Επί προσωπικού

Βλέποντας την Παρασκευή το πρωί φρέσκια φρέσκια μέσω RSS τη μούρη του von Clausewitz (ινδάλματος των απανταχού γης πολεμοκάπηλων) κάτω από τον σαφέστατο τίτλο «Στρατηγικές Παράμετροι ενός Ελληνοτουρκικού Πολέμου» στενοχωρήθηκα αφάνταστα: το θεώρησα πράξη μπλογκικής αναισθησίας εκ μέρους του αξιόπιστου Μπατζανάκη, μια και περνάμε μέρες πονηρές. Διάβασα προσεκτικά και πολλές φορές το κείμενο που ακολουθούσε, το διάβασα όχι ως λογοτεχνία (όπου η πολυσημία, το διφορούμενο και το διαρκώς διαλανθάνον, αν δεν επιβάλλονται, τουλάχιστον κρύβονται πίσω από τη γωνία) αλλά ως κείμενο άποψης και γνώμης. Με ενόχλησε βαθύτατα. Επαναλαμβάνω, διάβασα το κείμενο, όχι αν το έγραψε ο χ, ο ψ ή ο ω. Όποιος και να το είχε γράψει θα με ενοχλούσε, ακόμα κι ο Έκο ή ο Rakasha. Αντέδρασα.

Να πω και το άλλο, μια και είμαι από αυτούς που δεν πουλάνε μούρη: δεν το ξέρω το έργο του Κονδύλη (πέραν δυο-τριών ανθολογημένων κειμένων εδώ κι εκεί), μάλιστα δε γνωρίζω το έργο πολλών Ελλήνων ‘στοχαστών’ (ναι Γεώργιε, το ‘τρανού’ ήταν ειρωνικό, της αγνοίας μου αν μη τι άλλο): Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Κ. Τσιρόπουλου, Π. Κανελλόπουλου, Ε. Παπανούτσου, Β. Φίλια, Ε. Αρβελέρ, Κ. Τσάτσου, Κ. Αξελού, Κ. Τσουκαλά (αυτού νομίζω πως θα έπρεπε), και άλλων πολλών. Δεν το λέω ούτε για καύχημα, ούτε για να δικαιολογηθώ, ούτε για να ερίσω: δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να ασχοληθώ με πολλά — εδώ τον Hobsbawm δεν έχω τελειώσει ακόμα.

Διάβασα λοιπόν ένα κείμενο ως κείμενο και με ενόχλησε βαθύτατα το (μάλλον ξεκάθαρο) νόημα όσων κατάλαβα από αυτό το κείμενο, όπως με ενόχλησε και η συγκυρία της δημοσίευσής του στο μπλογκ. Δύο πράγματα όμως μου διέφυγαν:

α. Ο Κονδύλης αποτελεί (κατά τα λεγόμενα φίλων, μην ξεχνάτε πως λείπω πάρα πολλά χρόνια από την Ελλάδα) πανίερη αγελάδα των «αντι-ιμπεριαλιστών / κρυπτοεθνικιστών» γιατί του την έπεσε βαρβάρως και άνευ επιχειρημάτων (κατά τις πάγιες πρακτικές της) η παλαιοκομμουνιστική λίγκα φωνασκώντας. Βεβαίως, ουαί κι αλίμονο εάν όποιος υφίσταται τις ασχημοσύνες των παλαιοκομμουνιστών (όπως λ.χ. ο Γιανναράς στο παρελθόν) αναγορεύεται αυτοδικαίως, αναδρομικά και απαρασάλευτα σε αυθεντία, όμως έτσι γίνεται μάλλον.

β. Περί φασισμού: ο Κουκουζέλης με επιτίμησε γιατί έβαλα στη συζήτηση την κατηγορία «φασισμός». Θεώρησε πως επέλεξα να σείσω το μορμολύκειο περιφρονώντας ή αφήνοντας κατά μέρος την επιχειρηματολογία· μάλιστα μου επισήμανε τον καινοπαγή αλλά καίριο νόμο του Godwin. Θα προσπεράσω το ότι κανείς φασίστας δε θέλει να τον αποκαλούν έτσι, αν και είναι σημαντικό, και θα αναφέρω το εξής: πιστεύω πως τα εν σπέρματι στοιχεία και η εν γένει δυνατότητα του φασισμού ενυπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες που είναι οργανωμένες σε κράτη αλλά και σε όλα τα ανθρώπινα όντα που ζουν και αναπτύσσονται σε τέτοιες κοινωνίες — δηλαδή σε όλους μας — είτε λόγω της κρατικής ιδεολογίας, είτε λόγω της ανάγκης (;) μας να συμμορφωνόμαστε και να μη διαφέρουμε. Αυτό το έχω ξεκάθαρο μέσα μου: είμαστε όλοι δυνάμει φασίστες, είμαστε απλώς τυχεροί που δε ζούμε στη Μεσευρώπη του 1933. Η πεποίθησή μου αυτή παγιώθηκε όχι από τα ελλιπή διαβάσματά μου γύρω από την Αναρχία (ρωτήστε την Κυρα-‘Ντολίνα σχετικά με την Αναρχία), αλλά όταν είδα το συγκλονιστικό ‘Νύχτα και Ομίχλη‘ του Ρεναί, τη μία ταινία επί του θέματος που πρέπει να δει κανείς οπωσδήποτε.

Πωπώ κι αμάν

Σήμερα στην πρωινή εκπομπή της ΝΕΤ: Κανέλλη (αφύσικα σιωπηλή, μπα), Μπίστης και κάτι άλλοι.

Κάτι έλεγε ο Μπίστης, πρέπει, λέει, να πάψουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Όταν πήγε ο Ερντογάν στη Θράκη δεν επισκέφθηκε τη μειονότητα ούτε ως μουεζίνης ούτε ως μούφτης. Αλλιώς κάθε ηγέτης μουσουλμανικής χώρας που θα ερχόταν στην Ελλάδα θα τους επισκεπτόταν, όπως, πρόσφατα, ο Πακιστανός πρωθυπουργός.

Εξανίσταται ο ένας από τους δύο παρουσιαστές (ούτε που ξέρω ποιος είναι ποιος, ο ένας λέγεται Λυρίτζης, πάντως) και του λέει:

Δηλαδή θα μας πείτε πως η μειονότητα είναι τουρκική;

Μπα σε καλό του!

Παρενθετικά να παραθέσω τα εξής δύο:

Ο πόνος για ακριβοδίκαιο και λεπτομερή προσδιορισμό και ταξινόμηση μειονοτικών πληθυσμών μας πιάνει μόνο στη Θράκη. Δεν άκουσα, λ.χ., ποτέ δημοσία να διαχωρίζονται οι Μογλενορουμάνοι από τους Αρμάνους από τους Αρβαντόβλαχους και τους Μακεντόβλαχους. Ωστόσο, οι ‘μουσουλμάνοι’ της Θράκης χωρίζονται, βεβαίως βεβαίως, σε Τουρκογενείς, Πομάκους και Αθίγγανους (τι όρος κι αυτός!).

