Χωρίς επώνυμο

Το δελτίο ειδήσεων του κρατικού καναλιού, της ΝΕΤ, αναφέρθηκε στο δελτίο του πριν λίγο στο Μέγα Τιμητή (‘Κήνσορα’ στα ελληνικά) με το μικρό του όνομα μόνο.

Προς το παρόν, ευτυχώς, ο Κωνσταντίνος παραμένει Γλύξμπουργκ ή Χριστιανός ή Ντεγκρέτσια ή τι γράφει το διαβατήριό του τέλος πάντων. Μέχρι να τον ανακαλέσουμε κι αυτόν για να μας σώσει — όπως τον άλλο ανεπώνυμο καιροσκόπο, τον Αλκιβιάδη (Κλεινίου Σκαμβωνίδη).

Το ABS σώζει ζωές

Το μόττο αυτού του μπλογκ αφορά φυσικά και αυτούς που γράφουν εδώ μέσα, όχι μόνον τους αναγνώστες — ιδίως το απόσπασμα «μέμνασο απιστείν». Πρέπει να προσπαθούμε να δυσπιστούμε ακόμα και απέναντι στις δικές μας εντυπώσεις, ιδέες και πεποιθήσεις. Σταματάω εδώ και προχωρώ στο ψητό προτού ο πολύς Αθήναιος μού την πέσει με σχολιάρα ότι είμαι σπουδαιοφανής κι ότι με βαριέται.

Το ψητό: πήγα για καφέ με τον Ελληνογερμανό. Εδώ και ένα μήνα (ναι, ξέρω, το έχω παρακάνει) προετοίμαζα ένα ποστάκι το οποίο εν ολίγοις θα έλεγε τα εξής:

ότι η Ελλάδα δεν είναι υπανάπτυκτη ή ουραγός, παρά αποτυχημένη: ένα αποτυχημένο κράτος, μια αποτυχημένη κοινωνία που παρακμάζει χαρωπά κι ανεπίγνωστα.

Αυτό το ποστάκι το κλωθογυρίζω αλλά δεν το γράφω εδώ κι ένα μήνα λοιπόν. Είπα όμως το ρεζουμέ των παραπάνω στον Ελληνογερμανό ξεκινώντας με το εξής στοιχείο: καφές €1,20 στην Ιταλία, €4 στην Αθήνα, €4,90 στη Λευκωσία.

Μετά μιλήσαμε για τους χαμηλούς ελληνικούς μισθούς και τις υψηλές τιμές στην Ελλάδα. Ο Ελληνογερμανός παραδέχτηκε ότι οι τιμές στη Γερμανία είναι χαμηλότερες και οι μισθοί ψηλότεροι. Ανέφερα την Ισπανία (που ευημερεί) και την Ιταλία. Αναρωτήθηκα τι θα απογίνει ο κόσμος στην Ελλάδα. Είκασα ότι από εκεί που 90% των ελλήνων ήτανε «μεσαία τάξη», όπως στην Ολλανδία, θα αποκτήσουμε μια ωραία ανοιχτή ψαλίδα: 30% πλούσιοι – 70% φτωχοί, κι αν είμαστε τυχεροί.

Ο Ελληνογερμανός αντέτεινε ότι οι μισθοί είναι κάπως καλύτεροι και οι τιμές αρκετά χαμηλότερες στην Ισπανία αλλά ότι τα ενοίκια και η αγορά γης βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη — καμμία σχέση με Ελλάδα. Ότι έτσι κι αλλιώς η Ισπανία είναι μια τεράστια πολυάνθρωπη χώρα. Επισήμανε ότι καλύτερα να αφήσουμε την Ολλανδία απ’ έξω, ανήκει σε άλλο κόσμο. Πρότεινε να μείνουμε στον Νότο και στην τάξη πληθυσμού της Ελλάδας και να δούμε τι γίνεται λ.χ. στην Πορτογαλία. Συγκρίνοντας την Πορτογαλία με την Ελλάδα, «πού θα προτιμούσες να ζεις;», με ρώτησε. Πάντως και εκεί ο λόγος μισθών και τιμών είναι σαν της Ελλάδας.

Φρέναρα. Δεν ξέρω αν έχει δίκιο αλλά με έβαλε να ξανασκεφτώ ολόκληρο το θέμα από την αρχή.

