Ο Sraosha πάει στις μαργαρίτες

Δε γίνεται να είσαι και ευαίσθητος και κουλ. Αυτό για αργότερα.

Αγαπώ πολύ τη Δυτική Ελλάδα. Γύριζα πάλι από εκεί και κοιτούσα έξω: εγκαταλελειμμένοι σιδηρόδρομοι, εγκαταλελειμμένες αποθήκες, εγκαταλελειμμένες (;) σήραγγες, εγκαταλελειμμένα εργοτάξια, εγκαταλελειμμένα χωριά: χρήματα του ελληνικού λαού πεταμένα. Ωραίες ανεμογεννήτριες, όλο χάρη, από τα όμορφα πράγματα που η τεχνική μας θα αφήσει στα τοπία του μέλλοντος. Διοχέτευση κυκλοφορίας μέσα από δρόμους χωριών. Κάποια νέα έργα. Οι προκλητικές πινακίδες που προειδοποιούν για επικινδυνότητα στο κομμάτι Κιάτο-Ρίο της κατάπτυστα στενής αλλά πανάκριβης «εθνικής» οδού, αν και άρχισαν κάποια έργα κι εκεί. Ορδές Σαλονικιών παντού λόγω της Εγνατίας: πολύ μεγάλο έργο, εκτός αν είσαι αρκούδα στα βουνά. Τσιγγάνοι και χαζογκομένια αμφότερων φύλων με σινιέ γιαλούμπες. Ασυνάρτητα ΚΤΕΛ και χρόνια έλλειψη σιδηροδρόμου. Η αντίφαση — όχι η ‘αντίθεση’ — ως η ουσία της Ελληνικής ‘εμπειρίας’. Και πολλών άλλων ‘εμπειριών’, βεβαίως.

Με πολλούς από εσάς έχω γίνει οικογένεια σχεδόν. Μέχρι και το μυστηριώδες καρχαριοειδές, τον Κύριο Φώλιο, γνώρισα. Λαμπρός κι εξαίρετος νέος, μακάρι να ήμουνα σαν κι αυτόν στα νιάτα μου. Σ’ εσάς που ρωτάτε είτε γιατί δε γράφω είτε γιατί σας έγραψα, υπενθυμίζω: γράφω μπλογκ κυρίως για αναψυχή, για να ξεσκάσω. Όπως το ψυλλιάστηκε κάποτε ο πατέρας μου: «όσο πιο πολλή δουλειά έχεις, τόσο πιο πολύ χαζεύεις, ε;» Όσο για τους φίλους μου, προτιμώ να τους βλέπω παρά να τους γράφω. Οπότε, πολλές φορές νομίζουν ότι τους γράφω γιατί, λ.χ., τσαντίστηκα ή πικαρίστηκα ή δεν ξέρω τι. Καμμία σχέση.

Το καλοκαίρι για μένα είναι η εποχή που έρχομαι αντιμέτωπος με τους φόβους μου. Φέτος το καλοκαίρι δούλεψα περισσότερο από άλλες φορές, οπότε οι αναμετρήσεις ήταν εντονότερες και πιο ποδοσφαιρικές. Κάποτε έβλεπα μέχρι και όνειρα ότι δικαιωνόμουνα σε πολυετείς διενέξεις: ξέρετε τι ονειρεύεται ο πεινασμένος.

Όσο πιο πολύ μεγαλώνω, τόσο περισσότερο παραδίνομαι στη συμπόνοια (για τους ανθρώπους) και στην κόπωση (από τους ανθρώπους), σχεδόν ντοστογιεφσκικά. Αντιφατικά. Συμπόνοια: μου είναι πια πολύ δύσκολο να πω «τα ‘θελε ο κώλος του», «ας πρόσεχε», «ωχ μωρέ καημένε», «μεγάλο παιδί είναι, 61 χρονών γυναίκα» κτλ. Κόπωση: μου είναι πια πολύ δύσκολο να κάνω χατήρια δεξιά κι αριστερά, να οχυρώνομαι πίσω από τη θρυλική καρτερία μου (ναι, στο μπλογκ βγάζω το άχτι μου και ψυχοθεραπεύομαι) για την κάθε μαλακία του κάθε κακομαθημένου. Δεν είμαι κουλ. Με νιάζουν οι άλλοι, κι όχι μόνο ως προς το ποια είναι η γνώμη τους για μένα. Με νιάζει αν είναι καλά, αν έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου γι’ αυτούς. Αν ήμουνα γιατρός (αν), θα πήγαινα γοργά στα θυμαράκια.