Στην Ελλάδα, η αναγωγή μιας τοπικής ποικιλίας σε γλώσσα είναι δόκιμη και αποδεκτή μόνο για τα πομάκικα — και μάλιστα τώρα τελευταία. Τα αρβανίτικα, τα μακεδονικά (με τις τρεις διαλέκτους τους), οι λατινογενείς ποικιλίες της Νότιας Βαλκανικής (‘βλάχικα’), οι πολλές ποικιλίες των ρομάνι (να τα πω ‘αθιγγάνικα’;) αντιμετωπίζονται είτε ως παραφθαρμένη μορφή κάποιας επίσημης γλώσσας (ελληνικής, βουλγαρικής κ.ο.κ.), είτε καθόλου.

Μουσική από το Δυτικό Βασίλειο

Δε θα σας πω για τους κακόμοιρους τους Πιραχά (Pirahã) και τη γλώσσα τους, το έκανε ήδη ο Old Boy με τον δικό του λυρικοσαρκαστικό τρόπο εδώ.

Θα ξεκινήσω από κάποιες σκέψεις και θα πάω σε κάποιες διαπιστώσεις.

Το ελληνικό κράτος (από τον καιρό που ήταν κυκλαδορουμελομοριάς) λειτουργεί (και) ως σύμβολο. Εκπροσωπεί, ενσαρκώνει ή και υποστασιάζει — αν προτιμάτε, την παρουσία του Ελληνικού πνεύματος στον σύγχρονο δυτικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο και εκτός και εντός των εκάστοτε ελληνικών συνόρων: με τα τοπωνύμιά του, με την ιστορία του, με τη γλώσσα του, με τα ερείπιά του, με χίλια-δυο τόσα άλλα. Αυτό ήτανε πολύ σημαντικό για τον 19ο αιώνα που την είχε ψωνίσει με την Ελλάδα, τον ελληνισμό, τα κλασικά γράμματα και την κλασική τέχνη. Με άλλα λόγια, το ελληνικό κράτος δε στήθηκε για να στεγάσει τους καλοκάγαθους Κεντρο-Σλάβους των νοτίων Άλπεων (Σλοβένους), ούτε τους απογόνους Κελτών, Πικτών και Βρετανών (Σκωτσέζων), ούτε τα ορεινά περισσέματα του φιλέτου της Ευρώπης (Ελβετία) αλλά τους οιονεί απογόνους του Ur-πολιτισμού στο κέντρο του Δυτικού Πολιτισμού και τα μνημεία αυτού του πολιτισμού, από τα ανύπαρκτα ερείπια της Σπάρτης έως τα στενά της Σαλαμίνας. Από ιδεαλιστική και ιδεολογική άποψη, μόνον ένα λόγου χάρη εβραϊκό κράτος θα ήτανε πιο σημαντικό (όμως οι Εβραίοι είναι κακοί και δόλιοι άνθρωποι, γι’ αυτό και άργησε να υλοποιηθεί το συγκεκριμένο σενάριο — άσε που, αντίθετα με τους Έλληνες, ήταν όλο διχόνοιες και δεν έλεγαν με τίποτε να πάνε ούτε στην Ουγκάντα ούτε στην Ουρουγουάη).

Άρα, εφόσον το ελληνικό κράτος θεσμίστηκε ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο, τελικά καταλήγω να θεωρώ λογικό που το δέρνει ο μαύρος εθνικισμός, η άκρατη σπουδαιοφάνεια, ο επεκτατισμός, η συλλογική οίηση, ποικίλοι μεγαλοϊδεατισμοί και καταλήγω να το θεωρώ φυσικό που την πήρε τελικά και την Ολυμπιάδα (το Ολυμπιακό Ιδεώδες δεν εμφορείται από πανανθρώπινα ιδανικά, μια μαξιμαλιστική έκφραση πανδυτικισμού είναι — η ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πανανθρώπινα).

Τι κάνει λοιπόν το ελληνικό κράτος ως κράτος-έμβλημα του Δυτικού Πολιτισμού, ως η κολοβή Ντίσνεϋλαντ της κλασικής εποχής, ως ένα απέραντο μουσείο που θέλει να είναι πιστό στη θέσμισή του, ως ένα κράτος που θέλει (όπως καλή ώρα η Γαλλία) να δικαιολογεί στη διεθνή κοινότητα τον εθνικισμό του, τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές του, τον ντεκαφεϊνέ θρησκομιλιταρισμό του (ποιος τολμάει να σατιρίσει με δριμύτητα Στρατό και Εκκλησία;), τις εκλεκτικές συγγένειές του, τη διεκδίκηση τοπωνυμίων, τη σταδιακή σύνθλιψη του χαρακτήρα εθνογλωσσοθρησκευτικών μειονοτήτων; «Με το να θεραπεύει τις επιστήμες, τον πολιτισμό, τα γράμματα, τις τέχνες.» Αυτό εν ολίγοις ήτανε και το πνεύμα πίσω από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ: ούτε ελεημοσύνη θέλανε (τότε) να μας δώσουν (όπως στους δέκα νεήλυδες), ούτε τα λεφτά μας ζητούσαν (όπως στο κύμα Νορβηγία-Σουηδία-Φινλανδία-Αυστρία): εμείς εκπροσωπούμε το Geist, το (ευρωπαϊκό) πνεύμα!

Αντί να κλαυτώ γενικώς για το ότι ούτε την (ιδεο-φαντασιακή) θέσμισή του δεν τιμάει το Ελληνικό, θα επικεντρωθώ στην εκκωφαντική απουσία μιας πτυχής της: την αποπνικτική έλλειψη μουσικής παιδείας στην Ελλάδα.

Μουσική παιδεία δεν είναι να ακούς Μπαχ στο πούλμαν, Φίλιπ Γκλας στο τρόλεϋ, Παγκανίνι στη φάμπρικα και ‘sensual classics 7’ στο κωλάδικο, δεν είναι να γνωρίζεις πότε πέθανε ο Μότσαρτ και εάν ο Σούμαν είχε σύφιλη, δεν είναι να θεωρείς τον Ραχμάνινοφ χαλαρωτική μουσική και τον Μπετόβεν πηγή έμπνευσης, δεν είναι να αναγνωρίζεις ότι η παράφωνη κόρνα του ταρίφα μπροστά σου παίζει μια δευτέρα. Επίσης, έλλειψη μουσικής παιδείας δεν είναι η ύπαρξη Βέρας Λάμπρου και Μπέλας Μπούλα, δεν είναι η μυθική προβολή των ντενεκέδων του σκυλοπόπ, δεν είναι ο ισχυρισμός πως το Παγκάκι (Πεγκάκι, μπαρδόν) έχει σωστή φωνή (έχει, αλλά τι τραγουδάει). Για μένα η πιο μπανάλ έκφανση έλλειψης μουσικής παιδείας με βρήκε κατακέφαλα στο Île St. Louis, τρώγοντας παγωτό Μπερτιγιόν σε ένα καφέ με τη Missa Solemnis χαλάκι / ηχητικό μπακγκράουντ.

Τελικά μουσική παιδεία είναι (ανάμεσα σε άλλα) να μπορεί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να εκτιμάει και να απολαμβάνει τη μουσική, να κουτσοδιαβάζει μουσική και να κουτσοτραγουδάει και να κουτσοπαίζει και κανα όργανο. Να ξέρει με ποια μουσική θα κάνει έρωτα, με ποιες θα χορέψει, με ποια θα ξεδώσει, με ποια θα βρει ανάταση, με ποια θα χαλαρώσει — και να του έχουνε δοθεί από την κοινωνία τα εργαλεία για να διαμορφώσει τις δικές του προτιμήσεις ο καθένας αναλόγως. Όπως είμαστε τώρα, μουσικά μοιάζουμε με μια αγράμματη κι αδιάβαστη κοινωνία όπου ψαγμένα και μερακλίδικα άτομα, μοναχικές μονάδες, ψάχνουνε και βρίσκουν και βασανίζουνε τη μουσική, είτε ως εκτελεστές είτε ως ακροατές, κι αυτή τους ανταμείβει.

