Συνειρμοί (κάτω το ένταμ και η γκούντα)

Βρήκα μελισσοκουμπιασμένο αυτό το νηφάλιο κείμενο για τη μετακίνηση του σοβιετικού μνημείου στην Εσθονία.

Προς τη μέση διαβάζουμε ότι

μερικοί Ρώσοι προτείνουν τη μετακίνηση της εσθονικής πρεσβείας στη Μόσχα σε άλλη τοποθεσία, ένας πρώην υπουργός άμυνας κάνει έκκληση να μποϋκοταριστεί το εσθονικό γιαούρτι, στην επαρχία Tambov αποφασίστηκε να αναγράφεται σε ειδικές ετικέτες στη συσκευασία των εσθονικών προϊόντων η χώρα προέλευσής τους προς ενημέρωση του αγοραστικού κοινού

Θυμάται κανείς άλλος όταν στην Ελλάδα είχαμε παρόμοια μποϋκοτάζ να προτείνονται και να εφαρμόζονται και αντίστοιχα πολεμιστήρια σαλπίσματα να αντηχούνε στα σούπερ μάρκετ όταν η Ολλανδία, εταίρος στην τότε ΕΟΚ, είχε προτείνει να αρθούν οι περιορισμοί σε σχέση με το Δ’ Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο προς την Τουρκία; Δε θυμάμαι καλά, από μνήμης το γράφω αυτό. Μπορεί και να είχανε προτείνει σύνθετη ονομασία για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας.

[Κεντήματα και κουτιά]

«[…]
Ούτε η θέα τόσων κεντημάτων, τεντωμένων και ενταφιασμένων μέσα στα διαδοχικά και όρθια συρτάρια τους με βοήθησε πάντως. Συρτάρια όρθια, λεπτά, ανά γεωγραφική προέλευση, κάθε χώρα και κάθε περιφέρεια της Ευρωπης να εκπροσωπείται από καμμιά δεκαριά δείγματα. Προχώρησα και τράβηξα ένα συρτάρι. Είδα όλα αυτά τα λεπτολογημένα και ψιλοδουλεμένα κομμάτια σαν ιστούς ιστορισμένους από ανώνυμες πεθαμένες γυναίκες που κέντησαν με πείσμα τη ζωή τους καθώς γλίστραγε μέσα από τα χέρια τους όπως το νήμα που δεν βρίσκει τη βελονότρυπα· παγιδευμένες σε αγροτόσπιτα και σιωπηλά αστικά μέγαρα, έκαναν τη ζωή τους κλωστή και την πέρασαν μέσα σε λινά και βαμβακερά ή και σε μάλλινα υφάσματα: μία μπρος-δύο πίσω, μία μπρος-δύο πίσω, μία μπρος-δύο πίσω. Ιστοί που τις κουκούλωσαν και τις παγιδέψανε: προικιά, φορεσιές, πετσετάκια. Ύστερα έφυγαν και λιώσανε κι οι ίδιες, όπως τρώει η βελόνα την κλωστή, αλλά οι ζωές τους παρέμειναν αξήλωτα κι ανεξίτηλα σχέδια και χρώματα, στο μουσείο.

