«Μαρτυρική Κύπρος»: 9.250 τετραγωνικά χιλιόμετρα μείον3.355 τετραγωνικά χιλιόμετρα υπό τουρκοκυπριακό έλεγχο μείον123 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Βρετανικής Κυρίαρχης Βάσης Ακρωτηρίου μείον130,8 τετραγωνικά χιλιόμετρα της Βρετανικής Κυρίαρχης Βάσης Δεκέλειας.
Η Μάλτα είναι μικρότερη. Τη μεγάλωσαν στο χάρτη για να φαίνεται πάνω στα νέα κέρματα του ευρώ.
Αρχικά ήθελα να βάλω ζεύξεις-υποσημειώσεις (υπερκειμένου) σε αυτό το ποστάκι αλλά δεν ξέρω πώς. Οπότε, για να μη φανώ ντιπ για ντιπ αχάριστος απέναντι στην κασετίνα που μας δίνει ο blogger, θα βάλω τις υποσημειώσεις με μωβ μέσα στο κείμενο…
Η διαβίωση στην Κύπρο συνεπάγεται δεινή πνευματική και διανοητική [και σεξουαλική, άμα έρθεις μόνος / -η και δεν παντρευτείς ντόπια / -ο ή άμα δεν είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις καμμιά σκλάβα ή καμμιά μοβόρα καμπαρετζού να γρυλλίζει ‘buy me a drink, ρε’] στέρηση για τους ξένους. Επειδή όλα αυτά τα χρόνια εδώ δεν είχα για συνδρομές σε περιοδικά, ταξίδια στο εξωτερικό για εκθέσεις, παραστάσεις και άλλα τέτοια, οι φίλοι μου και η μπλογκοκοινωνία στάθηκαν για μένα σωτήρια στο να αποφύγω τον ολοκληρωτικό μαρασμό, μιλώντας μου για το τι γίνεται στον κόσμο, μεταφέροντας την κριτική τους άποψη, προτείνοντάς μου όλα αυτά τα αμέτρητα που πρέπει να δω και να διαβάσω και δεν έχω υπόψη μου. Παράδειγμα:
Την τελευταία φορά που πήγα στην Αμερική βρήκα κοψοχρονιά [τα βιβλία είναι τζάμπα στην Αμερική: βρήκα κάποτε τον Ερωτόκριτο του Αλεξίου έξω από το Χάρβαρντ για $6] το βιβλίο The Blank Slate του Πίνκερ και το αγόρασα. Ο Πίνκερ[ευχαριστώ την xilaren για τη ζεύξη] ήταν αρχικά γλωσσολόγος-σόουμαν. Τα βιβλία του The Language Instinct [από το οποίο σχεδόν έμαθα γλωσσολογία] και Words and Rules είναι ωστόσο εξαιρετικά. Μετά προσχώρησε στην εξελικτική ψυχολογία [δηλαδή ότι η εξέλιξη, η φυσική επιλογή πιο συγκεκριμένα, μπορεί να εξηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά] και εναγκαλίστηκε την υπόθεση του massive modularity [πώς το λέμε στο ελλήνικος; τελοσπάντων ότι δηλαδή ο νους αποτελείται εξ ολοκλήρου από γνωστικούς μηχανισμούς εξειδικευμένους σε πολύ συγκεκριμένες γνωστικές λειτουργίες]. Για το δεύτερο του την έπεσε ανελέητα και εύστοχα κόσμος όπως ο Stephen Jay Gould και, ακόμα χειρότερα για τον Πίνκερ, o Jerry Fodor [στο βιβλίο του ‘The mind doesn’t work that way’ αλλά και εδώ (κι εδώ). Ευχαριστώ τον Rakasha για τις ζεύξεις].