Αφού σκοπεύουμε να βαραίνουμε τον κόσμο, τους ξένους μας (εμείς, οι κάποτε κατ’ εξοχήν ξένοι) και τους γείτονές μας με την εθνική μας έπαρση, με την μάλλον αμερικανικής εμπνεύσεως ριγέ σημαία μας και με τις αρχαίες πέτρες που φυτρώνουν στα ζηλευτά ξερονήσια και τις κατσικοπλαγιές μας, με το ότι μας έπεσε το λαχείο να έχουμε στην κορφή της πρωτεύουσάς μας το τοτέμ της Δύσης και όχι κανένα φρούριο, ας δικαιολογήσουμε επιτέλους την ξιπασιά και τη βία που παράγουμε (κι έχουμε παραγάγει) δίνοντας πίσω κάτι, δικαιολογώντας λίγο την ύπαρξή μας: κάνοντας πολιτισμό, ίσως και μουσική.

Παράδοση (υπό όρους)

στον Ολντ Μπόυ, και για αυτό.

Ο Μπατζανάκης μού είπε πρόσφατα πως σκοπός των μπλογκ δεν είναι να κηρύξουμε στα έθνη και να προσφέρουμε ολοκληρωμένες λύσεις για τον κόσμο, την ψυχή και το μοντέρνο σπίτι, παρά να δώσουμε εναύσματα να ψάξει, να ψαχτεί και να σκεφτεί ο καθένας μας (τα παραδείγματα δικά μου και όχι τα μόνα). Συμφωνώ, γι’ αυτό και ακόμα διαβάζω μπλογκ (για να ψάξω, να ψαχτώ και να σκεφτώ), αν και υπάρχουν φυσικά και άλλα αναγνώσματα στα οποία θα καταφύγει κανείς, ιδίως κάθε φορά που θα επικρατήσει απόγνωση και πανικός στην ελληνική μπλογκοκοινωνία.

Διαβάζω αυτές τις μέρες ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, λέγεται Love, Sex & Tragedy : How the Ancient World Shapes Our Lives του Simon Goldhill (καθηγητή κλασσικών σπουδών στο Καίμπριτζ). Η θεωρία του Goldhill είναι σε γενικές γραμμές πως δε γίνεται να κατανοήσουμε τον εαυτό μας μέσα στον σύγχρονο κόσμο αγνοώντας την Αρχαία Ελλάδα. Αν και δεν την υποστηρίζει πάντοτε πειστικά, τα δυνατά σημεία του βιβλίου βρίσκονται αλλού: στον τρόπο που ο συγγραφέας μοναδικά φωτίζει ήδη ‘γνωστά’ γεγονότα και πράγματα, αναδεικνύοντας μια σειρά από πολύ σημαντικά θέματα γύρω από το σώμα και την πολιτική του, τα σεξουαλικά ήθη, τις απαρχές της Εκκλησίας, τη δημοκρατία, την πολιτική φιλοσοφία, τη διασκέδαση και άλλα πολλά. Κοινώς, μου φαίνεται πως μου έχει δώσει υλικό για πολύ προβληματισμό και για κάμποσο μπλογκάρισμα.

Ανάμεσα σε άλλα, σε κάποιο σημείο ο Goldhill ισχυρίζεται πως η διασκέδαση (η ‘χθαμαλή’ διασκέδαση, ας πούμε, και στις ταπεινές μορφές της — η εκτόνωση, δηλαδή) είναι πολύ πιο σοβαρό θέμα από ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε: αποκαλύπτει την κρυφή πολιτική (με την ευρεία έννοια) ζωή μιας κοινωνίας. Ενδεικτικά, στην αρχαία Ρώμη οι μονομάχοι αντιπροσώπευαν ένα ιδανικό ανδρείας και καρτερίας, αποτελούσαν πρότυπο αντοχής στον πόνο και υπόδειγμα αφοβίας απέναντι στον θάνατο — αυτό διαφαίνεται και σε συγκεκριμένα σημεία του Κικέρωνα και του Πλίνιου· ο τελευταίος μάλιστα περισσότερο ενοχλούνταν από τα πλήθη και τα αγοραία ήθη του αμφιθεάτρου παρά από το πλούσιο σπλάτερ της αρένας.

Αναρωτιέμαι λοιπόν κι εγώ: τι να αποκαλύπτουν τα κάτωθι για τη σεξουαλικά υπερσυντηρητική και πολιτικά ασ’-τα-να-πάνε Ελλάδα;

grammisou1

karavi[1]

Βεβαίως, και για να σοβαρευτούμε λίγο, ως μιζεριάρης Εγγλέζος, αυτός ο Σίμων Χρυσολοφάς δεν μπορεί να γνωρίζει τη μυστική παρουσία της αρχαιότητας, μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού, στον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, έστω ένα λείμμα του ελληνικού κόσμου, παρουσία που τον αιματώνει και τον ζωογονεί. Παραδείγμα μοσχάρι:

idealism

Της ελληνικούρας το κάγκελο

Το σλόγκαν της διαφήμισης του Σκάι για τον εαυτό του:

‘Αγαπώ’ σημαίνει ανατάσσομαι εξαιτίας άλλου.

Μάλλον νόμισαν πως το (αμάρτυρο; ας μας βοηθήσει ένας φιλόλογος ρε παιδιάααα…) ανατάσσομαι είναι το ρήμα του ουσιαστικού ανάταση — είδατε πάλι; (επ)ανά(σ)ταση — αντί του ανάταξη.
Προφανώς η εξυπνάδα μετράει περισσότερο από το να ανοίγεις κανα βιβλίο.
Ρε ουστ.
(Νιάου.)

Σημειώσεις για μια (μεγάλη) εβδομάδα

Πέρασα ασκητικώς τη Μ. Εβδομάδα και το Πάσχα. Την αποκτηθείσα εμπειρία μου τη συμπύκνωσα σε ημερολόγιο-κήρυγμα που παραθέτω κάτωθι, ως μοναχός Κραυσίνδωνας.

Μ. Δευτέρα
Μπήκα στο μπλογκ του Αθήναιου (γνωστού και ως V for Vedetta – προσοχή χαμουτζήδες, χωρίς νι) και άφησα το κάτωθι σχόλιο με αφορμή το Ναρκωμένο Ντουλάπι:

‘Ναρκωμένο Ντουλάπι’, αγαπητές και αγαπητοί μου, είναι κάτι σαν το ‘Οκτάνα’ ή το 42: η Ουσία που μυστικώς, ταπεινώς και χαρμονικώς υποστασιάζει τον κόσμο δια του συναμφότερου και της εν γένει ανακράσεως-αναστάσεως-αντιστάσεως. Ωσάν το βότσαλο στη λίμνη, ωσάν στρουθίον γυμνάζων επί δώματος.
Αλλά, φευ, πού να τα πιάσετε αυτά εσείς τα ναζιγενή τέκνα της Αγάρ, της παμμίαρης ναζιγόνου Δύσεως και του τρισκατεπάρατου ορθολογισμού της που αλλοτριώνουν, αλλοιώνουν και λεκιάζουν και γαριάζουν — “Δύσις”! τι με εβάνατε κι έπιασα στο στόμα μου, μέρες που είναι· φτύνω τρις (πτου! πτου! πτου!) δίκην εξορκισμού, ανακρούω πρύμνα και αποχωρώ να υπάγω εις τους κήπους, εις την Μονήν Βάλτου (Βρωμονερίου Ακαρνανίας), ίνα ψάλω τον Νυμφίο και να καταναλώσω τα δέοντα τραγήματα (χρατς! χρουτς!). Ίσως δείτε σκιάν του ιματίου μου αποχωρούντος κατά Μικράν-Μεγάλην Σύρτιν μεριά.