Πήρα μια βαθειά ανάσα κι αποφάσισα να συμμαζευτώ και να κοιτάξω τι θα ξεσηκώσω για το δικό μου εργόχειρο, κυρίως γιατί ντράπηκα τον κόσμο που με κοιτούσε με την άκρη του ματιού να στέκομαι ενεή κι ακουμπισμένη πάνω στο τραβηγμένο συρτάρι Poland-Pomerania III, με κίνδυνο να το κατεβάσω κάτω γκρεμίζοντας όλη τη συλλογή. Άφησα στο πάτωμα τα μολύβια μου και το μπλοκ και έπιασα όλα τα συρτάρια, ένα ένα από την αρχή. Έψαχνα κάτι για να το χρησιμοποιήσω ως επαναλαμβανόμενο διακοσμητικό μοτίβο. Έπρεπε να βρω κάτι απλό, με μια σχετική συμμετρία και όχι πολύ γραμμικό. Όταν έβρισκα κάτι ενδιαφέρον, σημείωνα στην παλάμη με το στυλό τον αριθμό του (πού να γράφω France-Brittany VII, France-Savoy II και Brabant-Belgium V τώρα· έγραψα 57, 73 και 91). Ούτε και ήξερα πόσα ήταν όλα τα συρτάρια, τα ράφια συνεχίζονταν και απο πίσω και απέναντι και στη διπλανή αίθουσα. Για τη διάθεσή μου, που δεν ήτανε και η πιο φουντωτή, και για τον χρόνο μου, τον οποίο οριοθετούσε το μεσημεριανό κολατσιό, έμοιαζε σαν να ήμουνα σε μια άπειρη βιβλιοθήκη. Συνέχισα όμως.

Μέσα στην παλάμη μου είχα χαράξει τελικά γύρω στα εικοσιδύο νουμερα, από όλη τη βόρεια Ευρώπη, κι είχα ακόμη τη νότια, την ανατολική και τη Σκανδιναβία. Αν και σχεδίασα καμμιά τριανταριά μοτίβα, είχα λιγάκι απογοητευτεί. Κάποια κεντήματα είχαν υπερβολικά προσωπικό χαρακτήρα ή εξαιρετικά πολύπλοκα μοτίβα, ή καθόλου μοτίβα. Μέσα στα κεντήματα περιλαμβάνονταν και ατέλειωτες δαντέλες, πώς να μεταφέρεις το ανάγλυφο της δαντέλας σε μια μακέτα και στο υποθετικό κτήριο που αναπαριστά χωρίς να μπλέξεις με γύψους; Κάτι κεντήματα με ανθρωπάκια και ζωάκια ήταν από την αρχή εκτός. Σχεδίασα στο μπλοκ περίπου εφτά ή εννιά και τότε σταδιακά άρχισα να αισθάνομαι ανήθικη που σκεφτόμουν έτσι, είπα και μπράβο στον εαυτό μου. Από τη μια ψέγω τον φολκλορισμό, την ενασχόληση με ανώνυμες και απρόσωπες ‘παραδόσεις’ και ‘κληρονομιές’, κατακρίνω τη ληστρική διάθεση απέναντι σε σύμβολα, σχέδια και εικονογραφίες που αποσπούμε από το περιβάλλον, τον συμβολισμό και την ιερότητά τους και τα κάνουμε χαϊμαλιά και μπλουζάκια, και από την άλλη ψάχνω για τυπικούς εκπροσώπους και χαρακτηριστικά δείγματα, που να είναι και αρκούντως διακοσμητικά από πάνω. Συγχάρηκα τον εαυτό μου για την υποκρισία του, και τον βεβαίωσα πως η πτυχιακή μου θα επιζήσει και χωρίς διακοσμητικά μοτίβα και λαϊκότροπες ζωφόρους. Μάζεψα τα σύνεργα της δουλειάς και βρήκα το δρόμο μου μέσα από τις αίθουσες του μουσείου. Εδώ πιο δίπλα έχουνε μια συλλογή αντιγράφων των πιο διάσημων έργων τέχνης στα τέλη του 19ου. Ενδιαφέρον μαυσωλείο· συγκέντρωση παράταιρης και εκτός συμφραζομένων τέχνης· γυψοθύελλα. Βρήκα την έξοδο. Η πόλη.