Δηλαδή καλά έκανα και δεν το πόσταρα.

Δύο κοάν

Ι.
Λέει ο φίλος: «Εσύ είσαι καυλωμένος, εγώ θωρώ βάρκες. Simple.»

ΙΙ.
στον Μ. Φάις

Μου πήρε τόσα χρόνια να καταλάβω πως μόνον όταν γράφω είμαι ελεύθερος. Μόνον όταν γράφω δεν περιορίζομαι από συμβάσεις όπως να ακούγομαι φυσιολογικός κι απλός, να μη γίνομαι μελό, πομπώδης ή βαρύς.

Saharnyi Town

Είδα το εξαιρετικό «Sugar Town: οι γαμπροί» μόλις σήμερα. Το γέλιο μού κόπηκε στα 7 λεπτά, όταν ο Κίμων Τσακίρης άρχισε συστηματικά να μας χτυπάει κατακέφαλα με την αποξένωση, τη χοντράδα, τη μοναξιά, την ασχήμια και την πλήξη της επαρχίας.

Βλέποντας πάντως την ταινία κατάλαβα πολύ περισσότερα πράγματα για την Ελλάδα από ό,τι κατανόησα συζητώντας το ζήτημα κυκλικώς κι ακαταπαύστως τις τελευταίες δεκαετίες.

Πολύ εύλογη είναι μία σκηνή προς το τέλος, όπου οι ρωσίδες υποψήφιες νύφες τελικά ξεναγούνται και φιλοξενούνται στην (προκατακλυσμιαία) Ζαχάρω. Περισσότερο κι από την αναπόφευκτη βουβαμάρα της επαρχίας, τους κάνουν εντύπωση οι άντρες. Μία από τις γυναίκες αυτές λέει μάλιστα ότι στη Ζαχάρω το πρόβλημα είναι οι ίδιοι οι (ανύμφευτοι) άντρες, οι οποίοι είναι άβουλοι σαν μικρά παιδιά.

Όπως λέει κι η Κουρού, βάλ΄ τα στη σειρά.

Η φτώχεια, οι χαρές κι η αποφορά της

A skinny lad with tow hair stringy under a foreignlooking cap was offering her arbutus in a basket. She bought a bunch and pressed her nose in it. May woods melted like sugar against her palate. The whistle blew, gears ground as cars started to pour out of the side streets, the crossing thronged with people. Ellen felt the lad brush against her as he crossed at her side. She shrank away. Through the smell of the arbutus she caught for a second the unwashed smell of his body, the smell of immigrants, of ElIis Island, of crowded tenements. Under all the nickelplated, goldplated streets enameled with May, uneasily she could feel the huddling smell, spreading in dark slow crouching masses like corruption oozing from broken sewers, like a mob.

John Dos Passos, Manhattan Transfer (The Burthen of Nineveh)


Σκέφτομαι αυτό το ποστάκι εδώ και βδομάδες. Για πρώτη φορά, κράτησα και σχετικές σημειώσεις. ‘Αχρηστες. Πάμε λοιπόν, κρατώντας στον νου το παραπάνω απόσπασμα, που βρήκα εκ των υστέρων.