Έρρωσθε,
Ο προβατόσχημος προ(βο)πατόρικος λύκος

(εντός πωλούνται κροτίδες πατροπαράδοτες, ίνα και φέτος την Λαμπρήν ορθοδόξως τρωθώμεν, αδελφοί).

Μ. Τετάρτη
Συναντήθηκα με τον Rakasha και ήπιαμε καφέ. Οι ποικίλες συζητήσεις μας θα αποτελέσουν τη βάση του μέλλοντος (πώς λέμε «Cavafy est un poète ultra-moderne», κάπως έτσι), οπότε δε μας απασχολούν προς το παρόν.

Μ. Πέμπτη
Καμμία συγκίνηση στα ετεροχρονισμένα Πάθη, έτσι μπρος-πίσω που τα όρισαν και τα ανακάτωσαν οι σοφοί Πατέρες της Αγίας αλλά ενίοτε Μωρής (με την ‘κακή έννοια’, Γεώργιε) Εκκλησίας: Τον σταυρώναμε βράδυ Πέμπτης (ενώ κανονικά έτρωγε τα μάτσο μπρεντ, το γκεφίλτε ψάρι του – ή τι άλλο) κι εγώ έβλεπα έναν από τους εκατομμύρια κατάδικους που κάποια αρχή, κάποια αυθεντία, αποφασίζει να θανατώσει διά νόμου, φρικτά ή ανθρωπιστικά, συνοπτικά ή δίκαια· εγώ εκείνη την ώρα σκεφτόμουνα πως, οκέι, τα βασανιστήρια και η εκτέλεση του Κυρίου έχουνε νόημα, τι γίνεται όμως με τα υπόλοιπα, ξέρω γω, έντεκα εκατομμύρια θανατοποινίτες από καταβολής κρατικής οργάνωσης. Είναι δυνατόν η πολιτική δράση για δικαιοσύνη και ίσα δικαιώματα να μη γίνεται αντιληπτή ως πνευματικό έργο; Ε, δυστυχώς, είναι…
Μετά βγήκα από την εκκλησία και δυο τετράγωνα πιο κάτω ο αέρας μύριζε φούντα. Περπάτησα στην Αθήνα και ξαναένιωσα πόσο αγαπώ αυτή την πόλη. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιος ωραίος για να τον αγαπάς. Βέβαια, η Αθήνα είναι και ωραία: η Ακρόπολη και οι δρόμοι και ο φωτισμένος ηλεκτρικός τη νύχτα, η τοιχογραφία-γκραφίτι φάτσα στο Γκάζι, οι προσόψεις της και ο κακότροπος και όμορφος κόσμος της πόλης – όσα ήδη ξέρετε.

Μ. Παρασκευή
Είμαι υπέρ του χωρισμού πίστης και όλων των άλλων μέσα μας, ας πούμε πως ο αέρας μου δίνει ζωή αλλά δεν είναι όλα αέρας. Αρνούμαι να μιλήσω για τον Θεό – αν ο Θεός είναι Θεός, δηλαδή ένα απόλυτα υπερβατικό Ον το οποίο (λέμε πως) ενδιαφέρεται για εμάς. Αρνούμαι να βάλω την παράμετρο ‘πίστη’ μέσα σε ζητήματα πολιτικής, επιστήμης, ηθικής, στοχασμού – αφού είναι και θα είναι εμβόλιμη (όταν δεν είναι υποβολιμιαία). Γενικά, η θρησκεία ως τελετές, καζουισμός-δικανισμός, συμβατική ηθική, σύστημα ιδεών-απόψεων και υπαρξιακή μυθολογία με αφήνει αδιάφορο ως άνθρωπο και πολύ εχθρικό ως σκεπτόμενο άνθρωπο. Έτσι με ενδιαφέρει μόνον η πίστη ως αποκάλυψη – αν υπάρχει τέτοιο στοιχείο. Τέλος πάντων.

Πάσχα
Διάβαζα για τον Συνέσιο, αρχαιότατο πατέρα της Εκκλησίας. Ο βίος του όαση καταλλαγής και ορθολογισμού (τζιζ, κακιά κουβέντα! Ζήτω ο Ζ φορ Ζουράρις) σε μία τερατωδώς ταραγμένη εποχή σφαγέων μοναχών και μουτζαχεντίν πατριαρχών, όπου οι εθνικοί γραπώνονται από υπολείμματα ανθρωπιάς κι ανεκτικότητας, άλλοι για να μη βουλιάξουν, άλλοι για να συμμετάσχουν στη διελκυστίνδα ξεσκίσματός τους παρέα με κάποιους χριστιανούς. Ο Συνέσιος, στην επιστολή 105 νομίζω, επιμένει: «θα ζήσω σαν άνθρωπος με τη γυναίκα μου, θα γράφω, θα διαβάζω – α, ναι, και δεν πιστεύω στην Ανάσταση».
Πολλοί χριστιανοί δεν πιστεύουν στην Ανάσταση. Δείτε τις εικόνες της Ανάστασης στη Δύση: λίγες και ακριβοθώρητες έως τον 19ο αιώνα· δείτε τις εικόνες της Ανάστασης στην +Ανατολή+ (ευλόγησον ή peace be upon it): η εις Άδου κάθοδος! Τι με ενδιαφέρει εμένα η κάθοδος του Κυρίου στο λίμπο των Καθολικών και των Άδη των Ορθοδόξων; Τι με νοιάζουν οι γκαραζόπορτες του Άδη που κανείς κλειδαράς των καταχθονίων δεν θα ξαναστήσει σε μεντεσέδες; Η απελευθέρωση, λέει, του Αδάμ. Οκέι. Εγώ; Πού είναι η εικονογραφία της ενσώματης Ανάστασης του Χριστού; Αυτουνού που σουλάτσερνε και κήρυττε κι έτρωγε κι έπινε 40 μέρες μετά κατά τας Γραφάς; Που είχε πληγές και σημάδια; Πού είναι το (αναστημένο) Σώμα (Του), ρεεεε;
Αλλά οι Χριστιανοί, ανατολικοδυτικοί, ανακάλυψαν το σώμα τον 19ο αιώνα. Γι’ αυτό και ατύχησαν. Too little, too late που λένε κι οι φονιάδες των λαών: είχαν προ πολλού προηγηθεί άλλοι.

Land of Hope and Glory

Μετά την απήχηση που είχε η παρουσίαση του σουρεάλ προσώπου του ολοκληρωτισμού σας παρουσιάζω, στην ίδια σειρά, τη σελίδα του Προέδρου της Λευκορωσίας. Εάν αντέξει το στομάχι σας για αρκετή ώρα, μπορείτε να διαβάσετε και για τα χόμπυ του.