Το Blank Slate είναι ένα μεγαλόπνοο βιβλίο. Ξεκινάει να ανατρέψει τρεις ιδέες που απαντούν στη βάση των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, αν και, ευτυχώς, οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι θεμελιωμένες πάνω τους: αυτή του Ευγενούς Αγρίου [noble savage, η αντίληψη ότι ο πολιτισμός διαφθείρει τον άνθρωπο και ότι οι ‘πρωτόγονοι’ είναι καλοκάγαθοι, οικολόγοι, ειρηνικοί, σοφοί, κάνουνε χαρούμενο σεξ κι όχι πόλεμο και ζούνε τ’ όνειρο του αγκαλίτσα-μελισσάκι — βλέπε το βιβλίο Παπαλάνγκι], αυτή του Πνεύματος της Μηχανής [ότι υπάρχει μια άυλη ψυχή που εμψυχώνει το σώμα — ενδεχομένως ο όρος ‘ψυχή της μηχανής’ να ήταν ακριβέστερος] και αυτή της Tabula Rasa [του Locke: ότι ο άνθρωπος είναι ένα αδιαμόρφωτο πράμα στη γέννηση, μέσα στο οποίο το περιβάλλον και η κουλτούρα εντυπώνουν όλα όσα θα γίνει. Πολύ πριν τον Πίνκερ, την tabula rasa τη μουτζούρωσε ο Leibnitz κι ο μουρλόγερος ο Καντ — αυτά τα συζήτησα με την Εύη τη φίλη μου που διδάσκει φιλοσοφία] . Αφήνοντας στην άκρη το massive modularity, στο Blank Slate προωθεί την άποψη ότι μεγάλο μέρος της ανθρώπινης φύσης, και της ανθρώπινης ψυχολογίας συμπεριλαμβανομένης, είναι έμφυτο, γενετικά καθορισμένο. Ως τέτοιο, αυτό το μέρος του ανθρώπινης φύσης είναι αποτέλεσμα όχι απλώς της εξέλιξης (πράγμα αναπόφευκτο) αλλά της φυσικής επιλογής και μόνο. Λόγου χάρη, οργανωνόμαστε σε οικογένειες, βλέπουμε σε τρεις διαστάσεις και τσαμπουκαλευόμαστε επειδή αυτές οι συμπεριφορές μάς έδιναν εξελικτικά πλεονεκτήματα (δηλαδή απογόνους) τον καιρό που ήμασταν τροφοσυλλέκτες.
Το βιβλίο έχει μια ιδιομορφία: η επιχειρηματολογία του για την ύπαρξη, σταθερότητα και καθολικότητα αυτού που λέμε ανθρώπινη φύση είναι πειστικότατη. Ωστόσο, οι ερμηνείες του σχετικά με το γιατί η ανθρώπινη φύση είναι όπως είναι — κι όχι αλλιώς — αφορμώνται από την αντίληψη της φυσικής επιλογής ανάμεσα σε φαινότυπους [αφού όταν διαλέγεις σύντροφο για αναπαραγωγή, δεν τσεκάρεις τον γονότυπό του / της] ως του μόνου εξελικτικού παράγοντα. Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα. Επιπλέον, τα κεφάλαια του βιβλίου για την τέχνη και την πολιτική είναι ρηχά και αφελή, ενώ το κεφάλαιο για τις διαφορές των φύλων ανακατωμένος ο ερχόμενος. Παρόλα αυτά, τα κεφάλαια για τα ερευνητικά ήθη των αμερικανών ανθρωπολόγων, τη σεξουαλική συμπεριφορά και τον βιασμό είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Εν κατακλείδι: το βιβλίο σκίζει στο ότι προσφέρει ένα πανόραμα της ανθρώπινης φύσης και ότι αποτελεί συμβολή στην αναίρεση των τριών δογμάτων που, κατά τον Πίνκερ, συνιστούν άρνησή της. Γίνεται ενδιαφέρον όταν ανατέμνει τη φύση της κουλτούρας ενώ πολύ λιγότερο πειστική είναι η ερμηνευτική γραμμή που υιοθετεί, κατά την τακτική της εξελικτικής ψυχολογίας, της ανθρώπινης φύσης ως προϊόντος αποκλειστικά της φυσικής επιλογής. Το ίδιο το βιβλίο είναι πάντως εγκυκλοπαιδικό στην πολυμάθειά του, εξαίσια καλογραμμένο και με επιχειρήματα αρκούντως αποστρογγυλεμένα ώστε να τα κατανόησει κανείς και να αποφασίσει εάν τον πείθουν ή όχι.
[Όπως είδατε, το ποστ αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τους φίλους και τους μπλογκόφιλους. Σας ευχαριστώ.]
Μπορεί να φταίει και που πήγα κατά τις τρεις να πάρω γάλα για αύριο κι είδα το πρωτοσέλιδο της Στερεοτυπίας για τη χτεσινή παγκόσμια (;) ημέρα μπλογκαρίσματος κατά της ρύπανσης. Κοιτώντας λοξά διάβασα ότι εκατομμύρια νέοι που αγωνιούν διαμαρτυρήθηκαν κατά του επικείμενου ξεσπιτώματος των πιγκουίνων (και κάτι μαυριδερών που πάνε και ζούνε στις εκβολές ποταμών) μέσα από τα μπλόγκζ τουζ.
