[Προσφυγιές]

«[…]

«Τι σκέφτεσαι, Λίλχεν» (ή κάπως έτσι).
«Πώς με είπες;»
«Μικρή Λίλα. Diminutive.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή χαϊδευτικό, περίπου.»
«Α.»
«Λοιπόν;»
Πού να εξηγώ. «Αφαιρέθηκα… σκεφτόμουν τη θεία μου, αυτή με μεγάλωσε. Για μένα αυτή η γυναίκα είναι η Ελλάδα που ήξερα, ενσαρκώνει την Ελλάδα που ξέρω, της επαρχίας.»
«Ω.»
«Είχε μαγαζί στο κέντρο με εσώρουχα. Έκανε πολύ καλές δουλειές, κυρίως γιατί ένας άλλος που είχε παρόμοιο μαγαζί έπαιρνε μάτι τις πελάτισσές του, ή έτσι τουλάχιστον έλεγαν τα κομοτηναίικα όρνια. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όταν έπεσε η μεγάλη κρίση πριν κάτι αιώνες, ο πατέρας μου, που ως δικηγόρος δεν πεινάει ποτέ, τής ξεχρέωσε κάτι φέσια με φούντα… Η θεία μου δεν ήξερε να μαγειρεύει καλά, η γιαγιά μου είναι επί των γαστρονομικών. Ήταν όμως δεινή παίκτρια.»
«Σε τι άθλημα;»
«Κουμκάν.»
«Τι είναι αυτό πάλι;»
«Χαρτοπαίγνιο. Για κυρίες. Παίζεις λεφτά.»
«Μάλιστα.»
«Φοράει κάθε Τετάρτη και Παρασκευή κάτι λουλουδάτα φορέματα, φοράει τις πέρλες ή την χρυσή καρφίτσα, κάτσε όχι, αυτή τη φοράει με τα μονόχρωμα στην εκκλησία την Κυριακή, και παίρνει την τσάντα με τον προϋπολογισμό αφρικανικής χώρας (κρύο χιούμορ του αδερφού της). Παίζουνε γύρω από ένα τραπέζι με ένα πράσινο ύφασμα, don’t know the word in English, και καπνίζουν αμίλητοι, σαν βαλσαμωμένοι. Παίζουνε με τέμπο και νεύρο. Βασικά μια φορά τους έχω δει, δε γουστάρουνε περισπάσεις και ηλίθια σχόλια του τύπου ‘μα καλά, δεν βαριέστε;’ από τρίτους. Το άλλο πράγμα που κάνει η θεία μου είναι να τρέχει με τις κυρίες της Μητρόπολης σε διάφορες φιλανθρωπίες.»
«Όταν κερδίζει;»
«Όχι, πάντα. Τρέφουνε φτωχές οικογένειες – πριν κάτι χρόνια αποφάσισαν να συμπεριλάβουν και Τούρκους, Μουσουλμάνους εν πάση περιπτώσει, και την έβγαλαν όλα τα κανάλια, και στην Αθήνα.»
«Α, είναι επικεφαλής;»
«Όχι, έχει λέγειν σαν τον αδερφό της. Τέλος πάντων, ανοικοδομούν εκκλησίες, βρίσκουνε δουλειές σε μετανοούσες και κακοπληρωμένες βουλγάρες μπαρόβιες και στριπτιζούδες, μοιράζουνε γεύματα, ντύνουν παιδάκια, ανακαινίζουν μοναστήρια, κινούν αγωγές κατά των Γιεχωβάδων, ταχυδρομούνε βοήθεια σε πληγείσες χώρες, μοιράζουνε φυλλάδια κατά των εχθρών της Ελλάδας και της Εκκλησίας, φιλοξενούν άπορους Ουκρανούς και Σλοβάκους φοιτητές της Θεολογίας Θεσσαλονίκης που λένε να πάνε στα μέρη μας για προσκύνημα να ξεσκάσουν – αυτά. Από το δωμάτιο ξένων του πατέρα μου έχει περάσει όλο το Παραπέτασμα, που λέει κι εκείνος…»
«Γιατί σαρκάζεις; Όποια κι αν είναι τα κίνητρα αυτών των κυριών, ωφελούνε και βοηθάνε κόσμο.»
«Καλά ντε, εντάξει.»
Παύση.
«Λεφτά έχει ο πατέρας μου, όχι εγώ. Με υποτροφία ήρθα εδώ. Και δεν μού φτάνει κιόλας»
«Οκέι.»
Μετά τον πιάσανε κάτι τρανταχτά γέλια που αντιλάλησε το ντεσεβώ, λες και το δονούσε καρ στέρεο.
«Όταν μού είπες πως η θεία σου γυναίκα συμβολίζει την Ελλάδα, περίμενα άλλα. Περίμενα να μού πεις τίποτε για αρχαίες πέτρες και καμμιά μαυροφορεμένη χήρα, κυπαρίσσια κι ερείπια που χαϊδεύει το τραχύ ελληνικό φως. Ή κάτι τέτοιο.»
«Ωχ καημένε… Πάντως δεν μπορείς να χηρέψεις αν δεν παντρευτείς. Κι αυτή δεν ήθελε να πάρει κανέναν: όλοι οι γαμπροί της Κομοτηνής ήταν ή καπνοκαλλιεργητές ή εμπορίσκοι ή γύφτοι.»
«Από πού είναι η οικογένεια σου;»
«Πρόσφυγες από την Μικρά Ασία.»
«Πρόσφυγες; Πότε;»
«Το 1923.»
«Α, πριν από πολύ καιρό.»
«Ε, ναι… καλά, άσε, μεγάλη ιστορία, μην το ψάχνεις…»