[Πάρτυ]

στον Alberich και την xilaren, και την ευγένειά τους

«[…]
Η Νατάσα έµενε κοντά στη στάση, απέναντι από το οµώνυµο πάρκο. Σκέφτηκα πως πρέπει να είναι απίστευτα µατσωµένη για να µπορεί να µένει σ’ αυτή την περιοχή, πράγµα που ξανασκέφτηκα εµφατικότατα µόλις είδα το ίδιο το σπίτι, µια φρεσκοβαµµένη καλοσυντηρηµένη βικτωριανή βίλλα, πανταχόθεν ελεύθερη φυσικά, µε ωραιότατη στέγη. Κοίτα ρε πού µένει ο φοιτητόκοσµος, όχι σαν εµάς µέσα στο πενταόροφο…
Το εσωτερικό και οι συστάσεις µε την Νατάσα µε γείωσαν αµέσως: το σπίτι το µοιράζονταν εφτά άτοµα παρακαλώ, συν ο γκόµενος της Νατάσας, από το Βανκούβερ, οκτώ. Έτσι έβγαινε και το νοίκι. Τώρα, όταν µε ξενάγησε η Νατάσα στο σπίτι, ξενέρωσα εντελώς: είχε ένα χωλάκι, δύο σαλόνια (πάνω-κάτω), µία σοφίτα (της Νατάσας και, ανεπισήµως, του Καναδού), πέντε υπνοδωµάτια και µία κουζίνα και ένα µπάνιο. Σαν σε Εστία, δηλαδή, άσε που κάποιος κοιµότανε στο σαλόνι, τον γνώρισα, ένας πανύψηλος µε ξυρισµένο κεφάλι και µια σκουλαρίκα από το πειρατικό του κάπταιν Τζίµυ. Φορούσε κάτι µπότες χρώµα σάπιο µήλο. Πάντως το πάρτι είχε ήδη ψιλοξεκινήσει, καθήσαµε µε την Εύη σε κάτι καρέκλες µε κόκκινη κεντητή ταπετσαρία και κουτσοµπολεύαµε τον κόσµο. Η Εύη ήτανε προπτυχιακή στο τελευταίο έτος και την κορόιδευα πάντα λέγοντάς της ότι θα µπορούσε να είναι κόρη µου, όµως εύστροφος άνθρωπος· απόψε πάντως έµοιαζε τελείως µε Λονδρέζα ξέκωλη, από αυτές που ούτε κυλότα δεν φοράνε, για καλύτερα, γρηγορότερα κι ευκολότερα… η Εύη µε βεβαίωσε πάντως ότι όσον αφορά τα εσώρουχα, η ίδια ήτανε σεµνά ντυµένη.
Πήραµε ποτά, βότκες µε τόνικ, ιδέα της Εύης. Γιατί βότκα τόνικ; Γιατί είναι η χρυσή τοµή µεταξύ βότκας πορτοκάλι (ποτό για άσχετους που κατά βάθος θέλουνε µια Ήβη µπλε) και τζιν µε τόνικ (ποτό για λείψανα). Τους δίσκους έπαιζε στο σαλόνι του ισογείου ο Έρνεστ ο από κάτω της Νατάσας (µιας γλυκύτατης Καλαµατιανής), ένας Ολλανδός που είχε όψη παστής ρέγκας, µάλλον αφυδατωµένος από τις κούτες έκστασυ που είχε πιει στα νιάτα του. Μουσική πάντως έπαιζε υπέροχη, πράγµατα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ή ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν: ατµοσφαιρικά πνευστά (φυσούσαν, έβρεχαν, ανάσαιναν, κροτάλιζαν, θρόιζαν) θεµελιωµένα πάνω σε πονηρούληδες ρυθµούς, έξυπνοι τεχνητοί ήχοι πλεγµένοι µε ακουστικά όργανα, φωνές µέσα από συνθεσάιζερ σαν λιτές ευθείες που συγκλίνουν στο άπειρο, άγνωστα όργανα που έβγαζαν έναν ήχο σαν να έριξες πετράδια πάνω σε γυαλί, κάτι κοµµάτια που έµοιαζαν απλώς µε βραχώδεις παραλίες …

[…]

Στο µεταξύ ερχόταν όλο και περισσότερος κόσµος κι εγώ αγχωνόµουν πού θα µπούν όλοι αυτοί, τι θα πιούνε και τι θα φάνε. Όµως το σπίτι ήτανε µεγάλο και ο καθένας έφερνε κι από κάτι (η Εύη είχε κουβαλήσει κεφτεδάκια και µία βότκα µολότωφ). ∆ιάφορες φάτσες ήταν αρκετά γνωστές, µάλλον από το Κολλέγιο µοιάζανε να είναι, τύποι που κοιτάς κατά λάθος κατάµατα ανεβαίνοντας τρέχοντας την σκάλα κι αυτοί αρπάζονται από το κιγκλίδωµα µήπως και τους κουτουλήσεις παίρνοντάς τους σβάρνα. Η Εύη είχε εξαφανιστεί ξαφνικά και την βρήκα στο χωλάκι, όπου µαζί µε την Νατάσα και την Νάγια (Ιταλίδα συγκάτοικο) ξεσκεπάζανε µε επισηµότητα αλουµινόχαρτα και ιδρωµένες χαρτοπετσέτες, αποκαλύπτοντας εδέσµατα, σαλάτες και πιλάφια, ενώ η µουσική άλλαζε σιγά σιγά. Η µυρωδιά του φαγητού και το κάλεσµα της Νατάσας «∆ε φουντ ιζ ρέντυ, έβρυ µπόντυ» σύναξε όλους όσους ήτανε διασκορπισµένοι από ’δω και από ’κει ψιλοκουβεντιάζοντας και πίνοντας τζάµπα οινοπνεύµατα. Επειδή φυσικά η σπαραγγόσουπα δεν επρόκειτο να µε πιάσει, µε τόσες συγκινήσεις και µε ήδη δύο βότκες τόνικ που έκαναν το στοµάχι µου να συστρέφεται, στιχήθηκα µε το πιάτο στο χέρι και περίµενα να δοκιµάσω.
Αφού φόρτωσα το πιάτο κι εφοδιάστηκα µε πολλές χαρτοπετσέτες για κάθε ενδεχόµενο, βρήκα έναν καναπέ τελείως άδειο, µια και ήµουν από τις πρώτες που πήγε στον µπουφέ, και θρονιάστηκα. ∆οκίµασα απ’ όλα κι επικέντρωσα το ενδιαφέρον µου σε έναν ταµπουλέ, κεφτεδάκια Εύης, τυροπιτάκια, τοννοσαλάτα, παραµελώντας το ριζότο και τις ψητές πατάτες. Καθώς µασούσα κοίταγα τον κόσµο γύρω µου συλλέγοντας φάτσα-ντάτα, που λέει κι ο φίλος µου ο Γιώργος

[…]

