Μέρος του ευ ζην

Η πρώτη μου πραγματική επαφή με τον ορθό λόγο σαν σύστημα κατανόησης του κόσμου και οργάνωσης του δημόσιου βίου ήρθε στο πανεπιστήμιο. Αυτό μας λέει κάτι για το σχολείο, κάτι δυσάρεστο. Η επαφή αυτή συνέπεσε με τη συνάντησή μου με πέντε δασκάλους μου.

Η Πέπη Ρηγοπούλου μού έμαθε στο πρώτο έτος να βλέπω την τέχνη και τον κόσμο γύρω μου. Αντί να μας φουσκώσει τα μυαλά με Σημειολογία και άλλες παρόμοιες σολωμονικές, μάς έδινε αινίγματα, προβλήματα, κοάν, μικρές ιστορίες (από αυτήν λ.χ. πρωτοκατανόησα τον φαύλο κύκλο της Επανάστασης, όταν μας μίλησε για το Μύνστερ). Θα ήθελα πάρα πολύ να ξαναεπικοινωνήσω μαζί της.

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης μού έμαθε πως ακόμα και σε κάτι τόσο, τόσο, τι να πω, ας πω αυθαίρετο, όπως η κλασσική φιλολογία, υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία κι ότι δεν μπορεί ο πασαένας να λέει με στόμφο ό,τι του έρχεται στην γκλάβα. Η κλασσική φιλολογία δεν ήτανε λοιπόν αυθαίρετη αρχαιοπληξία, η αυθαιρεσία βρισκόταν σε μερικούς έλληνες θεράποντές της. Ο Γιατρομανωλάκης, κάνοντάς με λιγάκι ρόμπα (ρωτήστε να σας πω) μου έμαθε επίσης τι είναι κάθαρση, το δε μάθημά του ήτανε πάντα θεαματικό: έτσι, ποτέ δε με εντυπωσίασαν οι αμερικάνοι σώουμεν της γνώσης, αφού ήδη είχα πέσει στη μαρμίτα του Γιατρομανωλάκη.

Ο Ι. Θ. Παπαδημητρίου, καθόλου σώουμαν αυτός, μου έμαθε να σέβομαι την έρευνα στις κλασσικές σπουδές ακόμα βαθύτερα. Μας έφερε κοντά στα σπαράγματα χειρογράφων και στα ανακριβή παραθέματα κάθε Αθήναιου, Διόδωρου Σικελιώτη και Στοβαίου που συνθέτουν την κουρελού των σωζόμενων κειμένων. Απομυθοποίησε τον αρχαίο ποιητή και το ποίημα εν μέρει γιατί μας έμαθε να κάνουμε κριτική έκδοση: κειμένων, ιδεών, απόψεων. Αν το μόττο εδώ είναι Νάφε και μέμνασο απιστείν οφείλεται κατά κάποιον τρόπο στον Παπαδημητρίου.

Η Άννα Τζούμα με οδήγησε σε κρίση στο δεύτερο έτος: μαρξίστρια νεομπαχτινική (αλλά και αστρολόγος — αχ η ανθρώπινη φύση…), φορμαλίστρια αφηγηματολόγος, ανατίναξε μέσα σε περίπου σαράντα λεπτά ολόκληρο το μαγιλίκι και το ψάρωμα περί τη λογοτεχνία που ένα παιδί γραμματιζούμενο είκοσι ετών κουβαλάει στο κεφάλι του: «μην περνάτε την εξακτίνωση των νοημάτων, την πολυσημία, για μεταφυσική». Έτσι ξανάπιασα να βρω το γήτεμα της λογοτεχνίας ξανά από την αρχή, κυρίως διαβάζοντας Σολωμό.

Ο Γεράσιμος Χρυσάφης μού έμαθε ότι ο πανεπιστημιακός δάσκαλος είναι άνθρωπος: ούτε τοτέμ, ούτε μορμολύκειο, ούτε στάρετς Ζωσιμάς, ούτε — βεβαίως — αυθεντία (χάχαχαχαχαχαααααααααα). Απλώς, καμμιά φορά, είναι νηφάλιος και με χιούμορ, ξέρει και πέντε πράματα παραπάνω που είναι αφοσιωμένος στο να σου τα περάσει. Όπως εκείνος, δηλαδή.

Τους ευχαριστώ όλους, φυσικά.