Δε γίνεται να είσαι κουλ και να είσαι και ευαίσθητος. Δε γίνεται να είσαι ακέραιος και να είσαι μόνο ηδονιστής. Αυτό σάς το λέει ένας ηδονιστής.

Νησιωτικά συμπλέγματα του Sraosha

Ι

Τα ρατσιστικά αντανακλαστικά είναι απολύτως φυσιολογικά. Όπως η λειτουργία της αφόδευσης. Και τα δύο εξυπηρετούν αναγκαίες λειτουργίες του οργανισμού μας: την ταύτιση με την οικογένεια, το κλαν, τη φυλή και την απέκκριση των υπολειμμάτων της πέψης. Όπως ακριβώς και με τις αφοδεύσεις μας, είναι τελικά αδιανόητο να πασχίζει κανείς να καταστείλει τα ρατσιστικά αντανακλαστικά του, όπως είναι σπατάλη σκέψης να αισθανόμαστε άσχημα γι’ αυτά. Και τα σκατά και τα αντανακλαστικά είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Ακριβώς όμως όπως οι αφοδεύσεις μας, τα ρατσιστικά αντανακλαστικά πρέπει να παραμένουν ιδιωτική υπόθεση — αυτό μέχρι και τα ζωάκια το ξέρουν. Στην καλύτερη περίπτωση, ρατσιστικά αντανακλαστικά και εκκενώσεις του εντέρου θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για κακόγουστο χιούμορ. Έως εκεί.

Ρατσισμός δεν είναι να αισθάνεσαι εκνευρισμό στη θέα του ευλαβούς μουσουλμάνου που προσεύχεται, αποστροφή για τη βουτυρώδη απλυσιά του Βρετανού, φόβο στην όψη του ψηλού και δυνατότερού σου Αφρικανού, τσαντίλα από την προφορά του Αμερικάνου, αναγούλα στη σκορδίλα του μεσογειακού, φρίκη για τα κατατρυπημένα κορμιά των τροφοσυλλεκτών ή των ροκάδων, αηδία για τα μη φασκιωμένα πόδια του νοτιοασιάτη το καλοκαίρι, θυμηδία για τον προσεκτικό και στεγανό πουριτανισμό του Κορεάτη, πονοκέφαλο από τις ξένες μουσικές, περιφρόνηση για τον γενικευμένο ευνουχισμό του χριστιανού και την τυπολατρία του Εβραίου. Ρατσισμός είναι να προσπαθείς να μεταφράσεις αυτά τα αντανακλαστικά σε στάση ζωής, σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, να τα μεταφράζεις σε πολιτική: προφανέστατα, πρόκειται για πολιτική του απόπατου.

Άλλωστε από τα ανθρώπινα κόπρανα ούτε λίπασμα δε γίνεται.

II

Για την ακτοπλοΐα μας έχω ξαναγκρινιάξει, για ένα από τα βαπόρια της Σκιάθου συγκεκριμένα. Για να μιλήσω λίγο πιο προσωπικά, σιχαίνομαι τα βαπόρια. Κατάστρωμα, ας πούμε: η λεπτή στρώση ντίζελ κι αλμύρας που σε καλύπτει και σε παστώνει σαν στάχτη του Βεζούβιου, τα άβολα παγκάκια ή η λαμαρίνα πάνω στα οποία μάταια προσπαθείς να κοιμηθείς, ο καταπιεστικός αγέρας που σου φέρνει σκουπίδια κι αποτσίγαρα και — κάποτε — την ξερατίλα στομαχιών πιο ντελικάτων από το δικό σου. Μέσα: τα σεντόνια και τα σλίπιν μπαγκ πάνω στις μοκέτες και στα κλιμακοστάσια με πάνω τους όσους κυλιούνται και κοιμούνται, οι τηλεοράσεις στο τέρμα για τους άυπνους, η μπόχα του καθενός συντηρημένη από τον κλιματισμό, οι ανεκδιήγητες αεροπορικές θέσεις…

