Ένας φίλος από τα παλιά
Σκέφτομαι να γράψω γι’ αυτόν εδώ και δυο μέρες αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του. Με τίποτα.
Τους πρώτους Κύπριους τους γνώρισα στην κατασκήνωση, όταν πήγαινα Γυμνάσιο. Καλά παιδιά αλλά λίγο χαμένα στο διάστημα: ό,τι και να τους έλεγες, σε κοιτούσαν με απέραντη απορία. Χρόνια μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν απαραιτήτως χαζοί, ότι αυτή η χαύνη έκφραση ήταν απλώς κοινωνικό αντανακλαστικό (σαν τη συγκρουσιακή γαϊδουριά του Έλληνα).
Στο Πανεπιστήμιο γνώρισα μερικούς ακόμα Κύπριους, αλλά αυτοί ήτανε μάλλον κουλ. Οι Κύπριες πάλι είχανε μια μονίμως κουτόξινη έκφραση στη μάπα τους. Χρόνια μετά κατάλαβα ότι δεν οφειλόταν στην απουσία φτηνής και καλής αισθητικού στην Αθήνα και υποψήφιου γαμπρού στη Σχολή, ότι αυτή η κουτόξινη έκφραση καλύπτει σαν φερετζές το αρχοντοχωριάτικο κενό και — κυρίως — τις πιέσεις και άγχη του να είσαι γυναίκα στη Μεγαλόνησο (σαν την κομφορμιστική μαγκιά της Ελληνίδας).
Μεταφερόμαστε στο έτος 1992. Ο κολλητός θέλει να μου γνωρίσει έναν συμφοιτητή του, αυτόν του οποίου το όνομα δεν μπορώ να θυμηθώ. Έμενε στη φοιτητική εστία στου Ζωγράφου. Για μένα αυτός ο μπρουταλιστικός μονόλιθος ήτανε μια τεράστια μεταφορά για την ελευθερία της φοιτητικής ζωής (είχα την ατυχία να βγάλω πτυχίο από το σπίτι των γονέων μου). Έτσι, όταν πρωτομπήκα στο δωμάτιό του σχεδόν συγκινήθηκα: a room of one’s own! Ανεξαρτησία. Αυτοπροσδιορισμός. Αυτοδιάθεση. Η θέα από το παράθυρο (κάτι κτήρια του Πολυτεχνείου και ολίγη από Υμηττό) μου φαινόταν κάδρο που απεικόνιζε την ελευθερία να οδηγεί τους φοιτητές.
Λοιπόν, αυτός ο τύπος ήταν Κύπριος. Ούτε φυσιογνωμικά, ούτε από άποψη συμπεριφοράς θύμιζε Κύπριο — μόνον από την προφορά βεβαιωνόσουν (τότε μου άρεσε πολύ ο τρόπος που μιλάν, αλλά κανείς δεν έστεργε να μου τα μάθει τα κυπραίικα). Τόσα χρόνια μετά, και τόσα χρόνια στην Κύπρο, δε γνώρισα άνθρωπο να μου τον θυμίζει. Τον θυμάμαι ολοκάθαρα κι ας μου διαφεύγει το όνομα.
Το δωμάτιό του είχε κάτι φωτογραφίες της Βουγιουκλάκη κολλημένες στον τοίχο, ποικιλία από σλόγκαν καλλιγραφημένα στο χέρι και μια φωτογραφία κάποιου μοναστηριού μέσα σε πυκνό δάσος, μάλλον ο Μαχαιράς ήταν. Αυτή η τελευταία εικόνα εγκαταστάθηκε στο υποσυνείδητό μου ως μια αρχετυπική εικόνα της ορεινής Κύπρου, όπου το χειμώνα κάνουν σκι και το καλοκαίρι χρειάζεσαι ζακέτα τη νύχτα. Παραπλανητική ή, έστω, καθόλου αρχετυπική η εικόνα, αλλά το 1992 δεν το ήξερα αυτό.