Πριν τα Χριστούγεννα πήγα στο τοπικό εκπτωτικό σούπερ μάρκετ να πάρω πέντε πράματα. Είναι εκπτωτικό γιατί εκμεταλλεύεται την ελεύθερη αγορά: φέρνει πολωνικό νεσκαφέ, ολλανδικά δημητριακά, πορτογαλικούς χυμούς, ουγγρική νιβέα, λετονικά ζιλέτ, δανέζικα μπισκότα, ισπανικές γκοφρέτες και ούτω καθεξής. Πήρα τι είχα να πάρω και στάθηκα στην ουρά για το ταμείο και είδα ότι δίπλα στις τσίχλες και τις σοκολάτες και τα παρόμοια είχανε στήσει μια προθήκη με στρινγκάκια προστυχούτσικα για μια λίρα (€1,71) το ένα. Σάρκασα από μέσα μου, ήταν όλα τους το κακό τους το χάλι. Αμέσως όμως ένας άλλος νόμος (που λέει κι ο Απόστολος Παύλος) υπερίσχυσε μέσα μου. Κοίταξα τους άλλους στην ουρά: γεωργιανές νοικοκυρές, ινδούς που αγοράζουνε ρύζι με το τσουβάλι, βούλγαρους μεροκαματιάρηδες, χτίστες από την Ουκρανία. Συνειδητοποίησα ότι ένα τέτοιο χθαμαλό και προορισμένο να ξεφτίσει και να ξεχειλώσει στρινγκάκι μπορεί να χάριζε μια ή δύο νύχτες έκστασης σε κάποια ζευγάρια που πάνω από μια λίρα δε θα είχανε να διαθέσουν για να ζήσουν τ’ όνειρο, ή απλώς μια φαντασίωση του συρμού, όπως όλοι μας λαχταρούμε. Ό,τι μου φαινόταν εμένα κωμικό κι ευτελές μπορεί για κάποιους να γινόταν, να έγινε, ερωτική έκπληξη και το κλου (‘χάιλαϊτ’ το λεν οι νέοι) μιας νύχτας, αφορμή γλυκασμού και αψιάς κλινοπάλης.

Μετά γύρισα σπίτι, έφτιαξα καφέ κι άνοιξα τηλεόραση. Η τηλεόραση τις απογευματινές ώρες είναι πλήρως καλυμμένη από μεξικάνικα εδώ. Δεν εννοώ τσίλι, μπουρίτο, τάκο — εννοώ σήριαλ. Μαλακίες. Καρικατουρίστικες ερμηνείες (ό,τι φαίνεται κάτω άπό τη μεταγλώττιση), ημίγυμνοι άντρες, μπαλκονάτες γκόμενες με το βυζί απ’ έξω (για έναν ήπιο απογευματινό αναμμό). Μετά πάλι ο άλλος νόμος μίλησε μέσα μου. Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω ό,τι δίνει χαρά κι αναψυχή (φτιαγμένο να πασάρει επίφαση ρεαλισμού στις πιο σουρεάλ κι αφηγηματικά αγκυλωμένες πλοκές) στον απλό κοσμάκη; Πόση ενέργεια, πόσα λεφτά, πόσα χρόνια απαιτούνται για να μπορέσεις να χαρείς τον Αντρέι Ρουμπλιόφ (η αγαπημένη μου ταινία); Ούτε μπορώ να υπολογίσω. Ενώ η Φλορισιέντα κι η Καρλότα κι ο Χουάν ο Ντερμπεντέρης κι η Πιπέτα η Παρθένα τι απαιτούν; Τίποτα. Προσφέρουν έλεο και φόβο, διασκέδαση και χαρακτήρες ανέλπιστα οικείους δωρεάν.

Πριν πάρουμε από τον φτωχό, αμόρφωτο και αποκλεισμένο κόσμο τα φτηνιάρικα στρινγκάκια και τα χαζά του σήριαλ, πρέπει να σκεφτούμε καλά αν πραγματικά μπορούμε να του δώσουμε ό,τι χρειάζεται για να χαρεί κάτι καλύτερο, Γιατί είμαι από αυτούς τους αντι-σχετικιστές ‘εσσενσιαλιστές’ οι οποίοι πιστεύουνε πως όντως υπάρχει κάτι ‘καλύτερο’.

Πριν κλείσω, και σε συνάρτηση με το απόσπασμα του Ντος Πάσσος: αρκεί να μείνεις άνιφτος, άπλυτος, αξύριστος, χωρίς αλλαξιές για δυο μέρες — μόνο και μόνο επειδή αποκλείστηκες σε κάποιο αεροδρόμιο μακριά από τις αλλαξιές σου και από μια ντουζιέρα — για να νιώσεις τη μυρωδιά του ξένου να αναδίδεται από το σώμα σου. Για να σιχαθείς εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, για να αισθανθείς αναξιοπρεπής και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο τον εαυτό σου ενώ στέκεσαι στην ουρά του transfer desk, καθώς η αποφορά κι η απλυσιά του πρόσφυγα, του κουρελή, του μετανάστη διαχέεται από πάνω σου ανεξέλεγκτη και ποτίζει τα ρούχα σου. Για να μυρίσεις όπως μυρίζει όποιος αφήνει πίσω του ένα σπίτι για να βρει ένα μέλλον — κι ας είσαι απλώς τράνζιτ εσύ, με το ωραίο σου διαμέρισμα για τελικό προορισμό.

