
Για σκύλους και για τους αφέντες τους.

Για να κάνουν και οι αγγλόφωνοι μπάρμπεκιου.

Η τελική λύση για την παράνομη μετανάστευση.
Στους γκέι της μπλογκοκοινωνίας και τις αόρατες λεσβίες, και εκτός. Στους φτωχούς γκέι και τις φτωχές λεσβίες, τους ριγμένους δηλαδή, αφού το χρήμα αγοράζει ασυλία, όχι η τιμιότητά σου ή το ήθος σου.
Τα παρακάτω προεκτείνουν ό,τι έλεγε ο Rakasha πριν πάνω από ένα χρόνο.
Τη δεκαετία του ’70, πίσω από όλα ήταν η επάρατος Δεξιά και οι Αμερικάνοι. Χωρίς περαιτέρω σχόλιο, πια.
Τη δεκαετία του ’80 και τις αρχές αυτής του ’90, πίσω από όλα βρίσκονταν οι εβραιομασώνοι και οι σιωνιστές. Θυμάμαι καθαρά την εφημερίδα ‘Στόχος’ (την αγόραζα κάθε Πέμπτη με τον πατέρα μου για να γελάμε), ακραία έκφραση αυτών των θέσεων που συγκεφαλαίωνε την πεποίθηση ότι οι Εβραίοι, το Ισραήλ και οι Μασώνοι βρίσκονται πίσω από τους εχθρούς του Ελληνισμού. Μια φορά δημοσίευσαν και λίστα με τους εχθρούς της Ελλάδας, με την αιτιολόγηση δίπλα σε κάθε εχθρική χώρα: λ.χ.
Ρουμανία: εγείρει θέμα βλάχικης μειονότητας
Πακιστάν: φίλος και σύμμαχος της Τουρκίας
Ωστόσο, κυκλοφορούσε ευρύτερα τότε αυτή η αντίληψη περί εβραιομασώνων και σιωνιστών, ίσως σε λιγότερο ακραίους τόνους από αυτούς του ‘Στόχου’ — τους οποίους με δυσκολία θα μπορούσε να φτάσει κανείς, έτσι κι αλλιώς. Οι εβραιομασώνοι και οι σιωνιστές αναγνωρίσιμα αποτελούσαν τους εχθρούς του Ελληνισμού ανάμεσα στους καντιωτικούς και τους οπαδούς του καημένου του μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγου, στους λεβεντοαριστερούς των λαϊκών γειτονιών, στους αντιδιανοούμενους διανοητές των αγροτικών κοινοτήτων, στους μυστακοφόρους άντρες και γυναίκες των ‘οργανώσεων’ ανεπισήμως, στα πηγαδάκια Ζαππείου κι Ομονοίας και ούτω καθεξής: ανάμεσα στους Έλληνες που δεν είχανε φωνή αλλά περίσσευμα μίσους, που είχανε χάσει την κουτάλα, που δεν έφταναν την παπανδρεϊκή τσανάκα με το μέλι…
Κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90 το σκηνικό άλλαξε: πίσω από όλους όσους έχουνε κάποια επιτυχία, διάκριση ή επιφάνεια βρίσκονται όλοι όσοι τους ζμπρώχνουν, τους βολεύουν, τους κανονίζουν. Στην αντροκρατούμενη Ελλάδα οι κωλομπαράδες προωθούν, ζμπρώχνοντας ρωμαλέα με ρυθμικά αποφασιστικές ωθήσεις της λεκάνης, όλους τους μπινέδες της πολιτικής, της τηλεόρασης, του αθλητισμού, των τεχνών, των γραμμάτων, του επιχειρηματικού κόσμου. Μόνον άντρες, αφού εξ ορισμού οι επιτυχημένες γυναίκες είναι βιζιτούδες-κονσοματζούδες ή πλαγγόνες σύζυγοι σαλοτραπεζαρίας, οι οποίες μάλιστα προωθούνται όταν οι κωλομπαράδες που βρίσκονται πίσω από όλους θέλουνε για λίγο να αλλάξουν αίσθηση από την δακτυλιοειδή του πρωκτού στην κολεϊκή του κόλπου.
