Στομφόλυγες

Από τους αλληλοεπικαλυπτόμενους μονολόγους και τα κρωξίματα παρατηρώ ότι περάσαμε σε επιδείξεις σπουδαιοφάνειας αυστηρών στομφωδών κυρίων οι οποίοι επιτιμούν, επικρίνουν και επαναφέρουν στην τάξη τους ‘συνομιλητές’ τους.

Αν και εφόσον οι συνομιλητές κάτσουν φρόνιμα, οι στομφώδεις κύριοι ανοίγουν το στόμα τους και εκφωνούνε σαπουνόφουσκες: κενές διακηρύξεις αλειμμένες λούστρο και μπριγιαντίνη, ψευτοβρακωμένα ad hominem, βιτρίνες εκθεσάδικης πλάνης και απλοϊκών ιδεών. Οι κύριοι αυτοί είναι δοκησίσοφοι.

Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Με τον φακό του Sraosha IIΙ

πακ πάι ππόπκιουλαρ τιμάντ

α.

Το παραπάνω κατάστημα γυναικείας μόδας ήθελε να ονομαστεί κάτι σαν τα ‘bizzaro’ με τα οποία είναι γεμάτη η Ελλάς. Εδώ όμως όλοι χειρίζονται φαρσί την αγγλική. Ή σχεδόν φαρσί, τέλος πάντων.

β.

Ενισχυμένο και με αβάσταχτα χασμουρητά.

γ.

Αλλά αυτό είναι ήδη γνωστό.

δ.

«αρ γιου ττόκκιν ττου μι, ρε;»

ε.

Αυτό από τη μαμά Ελλάδα, όμως. Το οποίο στο κάτω-κάτω είναι το όνομα της μεσίτριας. Αντίθετα με κάτι «Municipality of Thestieon» που βγάζουνε μάτι, και το οποίο δεν μπόρεσα να φωτογραφίσω γιατί με κυνηγούσαν τρία SUV, ένα φίατ πάντα, ένα φίατ πούντο, μια πρεβεζάνικη μερσεντές με γερμανικές πινακίδες και τρεις νταλίκες που αλληλοπροσπερνιόντουσαν ναζιάρικα.

Έκτακτο δελτίο — κάποιες σκέψεις

ή ‘Τι γράφει ο άνθρωπας!’

Αφιέρωση:

Μες στο γιαλό της Κέρκυρας μαύρ΄είμαι πέτρα κι έρμη
κι αν με πατήσεις, πετεφρή, βγάνω βαγί και δάφνη.

Σαρκάζοντας την απελπισία μου έλεγα στην πολυαγαπημένη σύντροφο της ζωής μου Καιτούλα ότι το μέχρι τώρα ‘ο καλύτερος έχει σφάξει τη μάνα του’ για τους Ηλείους θα αντικατασταθεί από το ‘ο καλύτερος έχει κάψει το χωριό του’. Αφήνοντας κατά μέρος το ξεκοίλιασμα τοπικιστικών στερεοτύπων, είπα να κάτσω να διαβάσω τίποτα κι έπεσα στο τρίπτυχο Ενοικιαστές:

Ένα και Δύο και Τρία.

Διαβάστε το και συγκρίνετέ το με τα ψελλίσματά μου στο προηγούμενο ποστ για κάποια κίνητρα εμπρησμού πέραν του εθνικού σπορ της καταπάτησης. Οι Ενοικιαστές προϋποθέτουν και εμψυχώνονται από βαθύτατη γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας· απέναντι στα δικά μου εξατομικευμένα, περιστασιακά και συμβεβηκότα ‘κατά τόπους’, ‘πρόωρες εκλογές για τον γάμο του Καραγκιόζη’, ‘Πολύδωρας’, Οι Ενοικιαστές τραβάνε το πέτασμα και σου αποκαλύπτουν ολόκληρο το πανόραμα, που λέμε.

(Επίσης, περνάμε και μια βόλτα από εδώ κι εδώ.)