Η πόλη, ένα κουτί. Αέναη κίνηση, φυσικό φως, τεχνητό φως. Περιφερειακοί δρόμοι. Πέτρες τούβλα μπετό. Πύργοι και υπόγεια. Ασανσέρ και τρένα. Πολλαπλές διαδρομές, ιστοί μέσα της: κόκκινο για τις πιο πολυσύχναστες πορείες και διαδρομές, κίτρινο για τις λιγότερο πατημένες και τις πιο περπατημένες. Αγγλισμοί, σκέφτομαι με αγγλισμούς. Τώωωωρα, καλά είσαι. Και να μίλαγα κι αγγλικά. Ένα κουτί. Ένας ιστός με κτήρια για παραγέμισμα; Ή κτήρια με δρόμους για διάκενα ανάμεσά τους; Πού οι στενές κατακόρυφες κοιλάδες της Νέας Υόρκης, θα σηκώνεις ψηλά το βλέμμα και θα νιώθεις πως η πορεία είναι κατακόρυφη, προς τα πάνω. Ένα κουτί του οποίου οι έδρες, έξι; παραπάνω; Κοιτάνε προς τα μέσα και διαρκώς πολλαπλασιάζονται: δωμάτια, εσωτερικοί τοίχοι, διαμερίσματα και γραφεία, παράθυρα, όψεις κτηρίων, τετράγωνα, συνοικίες: πρίσματα, τετράπλευρα, αθροίσματα σημείων και στιγμών. Άραγε θα πάω ποτέ στη Νέα Υόρκη;

Κατέβηκα στο κουτί μέσα σε ένα κουτί και στη στοά περίμενα ένα κουτί. Ξανά εκείνη η μελωδία κάτω από την πόρτα του άγνωστου ενοίκου – του χαφιέ. Το κουτί με πήγε σε άλλο κουτί, άλλαξα κουτί και έφτασα στο κουτί όπου μεταλλικά κουτιά ελάχιστου πλάτους γράφανε ‘Angel’ στην εξωτερική όψη τους. Θυμήθηκα εκείνη την αράχνη του Υπογείου. Θα την έφαγε κανα ποντίκι. […]»

[Στο τέλος ενός ραντεβού]

» […]
Περπατήσαμε κι άλλο, καθε τόσο σήκωνα το βλέμμα και κοιτούσα την απέναντι όχθη, το Somerset House με την Courtauld· εκεί πρέπει να τον πάω, να δει τους ιμπρεσιονιστές. Σιγά σιγά έσβηνε και η φλογίτσα του οινοπνεύματος μέσα μου, ήρθε στα μάτια μου για λίγο η γκαζιέρα της γιαγιάς, με τη γαλάζια φωτιά της και η μυρωδιά από πατάτες στο σπορέλαιο, να μη γίνονται βαρειές. Πριν έρθω εδώ θα νόμιζα πως είναι αταίριαστη μια τέτοια εικόνα εδώ μέσα στο κέντρο της μεγάλης πρωτεύουσας, αλλά ξέρω πια για το γκάζι που ζεσταίνει τους θερμοσίφωνες με τον ακοίμητο μικροσκοπικό πυρσό του και τα φτηνά σκεύη στα φτωχόσπιτα του Χάκνεϋ και του Μπρίξτον, που εμείς τα μελετούσαμε ως άρτε πόβερα. Φωτιά, ωραία φωτιά. Φωτιά που κυματίζεις γαλάζια στον κόκκινο ουρανό. Ονειρεύομαι από την κούραση όρθια; Σφίγγω το χέρι του Μάρτιν, με τραβάει στην αγκαλιά του και προχωρούμε όπως πρέπει.