Από την επάρατο Δεξιά και τους Αμερικάνους του Κίσσινγκερ στους σατανικούς εβραιομασώνους σιωνιστές, από αυτούς στους μιαρούς κίναιδους που προωθούνε και προωθούνται αλλήλοις περιπτυσσόμενοι. Από τη χύμα πολιτική στον χυδαίο αντισημιτισμό, από τον χυδαίο αντισημιτισμό στο χυδαίο μίσος της αδερφής — και του άλλου γενικότερα (θυμάστε τη φάση, ’91 με ’96 χοντρικά, κατά την οποία για όλα έφταιγαν και οι κωλοαλβανοί;).
«Γιατί ασχολείσαι με τον βούρκο;» με ρώτησε μια ψυχή.
Γιατί δε γελάω καθόλου πια. Γιατί ο ‘Στόχος’ έχει μετουσιωθεί σε μπλογκ και εκπομπές και ‘τιτλούχους’ πολιτικούς και διανοούμενους. Γιατί ο βούρκος ανεβαίνει και μας πνίγει κάθε χρόνο τέτοια εποχή μέσα στον τόπο μας τον αποψιλωμένο από το τζάμπα μίσος και την άγνοια της αλληλεγγύης.
ή Ιστορίες για αγρίους από το Νησί όπου (πέρα) Βρέχει
Σε αυτό εδώ το ποστάκι (στα αγγλικά) διαβάζουμε για το τι συμβαίνει όταν (κάποιοι) δημοσιογράφοι και παρόμοιοι αποπειρώνται να μας μιλήσουνε για επιστήμη, πάνε ρωτάνε τους λάθος ανθρώπους και μετά προσπαθούν να κάνουνε το κομμάτι τους (λίγο) πιο σέξυ.
Από τις δασείες που σε κάνουν έξυπνο μέχρι τις αναρίθμητες θεραπείες του καρκίνου, από τους αστεροειδείς που μας έρχονται σβουρηχτοί το 2046 μέχρι τις τάχα μου διαλέκτους των αγελάδων, από τους εξωτικά εξωτικούς Πιραχά μέχρι το (ένα και μοναδικό, ε;) γονίδιο της ξεπέτας ή της μονογαμικής αφοσίωσης, αυτό το βωντεβίλ παίζεται ξανά και ξανά, σε Ευρώπας και Αμερικάς.
Επειδή σίγουρα είστε όλοι αποβλακωμένοι από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και το άγχος, το Ίντερνετ, την τηλεόραση, τη λεξιπενία, τα βιντεοπαιχνίδια, τα κινητά τηλέφωνα και άλλα λιλιά και ψυχοναρκωτικά, να σας το αναπαραστήσω διαγραμματικά:
α) Παίρνουμε τη δημοσίευση ή (καλύτερα) την περίληψή της.
β) Αφαιρούμε: θεωρητικό υπόβαθρο, υποθέσεις εργασίας, μεθόδους και ενδιάμεσα αποτελέσματα / συμπεράσματα.
γ) Διαγράφουμε ό,τι δεν καλοκαταλαβαίνουμε. Μια εναλλακτική λύση είναι να το βάλουμε μέσα σε εισαγωγικά για να πουλήσουμε μούρη και ατσς!
δ) Αντικαθιστούμε το ειδικό (λ.χ. ‘κοιλεντερωτά’ ή ‘ταχύτητα αντίδρασης’) με το γενικό (λ.χ. ‘ζώα’ ή ‘ευφυία’).
δ) Διαγράφουμε τα ‘πιθανόν’, ‘ενδεχομένως’, ‘ίσως’ κττ.
ε) Μεταγράφουμε τα ‘ενδέχεται’ σε ‘αποδεικνύει’, τα ‘ενδείξεις’ σε ‘αποδείξεις’, τα ‘εικάζουμε’ σε ‘αποδεικνύουμε’, κ.ο.κ.
στ) Ξαναγράφουμε ό,τι προέκυψε υπό το φως γνωστού και αναγνωρίσιμου στερεότυπου (μάξιμουμ ενός — άντε, δύο).
«Οι ήρωες γιατί δεν είναι Έλληνες; Γιατί η υπόθεση διαδραματίζεται — για άλλη μια φορά σε βιβλίο σου — στο εξωτερικό;»
«Γιατί έτσι.»