Τέλος, όταν εδώ κάηκαν (τόσοι) άνθρωποι, εμείς δεν επιτρέπεται να κλαίμε την Αρχαία Ολυμπία. Η ελλιπής, κατά πώς φαίνεται, προστασία του μνημείου από τη φωτιά είναι σαφώς εγκληματική παράλειψη αλλά πολύ λιγότερο από την (πιθανή) εγκατάλειψη εγκλωβισμένων να καούνε ζωντανοί — ή αφού πρώτα τους πνίξει ο καπνός (φυσικά κανείς δεν μπορεί να φταίει εάν ο δείνα παλουκώθηκε μέσα στο καιόμενο σπίτι του, παρακούοντας τις υποδείξεις των αρχών). Πολύ απλά: ο δεκαπεντάχρονος και η γιαγιά αξίζουν περισσότερο από την Άλτι, η οποία σίγουρα θα ξαναφυτευτεί όπως εδώ και τόσους αιώνες, και από τον στίβο, που έχουνε ξανακάψει διάφοροι στο παρελθόν. Εάν θέλουμε να εμφορούμαστε από ανθρωπιστικές αρχές, δηλαδή…

Cui prodest?

Έχω φρίξει. Έχω φρίξει. Μην περιμένετε τρέσες και ρεσιτάλ ευγλωττίας.

Ναι, περάσαμε έναν θεόστεγνο χειμώνα. Ναι, ο Πολύδωρας, ο άνθρωπος που διέλυσε — λένε — το πυροσβεστικό σώμα και που κατέστησε την αστυνομία πραιτωριανούς και βογιάρους, πλην όμως ανίκανους να καταστείλουν το κοινό έγκλημα, είναι ακόμα προθύμως αγγαρεμένος ως υπουργός Δημόσιας Τάξης (δεν παραιτήθηκε, ε;).

Είδα δύο φορές τη φωτιά να πλησιάζει στο σπίτι των γονιών μου. Τη δεύτερη φορά έφτασε στα δύο μέτρα από τον μαντρότοιχο (κοιτούσα τη σκιά των αντιπροπέρσινων καμένων πριν δυο-τρεις βδομάδες).

Αναρωτηθήκαμε και ρωτήσαμε τη δεύτερη φορά ποιος είχε όφελος από την πυρκαγιά. Μάθαμε όταν είδαμε τα φρεσκοβαμμένα ορόσημα. Οι δικοί μου θεωρούνε πλέον περιττή την ασφάλεια πυρός, επιχειρηματολογούνε μάλιστα δείχνοντας τα ορόσημα αυτά: «Δε θα μας ξανακάψουν.»

Στην Ελλάδα έχει παράδοση εγκληματικού τραμπουκισμού και η μεγάλη προοδευτική παράταξη. Θυμηθείτε τους βενιζελικούς. Θυμηθείτε τους τραμπουκισμούς και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών εν ονόματι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Άλλωστε είναι μεγάλη και είναι και παράταξη: δεν έσφαξε ο Βενιζέλος τον Ίωνα Δραγούμη, ούτε ο Βαφειάδης τον νονό της μάνας μου.

Ξέρουμε ότι ερχονται εκλογές εδώ και πολύ καιρό. Απλώς δεν περιμέναμε να αποπατήσει η εκτελεστική εξουσία τόσο σκαιά πάνω στις συνταγματικές επιταγές και να επικαλεστεί τους συγκεκριμένους ‘εθνικούς λόγους’ συρρικνώνοντας ταυτόχρονα την προεκλογική περίοδο στον ανήκουστο ένα μήνα.

Ξέρουμε ότι, πέραν των κοινών καταπατητών, υπάρχουν και κατά τόπους τραμπούκοι που θα έκαναν το παν για να μην ξαναβγεί ο Μίστερ Νιντέντο, ώστε να βγει ο I-am-my-father, για να έρθουν εκείνοι στα πράγματα σε τοπικό επίπεδο.

Αναρωτιέμαι λοιπόν εάν πράγματι κάνουνε το παν, τέτοιες ώρες.