Η Τραφάλγκαρ είναι άδεια, εκτός από τα αγάλματα και τις φωτισμένες προσόψεις. «… του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών…» όπως έλεγε η γεροντίστικη φωνή στο ράδιο. Ο πατέρας κλειδαμπαρωμένος στο γραφείο και η θεια να μού διηγείται τη φρίκη της Εικονομαχίας, τη θλιμμένη πριγκίπησσα Σοράγια, πριγκίπησσα Τζάκι και δεν ξέρω ποια, τα φρικτά εγκλήματα των Τούρκων το ’22 το ’46-’49 και το ’74, τον αηδιαστικό θάνατο της άμυαλης Κοκκινοσκουφίτσας («ουουουου, πώς θα μύριζε το βρωμόστομα του λύκουουου!») – πώς να μην είναι κλαψιάρικα τα ελληνικά τραγούδια μετά. Καθόμασταν στη σόμπα και με τάιζε – εγώ, αν και μεγάλη πια, το ανεχόμουν, μου έφτιαχνε τα μαλλιά και μου έλεγε κι άλλες ιστορίες: για την παλιά Κομοτηνή και τον Μπουκλουτζά που πλήμμυριζε, για το πώς έχτισε η κυρία-Τσάτσου το καμπαναριό της Υπαπαντής, για τα ‘αθώα’ ραντεβουδάκια της, όλη η παρέα μαζί, στις ψαροταβέρνες στο Φανάρι με ποδήλατα κι αφετηρία το Ρολόι. Όταν μεγάλωσα και της έλεγα ότι αυτά ήτανε στην πραγματικότητα ραντεβού για ένα στα γρήγορα στα Χίλια Δέντρα, γινόταν έξω φρενών – τουλάχιστον δεν μπορούσε να απειλεί πως δεν θα με ταΐζει πια, ούτε πως θα με ρίξει στη σόμπα από τη μαντεμένια της τρύπα, από πάνω, όπου πάντοτε καθόταν ητσαγιέρα. Ο πατέρας έβγαινε από το δωμάτιο για να πάει ‘να ξεσκάσει’, μύριζε ανεπαίσθητα καμένο κασμήρι από την ηλεκρική θερμάστρα και εργένικη μπαγιατίλα, μόλις τόσο δα, κάτω από την ‘κολώνϊα’.

Γλαρώνω και σχεδόν κοιμάμαι στο ντεσεβώ. Δεν βλέπω όνειρα – ευτυχώς. Φιλιόμαστε σαν σε όνειρο, η πόρτα του ασανσέρ κλείνει, πότε άνοιξε; πότε μπήκα; Και μόλις που με ξυπνάει η επαφή με το κρεβάτι. Όχι για πολύ όμως.»

Purovision

Η ωραιότερη εισαγωγή ελληνικού τραγουδιού! Και Μάρω Κοντού! Και Χορν! Και ο Φάουστ! Και χάπυ εντ! Και πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα (στην ταινία αυτά, όχι στο τραγούδι).

Κραουνάκης

Έχω φτάσει στο συμπέρασμα ότι μεταξύ του να πουλάς μούρη και του να σε σέβονται ισχύει σχέση συνεπαγωγής. Δηλαδή: αν πουλάς μούρη, τότε σε σέβονται. Επίσης εικάζω ότι αυτό χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα.

Τα σκεφτόμουν αυτά με αφορμή τον Κραουνάκη μέσα από τα γραπτά του στην ΑΒού και κάποιες συνεντεύξεις του. Τον άνθρωπο δεν τον γνωρίζω προσωπικά — όπως και κανέναν άλλο που αναφέρω σε αυτό το ποστάκι. Η μουσική και τα τραγούδια του δε μου αρέσουν ιδιαιτέρως, μάλιστα προτιμώ τον Χατζιδάκι και τον προκουρεματικό Σαββόπουλο. Ωστόσο, ο Κραουνάκης ως άνθρωπος (δηλαδή μέσα από τα γραπτά και τις συνεντεύξεις) και καλλιτέχνης (δηλαδή μέσα από τα γραπτά και τη μουσική) αναδίδει ανελλιπώς μια πολύ διακριτική ευωδιά καλοσύνης (περίεργη λέξη! άσε που έχω χρόνια να την αποδώσω σε άνθρωπο).