Μας έλεγε λοιπόν αστείες ιστορίες από τον στρατό, του οποίου τους 26 μήνες είχε αισίως ολοκληρώσει πρόσφατα. Μας έλεγε αστείες ιστορίες από το προηγούμενο εξάμηνό του (το πρώτο) στην Αρχιτεκτονική του δοξασμένου ΕΜΠ. Μας έφτιαχνε τσάγια. Δε μίλαγε για γκόμενες, αλλά στο μεταξύ είχα συναγάγει ότι οι Κύπριοι είναι έτσι πολύ ντροπαλοί και συνεσταλμένοι, οπότε δεν έδωσα σημασία. Μας έλεγε για το κανάλι της Εκκλησίας της Κύπρου κι εμείς ρωτούσαμε τι ταινίες δείχνει. Μας έλεγε ιστορίες του χωριού. Μας έλεγε για την αναγέννηση του Αγίου Όρους.
Ευχάριστη παρέα λοιπόν. Εγώ επιδίωκα να πηγαίνω στο δωμάτιό του, που έμοιαζε σαν κελλί, είναι η αλήθεια, όποτε περνούσα από του Ζωγράφου για να βλέπω λιγάκι πώς είναι το σκηνικό και, κυρίως, ο βιωμένος χώρος της ελεύθερης φοιτητικής ζωής, του ενός τηλεφώνου ανά 30 άτομα, της ελευθερίας να αισθάνεσαι ερωτοχτυπημένος και χάλια και να μην ανησυχεί κανένας μα κανένας.
Μετά ήρθε το καλοκαίρι και οι διακοπές.
Το φθινόπωρο ο κολλητός μου μού είπε ότι το παιδί που δε θυμάμαι το όνομά του είχε εξαφανιστεί. Ρώτησε στη γραμματεία της Σχολής του, έψαξε, ξαναρώτησε: είχε εξαφανιστεί. Με τα πολλά, κάποιοι άλλοι Κύπριοι του είπαν ότι είχε φύγει για το Άγιον Όρος. Μάλλον παρά τη θέληση των γονιών του. Είχε πάει να συμβάλει στην προσπάθεια πνευματικής αναγέννησης του Άθω. Πιο συγκεκριμένα, θα εντασσόταν στη ‘συνοδεία’ ενός καινούργιου δυναμικού ηγούμενου, ο οποίος με μια ομάδα Κύπριων μοναχών πρόσφατα είχε αφιχθεί στο Βατοπέδι.
John Stuart Mill
Ένα συγκλονιστικό κείμενο για τον John Stuart Mill. Είναι μεγάλο αλλά αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο.
Cyprus meze
Ο λόγος για τον οποίο ασχολούμαι με το Κυπριακό (αυτό είναι το έβδομο ποστ μέσα σε τριάμισυ χρόνια) είναι ο τραγελαφικός χαρακτήρας του. Θυμίζει σε πολλά το σενάριο της ταινίας Carlton-Browne of the F.O. (και καθόλου τυχαία): οι σκηνές μάλιστα όπου συζητιέται στα Ηνωμένα Έθνη η περίπτωση της διχοτόμησης (γκουχ) της νήσου Γκαϊλάρντια είναι βγαλμένες μέσα από τη ζωή και με έχουν σημαδέψει (την ταινία την είδα όταν ήμουν 13 και ξαναβρήκα πληροφορίες γι’ αυτήν μόλις απόψε). Φυσικά, αντίθετα με τη μακεδονική οπερέτα, τουλάχιστον στη μετά το 1992 μορφή της, το Κυπριακό έχει γίνει αφορμή πραγματικού πόνου, απώλειας και δυστυχίας, καταστροφής, θανάτου, ψυχολογικών τραυμάτων.