51 νεκροί, λέν ότι έρχονται κι άλλοι. Τόσο χρονών, δεν περίμενα τα κοινά να μου δώσουνε τόση οδύνη.

Επίμετρο: Ενώ πολλοί κλαψουρίζουν και θρηνολογούν, ο Πετεφρής, ο Τάλως και ο Φάις λένε πέντε πράματα σωστά.

Πώς πέρασα το καλοκαίρι

¼

Πέρσι ξεροσταλιάζαμε στο μπαρ Βαρτάν στην Αίγινα. Όμορφος χώρος, μια παλαβή ηθοποιός σέρβιρε τα ποτά και μουσική έπαιζε ο Αντρέας, παλιός ντιτζέι στο θρυλικό Θηρίο του Ψυρρή. Ο Αντρέας έπαιζε πολλά από το λέιμπελ True Thoughts, καλλιτέχνες όπως Alice Russell και τέτοιους. Έπαιζε κι άλλα πολλά, μετα-λάτιν, νεο-φανκ, βραζιλιάνικα πολλά και διάφορα: τζαζλά ακούσματα καλοκαιρινά. Περνάγαμε πολύ ωραία, κυρίως λόγω μουσικής και κόσμου. Και να σκεφτείτε ότι κατά κανόνα εγώ αυτά δεν τα ακούω. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα ψωνίσαμε ό,τι μπορούσαμε να βρούμε από True Thoughts. Τα ακούγαμε όλον το χειμώνα.

Φέτος ξαναβρεθήκαμε στην Αίγινα λόγω ανωτέρας βίας. Ξαναπήγαμε στο Βαρτάν. Και πάλι ωραίος κόσμος. Κάτι γυναίκες να τις πιεις στο ποτήρι του μαρτίνι με ελιά. Η μουσική ωστόσο μια αφρώδης λαουντζιά πεθαμένη, νίνα-νάνα, μουσική για σκαφάτους και ξεροψημένες κυρίες κατευθείαν από λιποαναρρόφηση. Μπαίνουμε μέσα, άφαντος ο Αντρέας. Τελειώνουμε τα κοκτέιλ και ρωτάμε τη γλυκύτατη κοπέλα που σέρβιρε τι απέγινε ο κοσμήτορας των ντιτζέι Αντρέας (αν δω αυτή την έκφραση λογοκλεμμένη, θα θυμώσω). Μας έστειλε στα Περδικιώτικα.

Εισίν ουν Περδικιώτικα, μπαρ παλαιότατο της Αιγίνης. Μπαίνουμε μέσα κι όλοι πέρναγαν καλά. Η μουσική ήταν αλάνθαστα Αντρέας. Ο κόσμος, από πιτσιρικάδες ροκάδες (τα Περδικιώτικα είναι παραδοσιακά ροκόμπαρο) μέχρι Αιγινήτες διαζευγμένους σιτεμένους. Όσοι δε χόρευαν, κάνανε κέφι αδιαμφισβήτητο. Τα είπαμε και με τον Αντρέα. Περάσαμε κι εμείς καλά, κι όχι σαν απολιθωμένα στελέχη χρηματιστηριακών στον Ιστιοπλοϊκό Όμιλο που σκαρδαμύσσουν τάχα μου κάπως λοξά για να βλέπουν τι περνάει από δίπλα, καθώς κρατούνε το μοχίτο στο χέρι σαν να ήτανε φλιτ.

Φεύγοντας, μου λέει ένας από την παρέα: «Πρώτη φορά πέρασα τόσο καλά σε πουράδικο.» (Εκ του πουρό — όρος για -ηντάρη σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από αρσενικά 25-35 που δουλεύουνε σε διαφημιστική ή στην κινητή τηλεφωνία και που πλένει τα χυμένα τους, σιδερώνει τα σιέλ πουκάμισα και τους μαγειρεύει ντολμάδες η μαμά τους.) Είχε δίκιο. Μόνο που δεν είχε ξαναμπεί σε πουράδικο, έτσι;