«Μπαμπά, πού πήγαν οι πεταλούδες;» Ρώτα, παιδί μου, τους όλο πόζα, στόμφο κι ημιμάθεια συντάκτες Απογευματινής Αδέσμευτης Εφημερίδας που έχει αναγάγει τη «μαχητική δημοσιογραφία» σε εντυπωσιασμό, συνθηματολογία και συναισθηματισμούς τύπου Τατιάνας.
Ένας από τους λόγους που το Κυπριακό φαντάζει ανεπίλυτο και πλήρως ακατανόητο στο ελληνικό κοινό (και δε λέω ‘ελλαδικό’ ακριβώς για να συμπεριλάβω και τους Ελληνοκυπρίους, ιδίως τους κάτω των 40) είναι γιατί από την επίσημη ελληνική προπαγάνδα προσφέρεται ως ένα ασυνάρτητο αφήγημα που συνοψίζεται ως εξής: 1960, ανεξαρτησία· 1974 εισβολή. Η τρομοκρατία / ανταρσία / εξέγερση / σύγκρουση του ’63-’64 αποσιωπάται εντελώς. Κάποιες πληροφορίες εδώ.
Στον βαθμό που η πλευρά μας ασχολείται με τη ρίζα του κακού (από τα ματωμένα Χριστούγεννα του ’63 μέχρι την ανάκρουση πρύμνας των Τούρκων τον Αύγουστο του ’64, αφού έριξαν τις ναπάλμ τους και τους έτριξαν τα δόντια οι ΗΠΑ), την υποσημειώνει ως ‘ταραχές’, αποσιωπώντας τις βιαιότητες, τις σφαγές, τις βαρβαρότητες, τους πρόσφυγες και τη διχοτόμηση Λευκωσίας και Αμμοχώστου. Παρότι και οι δύο πλευρές επέδειξαν ζηλευτή προθυμία να σφαγιάσουν, να μακελέψουν και να σκάψουν ομαδικούς τάφους, αναμφισβήτητα οι Τουρκοκύπριοι ήτανε τα θύματα εκείνης της περιόδου.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά κουτοπόνηρο λεβαντίνο δημοτικό σύμβουλο όταν πρωτοεπισκέφτηκα το 2002 το εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο χωριό Άγιος Σωζόμενος. Πριν με πείτε οριενταλιστή, να σπεύσω να εξηγήσω ότι η λεβαντίνικη κουτοπονηριά του Κυπραίου είναι πανομοιότυπη με του Έλληνα, του Βαλκάνιου, του Κατωιταλού — κάθε πρώην και νυν δούλου, δηλαδή. Συνεχίζω. Ο κουτοπόνηρος κύριος, αφού βεβαιώθηκε ότι είμαι ‘εξ Ελλάδος’ (άρα κάργα άσχετος για όσα κεφαλαιώδους σπουδαιότητας και πανελληνίου ενδιαφέροντος αφορούν τη Νήσο), ισχυρίστηκε ότι ναι μεν υπήρχαν Τουρκοκύπριοι στον Άγιο Σωζόμενο αλλά ότι έφυγαν αυθόρμητα πριν τον πόλεμο (έτσι λένε την εισβολή του ’74 εδώ). Όταν ρώτησα πού είναι το τζαμί, μου είπε ότι δεν είχαν. Δεν μπήκα στον κόπο να τον ρωτήσω γιατί το χωριό είναι ολόκληρο ερείπια.
Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι από το εξαιρετικό λεύκωμα Century από τη Phaidon, ίσως το μόνο βιβλίο Ιστορίας που χρειάζονται τα παιδιά μας (έτσι πώς καταντήσαμε).
ΙΙ.
Ο Τάσσος Παπαδόπουλλος εξήγησε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι είναι κατά μιας ομοσπονδιακής λύσης για την Κύπρο σύμφωνα με την οποία τα συνιστώντα κρατίδια θα είναι εθνοτικώς αμιγή. Συμφωνώ. Αλλώστε γι’ αυτό και το σχέδιο Αννάν προέβλεπε την επιστροφή του 1/3 των Ελληνοκυπρίων προσφύγων στις εστίες τους στο τουρκοκυπριακό κρατίδιο (σε ό,τι θα τους έμενε δηλαδή, μετά την επιστροφή εδαφών όπως η Αμμόχωστος, η Μόρφου κ.τ.λ. στο ελληνοκυπριακό κρατίδιο).