Ο δεύτερος λόγος που ασχολούμαι ακόμα είναι ότι, κατά βάθος, είναι ένα πρόβλημα πολύ πιο ξεκάθαρο κι ευκολοεπίλυτο από άλλα πολυπλοκότερα — τα οποία, αν δεν έχουνε διευθετηθεί τελείως, τουλάχιστον βρίσκονται σε μια πορεία επίλυσης και σε θεσμικές διαδικασίες κατά τις οποίες οι «εχθροί» εκόντες-άκοντες συνεργάζονται και συγκυβερνούν. Δειγματοληπτικά αναφέρω την Ανατολική Τιμόρ, τον Λίβανο και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. «Μα θα κάνουμε την Κύπρο Λίβανο;» Όχι, άλλωστε δε γίνεται. Όπως έλεγε ο Τσόμσκυς στην προπέρσινη επίσκεψή του στην Κύπρο: «Εκεί είναι πραγματικά δύσκολα τα πράγματα: έχουν 12 πλευρές κι όλες τρώγονται μεταξύ τους — εδώ οι πλευρές είναι μόνο δύο.» Δείτε τα κι εδώ, κάτω από την επικεφαλίδα «Menelaos Hadjicostis interviews Noam Chomsky» (και να μην ακούω γελάκια στη γαλαρία με τα σχόλια του κου Χατζηκωστή, γάιδαροι, ε γάιδαροι!).
Ο τρίτος λόγος είναι επικαιρικός. Οι διαπραγματεύσεις, που αυτή τη φορά ξεκίνησαν από τα ουσιώδη, το πολίτευμα δηλαδή, μάλλον κόλλησαν. Κανονικά όμως. Οι Τουρκοκύπριοι ζητούν ισχυρά συνιστώντα κρατίδια (σε βαθμό παραλογισμού) και χαλαρή κεντρική κυβέρνηση. Οι Ελληνοκύπριοι θέλουν ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.
Το πρώτο ζήτημα είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν ξέρουν γιατί θέλουν ισχυρή κεντρική κυβέρνηση: σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα με δύο νομοθετικά σώματα (ένα 50-50 κι ένα 70-30 με πιθανές ενίσχυμενες πλειοψηφίες), ισχυρή κεντρική κυβέρνηση σημαίνει ότι οι Τουρκοκύπριοι θα έχουνε λόγο σε ένα σωρό ζητήματα τα οποία (κατά βάση) θα αφορούν τους Ελληνοκύπριους…
Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ότι, από τη στιγμή που βάλαμε το Σχέδιο Ανάν στο κιβούρι (ευτυχώς πρόλαβα να κατεβάσω και να σώσω όλα τα έγγραφα από το σάιτ που είχανε φτιάξει τα Ηνωμένα Έθνη προτού τα εξαφανίσουνε — άμα τα θέλετε, πείτε), το οποίο προέβλεπε ισχυρή κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι Τουρκοκύπριοι μπορούνε τώρα να ζητάνε ό,τι θένε. Το δικαίωμα στην απόσχιση δε θα το έχουν (όπως ξεκαθάρισε η ΕΕ στους νταβραντισμένους Φλαμανδούς: «άμα θέλετε κράτος, θα πρέπει να κάνετε εκ νέου αίτηση για ένταξη στην Ένωση»), οπότε τώρα ό,τι κληρώσει γι’ αυτούς, πριν (επαν)ενταχθούν στο κοινό κράτος.
Η ειρωνεία είναι ότι επί του προηγούμενου Τουρμάρχη της Κύπρου, του βραχνού δακρυροούντος και Μεγάλου Πατριώτη, είχε τρελή πέραση «το δόγμα πως μόνο μία παρελκυστική πολιτική (βλέπε τακτική Ντενκτάς) θα τελεσφορούσε, και μάλιστα στη μετά την ένταξη εποχή. Ο [θε-μου-σχώρα-με] είχε δηλώσει πως πολλές ευκαιρίες για λύση θα εμφανίζονταν, και πριν τις 17 Δεκεμβρίου 2004. Όταν του το υπενθύμισαν (μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2004), αρνήθηκε πως είχε ποτέ δηλώσει κάτι τέτοιο. Εάν αντέχετε, δείτε και το δακρύβρεχτο διάγγελμά του εν προκειμένω και σχηματίστε εσείς γνώμη«.
Νομίζω ότι πλέον οι συνθήκες καταδεικνύουν αυτό που φοβούνται έκτοτε πολλοί: ότι οποιαδήποτε λύση από το Σχέδιο Ανάν και μετά, έστω κι έτσι όπως είχε καταντήσει από την άρνηση του Τουρμάρχη να το διαπραγματευτεί, θα είναι σαφώς δυσμενέστερή του. Βεβαίως, ο Χριστόφιας δε φαίνεται να τον συμμερίστηκε ποτέ αυτόν τον φόβο. Τώρα έχει εντολή και την ευκαιρία να μας βγάλει ψεύτες. Η Παναγιά κι η Ουμ-Χαράμ να δώσουν. Αμήν.
