Αμάν, πού με πήγε η Κιμ του akindynos (βλέπε εδώ):
Η πρώτη μου τσόντα (αν και αυτό που σε φτιάχνει στα 12 σε συγκινεί για πάντα):
Επίσης, η ογδονταρία! Τώρα γελάω, αλλά το 1985 είχα εντυπωσιαστεί:
Αμάν, πού με πήγε η Κιμ του akindynos (βλέπε εδώ):
Η πρώτη μου τσόντα (αν και αυτό που σε φτιάχνει στα 12 σε συγκινεί για πάντα):
Επίσης, η ογδονταρία! Τώρα γελάω, αλλά το 1985 είχα εντυπωσιαστεί:
υποενότητα από την Education Sentimentale του Sraosha
Όσο σκιώδης, συνεσταλμένος και σχεδόν αντικοινωνικός είμαι στον πραγματικό βίο, τόσο δημοφιλής και κοινωνικός έχω γίνει στα φόρα του διαδικτύου. Φυσικά, στο διαδίκτυο ισχύει το σοφό δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι — όπως όμως και στον πραγματικό βίο. Έτσι, όταν ένας καινούργιος φίλος σχολίασε ότι κάτι που του είπα του φάνηκε ‘πολύ ανθρώπινο’, μπήκα (ως συνήθως) σε σκέψεις.
Θυμήθηκα τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει ο Δράκουλας του Κόππολα στην παρέα μου όταν ήμουν σ’ εκείνη την ηλικία. Το χαρακτηριστικό της ταινίας για ‘μένα, πια, είναι η έμφαση στην ερωτική ιστορία του Κόμη και της Μίνας, η αντιμετώπισή τους ως τεράτων από τέρατα-υπερασπιστές της τάξης του κόσμου, όπως ο Βαν Χέλσινγκ, σαφώς πιο αιμοδιψή και αποτροπιαστικά.
Ο Κολλητός μου και η κοπέλλα του είχανε κολλήσει άγρια με την ταινία. Εγώ δεν πήγαινα να τη δω ακριβώς γιατί πήγαιναν όλοι τότε, όπως είπα (να αναφωνήσω κι εγώ φαρισαϊκά: «με τα μυαλά που φόραγα, θε μου σ’ ευχαριστώ που δεν έγινα δανίκας»). Ψηνόμουν όμως και με απασχολούσε το Love never dies, το σλόγκαν της ταινίας. Υπήρχαν άλλωστε οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Από τη μια, είχα μια πολύ μυστήρια ερωτική εμπλοκή, σχεδόν δρακουλιάρικη: αλλόκοτο σεξ (π.χ. στα μισο-όρθια στη μέση της Καλλιδρομίου, ευτυχώς εκείνη τη νύχτα πλημμύρισε η Αθήνα κι όλοι είχανε λουφάξει, αλλιώς όλο και κάτι θα μας πάταγε), απότομες εναλλαγές διαθέσεων (δε θέλετε να ξέρετε), ανεξιχνίαστα κίνητρα, μουτζουρωμένα συναισθήματα («όχι τώρα, σε τέσσερα χρόνια» — «μπα;»), απρόσμενες ακυρώσεις και διαψεύσεις (σ’ εσένανε που μ’ έστησες ξανά στο ραντεβού και βάλε), πολλή μαλακία. Επιπλέον, η κοπέλλα του Κολλητού τα είχε ρίξει σ’ εμένα (νομίζω πως την έχω ξαναπεί την ιστορία), αλλά εγώ την έκανα πάσα στον Κολλητό (που την ήθελε (;) τρελά αλλά δεν είχε το θάρρος — τότε) αν και μου άρεσε: όσο απωθητικό μού ήτανε το σώμα της («σανίδα», έλεγε ο Κολλητός), άλλο τόσο θελκτικό ήταν το πρόσωπό της (αναγεννησιακής καλλονής) και το πνεύμα της. Δηλαδή υπήρξε σοβαρότατο ενδεχόμενο. Αλλά εγώ, κύριος. Κύριος ήρθα, κύριος φεύγω. Σαν τον Κόμη Βλαντ, δηλαδή.