[Από συνέντευξη της Σ. Τριανταφύλλου στον Φιλελεύθερο της περασμένης Κυριακής]
«Γιατί έτσι». Έτσι απαντάνε τα πεισματάρικα παιδιά. Η απάντηση φυσικά δε φανερώνει τίποτα κι αφήνει το πεδίο ελεύθερο για εικασίες.
Ας πούμε πως θέλεις να γράψεις για την ανθρώπινη κατάσταση. Ας πούμε πως θέλεις να γράψεις για τη ζωή στην πόλη. Ας πούμε πως σε απασχολούν τα προβλήματα του κόσμου και του ανθρώπου: η ελευθερία, το όνειρο, ο έρωτας, η εξουσία, ο πόνος κι ο θάνατος, η μοναξιά, η σύγκρουση του ανιμισμού με τον θετικισμό (ή κάποιων από όσα βρίσκονται ανάμεσά τους), η σχέση της παράδοσης με το καινούργιο, η θρησκεία και η συμβατική ηθική απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στον έρωτα, το ταξίδι κι ο δρόμος, η τεχνολογία, το περιβάλλον, οι ιδεολογίες — όποια είναι τα θέματα του σύγχρονου μυθιστορήματος τέλος πάντων. Πώς να τα τοποθετήσεις στην Ελλάδα; Πώς να βάλεις Έλληνες για ήρωες;
Η Ελλάδα και οι Έλληνες της μυθοπλασίας (προσοχή! καμμία σχέση με την πραγματική Ελλάδα και τους πραγματικούς Έλληνες, οι οποίοι είναι θαυμάσιοι, εράσμιοι κι ανυπέρβλητοι και συνήθως βλέπουνε τηλεόραση) αποτελούν ένα σκηνικό κι έναν θίασο που προσφέρονται για πολύ περιορισμένη θεματολογία, εξόχως εσωστρεφή, και για συνήθως επιφανειακές και αυτοαναφορικές ενασχολήσεις με αυτή τη θεματολογία.
Η Ελλάδα και οι Έλληνες της μυθοπλασίας αποτελούν ένα σκηνικό κι έναν θίασο που προσφέρονται για να πραγματευτεί κανείς κατ’ αρχάς την ιστορία και τη γεωγραφία του σκηνικού και του θιάσου, επίσης την πορεία της εδώ αριστεράς και των εδώ ανθρώπων της πάνω σε αυτό το σκηνικό, οπωσδήποτε την αστυφιλία και τον πόνο του χαμένου καπνοχώραφου, της χαμένης γίδας, της χαμένης τράτας, φυσικά την ελληνικότητα καθώς και γενικότερα ζητήματα ταυτότητας του θιάσου· τέλος τον έρωτα στη σκιά της καθ΄ημάς μαμάς, αριστεράς, Ανατολής και ιστορίας.
Το μυθοπλαστικό υποκείμενο που λέγεται «Έλληνας» είναι ασήκωτα αρσενικό, σέρτικα καυλωμένο αλλά κι αγχοστερημένο σεξουαλικά, από ξενόφωνο χωριό με αρχαίες ρίζες το οποίο νοσταλγεί και αποφεύγει ζώντας σε μια πόλη που μισεί. Πρόκειται για υποκείμενο βαρύγδουπο, αριστερό και προδομένο, κουτοδιανοούμενο, μιθριδατισμένο από τα οβερντόουζ Ιστορίας και Παράδοσης (εσχάτως και κοντόφθαλμης Εθνορθοδοξίας). Συνήθως είναι και συγγραφέας, ποιητής ή κάποιου είδους καλλιτέχνης. Είναι σωστός. Είναι ριγμένος αλλά σωστός. Είναι θυμόσοφος. Ποτέ δεν έχει χιούμορ, ποτέ δεν μπορεί να είναι αντικείμενο χιούμορ. Το μυθοπλαστικό υποκείμενο που λέγεται «Έλληνας» δεν είναι άνθρωπος, και άρα δεν προσφέρεται για μυθιστορήματα περί την ανθρώπινη κατάσταση. Προσφέρεται για εντελεχείς συλλογικές ομφαλοσκοπήσεις.