Πέραν της καλοσύνης του Σταμάτη Κραουνάκη, πραγματικής ή πλασματικής, ο άνθρωπος είναι πολύ σημαντικός, ταλαντούχος και ώριμος συνθέτης. Γιατι λοιπόν πότε-πότε πιάνω μερικούς να τον σνομπάρουν, να τον παραγνωρίζουν ή και να τον χλευάζουν; Δεν μπορεί να φταίει κάποιος από τους προφανείς στόχους της νεοελληνικής κακοήθειας και μικροπρέπειας, αλλιώς θα τύχαινε παρόμοιας μεταχείρισης και ο Χατζιδάκις. Δεν μπορεί να εξηγείται το σνομπάρισμα του Κραουνάκη με βάση το ότι αποφεύγει τη μεγάλη φόρμα, την αγάπη του προς το παστίς, τη μελωδική απλότητά (;) του και τις αβασάνιστες (;;) αρμονίες του, γιατί και σ’ αυτή την περίπτωση θα σνομπαριζόταν και ο Σαββόπουλος αλλά και — τώρα που το σκέφτομαι — ο Χατζιδάκις.

Καταλήγω στο ότι ο Κραουνάκης πάσχει από το εξής: δεν είναι βαρύγδουπος και πομπώδης, δε μεγαλαυχεί, δεν παίρνει τον εαυτό του τόσο πολύ στα σοβαρά, δεν πουλάει όραμα, ουσία, καλλιτεχνοσύνη και σπουδαιότητα δώθε-κείθε. Παραμένει γήινος κι ανθρώπινος, και ως μουσικός και ως άνθρωπος. Επίσης, χαμογελάει και γελάει. Αυτο το τελευταίο το έχει καταγράψει και η κάμερα.

Ε, είναι να τον παίρνει κανείς στα σοβαρά;

Cherchez la femme

Οι αποσιωπημένες στον ευθύγραμμο λαβύρινθό τους)

(από το Hotel Memory, του Μισέλ Φάις — με κάποιες μικροδιορθώσεις ορθογραφικές. Τα εκεί λάθη οφείλονται σε δική μου αβλεψία, όχι του ξενοδόχου.)

Ακόμα και αν ξέρουμε ποια είναι η Camille Claudel και η Clara Schumann, μάλλον σε ελάχιστους από εμάς διαφεύγει ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού αντιπροσωπεύεται από πάρα πολύ λίγες γυναίκες καταξιωμένους επιστήμονες, στοχαστές, συγγραφείς και δημιουργούς. Επιπλέον, πιθανότατα δεν έχουμε υπόψη μας τη Sophie Germain, μια από τις σημαντικότερες μορφές στον κόσμο των μαθηματικών, της κλάσης του Euler και του Gauss. Αμα είσαι γυναίκα, η φιλοσοφία και οι επιστήμες βρίσκονται, απλούστατα, πίσω από κλειδωμένες πόρτες για σένα.

Και η καλλιτεχνική δημιουργία; Ας μετρήσουμε τις γυναίκες δημιουργούς που γνωρίζουμε. Ας κρατήσουμε, κλείνοντας ένα-ένα τα δάχτυλα όπως ο σολωμικός μοναχός Διονύσιος δίπλα στο φιλιατρό, όσες θεωρούμε «σημαντικές». Όταν οι γυναίκες δημιουργοί δεν πέφτουν θύματα πατερναλισμού, εγκλεισμού και λογοκλοπής (υποθέτοντας ότι έχουνε στο μεταξύ καταφέρει να μαθητεύσουν προς την κατεύθυνση που η κλήση τους τις ελκύει), τις αναλαμβάνουν η κριτική και το κοινό (αμφότερων φύλων). Οι γυναίκες δημιουργοί καταλογογραφούνται καταλλήλως: ευαίσθητες αλλά ρηχές, οξυδερκείς αλλά μονόπλευρες, ανθρωπίστριες αλλά μελό. Κατάλληλες να εκτελούν μουσική, όχι να τη συνθέτουν. Ικανές να ενσαρκώνουν ηρωίδες στο σανίδι, όχι να τις πλάθουν δραματουργικά ή να τις σκηνοθετούν. Ιδανικές για ποίηση (και δη κλειστών χώρων), όχι για πεζογραφία (και δη διαστάσεων τοιχογραφίας). Αναντικατάστατα μοντέλα για εικαστικούς — όμως πόσες γυναίκες εικαστικούς καλλιτέχνες μπορείτε να ονομάσετε; Υπάρχουν έργα στη λογοτεχνία, στη μουσική, στις εικαστικές τέχνες που να απηχούν την ανθρώπινη κατάσταση; που να αποκαλύπτουν την ανθρώπινη φύση; που να προβάλλουν ολοζώντανα μπροστά μας τα καθολικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης; Ναι. Πόσα από αυτά είναι γραμμένα από γυναίκες;