Οι νέοι μας (αυτοί οι 25-35 που λέγαμε, και οι συν αυτοίς) δε βγαίνουνε: μια ταβέρνα κοστίζει όσο δυο σποτάκια για το ταβάνι του σαλονιού, μου είπε μια ψυχή. Όταν βγαίνουνε βαριούνται, θέλουνε να πάνε σπίτι να δούνε τηλεόραση. Δε διασκεδάζουν. Άσε που και το σεξ καταργήθηκε ως ηδονή και γλυκασμός και παιχνίδι το 1995 — έκτοτε ‘σηματοδοτεί’ απλώς άλλα πράματα, εικάζεται δε ότι σύντομα θα μετονομαστεί σε «τα θέλω μου» (καταπώς η περίοδος λεγότανε «τα ρούχα μου»). Όλα αυτά τα έχει περιγράψει ο Θάνος Κάππας στο κείμενό του Τα Μπαράκια στην ΑΒού, παλιότερα. Μας έχει πιάσει ο πουριτανισμός από την κοτσιδούλα τη ράστα και μας σέρνει στο πλακόστρωτο της Κέρκυρας, της Μυκόνου, της Οίας, της Ρόδου, του Ηρακλείου…

Δε διασκεδάζουν οι νέοι μας, μόνο τα πουρά πια. Πώς να διασκεδάσουν; Έχουνε δάνεια. Έχουνε τη μάνα που μεγαλώνει τα βλαστάρια τους. Έχουνε κινητά. Θέλουνε κι άλλο αμάξι για το πεζοδρόμιο. Θέλουνε νέα καλύμματα για το αμάξι. Φουσκωτό. Θέλουνε κι άλλες τσάντες. Κι άλλα παπούτσια. Κι εγώ είμαι υπέρ των παπουτσιών. Αλλά αφού δε βγαίνουν έξω, τι να τα κάνουν τα παπούτσια; Να τα συνδυάσουν με το ξεχειλωμένο τισέρτ ‘Θέλω ΤΙΜ’ που φοράνε για ολοήμερη μπυτζάμα;

Κατά τ’ άλλα, ο Έλληνας δεν έχει ρε απωθημένα. Δεν είμαστε καταπιεσμένοι Δυτικοί. Όποιος τα πιστεύει αυτά να βγει στις Εθνικές. Εκεί αντικρίζεις την αντίδραση στην καταπίεση της γυναίκας / της γκόμενας / του γκόμενου, του εργοδότη (κυρίως), των πεθερικών, των παιδιών να την πετάει σα σπαλομπριζόλα το ελληνικό αρσενικό πάνω στην κουρελού της γελοιότητας που λέγεται ΠΑΘΕ. Εκεί βγάζει τα απωθημένα του το ελληνικό αρσενικό — άλλωστε οι μπύρες μας είναι μίζερα κατούρια: προσπερνάει νταλίκες, τρέχει με 120 στις κατσικοπλαγιές, τεστοστερώνεται που ροβολάει καμμιά 500ρια μέτρα στο αντίθετο ρεύμα με το Χιουντάι του, χώνεται μπροστά σου για να αποφύγει μετωπική. Οι ελληνικοί δρόμοι δεν είναι πίστες Φόρμουλας 1, όπως έγραψε κάποιος στο Βήμα, είναι πεδία εκπαίδευσης για καμικάζι αυτοκτονίας. Άλλοι λαοί πνίγουνε τον πόνο τους στις αιθυλικές αλκοόλες, στην Ελλάδα κουνάμε τα σημειωτικά τριχερά μας αρχίδια στους θλιβερούς δρόμους μας. Μόνο που στο αλκοόλ πνίγεσαι μόνος σου. Στον δρόμο παίρνεις κι εμένα σβάρνα, θλιβερή καταπιεσμένη λατέρνα, ξεκούρδιστε μαμάκια.

Εγώ έτσι πέρασα στις διακοπές μου.