Σκεφτείτε μερικά αληθινά μεγάλα ελληνικά μυθιστορήματα: την Πάπισσα Ιωάννα (πανευρωπαϊκή περιοδεία), το Κιβώτιο, που διαδραματίζεται σε μια αόριστη μα ανατριχιαστικά αληθοφανή Ελλάδα, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες (Κάιρο, Ιερουσαλήμ, Ισκεντερία), το Contre-Temps (Παρίσια), το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης (Νουέβα Γιορκ), τη Γραμμή του Ορίζοντος (σε μια ούλτρα-φαντασιακή και σουρ-ελληνική Πάτμο). Σίγουρα ξεχνάω πολλά αληθινά μεγάλα μυθιστορήματα τώρα… Όσο για το Τρίτο Στεφάνι, είναι τόσο πειραγμένο το σκηνικό του και τόσο αλλόκοτοι οι ήρωές του, μέσα στην τάχα μου ηθογραφική αληθοφάνειά τους (αστές που συμπεριφέρονται σαν πλύστρες…), που ούτε να το σκέφτεστε.
Θα μπορούσε ο Μέγας Ανατολικός να πιάνει Σύρο-Τηνο-Μύκονο; Θα μπορούσε ο Βιζυηνός να μας μιλάει για τα σαλόνια της Αθήνας; Θα μπορούσε ο Καββαδίας της Βάρδιας ή ο Σουρούνης του Γκας του Γκάνγκστερ… Ίσως και να μπορούσαν. Δεν το έπραξαν.
Επιτέλους! Ο Μπατ(α)ζανάκης Χοιροβοσκός ξαποσταίνει από το να «στρίβει δια του χριστιανικού αρραβώνος» (όπως είπε και μια ψυχή) και μας τα λέει ωραία και στα ίσα. Προσέξτε, ιδιαιτέρως, όσα λέει για τις ελίτ των ‘καλών’ σχολείων, θέμα λίγο ταμπού αλλά πολύ σημαντικό.
Διαβάστε εδώ πώς παρέλυσε η Στοκχόλμη από τα πρώτα χιόνια. Η Στοκχόλμη, για όσους δε γνωρίζουν, είναι πρωτεύουσα του διεφθαρμένου, ημιτροπικού-ημιερημικού και ανοργάνωτου (λόγω αιώνων Τουρκοκρατίας και άσπλαχνης προσπέρασής του από το πύρινο άρμα του Διαφωτισμού) Μπαγλαμαδιστάν.
Από εδώ, πολύ ενδιαφέρον. Η υπογράμμιση δική μου.
It seems to me that nationalism comes in two distinct types. One is fiercely proud of the achievements of the country, its history and language. The other is prickly, always looking out for insult and offence and its main motivation seems to be not pride, or even prejudice, but nursing old wounds.
Let’s call it stabinthebackism, in memory of the Weimar Republic. Any gentle poking of fun, questioning of values or tradition is seen as the latest sign that the barbarian hordes are already inside the gates.
It was, I believe, Spike Milligan who used to say that he enjoyed kicking the backs of people’s chairs when they didn’t rise for the national anthem at the end of a theatre performance or film in the cinema (as was once routine). He said he did it not because he cared much about the national anthem but because it was a good excuse for kicking people. There are those still with us who have a similar motivation, without the irony.
Παρεμπιπτόντως, κάποια από τα σχόλια σε άρθρα του BBC σαν και αυτό με πείθουν πως δεν πρέπει ποτέ κανείς να απελπίζεται τελικά από τα σχόλια που δέχεται στις καταχωρίσεις του.
Σε πολλές συζητήσεις έχω ακούσει την επισήμανση ότι οι Έλληνες δεν μπορούμε να συζητήσουμε ήρεμα και νηφάλια, παρά ωρυόμαστε, εξαπτόμαστε και υστεριάζουμε με την πρώτη ευκαιρία. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα ξεκάθαρο όταν παρακολουθεί κανείς δημόσιες συζητήσεις: πέραν της γνωστής αγένειας, της επιδεικτικής περιφρόνησης προς τους κανόνες του διαλόγου (άρα περιφρόνησης και του συνομιλητή) και της προπέτειας, υπάρχει σχεδόν πάντα ένταση και πάθος, κραυγές, εκρήξεις αγανάκτησης, οργή, τσιρίδες.