Αλλά δε βαριέσαι. Αφού πια κλειδώσαμε (όπως έλεγε κι ο εθνικός Σημίτης) τη διχοτόμηση. Και μάλιστα μια διχοτόμηση όπου οι Τουρκοκύπριοι (θα) έχουν δικαιώματα και στον Νότο. Εν ολίγοις, το Κυπριακό τελείωσε, άμετε στα σπίτια σας. Εκτός από τους πρόσφυγες, έτσι;
Παρακάτω σας δίνω τον χάρτη της Κύπρου το 2046, μέσω ΙΚΕΑ:
Αυτό το τραγουδάκι είναι ένα από όσα μουρμούριζε ο παππούς (ο πολίτης) όταν είχε κεφάκια. Γιατί; Τι του άρεσε σ’ αυτή την πόλη; Αυτουνού που ήταν εκ Βασιλευούσης ορμώμενος; «Α, εδώ έχει πολύ καλύτερο κλίμα», έλεγε. Ζώντας στη Λευκωσία έχω έρθει στα λόγια του ξανά και ξανά.
Ξεκινώντας από ένα σχόλιο σε προηγούμενο ποστ μου για την Αθήνα ήθελα να βγω λίγο από την Αθήνα και να μιλήσω για κάτι πιο γενικό, κατά παρέκκλιση από την απόφαση-διάθεσή μου να μην ξανασχοληθώ με το ζήτημα ‘ελληνική πραγματικότητα’. Αφορμή μου έδωσε πάλι η Σώτη Τριανταφύλλου, με την οποία φυσικά βρίσκομαι σε αντιστικτική διανοητική ζεύξη τηλεπαθητικού τύπου (αφού εξυπακούεται ότι μάλλον δεν πρέπει να διαβάζει μπλόγκια).
Είπα λοιπόν στο προηγούμενο ποστάκι ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τα προβλήματα της μεγαλούπολης από αυτά της Αθήνας. Ακόμα πιο πέρα, στο σχόλιο του S G ανοίγεται μπροστά μας ακόμα μια διάσταση των προβλημάτων των πόλεών μας: πολλά προβλήματά τους είναι απλώς προβλήματα της κοινωνίας μας.
Για παράδειγμα: Κάποτε μίλησα για την αδιαφορία του Έλληνα για τον δημόσιο χώρο. Επίσης, ο S G θίγει το ζήτημα της αδιαφορίας μας και της απέχθειάς μας για τους ανάπηρους, τους ανήμπορους (και τους άλλους γενικά, θα πρόσθετα εγώ): «Μακριά από μας κι όπου θέλουν να πάνε». Θυμάμαι σχετικά όταν πρωτοεισήχθηκαν τα λεωφορεία με ράμπες στην Αθήνα: περίμενα σε μια στάση δίπλα σε έναν χρήστη αναπηρικού καροτσιού. Το λεωφορείο, νέου τύπου, πλησίασε κι ο άνθρωπος σήκωσε το χέρι του για στάση. Είδα τότε τον οδηγό να μορφάζει μέσα από το παρμπρίζ και ταυτόχρονα το λεωφορείο επιτάχυνε. Ήξερα μια οικογένεια στη Σάμο που έκρυβε το ανάπηρο παιδί της συστηματικά και επί χρόνια. Τέτοια πράματα.
Αυτά τα προβλήματα σίγουρα αντανακλώνται στις πόλεις μας (και την έλλειψη τους λ.χ. σε πεζοδρόμια), στις κωμοπόλεις (και την τερατώδη ασχήμια τους, δυσανάλογη του μεγέθους τους), στα χωριά (…), στην καμένη ύπαιθρο (… και … και …) — περίπου (περίπου, έτσι;) όπως τα λέει και η Τριανταφύλλου…
Για να κλείσω με λίγο παράπονο και γκρίνια: λένε πολλοί συμπατριώτες μας: «ωραία χώρα η Ελλάδα, αλλά μόνο για διακοπές». Όσο μεγαλώνω τόσο έρχομαι στα λόγια τους.
Υ.Γ. Συγγνώμη για τη βρωμόγλωσσα αλλά χέστηκα για το ΠΑΣΟΚ. Να το επαναλάβω; Χέστηκα. Πιο κλισεδιάρικα; «Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο» (ωπ, κάτσε, με πρόλαβε το Αντί σε ‘αυτή μου την παρέμβαση’).