Φαντασίες

DSC05426

Με ξύπνησαν πολύ πρωί οι σειρήνες. Αυτές οι καινούργιες που εγκατέστησαν εδώ προ διετίας ακούγονται πολύ πιο υποβλητικές και λιγότερο στριγγιές από τις προηγούμενες. Ξανακοιμήθηκα γρήγορα, προτού προλάβει ο παππούς από απέναντι να ξυπνήσει κατά τις έξι και να αρχίσει να τραγουδάει την Τηλλυρκώτισσα, όπως κάνει περί τις δυο φορές τη βδομάδα ανελλιπώς εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια. Είδα στον ύπνο μου τη Θάτσερ να μου λέει για τον Πινοτσέτ (είχα την κουβέντα του χτες βράδυ, βλέπετε). Αισθανόμουν αποστροφή και ενδιαφέρον ταυτόχρονα: πολύ καλά κρατιέται η άρπυια, σκεφτόμουνα μες στον ύπνο μου.

[Η Τηλλυρκώτισσα είναι το γνωστό κυπριώτικο τραγουδάκι στα κορακίστικα. Τηλλυρκώτισσα είναι αυτή που κατάγεται από την Τηλλυρία. Η Τηλλυρία, πάλαι κυρίως τουρκοπεριοχή, είναι εκεί στα καπούλια της Κύπρου, στα αριστερά όπως βλέπει κανείς τον χάρτη. Εκεί έριξαν ναπάλμ οι Τούρκοι το ’64, προετοιμάζοντας εισβολή για να λυτρώσουν τους Κύπριους αδερφούς (τους), όμως τους μαζέψανε συνοπτικά οι φονιάδες-των-λαών-Αμερικάνοι.]

Ξύπνησα και πήγα στη δουλειά με το αυτοκίνητο. Η δασκάλα οδήγησής μου (εδώ έμαθα να οδηγώ ― όσο χρονών ήμουνα ποτέ δεν είχα χρειαστεί ΙΧ) μου έλεγε πώς ξύπνησε το πρωί πριν 33 χρόνια στην Κερύνεια να φτιάξει καφέ και είδε τη θάλασσα μαύρη. Ερχόταν, επιτέλους, ο Στόλος. Μπήκανε στ’ αυτοκίνητο κι έφυγαν. Ξαναείδε την πόλη της το 2003· πάει τακτικά απέναντι και βρίσκει και φτηνά τσιγάρα, δεν κόβεται το ρημάδι όταν είσαι μέσα σε ένα εκπαιδευτικό κορόλα δώδεκα ώρες την ημέρα στους δρόμους.

Τη θυμήθηκα βλέποντας το Γράμματα από την Ιβοτζίμα, εκεί που βγαίνει ο φαντάρος να αδειάσει το καθήκι και βλέπει τον αμερικάνικο στόλο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Ωραίο έργο, καλύτερο από τις Σημαίες των πατέρων μας. Εικαστικά, ύστερος Ήστγουντ: μονοχρωμία και καραβατζιανό κιαροσκούρο. Η σκόπευση, η εστίαση, σχεδόν αδιανόητη: από τη μεριά του ηττημένου εχθρού. Μου έκανε αίσθηση η σκηνή της εν ψυχρώ εκτέλεσης γιαπωνέζων αιχμαλώτων από αμερικάνους που βαριόντουσαν να τους φυλάνε. Για σκέψου.

Φαντασιωνόμουν όσην ώρα το έβλεπα κι εγώ: ένα δίπτυχο για τη μικρασιατική καταστροφή, ελληνικής παραγωγής. Τηλεοπτικό, βεβαίως, αφού το ελληνικό σινεμά είναι σαν τα ελληνικά κρασιά: κυρίως άθλιο, με εξαίρεση ελάχιστους μικρούς παραγωγούς. Όμως να γίνει μια ωραία παραγωγή, α λα Παιδιά της Νιόβης, κουστούμια, κρινολίνα, φέσια, πιάνο, γαλλικά και η Αλμυρά Έρημος.