Με την περιφρόνηση στον διάλογο και με την άγνοια των κανόνων του έχω ξανασχοληθεί επανειλημμένα, νομίζω πως είναι ζήτημα σχολείου και παιδείας (εδώ κι εδώ). Τώρα θα πω δυο λόγια για το γιατί ο Έλληνας ωρύεται, τσιρίζει και φωνασκεί όταν συζητάει ή όταν διαλέγεται, προφορικά ή γραπτά.
Κατ’ αρχήν, όσο κι αν ακκίζονται κάποιοι, οι εκρήξεις οργής κατά τον διάλογο ούτε μεσογειακό ταμπεραμέντο φανερώνουν, ούτε περιφρόνηση του Χάρου μαρτυρούν, ούτε συναίσθηση των περιορισμών του ορθού λόγου υπαινίσσονται, ούτε ερωτική παραφορά εκ μεταφοράς όζουν. Αφορμώνται μάλλον από κυνοειδείς επιδείξεις δύναμης, όπως αρμόζει σε άλογα και άγλωσσα αγελαία ζώα. Οι (παρά τρίχα) μεσογειακοί Ιορδανοί είναι από τους πιο ευγενικούς και διαλογικούς συζητητές που γνωρίζω, έτσι και πάρα πολλοί λιβανέζοι, μαροκινοί και αιγύπτιοι, για να μην επεκταθώ δυτικότερα και βορειότερα. Αν πρέπει να αποπειραθώ μια χονδροειδέστατη γενίκευση εκ του προχείρου, τα ανήμερα θεριά όσον αφορά τον διάλογο είναι οι συμπατριώτες μας, οι Ισραηλινοί, οι Τούρκοι και οι Αμερικάνοι. Σπεύδω να τονίσω πως αυτά από προσωπική πείρα και ότι οι περισσότεροι μορφωμένοι Ισραηλινοί, Τούρκοι και Αμερικάνοι εν πολλοίς εξαιρούνται.
Στην Ελλάδα, όμως, διάλογο χωρίς υστερίες και μάτια γουρλωμένα όλο πάθος και οργή — οργή που πάντοτε αποζητά να συντρίψει τον αντικείμενο, τον αντίπαλο, τον αντίδικο, δεν ξέρω ποιοι μπορούν να διεκπεραιώσουν. Ο Αναστάσιος Αλβανίας; ο Νίκος Δήμου; ο Φ. Γεωργελές; η Σ. Τριανταφύλλου; ο Γ. Μπαμπινιώτης; (έχει βρίσει δύο φορές — και τις δύο αδίκως) ο Π. Παυλόπουλος; ο Β. Βενιζέλος; ο Α. Καρκαγιάννης; ο Ν. Ξυδάκης; ο Γ. Χάρης; (πόσοι είναι αυτοί; νομίζω πως θα αρχίσω τις εκπτώσεις…).
Γιατί; Κατ’ αρχήν η έλλειψη καλλιέργειας και άσκησης στον διάλογο δε βοηθάει. Ξέρω πως θα ακουστώ σαν να βγήκα από τη ‘Φιλοκαλία‘ (χάχα), όμως στα περισσότερα ζητήματα σ’ αυτή τη ζήση η μαθητεία και η (εξ)άσκηση μετράνε αφάνταστα. Στον διάλογο μας λείπουν και τα δύο. Άλλωστε, ‘εμείς οι Έλληνες’ είμαστε όλοι ταλέντα, πελώρια ταλέντα, είμαστε όλοι «παρεξηγημένες μεγαλοφυίες» (όπως εύστοχα το διατύπωσε ο Φάις). Ξέρουμε τι θα πει ο παπάρας απέναντί μας (γιατί είναι παπάρας) προτού το πει, γι’ αυτό είμαστε προπετείς και τον διακόπτουμε . Η παιδεία και η έλλειψή της, που λέγαμε.