Ωραίο μπλογκ.
Μουσική στον δρόμο
Δε μου αρέσει να οδηγάω, όμως αυτό το σαββατοκύριακο έγινα ταξί. Για τις διαδρομές στον αυτοκινητόδρομο πήρα μαζί μου μπόλικη μουσική. Άκουσα ξανά τα χάλκινα πνευστά του τρίτου μέρους της Ποιμενικής, κανονικά ουράνια τεντζερέδια, στον δρόμο για το λάιβ της Ute Lemper. Μετά άκουσα την Πέμπτη του Σούμπερτ, την οποία δεν είχα προσέξει πριν, αφού το ρεπερτόριό μου ως ακροατή δεν έχει επεκταθεί σοβαρά από τον καιρό που άκουγα στη ζούλα τις κλασσικές κασέτες (χρωμίου, παρακαλώ) από τη συλλογή του πατέρα μου. Μόνη, ίσως, εξαίρεση ο Μπαχ.
Σκεφτόμουν αυτούς που λένε ότι ακούνε «κλασσική μουσική» για να χαλαρώσουν και να ηρεμήσουν, μάλιστα αυτή είναι η βασική λειτουργία του βρετανικού σταθμού εθνικής εμβέλειας Classic FM. Σαφώς υπάρχει παλιότερη μουσική που χαλαρώνει κι ηρεμεί, πολλή από αυτή τη μουσική γράφτηκε ακριβώς για να χωνεύει ευχάριστα ο Λουδοβίκος ΙΔ’ (Lully), κάτι Βενετσιάνοι (Vivaldi), Εγγλέζοι βασιλέδες (κάποιες παραγγελίες του Haendel), οι Εστερχάζηδες (Haydn), ο Πρίγκηπας-Αρχιεπίσκοπος του Ζάλτσμπουργκ (Mozart, μέχρι που τον μούτζωσε) — κτλ.
Όμως γιατί να καταφύγω σε ‘χαλαρωτική’ μουσική 200 και 400 ετών, όταν υπάρχει η Sade και η σύγχρονη αφρώδης ποπ; Πάντοτε πίστευα ότι, άμα κάνεις τον κόπο να εναντιοδρομήσεις μέσα σε τόσους αιώνες μουσική ιστορία, καλά θα κάνει να αξίζει τον κόπο. Για απλή χαλάρωση, η χρήση όπερας του Μοντεβέρντι ή τραγουδιών του Μέντελσον σαν να είναι μουσική ασανσέρ ή παπαριά του Brian Eno δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν νεώτερες, ευληπτότερες (για εμάς του 2008) και χαλαρωτικότερες μουσικές.
Μετά την παράσταση-ρεσιτάλ-διάλεξη της Ute Lemper και την καλή παρέα μιας φίλης, μπήκα στο αμάξι κατά τις μιάμιση για να κάνω τα 80 χιλιόμετρα μέχρι το σπίτι. Ήξερα ότι θα βαριέμαι, ότι θα είναι άδειος ο αυτοκινητόδορομος, ότι ίσως με πιάσει ένας τόσος δα νυσταγμός, οπότε Μπετόβεν και πάλι, Ενάτη. Χτες ήτανε μια καθαρά γερμανική μέρα, δηλαδή.
Καθώς άκουγα το σκέρτσο ονειροπολούσα. Σκεφτόμουνα σε λάιβ ποιανού συγκροτήματος θα ήθελα να μπορούσα να έχω πάει. Σκέφτηκα τα προφανή: Beatles, Stones (αν και, να ‘ναι γεροί οι άνθρωποι, έχουν ακόμα ολόκληρη τη ζωή μπροστά τους), Bowie γύρω στα 1979, λ.χ. (πάντως το 2002 τα εισιτήρια για τη συναυλία του στο δικό του Meltdown στο Λονδίνο εξαντλήθηκαν σε 15 λεπτά).
Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, και εν μέρει λόγω και της μουσικής που έπαιζε, σκέφτηκα πως θα ήθελα να είμαι στην πρεμιέρα της Ενάτης. Θα είχα πάει από νωρίς, όπως πάντα. Θα είχα ακούσει όλες τις φήμες και θα τις είχα φιλτράρει, λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά.
Η συναυλία θα ξεκινούσε με τη Missa Solemnis. Ο συνθέτης θα έκανε ότι διευθύνει, ενώ στην πραγματικότητα οι μουσικοί και η χορωδία θα ακολουθούσαν τον άλλο μαέστρο. Μετά το Kyrie, που σου πιάνει την ψυχή και σου τη στίβει και την απλώνει στους αναξιόπιστους αέρηδες της αιωνιότητας, δε θα ακολουθούσε το Benedictus και το εξωπραγματικό σόλο βιολί του, που είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στον Παράδεισο (αν εξαιρέσεις την Αγάπη): εκείνη τη βραδιά έπαιξαν μόνο τα τρία πρώτα μέρη της Missa.
Μετά θα άρχιζε αυτό το ακατονόητο πράμα, με τις μετρημένες αλλά αψυχολόγητες εκρήξεις του — κι εκείνο το απροσδόκητο πένθιμο εμβατήριο των 40 δευτερολέπτων στο τέλος του πρώτου μέρους, με το σκέρτσο που νομίζεις πως θα ταλαντώνεται ατέρμονα μεταξύ της περίπτυξης και της ενατένισης — ώσπου τερματίζει απότομα με ένα κλείσιμο του ματιού, με το λυρικότερο αργό μέρος που έγραψε ποτέ ο Μαέστρο, με την έκπληξη να βλέπεις να ξανασηκώνονται οι τραγουδιστές μετά από πέντε-έξι λεπτά αφού ξεκινήσει το τέταρτο μέρος, για να σου πούνε κάτι που είναι λίγο επαναστατικό τραγουδάκι (λένε ότι αντί για ‘Freude, schöner Götterfunken’ τραγουδούσαν πολλάκις ‘Freiheit, schöner Götterfunken’), λίγο άθρησκος ψαλμός, λίγο παιάνας όλο χαοτικά κοσμογονικές αρμονίες, λίγο τραγουδάκι της τάβλας.
Μετά η αποθέωση. Θα χειροκροτούσα όπως πάντοτε όταν είμαι εκστασιασμένος με τη μουσική: όρθιος, χαμογελώντας κάπως σφιγμένα, με τα χέρια να χειροκροτούν λίγο πιο ψηλά από το ύψος των ματιών και των αυτιών.
Scapa Flow, στις Ορκάδες
Το ιστορικό της αυτοβύθισης του αιχμάλωτου Γερμανικού Στόλου στο Scapa Flow το 1919. Κάποιες λεπτομέρειες της υπόθεσης είναι τόσο χαρακτηριστικές, που καταντούν σχεδόν επίκαιρες. Υπάρχει κι ένα περσινό ποστάκι του Πετεφρή για το θέμα.
Στην εικόνα, πολλοί άγγελοι (ολόκληρο τάγμα) εκπίπτουν και τα στασίδια τους στον ουρανό μένουν άδεια.
Πώς μεγαλώσαμε κι εμείς 2
είπα στη συμβία με ύφος καρδιναλέ, δηλαδή μεταξύ Αθήναιου και dkamen (φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί):
«Αν ο μπιχεβιορισμός είχε την παραμικρή αξία, με τέτοιες παραστάσεις κι ερεθίσματα, θα έπρεπε όλοι οι άντρες της γενιάς μου να είμαστε γκέι.»
Η συμβία σήκωσε με νόημα το βλέμμα πάνω από το καπάκι του λάπιτόπ της
«Γιατί, τι είστε;» είπε.
Πώς μεγαλώσαμε κι εμείς…
Από εδώ.