Η νεοελληνική ‘συνείδηση’ φαίνεται εμποτισμένη από το μίσος της πόλης, κυρίως μετά την αστυφιλία του ’50, αλλά και πολύ πρωτύτερα. Θυμάμαι το κωμειδύλλιο ‘Η τύχη της Μαρούλας’ (αυτά έδειχνε η τιβί στην εποχή μας, παιδιά μου), όπου ο ανδριώτης χωρικός, πατέρας της Μαρούλας, νομίζω, εκφράζει την έκπληξή του μπροστά στην Αθήνα-τέρας των 50.000 ξέρω γω κατοίκων με ένα τραγούδι («Έλα Χριστέ και Παναγιά / πώς έγιν’ η Αθήνα»), το οποίο το 1890 έγινε προεκλογικός παιανίσκος (με αλλαγμένα λόγια) του κόμματος του Δηλιγιάννη…
Τα ξανασκέφτηκα αυτά με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο κειμένων λογοτεχνίας της Β’ Γυμνασίου, το οποίο φυσικά περιλαμβάνει και τα απαραίτητα πονεμένα κείμενα για την τσιμεντούπολη, τη μοναξιά της πόλης και τα χαμόγελα που λείπουν από την οδό Αχαρνών. Σε αυτό δεν έχει αλλάξει τίποτε από τα μεταπολιτευτικά και πρώιμα πασοκικά εγχειρίδια από τα οποία μάθαμε (;) εμείς γράμματα· εκεί διαβάζαμε για τα τσιμεντένια κουτιά των πόλεων όπου φυλακίζονται τα παιδάκια, μια και δεν έχουν αλάνες να βγούνε να παίξουν, ενώ δε θυμάμαι να διαβάζαμε τόσο συστηματικά για τα παιδάκια της μετεμφυλιακής ελληνικής επαρχίας που είχαν αλάνες να παίξουν και γίδες να αρμέξουν και να βατέψουν (τα κορίτσια σπίτι και κέντημα) αλλά και χωρίς ψωμάκι να φάνε και σχολείο να πάνε.
Αντιλαμβάνομαι ότι ο ερχομός στην πόλη δεν έγινε για τους περισσότερους Έλληνες για να βρούνε τ’ όνειρο, παρά σχεδόν στανικά, για να γλιτώσουνε τη φτώχεια, τον χαφιέ και το γκασταρμπαϊτερλίκι. Όμως, εδώ και αιώνες, και πολύ πιο έντονα τις τελευταίες έξι δεκαετίες, με παρόμοιους όρους αστικοποιούνται δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη από το Σάο Πάολο μέχρι το Λος Άντζελες, από το Τόκυο μέχρι τη Βομβάη και από την Σαγκάη μέχρι το Κάιρο. Ωστόσο, οι Έλληνες, ομφαλοσκοπώντας παροιμιωδώς — όπως συνηθίζουμε για κάποια θέματα — τα ρίξαμε όλα στην απάνθρωπη τερατούπολη, την Αθήνα και καθαρίσαμε. Αυτά συνιστούν τον παλαιό μισαθηναϊσμό: «μισώ την Αθήνα γιατί μου λείπει (;) το χωριό, η ψαρόβαρκα, το σαμάρι».
H γενικευμένη απαξίωση της Αθήνας ως τριτοκοσμικής άσχημης τσιμεντούπολης «άναρχα δομημένης» κτλ. εξακολουθεί να στοιχειώνει το συλλογικό μας κατιτίς ως ένας νέος πια μισαθηναϊσμός· παρά το ότι πολύ περισσότεροι Αθηναίοι έχουνε βγει στις μεγαλουπόλεις του κόσμου, παρά το ότι η μετακίνηση μέσα στην Αθήνα είναι ασύγκριτα ευκολότερη από όταν ήμουν παιδί (βεβαίως ούτε τότε ούτε τώρα μετακινούμουν με ΙΧ, πολλώ μάλλον με Landrover). Αυτή η απαξίωση είναι γενικότερα αντιπαραγωγική, αφού, συν τοις άλλοις, υπαγορεύει ασυνάρτητα διακοσμητικά μέτρα, όπως η καλλωπιστική εκστρατεία του ανεκδιήγητου δημάρχου Αβραμόπουλου ή η 43η ανάπλαση της πλατείας Μοναστηρακίου (έπεται και πάλι η Ομόνοια σύντομα, υποθέτω), όπου άλλα χαζά κελεύει ο Δήμος, άλλα ανέφικτα οι αρχιτέκτονες, άλλα άκομψα η Αττικό Μετρό, κι άλλα στήνουν στο τέλος οι εργολάβοι (οι εργολάβοι! οι εργολάβοι! οι δαίμονες!).