Εντάξει, γιατί όμως ωρυόμαστε; και τρελαινόμαστε; Μου έλεγε ο Φώλιος πως τώρα που μεταρρυθμίσανε την ορθογραφία της γερμανικής υπήρξε πολλή συζήτηση και διαφωνία στη Γερμανία αλλά χωρίς να χυθούν αίμα, δάκρυα και σπέρμα (στο χώμα· όρα και λήμμα Αυνάν). Εδώ θα διοργανώναμε αναβίωση των Ευαγγελικών, θα στήναμε λαϊκά συλλαλητήρια, θα καίγαμε το Πολυτεχνείο, θα μηνύαμε τον Βούλγαρο τον Μπαμπινιώτη, θα τρέχαμε στα σούπερ μάρκετ να στοκάρουμε εβαπορέ, ζβαν και φουαγκρά.
Γιατί; Νομίζω πως η απάντηση είναι απλή αλλά δυσάρεστη. Στην Ελλάδα φρονούμε πως σε κάθε διάλογο, σε κάθε συζήτηση, παίζεται κι ένα διακύβευμα. Δεν πρόκειται για απλή μπαρμπουτιέρικη μεταφορά. Το αποτέλεσμα του διαλόγου θα αλλάξει τη ζωή μας. Συνήθως προς το χειρότερο. Σκεφτείτε το ασφαλιστικό και τους ‘διαλόγους’ των κυβερνήσεων με συνταξιούχους και απολυόμενους. Όλα εξαρτώνται από το πώς θα έρθουνε τα κοκκαλάκια. Τριάρες; Εξάρες; Ασσαίοι; Υπάρχει ανασφάλεια, εν πολλοίς δικαιολογημένη.
Ναι, αλλά τότε γιατί ο Έλληνας τρελαίνεται όταν συμμετέχει σε διάλογο για οποιοδήποτε θέμα; Ακόμα και όταν πρόκειται για πραγματικό διάλογο και όχι για αυταρχικό θέατρο λόγων στημένο από κυβερνήσεις κι εργοδότες; Γιατί παντού υπάρχει ένα διακύβευμα. Είμαστε σε κατάσταση πολιορκίας. Διαρκώς. Όλα είναι στον αέρα. Όλα διακυβεύονται ανά πάσα στιγμή. Το κεφάλαιο / οι εθνικιστές / οι ξένοι / η Δεξιά / οι Αμερικάνοι / ο Μεγάλος Αδερφός / οι Τούρκοι / οι αντιλαϊκές δυνάμεις καραδοκούν. Συνεχώς. Πώς είναι δυνατόν να γίνει νηφάλιος διάλογος; Εδώ ετοιμάζονται να μας __________ οι __________ .
Όπως λέει ο ποιητής και ψάλλει ο εθνεγέρτης:
Πρόβατα ξυπνάτε,
η σειρά μας έρχεται.
Κι εσεις τσομπανάκια
άντε να κουρεύεστε.Πρόβατα ξυπνάτε,
πιάστε τα υψώματα.
Λύκοι θα υπάρχουν,
όσο υπάρχουν πρόβατα
κτλ.
Άρα, η δικαίωση της αντίθετης άποψης συνεπάγεται επικράτησή της και, κατά συνέπεια, καταστροφή, συντέλεια, πισωγύρισμα, άλωση, μαρασμό, απεμπόληση ιερών και οσίων (κεκτημένων), υποτέλεια, χούντα, finem Graeciae, ραγιαδισμό… Παντού υπάρχει ένας κίνδυνος. Αριστεροί, δεξιοί, προοδευτικοί, συντηρητικοί, χριστιανοί, αντίχριστοι, σατιρίζοντες και σατιριζόμενοι, όλοι συμμερίζονται ότι αν δεν επικρατήσει η «σωστή σκέψη» κατά τον διάλογο, θα μας πάρει ο διάολος, ο ιμπεριαλισμός, ο συντηρητισμός ή οι Τούρκοι (διαλέχτε τον οξαποδώ σας). Και μάλιστα γρήγορα.
Κι όμως, αν το σκεφτεί κανείς, οι θλιβερότερες συμφορές αυτού του τόπου και αυτού του λαού (να τις απαριθμήσω; τις ξέρετε), πάντοτε προέκυπταν και από την απουσία διαλόγου. Κανένα δεινό δεν επέπεσε πάνω μας ως αποτέλεσμα δικαίωσης, πολλώ μάλλον επικράτησης, της ‘λάθος άποψης’ μετά από διάλογο.