Τη ρώτησα πού είχε κρυφτεί, µού εξήγησε πως η Νατάσα τής έλεγε για µια περιπέτεια µε τον Κόλιν, άλλος συγκάτοικος αυτός: περπατούσανε στο Μπρίξτον και τους σταµάτησαν και βρήκανε δυο-τρία γραµµάρια στην τσέπη του Κόλιν και τους πήρανε στο τµήµα για επίπληξη κι υπόδειξη κι η Νατάσα είχε κάπως κοψοχολιάσει και πανικοβληθεί – αυτά συνέβησαν το προηγούµενο σαββατοκύριακο. Άρχισε να µού ψιλοπονάει και η κοιλιά µου.
«Αυτό που αναστάτωσε τη δόλια τη Νατάσα είναι ότι ο Κόλιν έχει αγοράσει κι άλλη φούντα και θα τη βγάλει απόψε. Έχει πανικοβληθεί παντελώς το χρυσό µου και πολύ σοβαρά µού έλεγε πως οι µπάτσοι που τούς έκαναν εξακρίβωση τούς έχουνε βάλει στο µάτι κι ότι µπορεί µέχρι κι απόψε να µπουκάρουν εδώ µέσα. Κι εγώ, Λίλα µου, προσπαθούσα να τής εξηγήσω πως αυτή εδώ η χώρα είναι, ανοργάνωτη, ένα κωλοχανείο του κερατά, κι ότι είναι αδύνατο των αδυνάτων να ενηµέρωσε το τµήµα στην άλλη άκρη το εδώ τµήµα για ένα ζευγάρι που κουβαλούσε δυο τσιγαράκια χασισάκι.»

[…]

Χορεύαµε συνέχεια σαν τρελές και σχεδόν αδιακρίτως τσιφτετελιάζαµε ο,τιδήποτε κι αν έπαιζε ο Έρνεστ ο τσίφτης και χορέψαµε πολλά και διάφορα κοµµάτια. Επειδή η τέταρτη βότκα κατέληξε η µισή στη µοκέτα, µαζί µε λάσπες και ποπκόρν και άλλες τροφές, όπως είδα όταν κοίταξα έντροµη προς τα κάτω, πήγα και γέµισα µία πέµπτη. Ο χορός καλά κρατούσε και σε κάποια φάση η Εύη µε έδειξε σαν να µε παρουσίαζε στο κοινό µου – αν και ο καθένας χόρευε για πάρτη του και δεν πτοούταν – και φώναξε ‘ζήτω η Γκιουµουλτζίνα! να ζήσει η Τουρκία!’· τη διαολόστειλα µε έµφαση και συνέχισα τον χορό µου σαν θραίσσα µαινάδα µε τη µαλακισµένη την Εύη πάντα απέναντί µου. Ο χορός συνεχιζόταν και όλες οι σκέψεις και οι µέριµνες και τα άγχη των τελευταίων ηµερών κυλούσανε µαζί µε τον ιδρώτα µέσα από τους πόρους µου προς εξάχνωση στην ατµόσφαιρα, που, ήδη βαρειά από τα τσιγάρα, µού έτσουζε τα µάτια. Ωραίο πράγµα ο χορός: καθαρή κίνηση, εικαστικός ρυθµός, ορατή µουσική. Κι ό,τι δεν είναι καθαρή µορφή και αρµονική κίνηση θολώνει και οσµώνεται µε όλα τα όµοιά του και δεν έχει σχήµα και ρυθµό.
Μετά από περίπου µια άνοιξη που µπορεί να κρατήσει για πάντα ή και για δύο καλοκαίρια, ο Έρνεστ έβαλε ένα τελείως παράξενο κοµµάτι, έµοιαζε µε κλασσικό κοµµάτι διασκευασµένο µε µπιτ· και κόπηκα αµέσως. Σταµάτησα ακίνητη κι έµεινα το σταθερό σηµείο µέσα στην κίνηση Μπράουν ολόγυρά µου.
«Yo Ernest, what da fuck is dis?», φώναξα µε τις διαλεκτικές ικανότητες που µού έδινε τώρα η έκτη βότκα («δεν πρέπει να ανακατέψουµε τα ποτά, Λίλα χρυσό µου»).
«Το Sanctus από τη λειτουργία σε ha-moll του Μπαχ, διασκευασµένο από κλώνο του κυρίου William Orbit» ακούστηκε µια φωνή δίπλα µου. Πάλι αυτός. Τον ευχαρίστησα όσο πιο ψυχρά µού επέτρεπε το γελοίο της κατάστασης και η ιλαρή µατιά προς τον κόσµο που χαρίζει το οινόπνευµα. Κι έτσι τον ρώτησα αν σπουδάζει µουσική εδώ στο Λονδίνο.

[…]

«Τι θα πει ha-moll, Μάρτιν;»
«Εε, κάτσε να δεις, B minor.»
«∆ηλαδή;»
«Si minore.»
«Κατάλαβα.» Πολύγλωσσος. «Από πού είσαι;»
«Γερµανία. Εσύ είσαι Ελληνίδα.»
«Πού το κατάλαβες;»
«Ε, η δουλειά µας. Άσε που φωνάζετε και χαλάτε τον κόσµο… κι έχεις κι ελληνική µύτη.»
Το βορειοευρωπαϊκό φλέγµα συναντάει τον νεοκλασσικισµό, ρε άει στο διάολο. Κι είναι όµως καλό να έχεις ελληνική µύτη; Ελληνική µύτη όπως η Κνιδία Αφροδίτη και η Αθηνά του Πειραιώς ή όπως η Παξινού, η Μελίνα κι η Ειρήνη Παππά; Τι να τού πω κι εγώ:
« Τι λέει λοιπόν ο Μπαχ που ακούµε;»
«Sanctus Sanctus Sanctus Dominus Deus Sabaoth, pleni sunt caeli et terra gloria tua. Hosanna in excelsis. Είναι κάτι που ακούς στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας.»
«Α, µάλιστα.» Είναι και µισσιονάριος, ο εξυπνάκιας, Αλβέρτος Σβάιτσερ, πάνω που νόµιζα πως έβγαλα γκόµενο στο πάρτι. Μού έδωσε και τη µετάφραση του ύµνου καθώς προχωρούσαµε προς τον κήπο, όπου είδα πως είχανε βρει καταφύγιο πολλοί ξαναµµένοι από την ζέστη και τα τοιαύτα. Η µουσική που ερχόταν από µέσα, στο µεταξύ, ακουγότανε ξαφνικά να είναι τελείως χάλια – µπας κι έπαθε ξαφνικά κανα εγκεφαλικό ο Έρνεστ και δεν ξέρει τι βάζει; – κι έτσι, εντάξει, ας τα πούµε µε τον Γερµαναρά στον καηµένο τον αφρόντιστο κήπο. Η κοιλιά µου στο µεταξύ πονούσε πιο έντονα τώρα.
«Που λες, Μάρτιν, στα ελληνικά µόνον για σάς και τους Τούρκους έχουµε υπερθετικούς.»
«Υπερθετικούς; τι εννοείς;»
«Μµµ, όπως στα ιταλικά, εεε: stella – stellone, barba – barbone.»
«Α, εννοείς µεγεθυντικά.» Γαµώ το! «Πολύ ενδιαφέρον! Για πες µου πώς είναι ο µεγάλος
Γερµανός λοιπόν;»
«Γερµαναράς.»
«Πώς;»
«Γερµαναράς!» φώναξα. Μαλάκα εξυπνάκια.
«Γιέρ-µαν-άρας.” επανέλαβε σχεδόν γελώντας. «Α, Germania

[…]