Η πορεία των γυναικών δημιουργών περνάει μέσα από έναν λαβύρινθο που όμως αποτελείται από έναν μακρύ ευθύγραμμο καφκικό διάδρομο με μια σειρά κλειδωμένες πόρτες κατά μήκος του: να καταφέρεις να λάβεις εκπαίδευση και μαθητεία, να ασχοληθεί κάποιος με τα πρωτόλειά σου, να διαδοθεί το έργο σου, να κάνεις θυσίες, να ασχοληθεί μαζί σου η κριτική ώστε να γυρίσεις πίσω στο έργο σου και να το παλέψεις κι άλλο, να κάνεις θυσίες, να μη χαθείς εκτελώντας την «ιερή» κι ανθρώπινη αποστολή της οικογένειας, να κάνεις θυσίες, να σε ανθολογήσει και να σε μνημονεύσει η κριτική… Ακόμα και όσες καταφέρουν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, μπροστά τους βρίσκουν όλους εκείνους τους άνδρες συναδέρφους τους οι οποίοι δε χρειάστηκε ποτέ να διαπραγματευτούν τις κλειστές πόρτες και τις κλειδαριές τους, παρά πέρασαν μπροστά από αυτές πηγαίνοντας απ’ έξω και από γύρω.

Πρέπει λοιπόν να αναφέρω ονόματα; Ελληνίδων αποσιωπημένων δημιουργών; Να μιλήσω για το παραγνωρισμένο έργο και την παρεξηγημένη προσωπικότητά τους; Δυστυχώς των περισσοτέρων δε γνωρίζω καν τα ονόματα, πολύ περισσότερο το έργο ή τη σημασία του. Αυτό συμβαίνει και επειδή πολλές από αυτές δεν κατάφεραν να γράψουν ή να ζωγραφίσουν ή να συνθέσουν τίποτα.

Την επόμενη φορά λοιπόν που, λόγου χάρη, θα σαρκάσετε ακόμα μία ελληνίδα πεζογράφο, ατελή Sei Shonagon προς βρώσιν σε παραλίες ή σε μισοάδεια διπλά κρεβάτια, σκεφτείτε ότι — αν ήταν άντρας — μπορεί και να θαυμάζατε τη λεπτοφυή πρόζα του, την τόλμη του, τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες του, καθώς και τη διακριτική ματιά του στην καθημερινότητα…

Τα ματάκια μας

Η στιχομυθία Οιδίποδα-Τειρεσία είναι πάντα στην καρδιά μου. Όπως το λέω, στην καρδιά μου. Η εξουσία δεν αρκείται στο να απαιτεί απαντήσεις, απαιτεί απαντήσεις που δεν την αμφισβητούν, που δεν αντικρούουν την — όπως θα φανεί — πολλαπλή στραβομάρα της. Ο Τειρεσίας έχει τη Γνώση, γι’ αυτό είναι απρόθυμος να μιλήσει στην αρχή, παιδιαρίζει σχεδόν. Μετά τα λέει χύμα και αμέσως κατηγορείται ως συνωμότης και προδότης.

Εγώ που δεν έχω τη Γνώση, αλλά ματάκια και βλέπω, όπως τόσοι και τόσοι, είμαι κι εγώ απρόθυμος να μιλήσω για τα προφανή. Ευτυχώς τα λένε άλλοι.