Μέρος πρώτο: Τα μπαϊράκια των προγόνων μας. Πώς μια χούφτα πολεμιστές του Κεμάλ απωθούνε τον ξενοκίνητο ελληνικό στρατό που αμέτι-μουχαμέτι θέλει να διαμελίσει την Τουρκία για λογαριασμό Βρετανών, Γάλλων και Ιταλών και να φτάσει στην Άγκυρα. Σφαγές, βιασμοί, αγριότητες· ο Στεργιάδης προσπαθεί εκκεντρικά να επιβάλει νόμο και τάξη, ο ελληνισμός βγάζει το άχτι του (σφαγές, βιασμοί, αγριότητες ). Οι Γιουνανλήδες φτάνουνε μέχρι το Αφιόν και το Εσκί Σεχίρ. Τρόμος φρίκη κτλ. Έλληνες στρατιώτες σκοτώνουν, καίνε και βιάζουνε για πλάκα. Ή για να εκδικηθούνε για τον Παλαιολόγο.

Μέρος δεύτερο: Γράμματα από τη Μικρασία. Τα γνωστά. Κούρδοι (ξέρω ότι δεν κάνει να τους κακολογούμε, αλλά τω καιρώ εκείνω ήταν στην υπηρεσία της τσέπης τους: ο μακαρίτης ο παππούς μού είπε περήφανα ότι του έδωσαν όπλο στα εφτά του για να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στους Κούρτους), Τσέτες και οι στρατιώτες της Τουρκικής Δημοκρατίας σπάνε το μέτωπο και οι εισβολείς παίρνουν πόδι και πάνε από κει που ‘ρθανε. Σφαγές, βιασμοί, αγριότητες. Η Σμύρνη καίγεται, ο κόσμος «συνωστίζεται στην προκυμαία». Σφαγές, βιασμοί, αγριότητες. Το ελληνικό κράτος κοιτάζει να εκκενώσει (επιτυχώς) τα στρατά του αλλά οι σταφιδέμποροι, οι πουτάνες οι Σμυρνιές, οι μπακάληδες, οι χοντρές κυράδες με τα κολιέ και όλοι οι εν γένει τουρκόσποροι ας βρούνε μπάρκο κι ας τραβήξουνε κουπί. Βεβαίως φταίνε κυρίως οι ξένοι που δεν φόρτωσαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες σε μισή εκατοντάδα βαπόρια και εκκένωσαν τους υπηκόους τους μόνο. Τέλος πάντων, σφαγές, βιασμοί, αγριότητες .

Φυσικά, θα μπορούσαν να μας προλάβουν οι Τούρκοι και να κάνουν αυτοί το αντίστοιχο δίπτυχο. Άλλωστε είναι οι νικητές του Πολέμου της Ανεξαρτησίας τους. Αλλά είναι και βάρβαρα ζώα επίσης. Οπότε η ιστορική ευθύνη να ακολουθήσουμε τον Κλιντ Ήστγουντ πέφτει σε εμάς, εμάς που έχουμε το συγκριτικό πλεονέκτημα του πολιτισμού. Και της φιλοξενίας ― ιδίως των προσφύγων.

[Όταν έφτασαν οι παππούδες μου στα Φάρσαλα το 1923, όπου τους έστειλε το κράτος γιατί τους θεώρησε γεωργούς και είχε και γη καβάτζα εκεί, έτρεξαν να πιούνε νερό στην πηγή της πλατείας. «Ούι μάνα μ’, κοίτα, πίνουν νερό οι αούντηδες» έλεγαν οι ντόπιοι. Επίσης ισχυρίζονταν ότι οι γυναίκες των τουρκόσπορων πλένονταν κάθε μέρα για να βγάλουν τ’ Άγιο-Μύρον από πάνω τους κι ότι γδυνόντουσαν πριν πέσουν στο κρεβάτι γιατί ήταν παστρικιές.]

Παράδοση, γιέι!

Πολλή παράδοση. Ό,τι δεν είναι παραδοσιακό και παραδοσιακά ελληνικό και ελληνικά παραδοσιακό, είναι στο ντιενέι της φυλής.