Ο Κολλητός τα χάλασε με την κοπέλλα του παραδεχόμενος τελικά ότι είναι γκέι. Έκτοτε ξεσάλωσε και δε χρειάστηκε να του ξανακάνω πάσα κανένανε. Η δικιά μου η περίπτωση τα έφτιαξε με έναν φρενοβλαβή ίκαρο (κωλοστολές) από τον οποίο χώρισε σχεδόν αμέσως. Μετά παντρεύτηκε. Εγώ στο μεταξύ μετανάστευσα. Στο πρώτο δωμάτιο της ξενητειάς έβαλα την αφίσα της ταινίας (την οποία είχα δει στο μεταξύ): κατάμαυρη, με το σλόγκαν φάτσα φόρα: Love never dies. Όταν πρωτομπήκε στο δωμάτιο, «This place looks like Hell. And I see you enjoy erotica, not porn» είπε ο καλός μου φίλος που έγινε στα 40 του πατέρας στις 12 του μηνός (αφού ούτε καν η στειρότητα, ή υπογονιμότητα, δεν είναι αθάνατη).
Το σλόγκαν, όπως αντιλαμβάνεστε, με είχε απασχολήσει πολύ στο μεταξύ σαν μάντρα, όχι σαν περιεχόμενο. Η αγάπη ουδέποτε πίπτει. Μαγιλίκι, αφθαρσία, βρυκολάκιασμα δηλαδή; Στάση; Όχι, μου είπε κάποτε ιεροκήρυκας και νυν μητροπολίτης, η αγάπη δεν είναι κατάσταση είναι διαρκές αγώνισμα (προσέξτε ορολογία δια χειρός Giannaras εδώ, ε;)
Αυτά λοιπόν. Πάω να δαγκώσω κανα λαιμό και να ξαπλώσω στο φέρετρο, όπως θα έλεγε κι ο πρώιμος Χάρυ Κλυν.
Είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παιδί του Τσαγκαρουσιάνου. Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί: το 01, εκείνη η υπέροχη επίθεση νέου στησίματος, νέων κειμένων, νέων εικόνων στον «γαμάω» κόσμο του Κλικ, έκανε τη ζωή μου ομορφότερη τότε και τελικά, με το να επευλογεί τις ευαισθησίες μου, με καθόρισε. Πάντοτε λοιπόν παρακολουθώ τα κείμενα του Σ.Τ. με ενδιαφέρον και συμπάθεια.
Αρθρογραφώ πάνω από ενάμισυ χρόνο σε εφημερίδα, επί χρήμασι (είπαμε: να μη χαλάμε την πιάτσα). Έχω γράψει μια μονογραφία που μού εξέδωσε ολλανδικός εκδοτικός οίκος, τριανταπέντε επιστημονικά άρθρα (τα δέκα είναι της προκοπής) κι έχω παρουσιάσει εξηνταπέντε ομιλίες και ανακοινώσεις. Το μυθιστόρημα που τελείωσα το 2003 πέρασε τον πρώτο κύκλο απορρίψεων (από πέντε εκδότες), στους οποίους το έστειλα κατόπιν προτροπών του Κουκουζέλη, και ετοιμάζεται για δεύτερο κύκλο: προχτές το έστειλα στο Μελάνι, κατόπιν παραινέσεων και πιέσεων του George Le Nonce αυτή τη φορά.
Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είναι για να σας δώσω κάποια συμφραζόμενα ώστε να εξηγήσω ότι δεν είμαι ακριβώς λυσσασμένος να δημοσιευτώ και ότι, στον βαθμό που είμαι, το παλεύω αλλιώς. Επίσης, για να εξηγήσω ότι με κολακεύει αφάνταστα που ο Σ.Τ., σχεδόν νεανικό ίνδαλμά μου, επέλεξε να καλύψει τη μισή του στήλη σήμερα με ένα ποστάκι από εδώ μέσα. Ελπίζω αυτά τα δύο σημεία να έγιναν εντελώς σαφή. Συνεχίζω.
Αυτό που με πρόσβαλε και με ενόχλησε είναι ότι το έμαθα από την xilaren (ευχαριστώ!) πριν λίγες ώρες (είχα πάει να πάρω ρούχα στις εκπτώσεις και μετά πήγα στο γυμναστήριο — Ελευθεροτυπία δε διαβάζω, έτσι κι αλλιώς).