Τέλος, επειδή δεν μπορώ άλλο, λέω να κόψω την τηλεόραση το πρωί και να βλέπω τσόντες στο εφεξής: να μας βγαίνουν τα ματάκια, αλλά τουλάχιστον να μας βγαίνουν τελέσφορα.

Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Επίμετρο

αφιερωμένο στην τρυφερή συμβία και πολυαγαπημένη σύντροφο της ζωής μου, η οποία ποτέ δε με διαβάζει· διαβάζει thas και μόνον thas, άντε και Γκ. Καπλάνι.

Η κυπριακή τηλεόραση είναι πολύ χάλια. Πολύ. Είναι σαν να βλέπεις ΤυρίTV, ΤηλεΚουτσούφιανη ή ΤηλεΜπουρνάζι στην Ελλάδα, αλλά με ένα πέρασμα βερνίκι. Αν σκεφτεί επίσης κανείς ότι τριάμισυ κανάλια είναι βάσαλοι και παραρτήματα ελληνικών ιδιωτικών καναλιών, τα οποία δυστυχώς αναμεταδίδουν μερικώς, ε, άσε: και ντόπιος αγνός επαρχιωτισμός και Μάκης, και τι κουρέλια παραγεμίζουν το μπουμπάρι και αγγλόφωνο κανάλι για τους Βρετανούς συνταξιούχους της Πάφου, και οδοιπορικά στα κατεχόμενα χωριά μας και Τατιάνα-Ματιάνα-Η Ελλάδα (την) Παίζει. Και Γιούρονιουζ και Λαζόπουλος. Όλα. Δεν έχουμε Λιακόπουλο και ΤηλεΆστυ.

Ένα κάπως σοβαρό ελληνοκυπριακό κανάλι είναι το Σίγμα. Αν και ειδησεογραφικά πρόκειται για χαλκείο παραπληροφόρησης, διαστρέβλωσης και προπαγάνδας (ιδίως το μαρτυρικό 2003-2004), τουλάχιστον παράγει κυπριακές σειρές (οι περισσότερες αρκετά καλές) και άλλες ντόπιες εκπομπές. Κι επειδή δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνία, κράτος, και τα λοιπά χωρίς το τωκ σόου τους, το Σίγμα έχει αναθέσει σε μία γυναίκα να κάνει ό,τι θέλει. Τι για τηλεπάθεια, τι για πορνεία, τι για ναρκωτικά, τι για σχέσεις, τι για μαγεία, τι για τη μετανάστευση, τι για τον σατανισμό, τι για τις ανασφάλειες του μέσου Κυπρίου, τι για την εμμηνόπαυση, τι για θεραπείες με τη δύναμη του νου, τι για δίαιτες — όλα τα συζητάει η Ελίτα.

Σήμερα, λοιπόν, κύριε ισαγγελέφ, έκατσα να φάω με την τρυφερή συμβία και πολυαγαπημένη σύντροφο της ζωής μου και με χτύπησε αυτό το ούφο:

ta pedia mas

Αυτή είναι η «κυρία Ελίτα-μου»:

Elita ta pedia mas


Επίλογος: Για όσους βρίσκουν την Ελίτα σέξι (εγώ πάλι όχι: δε με πολυεξιτάρουν οι καρδινάλιοι), προσφέρω Με Αγάπη την παρακάτω φωτογραφία:

elita Ayia

Σήμερα μιλάμε για τα θαύματα της Αγίας Μαρίνας της Άνδρου (καρτερία που την έχουνε κι αυτοί οι Άγιοι, όμως, ρε παιδί μου).

Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Με τον φακό του Sraosha II

Χριστός Ανέστη, χριστιανοί.

Η Κύπρος δεν είναι νησί στην ευρωπαϊκή Μέση Ανατολή (πώς λέμε την Ανατολική Θράκη «ευρωπαϊκή Τουρκία»)· είναι μια αρένα όπου το Κακό (φαντασιακό και θεολογικώς μη ον, αλλά δε βαριέσαι) και το Καλό (τρέχα γύρευε) συγκρούονται. Το Καλό νικάει ανελλιπώς, απλώς δεν του φαίνεται συνήθως.