Ωστόσο, κατ’ αρχάς, η Αθήνα (μιλάω τώρα για την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα ‘σύνορα’ του πάλαι Σταυρού Αγίας Παρασκευής και χωρίς το Μενίδι) είναι λειτουργικότατη πόλη, όπως έδειξε η περίφημη μελέτη Δοξιάδη τη δεκαετία του 70 — και (για) την οποία αδυνατώ να βρω ονλάιν. Τι εννοώ. Σε αντίθεση με πολλές (μεγαλου)πόλεις, για κάθε κάτοικό της ο χρόνος πρόσβασης στις διάφορες χρήσεις είναι ανάλογος του πόσο αναγκαία είναι η χρήση: σε λίγη ώρα βρίσκεις ψιλικατζίδικα και έβγες και περίπτερα, σε λίγο περισσότερη φαγάδικα, σε λίγη ακόμα φαρμακεία, σε αρκετά περισσότερη σινεμά — και ούτω καθεξής. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο (όπως λ.χ. η σταθερά χαμηλή εγκληματικότητα), δείτε το συγκρότημα του Λονδίνου, μικρότερες αγγλικές πόλεις, τις πόλεις του κομμουνισμού ή της Άπω Ανατολής ή ακόμα και τη Λευκωσία (για να μην πιάσουμε τις βορειοαμερικάνικες πόλεις), όπου πρέπει να πας (με αυτοκίνητο) στην άλλη άκρη για να αγοράσεις ψωμί, γάλα, εφημερίδα και ένα μπουκάλι κρασί…
Φυσικά η Αθήνα έχει πολύ σοβαρά προβλήματα: τον θόρυβο, τη βρωμιά, το παρκάρισμα, τις όχι ακόμη ικανοποιητικές συγκοινωνίες, την έλλειψη ανοιχτών χώρων (που δε θα εγκαταλείπονται κατόπιν, όπως το Πάρκο Βασιλίσσης / Τρίτση, ή και το Κτήμα Βορρέ), την εμμονή της λογικής της «κάλυψης ως αναβάθμισης» (Κτήμα Θων, Βοτανικός, Μωλ, βιλλάτζια). Φυσικά, ούτε τα παραπάνω, ούτε βεβαίως η πολυκατοικία ως οικιστική μονάδα (μόνιμος στόχος του παλαιού μισαθηναϊσμού), την καθιστούν τριτοκοσμική πόλη, όπως κάποιοι κοσμογυρισμένοι διατείνονται (η Νάπολη και το Παλέρμο, λ.χ., τι να είναι άραγε, αν η Αθήνα είναι τριτοκοσμική;).
Με άλλα λόγια, η κίνηση και το μαρτυρικό παρκάρισμα είναι (πια) συνέπεια του να κινείσαι σε οποιαδήποτε σχεδόν μεγαλούπολη… Απεναντίας, ο θόρυβος και η ρύπανση-βρώμα στην Αθήνα είναι και ανυπόφορα και προβλήματα της συγκεκριμένης πόλης και μάλλον πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτά, και στη βελτίωση των συγκοινωνιών, αντί να πετάμε ατάκες τύπου «Βυρητός! Κάιρο! Τεχεράνη!» (παρεμπιπτόντως, άντε να σας δω να ζείτε εκεί…). Φοβάμαι πάντως ότι οι παρωπίδες του νέου μισαθηναϊσμού μάς εμποδίζουν να ξεχωρίσουμε τα γενικά προβλήματα της μεγαλούπολης από τα ειδικά της Αθήνας, αποπροσανατολίζοντάς μας…
Επίσης, τα πραγματικά προβλήματα, αντίθετα με όσα περιοδικώς γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου στην ΑΒού (αν και υπάρχει κι αυτό το πρόσφατο και πιο ενδιαφέρον), δεν αρκούν να μας κάνουν να ξεγράψουμε μια πόλη: η Νέα Υόρκη όπου οι τσοπεράδες πρεζέμποροι αλώνιζαν την 8η Οδό, όπου μπούκαραν οι διαρρήκτες στις 9.10 στις πολυκατοικίες του Βίλλατζ (αφού όλοι θα ήτανε σίγουρα στη δουλειά) για να αδειάσουν τα διαμερίσματα ένα-ένα (ξεκινώντας από πάνω προς τα κάτω), όπου οι πορτοφολάδες σε κωλοχέριαζαν ασύστολα όταν δε σου κόλλαγαν μια κάννη στον αφαλό, με την απίστευτη βρώμα και φτώχεια κι εξαθλίωση μεταξύ 14 δρόμων και της Canal (ας πούμε) τελικά έλυσε κάποια από αυτά τα προβλήματά της. Παρόλ’ αυτά, και απ’ ό,τι ξέρω, δεν έβγαινε ο Νόρμαν Μέιλερ (λέμε τώρα) να την αποκαλεί τριτοκοσμική κι αθλιούπολη…
Γενικά πρέπει να πάψουμε να συγχέουμε την πολυσυλλεκτική, αντιφατική και πολύπλοκη μεγαλούπολη με το ουτοπικό μας όνειρο, είτε το τρέφουν προαστειακές φαντασιώσεις, είτε λεκορμπυζιανίστικοι παραλογισμοί.