Να υπενθυμίσω ότι στην πλευρική στήλη αυτού του μπλογκ λέει ξεκάθαρα ότι επιτρέπονται διάφορα αλλά ότι «δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια».
Φυσικά ούτε είμαι σε θέση να επιτρέπω ούτε έχω πρόθεση να απαγορεύω οτιδήποτε, ούτε είμαι κανας μισότρελος να απειλώ με δικαστήρια και τέτοιες κακομοιριές. Ωστόσο: η πλευρική στήλη δηλώνει ξεκάθαρα κάποιες επιθυμίες μου ως παραγωγού των εδώ κειμένων. Θα αποτελούσε λοιπόν ένδειξη καλών τρόπων και στοιχειώδους ευγένειας να γίνουν κάπως σεβαστές οι επιθυμίες μου αυτές: αν όχι να μου ζητηθεί εκ των προτέρων η συγκατάθεση να αναδημοσιευθεί το ποστάκι μου (την οποία με χαρά θα έδινα), τουλάχιστον να ενημερωθώ εκ των υστέρων.
Τέλος, το μπλογκ δεν είναι «του Sraosha» (όπως λέει εδώ, στο τέλος). Είναι και του Rakasha. Αυτό θα γίνει ξεκάθαρο στους προσεχείς μήνες, αφού ο Sraosha θα πάψει να γράφει εδώ μέσα για ένα διάστημα, εάν δεν υπάρξει κάποιου είδους «συγγνώμη». Παρότι είμαι ο ψευδώνυμος μαλάκας και παρότι ο Σ.Τ. είναι το σχεδόν νεανικό μου ίνδαλμα. Κάπως πρέπει να γίνει σαφές ότι κι ο ψευδώνυμος μαλάκας μπορεί να έχει λόγο για το πού εμφανίζονται κείμενά του. Σίγουρα πάντως διαθέτει αξιοπρέπεια.
Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω…
Και ο νοών νοείτω, κτλ.
(γιατί δεν μπορώ ν’ αγιάσω)
Κάθε μέρα στις 6 παρά που κάθομαι να πιω καφέ, το Mega Κύπρου προβάλλει τις εκπομπές του ρουφιάνου, του μαστροπού, του μαυλιστή. Ο παχύς κύριος, χρησιμοποιώντας τη δύναμη που του δίνει το κουτί του διαβόλου, το όπιο των μαζών, μας ερεθίζει τις αισθήσεις, μας σπρώχνει ανερυθρίαστα κι απροκάλυπτα στον κόσμο των ηδονών, στον βούρκο της αμαρτίας. Αποτελεσματικότερος από τον πιο γλυκομίλητο τσάτσο, τον πιο παραστατικό ρουφιάνο, τον πονηρότερο πορνοβοσκό, παρουσιάζει μπροστά μας αναρίθμητα θέλγητρα, εικόνες που σου καρφώνονται στο μυαλό, φαντασίες και λογισμούς που σε κάνουν να αναπλάθεις μυρωδιές κι αρώματα σαγηνευτικά, που κάνουν το στόμα σου να υγραίνεται. Επιπλέον, προβάλλει (με κοντινά πλάνα!) διάφορους έκφυλους που γεύονται όσα εσύ πίσω από το γυαλί στερείσαι, υποδαυλίζοντας τους πόθους, κεντρίζοντας την επιθυμία και παρακινώντας σε όχι απλώς να εκτονωθείς στιγμιαία, αλλά να κυλιστείς ατέλειωτα στον βόρβορο της απόλαυσης μέχρι λιποθυμίας, αποπληξίας.
Για τον Μαμαλάκη εκείνο μιλάω και τα φαγιά (‘φαγάκια’) που μοστράρει μπροστά στη μύτη μας (Μαμαλάκη, είσαι κι ο πρώτος! έστω και σε επανάληψη).
