Τεμ τεμ τεριρέμ.
Θα παύσω για λίγο να χτυπώ με «την ρητορικη ευχερεια, την καλη ειρωνεια ή την διαισθηση» μου, την οποία «μπερδευ[ω] συχνα […] με την επιστημονικη αληθεια» και θα μιλήσω για κάτι πολύ προσωπικό και εντελώς άσχετο με οποιαδήποτε αλήθεια, γενικότερο ενδιαφέρον ή σοβαρό ζήτημα. Στην πραγματικότητα ό,τι ακολουθεί είναι αδιάφορο.
Πάντα θα θυμάμαι εκεί στην αρχή της Πολίτικης Κουζίνας που ταξιδεύουμε από τον μουεζίνη πάνω σε έναν μιναρέ της Πόλης μέχρι έναν καλόγερο (;) κωδωνοκρούστη στην Αθήνα. Χτες στη Λευκωσία θυμήθηκα ξανά αυτή τη σκηνή: αφού έβγαλαν τον σκασμό οι μουεζίνηδες του Ισλάμ που κλαυθμηρίζοντας και τερετίζοντας μάς καλούν όλους σε προσευχή (άρα η τιμωρία μου, σύμφωνα με το Κοράνι, θα είναι 19), μας άρχισαν οι μουεζίνηδες της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας, κι αυτοί δυναμωμένοι από τα επετειακά μεγάφωνα. Απόψε μάλιστα συντονίστηκαν κακόφωνα ψαλτάδες και μουεζίνηδες.
Επιμένω: δεν έχει καμμιά σημασία αυτό που λέω, εκτός κι αν — για κάποιο λόγο — σας ενδιαφέρει το γούστο μου.
Ανέκαθεν ένιωθα στα αυτιά μου τη βυζαντινή μουσική ως ρινοφωνία, κλαψούρα κι ηχορρύπανση: το χειρότερο και πιο δυσβάσταχτο κομμάτι της λατρείας. Αν και συνειδητά θρήσκιο παιδί, ποτέ δε συμφιλιώθηκα ούτε με την ψαλτική, αλλά ούτε και με τη μουεζινική της λαγγεμένης ανατολής. Έτσι, βιώματα του Αθήναιου όπως αυτό και εξομολογήσεις όπως αυτή του Θας μού είναι τελείως ξένες.
Έφτασα να ζηλεύω το είδος μεικτό αλλά άνομο του Σακελλαρίδη — τις γλυκερές ψαλτοτετραφωνίες. Μέσα σε ένα παγωμένο ξωκκλήσι το Πάσχα του ’98 ζήλεψα τους Ρώσους ομόδοξους αδερφούς που το δούλεψαν το θέμα ‘χορωδία’ περισσότερο.
Προκειμένου να θεραπευθώ από την αμανεδοφοβία και τη λιγούρα που μου φέρνει, επί δεκαετίες ακούω και ακολουθώ πρακτικές συμβουλές: «Πρέπει να ακούσεις πραγματική βυζαντική χορωδία» έλεγε η θεια μου όταν ήμουν παιδί. Πεπαιδευμένη μεν, ρινοφωνία, κλαψούρα κι ηχορρύπανση δε. «Άμα ακούσεις ψαλτική αγιορείτικη θα τα δεις όλα», μου έλεγαν φανατικοί μελουργών συνονόματων με μπλογκάδες. Το τι είδα δε θέλω να πω, αφού μιλάμε για ιερή μουσική και κρίμα είναι να κολαζόμαστε, μέρες που είναι. «Α! σαν της Πόλης τους ψαλτάδες…», μου έλεγαν κυρίες που περιστοίχιζαν ραδιοφωνικές περιηγήτριες καθώς και μία πρώην μου. Τελικά προτιμώ τους μπακλαβάδες της και τα κεμπάπια της (και την ίδια την Πόλη).
Δε με ενοχλεί η οθωμανική κλασσική μουσική, ίσα-ίσα: αρμονία, γλυκασμός, επεξεργασία. Τελικά, επειδή δεν είμαι μουσικολόγος, δεν ξέρω γιατί η μουεζινική και η ψαλτική μού φαίνονται το ίδιο πράγμα και το ίδιο ενοχλητικές: έναρθρες σειρήνες καραβιών, μονότονες, νωχελικές και άνευρες, θέλουνε να σε χώσουνε μέσα στη νιρβάνα με τον τρόπο των επαναληπτικών θιβετιανών ψαλμωδιών: ζαλίζοντάς σε.
Καμμία ανάταση, καμμία κατάνυξη, καμμία μεταρσίωση. Γι’ αυτά μου χρειάζονται άλλα: είτε επιλεγμένη μουσική της Δύσης, είτε οι Ρώσοι, είτε να προσπαθώ να επικεντρώνω στα λόγια της Υμνογραφίας, τα μόνα που (άνετα) σώζουν τα μακρόσυρτα αμανελίδικα μινυρίσματα και τα ασπόνδυλα χρωματικά λικνίσματα που εκτελούνται (και ενίοτε κατακρεουργούνται) μέσα στις εκκλησίες μας.
Κάποια μελίσματα μου αρέσουνε μελωδικά για τον ίδιο λόγο που μ’ αρέσουν εφήμερα ποπάκια όπως το «I don’t feel like dancing» των Scissor Sisters, ο χθαμαλός Βιβάλντι και κάποια της Motown: γιατί είναι κολλητικές οι μελωδίες τους, με τρόπο κάπως εκνευριστικό. Να το πω κι αλλιώς: αύριο δε θα πάω να ακούσω το τετράλεπτο ‘οίμοι!’ του ανυπόφορου πονοκέφαλου της Κασσιανής. Όμως πάντοτε ξεχωρίζω τον άψογο Κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου (ο οποίος μελωδικά είναι τόσο θεσπέσιος, ώστε τον πάνε στο μισό της ταχύτητας συνήθως, ώστε να γίνει κι αυτός νανούρισμα) — αλλά κι αυτόν θα τον αποφύγω. Ακόμα και το κανονικά εξαίσιο πασχαλινό ‘Σαρκί υπνώσας ως θνητός’.
Ασπασμούς στους πρωτοψάλτες: στον φίλο και μπαταζανάκη Χοιροβοσκό και στον Ακίνδυνο. Ελπίζω να μην τα πήραν τα γούστα μου ούτε σοβαρά ούτε προσωπικά, σιγά κιόλας, δηλαδή. Επίσης παρακαλώ τον Πετεφρή να κόψει την πλάκα.
Ερουρέμ και τέρμινα.