Όσο για τους σποραδικούς πόνους, βεβαίως µού ερχόταν περίοδος, ευτυχώς παρά τη γενικότερη ζαλάδα το συνειδητοποίησα και, αφού βρήκα την τσάντα µου κάτω από στοίβες πανωφόρια και άλλες τσάντες κατευθύνθηκα στην τουαλέτα. Η τουαλέτα ήτανε καταπληκτική, µε υπέροχα είδη υγιεινής, έναν πελώριο καθρέφτη και µια µπανιέρα µε ποδαράκια πάνω σε ένα χαµηλό βάθρο. Είχε και δύο πολύ όµορφες καρέκλες, ντουζιέρα κι έναν τεράστιο νιπτήρα κοχύλι. Οι οκτώ ένοικοι του σπιτιού, οι νυν κι οι προηγούµενοι, δεν φαίνονταν να έχουνε προκαλέσει σοβαρές φθορές ή και δολιοφθορές σε αυτό το παραµυθένιο λουτρό. Περίεργο, σκεφτόµουν αλλάζοντας, ποιος φτιάχνει ένα τέτοιο µπάνιο σε σπίτι που νοικιάζεται από φοιτητές; Προφανώς αυτό µέχρι πρόσφατα ήταν οικογενειακό σπίτι και πουλήθηκε κοψοχρονιά και ο καινούργιος ιδιοκτήτης του το έχει προς εκµετάλλευση. Ναι, έτσι εξηγείται.
Καθώς χτενιζόµουνα, συνειδητοποίησα ωστόσο πως, παρότι ήτανε µεγάλο και στενόµακρο, εξου κι ο καθρέφτης, το µπάνιο ήταν ιλιγγιωδώς ψηλοτάβανο. Με το µάτι υπολόγισα πως, παρότι ήµουνα στο ισόγειο, το ταβάνι του µπάνιου ήτανε το ταβάνι του δευτέρου ορόφου. Αυτή η ανεξήγητη δυσαναλογία, η υπερτροφία της κατακορύφου, µε ενόχλησε και µε τάραξε, µου δηµιούργησε αγωνία και ίλιγγο, λες και το µπάνιο ήτανε ένα κελλί επιστηµονικής φαντασίας και σε λίγο θα έπεφτα µε φόρα προς τα πάνω, προς το ταβάνι δυο ορόφους πάνω. ∆εν άντεξα τη θέα αυτού του µακρινού ταβανιού, τόσο ψηλά πάνω από το κεφάλι µου και ένιωσα ίλιγγο.
Ζαλίστηκα. Παρότι προσπαθούσα να µην κοιτάω προς τα πάνω, έκανα τελικά εµετό µέσα στην φιλόκαλη λεκάνη, έπλυνα το πρόσωπό µου, ξαναβάφτηκα κι ανασυνταγµένη έκλεισα την πόρτα πίσω µου και πήγα να βρω τον Μάρτιν στον κήπο.

[…]