Κάγκελα Παντού — Ήχος πλάγιος του β’

fugit amor

Την άποψή μου για τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα και τα μουσικά αντανακλαστικά μας την έχω γράψει εδώ. Απόψε σκέφτηκα τους στίχους των ελληνικών τραγουδιών ακούγοντας στον Μελωδία την εκτέλεση του ‘Κάγκελα Παντού’ με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Η αντίδρασή μου ήταν αυθόρμητο και καταιγιστικό γέλιο (δεν το ξέρετε, αλλά το γέλιο μου παγώνει το αίμα — όμως αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, τι χρωστάτε τώρα κι εσείς να σας ζαλίζω με παρενθέσεις): η επικά αριστερή ψαλτική φωνή του Κύπριου αδερφού Ιωαννίδη έκανε τη συγκεκριμένη ερμηνεία να ακούγεται σαν παρωδία. Δηλαδή κάτι σαν τις εκτελέσεις του ‘Μόνοι πάνω στη γη’ από τον ίδιο τον Πανούση.

Κι επειδή τα γέλια σταματημό δεν είχαν, είπα να διαλογιστώ πάνω στον στίχο του ‘Κάγκελα Παντού’ για να καλμάρω και να βγάλω τον σκασμό. Έτσι αντιλήφθηκα ότι είναι από τα λίγα ελληνικά τραγούδια των οποίων ο στίχος πρωτοτυπεί όσον αφορά τη διάθεση. Δηλαδή: αν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι (ό,τι έχει πάθει δηλαδή η αρχαία λυρική ποίηση), και αν εξαιρέσουμε τη μελοποιημένη ποίηση, κάτι μουρλομπγιόρκ τύπου Μ. Κριεζή / Λένα Πλάτωνος, κάτι σεμνολετριστές όπως η Νικολακοπούλου καθώς και τους Σαββόπουλους & υιούς, Τρύπες & υιούς ή τον Σωκράτη Μάλαμα, θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.

Ενώ το σκεφτόμουν αυτό μεταφέρθηκα στα 1978. Όχι σωματικώς. Το καλοκαίρι του ’78 (αλλά και κατόπιν) πηγαίναμε στο Αυλάκι για μπάνια με εκδρομικό. Στο εκδρομικό πάντα η ίδια κασέτα, του Πάριου. Πάντα. Βαριόμουνα στη διαδρομή, βαριόμουνα και τον Πάριο. Ήξερα όμως ότι ανάμεσα στα λυπητερά τραγούδια όπως ‘λυπήσου με’, ‘μη φεύγεις μη’, ‘θα με θυμηθείς’, βρέχει, κρυώνω, πεθαίνω, σβήνω, λιγώνομαι υπήρχε και ένα χαρούμενο προς το τέλος: το ‘Τώρα τέρμα στα λάθη‘. Ήξερα ότι όταν θα ακουγόταν αυτό το ένα χαρούμενο τραγούδι, θα πλησιάζαμε σπίτι πια (πράγματι, το ‘Τώρα τέρμα στα λάθη’ έπεφτε εκεί κοντά στο Πεντάγωνο).

Μετά μεταφέρθηκα στα 1996, νοερά πάντα. Είχε έρθει στην Ελλάδα η ελληνοελβετή ξαδέρφη μου, η Θέα. Πήγαμε στην παραλιακή: ήθελε ελληνικό κλάμπιν η κοπέλα. Τότε, παιδιά μου, είχαν ήδη αρχίσει (όχι και τόσο) δειλά-δειλά να μπασταρδεύουνε με σκυλοπόπ τα προγράμματα στα χορευτάδικα. Κι επειδή ο ρυθμός του τσιφτετελιού βγάζει από μέσα μας τον δεν-ξέρω-ποιον στον καθένα, όταν τελείωσε ο τραγουδιάρης τον αμανέ και η Θέα το λίκνισμά της, με ρωτάει (η Θέα) τι έλεγε το τραγούδι. Της εξήγησα («πονάω, βογγάω, χτυπιέμαι και σέρνομαι») και το βρήκε ‘διασκεδαστικό, όλο πόνο και χωρισμούς, δηλαδή, όπως τα ιταλικά τραγούδια’.