Not a lot of people know that

Η καλύτερη διασκευή του Psycho Killer. Καλύτερη κι από κείνη με την κότα που κακαρίζει αντί για το ‘fafa fafafa fafafafa’ (αθάνατοι στίχοι). Αντιγράφω από το σημείωμα που συνοδεύει το τραγούδι:

PSYCHO (1983, Αθήνα)
Οι Psycho δημιουργήθηκαν το 1981 από τον Στέφανο Κοτατή (Σύνθεση – φωνή – κρουστά).
1ος δίσκος 1982 – Montage Fatal (Warner)
Στέφανος Κοτατής : Φωνή
Ντόρα Αντωνιάδου : Πιάνο – φωνή
Σταμάτης Σπανουδάκης : Ενορχήστρωση – πλήκτρα – κιθάρες

υποκλιθείτε στην φωνή της Δώρας Αντωνιάδου!!!

Υπαρκτός σουρεαλισμός

Forwarded conversation

Subject: Γεια σου
————————

From: N K
Date: 2008/11/1
To: structure.dependence@gmail.com

Είσαι καλά;
Μπορείς μήπως να με βοηθήσεις να βρω δυο ιστολόγους;

Ν.

———-

From: Stephen Dedalus
Date: 2008/11/1
To: xxxxx@yahoo.gr

Ποιος είναι;

———-

From: N K
Date: 2008/11/2
To: Stephen Dedalus

Νίκο με λένε. Είσαι αρκετά δικτυωμένος ή ν’ αποτανθώ αλλού;

———-

From: Stephen Dedalus
Date: 2008/11/4
To: xxxxx@yahoo.gr

Ν’ αποταθείτε αλλού, Νίκο: είμαι μάλλον αδικτύωτος.
Σρ.

———-

From: N K
Date: 2008/11/4
To: Stephen Dedalus

Το κατάλαβα. Καλώς. Δεν πειράζει.

Don’t mess with the Zohan, ρε

ή Το ντάρμα του Ρακάσα

Πάνω που πήγαινα να κοιμηθώ, μετά από μια βραδυά οινοποσίας και γενικότερης μοσχοβολένιας ευδαιμονίας, μπήκε ο τέτοιος μέσα μου (‘I don’t need to sell my soul, he’s already in me‘, που έλεγε κι ο ύμνος της εφηβείας μας) και γραφω αυτό.

Πολλά πράματα τελικά είναι ζήτημα περικειμένου (‘κόντεξτ’, ντε). Αλλιώς γράφεις όταν εμπνέεσαι από και απαντάς (έστω κι έμμεσα) σε τσαχπίνηδες, ευγενικούς και ευφυείς συμπλογκάδες, αλλιώς σούρνεσαι κι αντιδικείς και ζοχαδιάζεσαι και μεμψιμοιρείς όταν κινδυνεύεις να σε ποδοπατήσουν κάθε λογής ιεροεξεταστές και γίδια, αφού αποπατήσουν πάνω σου.

Πάλι μεταμπλόγκινγκ, δηλαδή. Χάλια μαύρα, παρακμή. Θέμα έκθεσης:

«Γιατί εγώ βαριέμαι πια να μπλογκάρω.»

Τα σώψυχά μου δεν είχα ποτέ σκοπό να τα απλώσω μπουγαδικώς, αυτά είναι για τους φίλους, όχι για τα φόρα. Όταν το κάνω, πρόκειται για σώψυχα τουλάχιστον δεκαετίας, α λα αρχεία Φόρεϊν Όφις. Αλλά κι αυτό έχει καταντήσει αηδία: χεστήκατε στο κάτω-κάτω για τη σχέση μου με τον Μπετόβεν ή για προπολεμικά γκομενικά μου. Η επικαιρότητα σχολιάζεται καλύτερα από άλλους, συνήθως επαγγελματίες. Τα σπάνια καλά κείμενα που βρίσκω ονλάιν (απέραντα πληκτικό έχει καταντήσει το ίντερνετ: θα φταίει η διεστραμμένα συναρπαστική ζωή μου και το, ακόμα πιο ανώμαλο, ανανεωμένο ενδιαφέρον μου για τη δουλειά…), τα μπαζάρω. Αρχιμάστωρ Νέστωρ να γράφω δυσνόητα αλλά διαστημικά κείμενα δεν είμαι. Για το Κυπριακό γράφουν άλλοι καλύτερα, εγώ πλέον το αντιμετωπίζω σαν κακόγουστο και κουρασμένο γκραν-γκινιόλ. Τεράστιες βεβαιότητες δε διαθέτω, ώστε να γράφω παιδαγωγικά, δημηγορικά και απολογητικά κείμενα. Όλα όσα βλέπω, διαβάζω, ακούω, θέλω πια να τα μηρυκάζομαι πρώτα. Για καιρό, καμμιά φορά.