«Σάς είδα που φλερτάρατε, αχ τα χρυσά µου!»
Ανατρίχιασα που µίλαγε σαν θείτσα αλλά τι να τής λέω πάλι· «Μπα, εγκυκλοπαιδική συζήτηση είχαµε ανοίξει, µού έλεγε για κάτι γλωσσικά δέντρα. Εσύ πώς περνάς;»
«Χόρευα µέχρι πριν από λίγο, ήρθα να πιω λίγο νερό. Πού είναι τώρα ο ξανθός;»
«∆εν ξέρω, τον έχασα όταν πήγα στην τουαλέτα.»
«Μάλιστα. Κοίτα, στο πάνω σαλόνι έχει µαζευτεί το µισό πάρτι – δεν παρατήρησες πώς ξαφνικά αραιώσαµε; – και καπνίζουν κάτι joints. Πάµε πάνω κι εµείς;»
«Ρε συ εγώ δεν χρειάζοµαι ουσίες για να φτιαχτώ…»
«Γι’ αυτό έχεις πιει µισό βυτιοφόρο βότκα;»
«Εννοώ πως εγώ µπορώ να φτιάχνοµαι µόνη µου, απλώς ανασαίνοντας τον βραδινό αέρα και χορεύοντας στον δρόµο. Όταν ερχόµουνα να σε βρω…»
«Καλά, πριν µάς τραγουδήσεις τη Μαίρη Πόππινς, να σού πω ότι µ’ αυτά που λες µπορώ να σε διαγνώσω ως κυκλοθυµική…»
«Πάρε µωρή πρώτα το πτυχίο και µετά κάνεις και τη διάγνωση, το κέρατό µου.»
Βγάλαµε η µια στην άλλη τη γλώσσα και ανεβήκαµε την υπέροχη ξύλινη σκάλα µε το κόκκινο χαλί της στερεωµένο στην εσοχή κάθε σκαλοπατιού µε µπρούτζινα κιγκλιδωµατάκια. Τα πλανερά φύλλα της καννάβεως τα πρωτοδοκίµασα σε σπανακόρυζο της γιαγιάς µιας συµµαθήτριας. Μετά κάπνισα µερικά κιόλας στη Σαλονίκη και µετά ξανά σε µια εκδροµή στην Ολλανδία τον Μάιο, αλλά προς το παρόν δεν έχω ολισθήσει προς τα σκληρά, όπως υποτίθεται ότι είναι η νοµοτέλεια των ναρκωτικών. Μάλλον είµαι από αυτούς που δεν τους πιάνει, ποτέ δεν έχω νιώσει κι εγώ τη µαστούρα. Οι φανατικοί του εν λόγω λαχανικού επιµένουν πως αυτό συµβαίνει γιατί ποτέ δεν έχω χαλαρώσει πριν καπνίσω για να µπορέσω να δηµιουργήσω την κατάλληλη διάθεση. Όµως αν χρειάζεται να αυτοϋποβληθώ για να φτιαχτώ, φτιάχνοµαι και µόνη µου τραγουδώντας της Μαργαρίτας το αλωνάκι χωρίς να σκάω τις ωραίες µου λίρες στον τύπο µε το υπεραιωνόβιο πουλόβερ και το σκουριασµένο ταχυδροµικό ποδήλατο που κάθε τόσο κάνει βράδυνες επισκέψεις στο δωµάτιο δορυφορικής τηλεόρασης του Cattermole House, του ενδόξου ερειπίου της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, γεµάτου µνήµες και αγαθές προθέσεις, αρχιτεκτονικά ιδανικά που χάθηκαν από ετήσιο προϋπολογισµό σε ετήσιο προϋπολογισµό.
Στο µεταξύ είχαµε µπει µέσα στον τεκέ, πώς µυρίζει έτσι αυτό το πράµα, σαν πολυκαιρισµένο µάλλινο, ιδρωµένο ξανά και ξανά και άπλυτο. Ο κύκλος των ινδιάνων στο πάτωµα άνοιξε και καθήσαµε µε την Εύη, µερικοί χαµογέλασαν καλωσορίζοντάς µας, άλλοι ξεκαρδίστηκαν απλώς. Όλα στο πρόγραµµα, no offence. Α, να κι ο Έρνεστ, γι’ αυτό κι είχε αλλάξει η µουσική απότοµα όταν ήµουνα στον κήπο µε τον Μάρτιν. Πού είναι η αφεντιά του; Η συζήτηση ήτανε φυσικά µαστουροκουβέντα, όλες οι φυλές της γης µε τεχνητά και εξαρθρωµένα αγγλικά µοιραζόντουσαν τις εµπειρίες τους από ταξίδια, αεροδρόµια, βαπόρια, ωτοστόπ και νερό δυσεντερίας στο Κάιρο. Η µουσική που έβγαινε από ένα µικρό στέρεο ήτανε το Abbey Road – µπήκαµε στο δωµάτιο µεταξύ Come Together και Something. Το παράθυρο ήταν ορθάνοιχτο και κάποια στιγµή σίγουρα θα έβγαινε κανένας γείτονας να µάς τραγουδήσει, αφού τα γέλια έδιναν κι έπαιρναν. Ο µπάφος έφτασε στην Εύη κι αυτή τράβηξε µια τζούρα µε µια έκφραση Σαρτρ µε το Γκωλουάζ στο χέρι, καθώς εµπνέεται την ιδέα για το Μηδέν και τη Φούντα. Τρεις ινδιάνους δεξιά της καθόταν ένας λιγδερός µούσιας µε πράσινα µάτια και ένακόκκινο φουλάρι Νίκος Παπάζογλου στο λαιµό. Η σκέψη πως θα έπρεπε να κάνω τζούρα από τσιγάρο που είχε περάσει απ’ αυτόνε µε αποκαρδίωσε – κι έτσι το πέρασα κατευθείαν στ’ αριστερά µου χωρίς να τραβήξω.
Τρεις γύρες µετά, άκαρπες κι οι τρεις για µένα, αφού ο µούσιας προθυµότατα ρούφαγε τζούρες, κι οι ιστορίες για κράχτες, τελωνειακούς κι αγρίους συνεχίζονταν. Ο Κόλιν µάς έλεγε τώρα γελώντας για όταν γύριζε από το Νεπάλ πέρσι µε µια εταιρία που δεν την ήξεραν ούτε οι αεροσυνοδοί της κι ότι ένιωσε πως το αεροπλάνο έκανε σαφέστατα περισσότερη ώρα να ξεκολλήσει από τον διάδροµο του Κατµαντού απ’ ό,τι θα ’πρεπε κι ότι ήταν ο µόνος που το κατάλαβε και πανικοβλήθηκε. Συµπαθέστατο, όλοι γέλασαν µε την παντοµίµα της παλάµης του µε τον αντίχειρά τεντωµένο που δεν έλεγε να σηκωθεί από το χαλί. Η θεά που είχα δει στην αρχή του πάρτι, η κατάλευκη µε τα στιλπνά µαλλιά, σηκώθηκε και βγήκε από το δωµάτιο, δυο τύποι που όταν µπήκα ήτανε ψαρωµένοι, τώρα ήταν κι αυτοί υπό την επήρεια και άρχισαν να χαχανίζουν µε µια καθυστέρηση µισής φάσης. Η θεά γύρισε µετά από λίγο µε έναν ναργιλέ. Ωχ. Η ώρα πέρναγε, το Abbey Road είχε προπολλού τελειώσει, είχε αλλαχτεί µετά από σιωπή δύο, πέντε, δεκατριών λεπτών και οι ιστορίες γινόντουσαν όλο και πιο µινιµαλιστικά αστείες. Τα γέλια γινόντουσαν πιο δυνατά και πιο συχνά, ο κύκλος των ινδιάνων είχε σπάσει και µερικοί ζητούσαν να τους φέρνουνε τον ναργιλέ στον τόπο της ύπτιας αναπαύσεώς τους, πράγµα καµµιά φορά δύσκολο – άντε να σηκώνεσαι τώρα, και ούτω καθεξής. Μέσα σ’ όλους αυτούς που την είχαν ακούσει στερεοφωνικώς ήµουν η µόνη ξενέρωτη και βαριόµουν, η νηφαλιότητα είναι κακός σύµβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποιοι κιόλας είχαν σταµατήσει να συµµετέχουνε στον διάλογο του ελαχίστου, ασυµπτωτικά µηδενικού, κι απλώς γλαρωµένοι και χαµογελαστοί κουτούλαγαν και πότε-πότε µούγκριζαν. Η Εύη είχε λαγοκοιµηθεί πάνω στην κοιλιά κάποιου άσχετου, κι ας λεν ότι η κάνναβις είναι αφροδισιακή. Σε τέτοιες φάσεις η συµµετοχή είναι το παν, κι εγώ δεν είχα την δυνατότητα. Ευτυχώς, είχα πάρει κανα-δυο ψυχαναγκαστικά δυνατές ρουφηξιές από τον ναργιλέ και αυτό δρούσε σαν αποτελεσµατικό παυσίπονο στο υπό κατάρρευση ενδοµήτριό µου – που λέει κι ο ∆ρακούλης ο γυναικολόγος. Βγήκα άπρακτη από το δωµάτιο µε την όραση οξυµένη, µπορούσα να διακρίνω τα µοτίβα πάνω στο ξεθωριασµένο κόκκινο χαλί της σκάλας µε θαυµαστή ακρίβεια και οξυδέρκεια. Στη βάση της σκάλας, αντίκρισα σχετική ερηµιά. Ένιωθα ελαφριά καθώς κατέβαινα την σκάλα, µάλλον µ’ έπιασε κάπως το πράµα το καλό, λοιπόν. Στον νου µου είχανε προσκολληθεί ασυνάρτητες λέξεις: Ποδοκάταρο, αΐδιος, κροκίδωση, Ιόλαος, βάρθακας, άνωση, perpendicolarmente, στροβιλορόδακας, κρηπίδωµα. Έφτασα µε ασφάλεια στο ισόγειο και αντίκρισα ερήµωση. Στάθηκα στην πόρτα του κήπου και στον κήπο ήτανε τρεις κι ο κούκος. Πρέπει να έµεινα εκεί περίπου κανα πεντάλεπτο, ίσως παραπάνω, ώσπου άκουσα την φωνή του Μάρτιν δυνατή σαν σάλπιγγα πίσω µου· και στράφηκα πίσω µου και τον είδα ωραίο κι ολόφωτο.
«Άργησες στην τουαλέτα, ε;»

[…]»

Β όπως ΒημαDonna

Αντιγράφω από τη σελίδα 296 του ΒημαDonna της 26ης Μαρτίου 2006, όπου σε ένα ταξιδιωτικό αφιέρωμα της Κατερίνας Κολιού για την Κοπεγχάγη διαβάζουμε

Επίσημη γλώσσα είναι η δανική, συνονθύλευμα σουηδικής και νορβηγικής.

Κι ύστερα ο Rakasha παραπονιέται για το ότι ο Δανίκας μπέρδεψε το σιδηρούν προσωπείο με τον Κόμη Μοντεχρίστο και τον Guy Fawkes· και γκρινιάζει πως καλό είναι να ρίχνει κανείς καμμιά ματιά στη Wikipedia. Κλείνοντας, μάλλον πέρασε από διορθωτή το συγκεκριμένο κείμενο, αφού το «συνονθύλευμα» είναι ορθογραφημένο, παρότι του ξέφυγε στην ίδια σελίδα η εξής διατύπωση:

Μην παραλείψετε:
Να απολαύσετε ένα ποτήρι μπίρα Carlsberg, που ζυμώνεται στα προάστεια της Κοπεγχάγης από το 1847.

… και ψήνεται σε παραδοσιακό φούρνο με ξύλα, κατά τα φαινόμενα.