Δείτε πώς όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στο παρακάτω βίντεο. Στο τέλος πέφτει και μια μπαλωθιά. Πάλι στην απ’ έξω έμειναν οι βορείως της γραμμής Σπερχειού-Αμβρακικού, αλλά τι να γίνει.

Shall not the Judge of all the earth do right?

Πιάστε και διαβάστε το κόμικ Watchmen του Alan Moore τώρα, προτού γίνει ταινία καρτούν

Το να αποκαλέσεις ‘πολυεπίπεδο’ το Watchmen ή το να δηλώσεις ότι ‘παίζει σε πολλά επίπεδα’ αποτελεί φρικτομπαναλωδέστατη κοινοτοπία. Το Watchmen είναι το αποκορύφωμα αυτού που λέμε ‘κόμικ’: πιάνει όλα τα θέματα, μοτίβα και κλισέ (σχεδιαστικά και αφηγηματικά) καθώς και τους ‘τόπους’ του κομικίστικου είδους και τα σβουρίζει και τα πλέκει μεταξύ τους μέχρι να βγάλει κάτι απροσδόκητα πλούσιο, σύνθετο και συναρπαστικό.

Σαφώς πολύ πιο χορταστικό και απαιτητικό από πολλή λογοτεχνία, επιστημονικής φαντασίας ή μη. Πάει πολύ πιο μακριά από αυτά που εξυπακούει η πλοκή του.

Άντε. Θα χάσετε τον ύπνο σας.

Εκτιμήσεις και εικασίες

στον ολντ μπόυ

Προσπαθώ να αρθρώσω λογικά την αηδία και το μπούχτισμα για τα οποία μίλησα πριν.

Ψυχρά και ψύχραιμα λοιπόν:

Θα ξεχάσετε την Πάρνηθα όπως ξεχάσατε τη Χαλκιδική, την Πεντέλη, τον Υμηττό, τον Ταΰγετο, τη Σάμο, τη Θάσο… Μετά θα βοσκάτε τα κατσίκια σας, θα βάζετε πατάτα και θα αγοράζετε οικόπεδα στο πρώην δάσος . Όταν σας πνίξουνε τα ρέματα και διαβρωθούν τα χτήματα, θα λέτε αοριστολογικά «η φύση εκδικείται» και θα εγκαλείτε το κράτος.

Θα ξεχάσετε αυτά τα σκάνδαλα και τις κομπίνες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ όπως γενικά ξεχνάτε τη διαφθορά, που εμποδίζει την ανάπτυξη του τόπου, αφού σας διορίζει εκτάκτους, εποχιακούς και μόνιμους, σας εξασφαλίζει άδειες, επιχορηγήσεις, μίζες — ενίοτε και πολυτελή βίο, όπως στον δήμαρχο Σχοινούσας και στους ‘καημένους’ του Παντείου.

Θα ξεχάσετε τ__ __________ όπως ξεχάσατε την Ήλιος, το Σαμίνα Εξπρές, τη Ρικομέξ και τους σεισμούς του ’99, το πέταλο του Μαλιακού, τα Τέμπη. Τι φταίνε για την κακιά την ώρα οι άνθρωποι.

Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε τα σκάνδαλα του φεουδαρχίζοντος ανώτερου κλήρου και το πώς σέρνει το δημόσιο βίο μας από τα μαλλιά (με την πατερίτσα, αντί για ρόπαλο, στο άλλο χέρι). Και εδώ και στα ελληνικά Ιεροσόλυμα. Νομίζετε ότι το πρόβλημα λέγεται «Χριστόδουλος».

Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε τον Άλεξ, την Αμάρυνθο, το Πλατύ, τους εκατοντάδες κακοποιημένους και νεκρούς μετανάστες (οι πιο πολλοί Αλβανοί φονιάδες, ντάξει;), τους δεκάδες νεκρούς και κακοποιημένους της αστυνομικής βίας στις πόλεις μας, τους μπαζωμένους Ρομά. Και τι να κάνουμε, στο κάτω κάτω.

Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε (ήδη) και την πολυλατρεμένη σας Αμαλία Καλυβινού. Πού πάμε χωρίς φακελάκι.