ΙΙΙ

Το ιερό και πανσέβαστο κυκλαδικό τοπίο, το οποίο οφείλουμε να προσκυνούμε ομοθυμαδόν, είναι αποτέλεσμα καταιγιστικής αλλά μακραίωνης οικολογικής καταστροφής, επανειλημμένων αλώσεων. Όπως τα καταπράσινα λιβάδια της Ευρώπης και της ανατολικής Βόρειας Αμερικής, το γέννησε η συστηματική και άλογη αποψίλωση. Στην περίπτωση των Κυκλάδων, κατόπιν επέπεσαν και η ανομβρία και οι κατσίκες, που έφεραν τη διάβρωση και τις συνέπειές της.

Μετά από αιώνες, κατά τους οποίους γενιές αγροτών επίμονα και σχεδόν ατελέσφορα μοχθούσαν πάνω στη χέρσα κι άδεντρη κι άθαμνη γη, ο ιεροφάντης Ελύτης μετέφρασε τα νεκρά βράχια των Κυκλάδων σε μυστικά τοπία, σε πεδία αυτοσυνειδησίας, στα στοιχεία που συνθέτουν την Ελλάδα, στα κόκκαλά της τα ιερά, εξορίζοντας ολόκληρη την ηπειρωτική και την υπόλοιπη νησιωτική Ελλάδα σαν εικόνα, σαν τοπίο και σαν αίσθηση στη σφαίρα του συμβάντος, του επιμέρους, του καθέκαστου. Έτσι η Ελλάδα έμεινε να φαντάζει σκέτο κόκκαλο, ένα σκέλεθρο που το λευκαίνει τερατωδώς ο φρικτός ήλιος το καλοκαίρι και το γδέρνουν αγέρηδες υγροί το χειμώνα.

Κάπου στο μεταξύ κατέφθασαν οι ιδεαλιστές ταξιδιώτες, ο Λεκορμπυζιέ και δαύτοι, που στις Κυκλάδες έβρισκαν σε αφθονία γυμνά τα τρία από τα τέσσερα εμπεδόκλεια στοιχεία, και χαιρόντουσαν σφόδρα. Προφανώς δεν είχανε δει ακόμα τα άψυχα βουνά του φεγγαριού, τις πεθαμένες κοιλάδες του Άρη, ή — πιο κοντά μας — τη Σαχάρα, τη Γκόμπι, την Καλαχάρι, τους παγωμένους χερσότοπους της Ανταρκτίδας. Δεν είχε ντοκυμαντέρ τότε, πού να τα δούνε όλα αυτά. Τους μοντερνιστές τους μάγευε το στοιχειακό και το στοιχειώδες και οι καθαρές επιφάνειες: βρήκαν και τα τρία στις Κυκλάδες σε αφθονία.

Μετά πλακώσαν οι τουρίστες. Πρώτα άπλυτοι και σε αναζήτηση μυκήτων και ουρολοιμώξεων (μικρό τίμημα για την προσωρινή σεξουαλική απελευθέρωση και την ψευδαίσθηση ότι συγκροτούσαν κοινότητες προπτωτικών τροφοσυλλεκτών), μετά όλη η σάρα και η μάρα που ήθελε να φέρει μαζί της την πόλη αλλά όχι τη δουλειά, να γευτεί κι αυτή έναν ερζάτς ηδονισμό και να δώσει ζωή στις ταβέρνες. Άλλωστε, μη λησμονείτε: ο πολιτισμός μας κολυμπάει για αναψυχή μόλις 90, άντε 100, χρόνια. Τσιμπούσια κάνει επί χιλιετίες.