(Άσε που το ‘The Cities Book’ του Lonely Planet έβγαλε την Αθήνα 38η ανάμεσα στις 200 καλύτερες πόλεις του κόσμου. Αλλά αυτοί είναι κουτόφραγκοι.)
(Προς σχετικά ενδιαφερόμενους δημοσιογράφους: Πριν γράψτε κάτι, πάρτε κανα τηλέφωνο καναν άνθρωπο από ΕΜΠ μεριά. Απ’ όσο ξέρω ακόμα στην Πατησίων είναι η Αρχιτεκτονική.)
Επίμετρο 20.IX: Μόλις ανακάλυψα τον Σαλάτα, από τον θας (αυτουνού του γκομενάκια δεν του βάζω λινκ, να σκάσει). Εικονογραφώ λοιπόν τα ανάλεκτά μου με αθάνατα έργα τέχνης του Σαλάτα — εκτός από τη σημαιούλα, τίμιο λάβαρο των σχετικών οπαδών και όχι γελοιογράφημα.]
Η ισπανική και η ελληνική ψυχή
Ξεχάστηκε κιόλας, αλλά χάρηκα πολύ την ήττα της Ισπανίας από τη Ρωσία μέσα στη Μαδρίτη. Ομάδα απαρτισμένη από άχαρους, ανέκφραστους παίκτες, με μάσκες επιθετικής ιδιωτείας για πρόσωπα, και πλαισιωμένη από μουλαρόμουτρα όπως ο Ναδάλ (ο παίκτης που έφερε μια αύρα από γίγαντες του κατς στο τένις). Ένας λαός που, όπως εμείς, κορυβαντιά και κοκορεύεται όλος περηφάνεια για κάτι για το οποίο δε φέρει καμμία ευθύνη: που γεννήθηκαν Ισπανοί. Επιπλεόν, όπως εμείς, ζούνε μέσα στην άσειστη βεβαιότητα ότι ο κόσμος τους χρωστάει τεράστια χάρη που γεννήθηκαν Ισπανοί. Πώς μου το είπε ο Ρακάσας; Non sufficit orbis, Φελίπε ο Β’, νομίζω.
Ισπανοί το 2007. Υπήκοοι ενός δοτού Βουρβώνου, που τον έχρισε ένας από τους αιμοσταγέστερους, κυνικότερους και αθλιότερους τυράννους της Ευρώπης. Η ισπανική κοινωνία, που ακόμα δεν μπορεί, 33 χρόνια μετά, να προχωρήσει στην (έστω) τελετουργική της αποχουντοποίηση. Ποιος μιλάει για τα εγκλήματα του Caudillo de España; Λίγοι, κυρίως Βάσκοι και Καταλανοί. Οι υπόλοιποι ερημοποιούν τη χώρα με τα θερμοκήπια και τα υπερξενοδοχεία τους. Και επευφημούν κορδωμένοι τους αγίους, τους παίκτες, τις αμφίβολες καλλονές τους και τους ανυπόφορα μελό σκηνοθέτες τους.
Τρία στα τρία
Δεν ήθελα επ’ ουδενί να δω τη Μαριέττα, τον Καλό και τον Αρχίβλακα στη νέα κυβέρνηση. Ευχαριστώ λοιπόν, Μίστερ Νιντέντο, αν και νομίζω πως θα καταφέρετε να τα κάνετε μούσκεμα και χωρίς αυτούς, ακόμα κι αν δεν εκτρέψετε τον Αχελώο.