Αυτό το ξέρουν οι δεν-ξέρω-ποιοι που γράφουν τα κηρύγματα. Έτσι, και φέτος, στο αναστάσιμο κήρυγμα οι ανώνυμοι κηρυγματογράφοι ταυτίσαν την Ανάσταση του Χριστούλη με την «ανάσταση» της Κύπρου. Για μένα αυτό θα ήτουνε βλασφημία, αλλά έχω αποσκληρυνθεί και δε με νιάζει — άσε που είμαι φάρα ανατολίτικη περσικιά (βλέπε και Ξέρξη κομιξάτο με τα πίρσινγκ) και δε μασάω: όλα ζεν, ρε, όλα ζεν.

Τα παραπάνω όμως είναι άσχετα με το παρακάτω φωτορεπορτάζ που ως άλλος Σεφέρης θα σας προσφέρω.

Μια φορά κι ενάν καιρό, την Κύπρο την πατούσαν ξένοι. Πλην όμως ήξεραν πολλά γράμματα:

Galip-prin

Τώρα στο μεγαλύτερο μέρος της Κύπρου έχουμε το ρωμαίικο. Το οποίο όμως δεν τα ξέρει τα ξένα τα γράμματα. Αυτό εντέλει είναι καλό — το είπε κι ο Κοσμάς ο Αιτωλός:

Galip-meta

Το μικρότερο μέρος της Μαρτυρικής Μεγαλονήσου το πατεί ο Τούρκος. Παρότι αυτό το μέρος είναι μικρότερο από το γαλανόλευκο και λιγότερο από το μισό του νησιού, είναι φτωχό κι έρμο και σκλαβωμένο (οι πιο ακριβολόγοι ελληνοκύπριοι μιλούν για την «ημικατεχόμενη πατρίδα μας«· για τους ημιπεζόδρομους και τους ημικρατικούς οργανισμούς της Κύπρου θα σας πω άλλη φορά).

Το ημικατεχόμενο τμήμα πολιτικώς δεν υπάρχει (προς το παρόν). Έτσι, οι πονόψυχοι αδερφοί Ελληνοκύπριοι έφτιαξαν ταξιδιωτικά γραφεία στην ‘ελεύθερη’ Λευκωσία για να ταξιδεύουν και οι συμπατριώτες τους Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι εμ θέλουνε KKTC εμ πκιάουσι (ελληνο)κυπριακά διαβατήρια για να πετούν απευθείας από Λάρνακα σε 7635 προορισμούς — αντί για τους 3,75 του ψευδοαεροδρομίου Ercan / Τύμπου:

birinci

Ο ελληνισμός μπορεί να πέρασε από πολλούς ζυγούς, ασύμμετρους και άλλους, όμως το Self του, η ιδιοσυστασία του είναι ντούρα και ανόθευτη και μονίμως ορτή (που θα ‘λεγε κι ο Σικελιανός). Μόνο τα ονόματα των προαιώνιων φαγητών του (όχι τα ίδια τα φαγητά!) και μικροτίτλους φεουδοευγενείας παίρνει από τον Ξένο. Έτσι, ανάμεσά μας κυκλοφορούν ακόμα παλιοκαιρίσιοι πρίγκηπες κι ακρίτες:

muhtar

Στο μεταξύ, ο κυπριακός ελληνισμός νικά τον Ιουστινιανό, που νίκησε τον Σολομώντα, ανεγείροντας Αγια-Σοφιές και πάλι

AyaSofya II

Δυστυχώς όμως κι εδώ κυκλοφορούν και ανώμαλοι, και ανορθόγραφοι, και ανάρχες: διαδοχικά στρώματα, σα φύλλα μπακλαβά, πάνω από την ουσία της ιστορίας μας.

anomali-fasistes

Ευτυχώς υπάρχουνε και τα κουτάβια. Μάνναμ μου ρέεϊιι!

kutavi