Οι λειτουργοί των τριών μονοθεϊστικών πίστεων έχουν ένα πολύ δύσκολο έργο:
Διαχειρίζονται («κηρύσσουν«) μια (εξ ορισμού) εξ Αποκαλύψεως διδασκαλία, η οποία ωστόσο δεν αφορά βασικές αλήθειες για το σύμπαν (λ.χ. τη μάζα του ηλεκτρονίου, τη δομή του κυττάρου, την ύπαρξη μικροοργανισμών, τη φύση της νόησης ή της συνειδητότητας) αλλά ηθικές διδασκαλίες, με την ευρεία έννοια. Με άλλα λόγια, οι μονοθεϊστικές θρησκείες προτείνουν έναν τρόπο ζωής. Αυτός ο τρόπος ζωής διαδίδεται και επιβάλλεται είτε υπό την απειλή τιμωριών (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ) είτε με την υπόσχεση / ως προϋπόθεση / ως πρόγευση της Ανάστασης και της Αιώνιας Ζωής (Χριστιανισμός, Ισλάμ), είτε λόγω της ιδεολογικής αδράνειας που συνεπάγεται η συμμετοχή σε μια κοινότητα.
Διαχειρίζονται («ποιμαίνουν«) επίσης και την κοινότητα όσων ενστερνίζονται (συνειδητά ή λιγότερο συνειδητά) αυτή τη διδασκαλία. Μάλιστα, και στις τρεις θρησκείες διαχειρίζονται τις κατά τόπους κοινότητές τους βάσει ενός συστήματος διαδοχής (Ααρών, Απόστολοι, Προφήτης), ωστόσο (όπως είναι αναμενόμενο) υπάρχουν απαιτήσεις να ευθυγραμμίζονται οι λειτουργοί εξωτερικά (υποκρισία) ή ουσιαστικά (αγιότητα) με όσα κηρύσσουν.
Τα παραπάνω επί της αρχής θα τους εμποδίζαν να κάνουν τα εξής:
να αναμιγνύουν τη διδασκαλία που τους παραδόθηκε με κατά τόπους και κατά καιρούς δημοφιλή ιδεολογικά συστήματα και σχήματα (π.χ. κομμουνισμό, γνωστικισμό, απολυταρχία, χιλιασμό, δυισμό, ιδεαλισμό, αγνωστικισμό, μυστικισμό, θετικισμό κτλ.). Μπορούν βεβαίως να ντύσουν ποικιλοτρόπως την Πίστη τους με τις ‘κατάλληλες’ ορολογίες και ρητορικές (οι χριστιανοί με νεοπλατωνισμό ή αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή κομμουνισμό ή εθνικισμό, οι μουσουλμάνοι με αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή εθνικισμό, οι ιουδαϊστές με νεοπλατωνισμό ή αριστοτελισμό ή μυστικισμό ή κομμουνισμό), δεν μπορούν όμως ποτέ πραγματικά να συνθέσουν την εξ Αποκαλύψεως διδασκαλία με κάτι άλλο, ανθρώπινο. Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει κάποιους να προχωρούνε σε τέτοιες συνθέσεις επί της ουσίας («συγκρητισμούς» ή «αιρέσεις«): π.χ. ο Εβραίος ψευτομεσσίας της Σαλονίκης, ο Τζαλαλαντίν Ρούμι, η Θεολογία της Απελευθέρωσης κι ο Εθνικοχριστιανισμός του Φράνκο ή της Ελλάδας.
να ζούν ανοιχτά και ανενδοίαστα όπως τους επιτρέπει η θέση τους, δηλαδή ως ιερατείο, ως μια τάξη άεργων πριγκήπων δηλαδή. Τρανές εξαιρέσεις, οι χριστιανοί επίσκοποι ανά τους αιώνες.
Αυτές οι σκόρπιες σκέψεις μόνο.
Ο πρωθυπουργός μπορεί να μην είναι ιδιαιτέρως ικανός, είναι όμως τυχερός. Μέρες τώρα αναζητούνταν διέξοδος από τον ασφυκτικό κλοιό της συνδιαλλαγής (ατς! είμαι και πολύ Πρετεντέρης). Πάνω στην ώρα σχωρέθηκε ο εθνικός (ο εθνικότερος μετά τον Παλαιών Πατρών) Αρχιεπίσκοπος.
Φιου.