Φαντάζομαι, που λέτε, τον αποκεφαλισμένο Αρχίβλακα να κρατάει την κενή κεφαλή του παραμάσχαλα, όπως αρμόζει στους μπαμπούλες των ταινιών τρόμου. Για μια στιγμή, όμως, μια στιγμή: δεν είναι κεφάλι, είναι ένα κράνος ματατζίδικο. Μουάχαχαχαχαχα…
Μεγάλη Εθνοσυνέλευση
Ακούω και διαβάζω κοπετούς για την είσοδο του ΦΑ.Ο.Σ. (καλό κι αρχαίο το αρκτικόλεξο, ε μεσιέ Γεωργιάδες;). Δεν είναι δικαιολογημένοι. Τα έδρανα της Βουλής δεν είναι θώκοι για τους άριστους, τους εκλεκτούς και τους αγίους. Η Βουλή εκπροσωπεί τον λαό. Στον λαό υπάρχουνε και φασίστες. Πρέπει να εκπροσωπηθούν. Αφήστε που καλό είναι να εκπροσωπούνται συσπειρωμένοι σε ένα μικρό κόμμα αντί σκόρπιοι μέσα σε δύο μεγάλα (ΝΔ και ΚΚΕ), ώστε να ξέρουμε και με ποιους έχουμε να κάνουμε.
Μη με λες Τασούλα, Αναστασία με λένε
Φυσικά, χέρι-χέρι με το παραπάνω πάει και το ότι πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, αφού «όταν προσπαθώ με τον ευφημισμό να συσκοτίσω μέρος των συμφραζομένων με πρόθεση να μην τα αντιληφθεί και τα εξετάσει ο ακροατής μου, τότε ψεύδομαι» (από εδώ). Έτσι, οι διαμαρτυρίες των εκπροσώπων του ΦΑ.Ο.Σ. ότι δεν είναι φασίστες, ακριβώς επειδή τους διακρίνει ένα ιδεολογικό πέταγμα δώθε-κείθε με αποτέλεσμα το πολιτικό πρόγραμμά τους να είναι ένα μπριάμι ιδεών και απόψεων, δε συγκαλύπτουν τη βάση και την ουσία των αρχών τους. Χώρια που το ιδεολογικό μπριάμι χαρακτηρίζει τη ρητορική όλων των φασιστικών κομμάτων από τον καιρό που ο Μουσολίνι κρατικοποιούσε τα μπουρδέλα, αν όχι και πιο πριν.
Ωστόσο
Ναι, ψήφισα ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κι εξακολουθώ να είμαι χαρούμενος γι’ αυτό. Ναι, έχει δίκιο ο Αλαβάνος, υπό δοκιμή τον έχουμε. Αν με ρωτήσετε όμως, θα σας πω ότι ο τόπος είναι τελειωμένος. Ο Όνειρος λέει «για τα επόμενα δέκα χρόνια». Έστω. Ας είμαι αισιόδοξος. Σχόλασαν οι Ολυμπιακοί, το έχω ξαναγράψει, κι αυτό ήταν: έληξαν όλα. Περιμένουμε πια να μας δικαιώνουν τα γιουροβύζια και οι αθλητές μας.
Κάποτε ήθελα να γίνω δάσκαλος και να διδάσκω ιστορία, γεωγραφία και μαθηματικά — ευτυχώς δεν τα κατάφερα: θα με πλήρωναν πενταροδεκάρες και θα μου έλεγαν οι νοικοκυραίοι ότι είμαι τεμπέλης και στραβώνω τα παιδιά τους. Μου έμεινε όμως το κουσούρι. Αυτό λοιπόν το ποστ είναι απλά και συνθηματολογικά γραμμένο, αφού μόνον έτσι θα γίνει κατανοητό από τους άλαλους και ιδιώτες μαθητές του σχολείου. Συνεπώς, όσοι έχετε απολυτήριο Λυκείου, διαβάστε κάτι άλλο, κάτι πιο ανεβασμένο, στο πιο αλτουσέρ.
Χτες εορτάστηκαν στη Σμύρνη τα 85 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης. […] Δυστυχώς, η απελευθέρωση της πόλης δε συντελέστηκε αναίμακτα. Αν και ελάχιστοι το παραδέχονται ανοιχτά, η ελληνική κατοχή της πόλης είχε και τους υποστηρικτές της, κυρίως μεταξύ των μελών της ντόπιας ελληνικής μειονότητας. Έτσι, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, επακολούθησαν έκτροπα και ταραχές, εν μέρει με κίνητρο την αντεκδίκηση απέναντι στα μέλη της ελληνικής μειονότητας και σε όσους είχανε συνεργαστεί με τον κατακτητή, εν μέρει μέσα στη γενικότερη παραφορά της απελευθέρωσης.
Άσκηση για το σπίτι: Χωρίς να επέμβετε στο υπόλοιπο κείμενο, αντικαταστήστε μόνο τις λέξεις σε κόκκινο με άλλες κατάλληλες ώστε να προκύπτει μια κατά δύναμη ακριβής περιγραφή της απελευθέρωσης των εξής ελληνικών πόλεων: