδινε σε όλους την εντύπωση της απλότητας, της ευθυμίας και της μεγαλοκαρδίας. Η ζωή τον είχε σμιλέψει μέσα από μια αλληλουχία πολλαπλών διαψεύσεων αλλά δεν γκρίνιαζε ποτέ. Μόνο τα γερατειά του τον πίκραιναν.

Μια μεγάλη διάψευση τον βρήκε σε ηλικία 70 ετών, το 1980, όταν πήγε στην πατρίδα του, στην Πόλη, μετά από απουσία περίπου μισού αιώνα. Στην Πόλη του ’80 όλοι τον αντιμετώπιζαν σαν φάντασμα του παρελθόντος με μακρύ παλτό και ρεπούμπλικο που μιλούσε μιξοφράγκικα παλιομοδίτικα τούρκικα και ρώταγε τιμές σε γρόσια. Αυτός είδε μια σκιά της Πόλης γεμάτη Τούρκους και την ay-yıldız να κυματίζει υπερμεγέθης στον ιστό του σχολείου του, λες και δεν κυμάτιζε όταν έφυγε. Του φάνηκε μια πόλη βρώμικη και μίζερη, φτωχή και γεμάτη κλέφτες εμπόρους και κακοντυμένα λωποδυτάκια.

Γύρισε πίσω στην Αθήνα ερείπιο, με το (χρόνια πια σβησμένο) πράσινο βλέμμα του να σαρώνει πολύ επίμονα πολύ μικρές περιοχές του οπτικού πεδίου απέναντί του καθώς μας τα έλεγε στο σαλόνι του παλιού σπιτιού. Ήξερε πια ότι, ακόμα και σε επίπεδο φαντασιακό, είχε χάσει για πάντα την Πόλη και ήτανε καταδικασμένος στην ωραία αλλά ξένη του Αθήνα. Μας έφερε κι έναν δίσκο με «τούρκικα», αλλά με λάθος «τούρκικα»: είχε ζητήσει δημοτικά τραγούδια για τη μητέρα μου αλλά ο απατεώνας «άλλο με έδειξε κι άλλο μ’ έδωσε, πότε πρόλαβε και το τύλιξε, δεν ξέρω». Του είχε δώσει λοιπόν κάτι «απαίσια γύφτικα» του Σουλουκουλέ. Τον έχω ακόμα τον δίσκο, είχε μια θελκτική κορακόμαλλη χορεύτρια στο εξώφυλλο (την έχει ακόμα) με σωστούς γοφούς και το απαραίτητο στήθος που τελειώνει σε κρόσια χανούμικα. Ένα τραγούδι εκεί μέσα (kestane λέγεται: ‘κάστανα’) μου άρεσε πολύ: είχε κι ωραία τουμπελέκια.

Η Πόλη του παππού είναι αυτή που κοιτούσε από το βαπόρι φεύγοντας για Σαλονίκη, με το σχολείο, τους κήπους, με τα βαποράκια του Κεράτιου που τον ανέβαιναν ζικ-ζακ, με τα ναυτικά που έντυναν τον αδερφό του, με τις εκκλησίες, το χασάπικο του πατέρα του, τα Πατριαρχεία, το όραμα του Αβέρωφ στον Βόσπορο («οχτώ χρονών ήμουνα») και τις συνοδευτικές γαλανόλευκες παντού στη γειτονιά του, με τη μάνα του που τον έστελνε να παίξει (κι αυτός ερχόταν πίσω σε 10 λεπτά για να διαβάσει εγγλέζικα και πώς προφέρεται αυτό το ‘barrel’). Αυτό που είδε το 1980 ήταν ένα λείψανο από εκταφή της Πόλης του, αν και σίγουρα η χαρά και το καμάρι και η φωλιά εκατομμυρίων άλλων.

Η πόλη η δική μου, η Αθήνα, είναι αυτή του 2004. Νομίζω ότι γερνάει πολυ γρήγορα. Και δε θα χρειαστεί να περιμένω 50-60 χρόνια να δω κάποιο μισολιωμένο λείψανό της. Νομίζω ότι τη βλέπω να γερνάει και να εκπίπτει. Αλλά πάλι, είτε είναι για την Πόλη, είτε για την Αθήνα, είτε για ανθρώπους που μας πήρε ο θάνατος ή ο χωρισμός πριν χρόνια, είτε και για εγώ δεν ξέρω για ποιον, «η αγάπη ουδέποτε πίπτει».

Όποιος ισχυρίζεται ότι δεν αγαπάει την πατρίδα του, πιθανότατα σφίγγεται υπερβολικά μποντυμπιλνταράδικα για να μας πείσει, όπως ο Τολστόι που ήθελε να απαρνηθούμε το σεξ. Απλώς, άλλο αγαπάω την πατρίδα και άλλο «αγαπάω» την ιδέα της. Άλλο καλλιεργώ την ταυτότητά μου, άλλο ανήκω σε μια παράδοση (συγγνώμη, ποιος δεν ανήκει;) και άλλο κραδαίνω φετιχιστικά την παράδοση σαν φαλλό υπεραναπληρωτικό ή σαν τσεκούρι στο κεφάλι του Άλλου, ενώ στον νου μου έχω συντηρητισμό, επαρχιωτισμό κι εσωστρέφεια — ή απλώς τρικυμία. Όπως διάβασα πριν πολλά χρόνια στην ‘Παλινωδία του Παπαδιαμάντη’ του Ράμφου, με αφορμή τους ‘Δαιμονισμένους’ του θεού Ντοστό, οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι είναι αυτοί που υποκαθιστούνε τα βιώματά τους (που δεν έχουνε) με αφηρημένες ιδέες.

Όσοι δεν έχουνε βιώματα, τα υποκαθιστούνε με ιδεολογία και απονία, με απάθεια και κυνισμό. Όσοι αρνούνται τον ορθό λόγο εκεί που εφαρμόζεται κι αρμόζει, τον υποκαθιστούνε με βιωματικά μαγιλίκια και διαισθητικό καραγκιοζισμό, με σαμανικά φαντάσματα και δαιμόνια-τελώνια.

Όσοι έχουνε και βιώματα και ορθό λόγο, απλώς τα αισθάνονται κάποτε μέσα τους να παλεύουν και να αλληλοσυμμαζεύονται, να αλληλοδασκαλεύονται και να μουρμουρίζουνε μεταξύ τους όπως οι σφυγμοί της καρδιάς μέσα στην ησυχία της νύχτας. Να διαψεύδουνε τα μεν τα δε, εναλλάξ και επί τα αυτά, όπως θα μας διαψεύσει όλους μας μια μέρα η γροθόσχημη καρδιά μας: το σύμβολο των συναισθημάτων που είναι μυώδης αντλία τετράχωρη.