Στις αρχές του εικοστού πρώτου, οι Κυκλάδες — με εξαίρεση τα τρία κοσμήματα της Σαντορίνης, της Σύρου και της Νάξου (η καθεμιά κόσμημα με τον τρόπο της) — είναι όλες απαράλλαχτα κατάξερες και χέρσες, με παραλίες μέτριες ή δυσπρόσιτες ή και τα δύο, με χώρες ταυτόχρονα παρατημένες και πηγμένες, εξίσου αδιάφορες και γραφικές (με την κακή έννοια), όλες γεμάτες μαγαζιά που πουλάνε αλυσίδες, φουλάρια, σαλβάρια, τσαγκλιά και τσουμπλέκια ή που νοικιάζουνε μηχανάκια.

Πάντως, εκτός από τα τρία κοσμήματα, προσωπικά θυμάμαι με αγάπη και την Τζια και την Τήνο και την Ίο. Εκεί που τελειώνει η φρόνηση αρχίζει η αγάπη, υποθέτω. Και καλά κάνει.

ΙV

Τα μικρά και σχετικά απομονωμένα νησιά προσφέρονται για διακοπές υψηλού ρίσκου.

Κουβάς: κάποιες φορές, πέφτεις στα νύχια άπληστων χωριατών που περιμένουν τη σύντομη σαιζόν για να αποστάξουν από πάνω σου και το τελευταίο σου ευρώ με άθλια υπερτιμημένα δωμάτια, ζωοτροφές στην τιμή τρούφας, ποτά μπακάλικου για 15 ευρώ.

Κέρδος πέρα από κάθε φαντασία: κάποιες φορές σε υποδέχονται πραγματικά φιλόξενοι και φιλικοί άνθρωποι που ασχολούνται μαζί σου λες και σε ήξεραν καμμιά δεκαετία, ενώ μέσα σε 2-3 μέρες καταλήγεις να γίνεις μέλος μιας μεγάλης παρέας που κάνει πραγματικές διακοπές. Ε, άμα είναι καλό και το φαγητό, ακόμα καλύτερα.

Το ρισκάρεις όμως; Ε, είναι θέμα χαρακτήρα.

(Η φωτό του Andrew Pashis από εδώ.)

Αγριότητες


Με όλον τον σεβασμό στον Παντελή Μπουκάλα, μια από τις αξιότερες, διαυγέστερες και γενναιότερες πέννες (ή πληκτρολόγια) του ελληνικού τύπου, η ελληνική κοινωνία ήτανε πάντα έτσι. Ίσως και χειρότερη.

Ο ρατσισμός είναι μόνο μία αφορμή σε έναν κόσμο όπου η κόρη της διπλανής είναι πουτάνα, οι κατωχωρίτες (ή οι πανωχωρίτες, αν είσαι κατωχωρίτης) είναι όλοι ρουφιάνοι, κατσικοκλέφτες και κουμούνια / φασίστες, οι Τσιγγάνοι ανθρωπόμορφοι σωροί μιάσματος και μολυσμού κτλ.

Απλώς τώρα πια, στην άτιμη και σκολιά εποχή μας, μαθαίνονται πολλά περισσότερα και γρήγορα: το να περαστούν εγκλήματα ‘τιμής’ και περιουσιακών διαφορών, λυντσαρίσματα, αναγκαστικοί εγκλεισμοί, βεντέτες, αρπαγές, βιασμοί, αιμομιξίες, παιδεραστίες, γενικευμένες λεηλασίες περιουσιών κτλ. στο ντούκου είναι πιο δύσκολο. Όχι μόνο γιατί έχει ραγίσει η παραδοσιακή ελληνική ομερτά, παρά και γιατί τώρα τα μέσα είναι πολλαπλάσια και εύκολα προσβάσιμα.

Πολυπολιτισμικότητες


Πριν φύγω να πάω να δω την καταπληκτική παράσταση της Editta Braun Company απόψε, έβλεπα ένα ντοκυμαντέρ για το Ντουμπάι, μάλλον γυρισμένο πριν την κρίση. Έλεγαν λοιπόν διάφοροι για το πόσο ωραίο και πολυπολιτισμικό είναι το Ντουμπάι, αφού δυτικοί από διάφορες χώρες συνάζονται για να κάνουνε συγκομιδή τον πλούτο εκεί, και ότι το Ντουμπάι δε διαφέρει από το Παρίσι, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, αφού κι εκεί υπάρχουνε κανόνες που πρέπει να ακολουθεί κανείς.

Θα παρακάμψω την άποψή μου για το Ντουμπάι, η οποία είναι «ψόφο κακό κι ογλήγορα», και θα σταθώ λίγο στην πολυπολιτισμικότητα, η οποία τριβέλιζε το μυαλό μου όσο παρακολουθούσα την ανοικείωση και την αφαιρετική αποσυναρμολόγηση του σώματος στην παράσταση της Editta Braun Company.

Τα κέντρα όπου ρέει το χρήμα και συσσωματώνεται η εξουσία ανέκαθεν μάζευαν πολλά έθνη, πολλούς πολιτισμούς και κάθε καρυδιάς καρύδι. Αναπόφευκτα. Για παράδειγμα, άμα σου λένε ότι στο Mikligarðr τρώνε με χρυσά κουταλοπίρουνα, μπορεί και να καταλήξεις να ζεις στο Mikligarðr που κάποιοι λένε Τσάριγκραντ κι οι πιο πολλοί Πόλη. Και ούτω καθεξής.

Στο Ντουμπάι είναι μαζεμένοι και πολλοί νοτιοασιάτες, παρίες που δουλεύουνε για να σηκώνονται οι ενεργοβόροι ουρανοξύστες του χρήματος χωρίς αντίκρισμα, δες και το Syriana για να σου το ξηγήσουν επί το αφηγηματικότερο. Σίγουρα, σε κάποια σκονισμένη γωνιά υπάρχει και ζει και ο δικός τους πολιτισμός και ίσως να οσμωθεί λιγάκι με τον νεοαραβικό νεοπλουτισμό των ουρανοξυστών, των στεγασμένων χιονοδρομικών κέντρων και των τεχνητών νησιών. Ίσως. Σε 50 ή 70 χρόνια. Όπως κάτι από τον πολιτισμό των πεινασμένων Ιρλανδών και των άπλυτων Ιταλών και των ζαμπόνηρων Ελλήνων του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα είναι κομμάτι των σύγχρονων ΗΠΑ.

Είναι όμως υποκρισία κι αφέλεια να θεωρεί κανείς απλώς τη συνύπαρξη γλωσσών και κουλτουρών και πολιτισμών και θρησκειών (ιδίως αυτών…) ως ντεφάκτο πολυπολιτισμικότητα και πολιτισμικό πλούτο. Ο πολιτισμός ενός τόπου είναι συνήθως αυτός όσων έχουνε τα φράγκα. Στην ‘πολυπολιτισμική’ Πρωσία, οι Γερμανοί είχανε το πάνω χέρι. Στη σούπερ πολυπολιτισμική Ρωσία του σήμερα οι Τάταροι κι οι Τσουβάσιοι και οι Καλμούκοι είναι σχεδόν αόρατοι κι αμελητέοι. Και τα λοιπά. Τι θέλω να πω: το ότι βλέπει κανείς «πολύχρωμα πλήθη» στο δρόμο (ή, ακόμα χειρότερα, στα κλιματισμένα εμπορικά κέντρα) δεν αποτελεί εγγύηση
α. ούτε ότι διάφοροι πολιτισμοί βρίσκονται σε μια διαδικασία διαλεκτική — ή έστω διαλόγου,
β. ούτε καν ότι οι διάφοροι πολιτισμοί συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα αρμονικά.

Πραγματικά πολυπολιτισμικές πόλεις του παρελθόντος όπως το Λβοφ, η Σαλονίκη, η Πολη, η Σμύρνη, η Βίλνα, η Πράγα, η Τιμισοάρα κτλ. αποστειρώθηκαν γρήγορα κι αποτελεσματικά, όταν δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία. Οι πόλεις του σήμερα που επιδεικνύουν την πολυπολιτισμικότητά τους, την εκθέτουνε συνήθως μέσα σε περισσότερο ή λιγότερο φροντισμένα γκέτο ή σε εστιατόρια με νερωμένες εθνικές κουζίνες…

Όλα αυτά, βεβαίως, τα ξέρουν όσοι ζούνε στην Αθήνα. Στο κέντρο, πιο συγκεκριμένα.