Γιατί να γράφω λοιπόν.

Και κυρίως: μοναξιά. Ο alberich (γκουρού μου), δε γράφει γιατί — λέει — δεν ξέρει να γράφει. Από κει να καταλάβετε. Άλλοι δε γράφουν για άλλους λόγους.

Άμα δε διαβάζεις, τι να γράψεις;

Πραγματικά βαρέθηκα. Διάβαζα τη βαρεμάρα που βγάζουνε τα κείμενά μου των τελευταίων μηνών και με πιάνει, τι άλλο, βαρεμάρα. Μετά από 400-τόσα ποστ δεν έμεινε κανένας στο στενάκι όπου παίζαμε, μόνον κάτι ανώμαλοι που μας μπανίζουν και μουρμουράνε, κάτι θεοσκοτωμένα χαζά και τα συνήθη κωλόπαιδα που θέλουνε να μας βάλουνε τρικλοποδιά για να σκάσουμε πάνω στην άσφαλτο.

Πρέπει να πάψω να φιλοτιμούμαι και να γράφω ψυχαναγκαστικά κάθε τόσο, πρέπει να ακολουθήσω το ντάρμα του Ρακάσα: «στη χάση και στη φέξη». Άμα υπάρξει καμμιά συνταρακτική αφορμή. Άντε, να λινκάρω τίποτα βίντεο πού και πού.

Όποιος θέλει ολόκληρο το μυθιστόρημα, να μου γράψει. Υπόσχομαι να απαντάω στα ιμέιλ.

Προμόσχιον

Ο Σαρός Σραούσογλου γεννήθηκε δίπλα στην Κλειτορία Κορινθίας το 1579 από Γκαγκαούζα μητέρα και χασάπη πατέρα. Σπούδασε Γεωγραφία, Αμπάριζα, Ελληνική Τηλεοπτική Ιστορία και Ορθόδοξη Πνευματικότητα στο Πανεπιστήμιο της Ζωής. Μετά την (ομολογουμένως καθυστερημένη) μπαρ μίτσβα του στα 17, η οποία σημαδεύτηκε από οιωνούς, κυκλοφοριακή συμφόρηση και τέρατα, μαθήτευσε δίπλα σε μεγάλους Δασκάλους του Γένους στο ΙΕΚ Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Σήμερα εργάζεται ως φούρναρης, ασφαλιστής και αγγειοπλάστης (πράγμα που συνεπάγεται ότι το πελώριο μουσικό ταλέντο του παραμένει εν πολλοίς αναξιοποίητο), ενώ η συμβολή του στο κοινωνικό σύνολο συνίσταται κυρίως στη συστηματική εκ μέρους του δωρεά οργάνων (ιδίως ευήκοων ώτων) καθώς και στην αφιλοκερδή αφοσίωσή του στην εξάσκηση της Ψυχοκατακλυσμικής Θεραπείας, η οποία του προσπόρισε αναρίθμητους εχθρούς, πλην όμως πάντα για το καλό τους, καθώς και την ανάλογη δόξα. Μέσα από το μπλογκ που διατηρεί επί τριετία και πλέον από κοινού με ένα ανύπαρκτο πρόσωπο αξιολογεί και διανέμει πορνογραφία για έφηβους και συνταξιούχους, πρωτότυπη και μεταφρασμένη.

Ο Σραούσογλου, ως πολύτεκνος πατέρας και ευαισθητοποιημένος σύζυγος έχει αναμιχθεί στα κοινά, κατεβαίνοντας με τη ΝΔ ως υποψήφιος καναλάρχης στην εκλογική περιφέρεια Υπολοίπου Λοκρίδος. Ινδάλμάτα του είναι ο δικηγόρος του, ο νευρολόγος του και ο Άγγλος πατέρας του. Στον ελεύθερο χρόνο του κοιμάται.

Ο ΣΣ είναι επίσης αποτυχημένος δημοσιογράφος, αποτυχημένος συγγραφέας, νευρικός εραστής και παρεξηγημένη μεγαλοφυία: ένας σύγχρονος Έλλην Εύρυμαν που ζητάει την ψήφο σας.