Να αφεθούμε λοιπόν μοιρολατρικά στη μεσογειακή μας ταυτότητα ως καθοριστική της θεματολογίας και της διάθεσης των τραγουδιών μας; Όχι: δείτε τα δημοτικά τραγούδια ή τα ρεμπέτικα ή ακόμα και το ελαφρύ τραγούδι (ξέρετε: ‘εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νιάζει’, ‘μόνο κοντά σου’, ‘να το πάρεις το κορίτσι’ κτλ.).

Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα ‘συμβολικό’ έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. Σύμβολο αυτής της εμμονής, ο κακόφωνος βάρδος, το ελληνικό τοτέμ, ο πτωχοαλαζόνας (όπως τον αποκάλεσε ο Φάις) Καζαντζίδης, και μάλιστα ο Καζαντζίδης της περιόδου εκείνης που οίμωζε τουρκοκαραμουζάτα κι αβάσταχτα για ξενιτειές και βάσανα, μανούλες, δυστυχίες — την ώρα που του κόλλαγαν πεντακοσάρικα και χιλιάρικα διάφοροι που ούτε να ξενιτευτούν αναγκάστηκαν, ούτε βάσανα ένιωσαν πέρα από την απόρριψη της κονσοματζούς. Μιλάω για τη συγκεκριμένη φάση, γιατί ο Καζαντζίδης, με μια κιθάρα στο χέρι, είπε και πολλά από τα λεγόμενα ‘ελαφρολαϊκά’, αδίκως επισκιάζοντας τον καημένο τον Γαβαλά (ο οποίος μάλλον ήτανε πολύ κυριλέ για τους κιμπάρηδες καυλοκαμένους μαμάκηδες) ή και τον πάρα πολύ μεγάλο Ζαμπέτα…

Δεύτερον, εκφράζεται με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, λ.χ. αυτά εδώ, κάτι ποιητικό και δυστυχισμένο από τους Πυξ-Λαξ ή και το ωραιότατο ‘το πλοίο θα σαλπάρει’. Μεταφράστε τα στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές. Θυμάμαι (πάλι) ότι όταν μάθαινα αγγλικά και μετέφραζα στίχους τραγουδιών από το Μουσικόραμα για τους φιλοπερίεργους γονείς μου είχα μεγάλο πρόβλημα: όλο για σεξ και χασίσια μιλάγανε (οι στίχοι, όχι οι γονείς). Σύμβολο της σεμνοτυφίας μας: η (μάνα της ΑΕΚ πλέον) Δέσποινα Βανδή και το τραγούδι ‘Σεξ’, πιο συγκεκριμένα. Τι λέει εκεί ο μουσηγέτης Φοίβος; ότι η Δέσποινα φαντασιώνεται, τρίβεται, τεντώνεται, σέρνεται, χαϊδεύεται. Αυτά. Τέλος. Αυτό είναι το στιχουργικό σεξ στο ελληνικό τραγούδι: άιντε το πολύ μαλακία. Και βεβαίως δεν είμαστε σε αυτό το μπλογκ κατά της μαλακίας, όμως από μόνη της δε φτάνει. Υπάρχουνε κι άλλα.

Τελικά δεν είναι τυχαίο που για χρόνια κυκλοφορούσε τόσος πολύς μεταφρασμένος στίχος στο ελληνικό πεντάγραμμο.

Επίμετρο: Ο Καρράς (που κάνει τον Καζαντζίδη να ακούγεται μπελ κάντο) και ‘οι άλλοι’, ένα δυνατό κείμενο του βυτίου.

Από την άλλη, επανερχόμενος σε αυτά που έλεγα πιο πάνω για τα πεντακοσάρικα και τα χιλιάρικα, πάντοτε αναρωτιόμουνα πού τα βρίσκουν τόσα λεφτά όσοι τα τρώνε στη ‘νύχτα’, γιατί η ‘νύχτα’ είναι ακριβή. Από κάποιον τα στερούν, ε; όπως ο σχωρεμένος ο ξάδερφός μου. Ενώ εγώ, λ.χ., και να ‘θελα να ζήσω την παρακμή, δεν τα έχω, μανούλα μου…