Shadows of the Empire
Αν και δε θα την έλεγα αϋπνία, είχα μια ελαφρά δυσκολία να κοιμηθώ χτες βράδυ. Θυμήθηκα τη νύχτα των Ιμίων. Τη νύχτα κατά την οποία πολλοί πίστευαν ότι έπρεπε να έχει βρυχηθεί η Ελλάδα. Ωστόσο, αντίθετα με διάφορους αετούς, λέοντες, λύκους, αρκούδες, η Ελλάδα ποτέ δεν ταυτίστηκε συμβολικά με κάποιο ζώο, πολύ περισσότερο με ζώο που κρώζει, βρυχάται ή μουγκρίζει.
Τη νύχτα των Ιμίων ήμουνα σε ένα πάρτυ στο σπίτι της (βασικής) πρώην, ήταν ουσιαστικά η τελευταία φορά που συνυπήρξαμε σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Η μητέρα της, μια κυρία με μονίμως νοσταλγικό βλέμμα, είχε φτιάξει γαρίδες κοκτέιλ (είμαι σοβαρά γαριδόφιλος), ενώ ο πατέρας της — που δε με ενέκρινε καθόλου — εξαφανίστηκε μετά από σύντομη χειραψία.
Ήμουν πάρα πολύ ανήσυχος λόγω της κατάστασης στα Ίμια. Ο τρόπος που συζητούσαμε το ζήτημα (σχεδόν όλοι πρώην συμφοιτητές) εκείνη τη βραδιά ήταν λίγο αποστασιοποιημένα, λίγο ακαδημαϊκά, λίγο ανεδαφικά — σαν την κάπως ανάξια νεολαία σε μυθιστορήματα τύπου Αργώ και Αστροφεγγιά, που ευαγγελίζεται τη συντριβή του Κεμάλ και την πτώση της Αγκύρας.
Ακόμα πιο ανήσυχος ήμουνα γιατί ένιωθα ότι παρακολουθούσα την τελετή λήξης μιας σχέσης, της δικής μου. Προσπαθούσα να κρατήσω την ισορροπία μου με προσεκτικά δοσολογημένες βότκες.
Η νύχτα προχωρούσε κι εγώ παρακολουθούσα επιθυμώντας την κοπέλα σαν να μην ήταν κάποια με την οποία περάσαμε χρόνια μαζί, παρά σαν κάποια που μόλις είχα γνωρίσει και δε θα αποκτούσα ποτέ. Ήδη δούλευα στις φριτέζες και στον πάγκο παρασκευής κι εκεί είχα γνωρίσει κάποια άλλη — μόνο η βότκα μ’ έκανε εκείνες τις ώρες του πάρτυ να τα βλέπω όλα ναι μεν ξεκάθαρα, αλλά σίγουρα φιλτραρισμένα μέσα από ευσεβείς πόθους.
Περίπου την ώρα που έπεφτε το ελικόπτερο, σε μια κρίση αλκοολογενούς παλιμπαιδισμού, κάποιος πρότεινε Αλήθεια ή Θάρρος. Φυσικά, όλοι διάλεγαν Αλήθεια (θυμηθείτε πού ζούσαμε). Ήρθε κάποτε η σειρά μια κοπέλας από τη Λαμία, ή από κάπου εκεί γύρω, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια, μικρό δέμας, λευκό δέρμα και αδιάκοπες σιωπές. Η πρόκληση για αυτήν ήταν να μιλήσει για μια φαντασίωσή της. Περιέγραψε αφηγηματικά ένα τρίο που θα ξεκινούσε ηδονοβλεπτικά και θα κατέληγε συμμετοχικά. Με την πρώην κι εμένα.
Επειδή, να μην επαναλαμβάνομαι, δεν είμαστε παιδιά των λουλουδιών — ή έστω των ταγαριών — αυτή η εξόμολογηση διασκόρπισε τους συμμετέχοντες στο πάρτυ, το οποίο βρισκόταν σε ύφεση έτσι κι αλλιώς, αποτελεσματικά και ταχύτατα. Περπάτησα στο σπίτι (έμενα 8 λεπτά από την πρώην) σχεδόν μεθυσμένος και σαστισμένος.
Την πρώην την ξαναείδα για τελευταία φορά το 2004. Μου χάρισε την μπλε μασκώτ των Ολυμπιακών με τα μεγάλα ποδάρια, τον Φοίβο.