[…]

Τέλος πάντων. Γιατί φλομώνω τον έρμο τον ξένο τον καλό με ιστορίες για πρόσφυγες με ανταλλαγές πληθυσμών και τους φίλους μας τους Τούρκους; Άνοιξε το ραδιόφωνο όπου μια κότα έσκουζε στα λατινικά, pax sincera, κι έτσι. Προσφυγιές και μιζέριες με τους Βούλγαρους και τον μουστάκια Πλαστήρα, κι ο Κεμάλ από της Ανατολής τα μέρη, τι δουλειά έχουν οι Βόρειοι, οι οικοδόμοι της ευρωπαϊκής ενότητας, με όλο αυτό το τσίρκο; Έρχονται στο Λονδίνο και κάνουν διδακτορικά και κλείνονται σε ποντικοδωμάτια ψάχνοντας από πού έρχεται η γνώση και για πλατωνικά αρχέτυπα, ενώ εμείς κουνιόμαστε για τοπική υπερδύναμη αλλά στο παραμικρό βγάζουμε παντιέρα την επαρχιώτικη μοναδικότητά μας και την καθ’ ημάς Αναντολού.
«Και οι παππούδες μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν πρόσφυγες. Κομμουνιστές βαμμένοι, έφυγαν ωστόσο πιτσιρικάδες από την Πολωνία μαζί με τους υπόλοιπους Γερμανούς το ’45, από την Πομερανία συγκεκριμένα, και βρέθηκαν στη Λειψία. Σε πέντε χρόνια αυτομόλησαν τρέχοντας στη Δύση και, παρότι ήτανε κοντοχωριανοί πίσω στην ‘πατρίδα’, μεταξύ τους γνωρίστηκαν στον σταθμό του Μονάχου.»
Μάλιστα. «Κατάλαβα. Κι από κει είναι η μάνα σου; Βαυαρέζα;»
«Ναι. Μισή άνθρωπος, μισή Αυστριακή.»

[…]»

Σραοσικό δράμα

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ (από τα παρασκήνια): Όταν ήμουν παιδί (είχα βρει ένα σκύλο).

[Exit.]

SRAOSHA: Πάμε πάλι.

[Exit. Re-enter]

Όταν ήμουν φέρελπις νέος βρέθηκα στο Έσσεξ. Το Έσσεξ είναι αυτό με το οποίο έπλεναν οι δύσκολες στον καιρό μου. Έκτοτε, είναι γραμμένο στα άστρα να με κυνηγάει.

Όταν πρωτοείδα το χλοερό κάμπους του Έσσεξ, εκ Λονδίνου ορμώμενος μετά δυνάμεως και δόξης πολλής (λέμε τώρα), αναγούλιασα. «Τι στο διάλα είναι δω;», είπα. Γκέτο ήταν. Όταν πολλά πολλά χρόνια αργότερα πρωτοπάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο της Λάρνακας έμπηξα τα κλάματα.

ΧΟΡΟΣ
(κορυφαία: Λαίδη Άντζυ)
Και στις δύο περιπτώσεις
(που δεν ήσαντε συμπτώσεις)
οι πρώτες σου οι εντυπώσεις
— όπως και να το διατυπώσεις —
ήντουσαν ορθές.

SRAOSHA: Πέρασα έξι χρόνια πίκρα(ς) στο Έσσεξ. Στο Έσσεξ είχε τότε επι συνόλου 5000 φοιτητών 1200 Έλληνες και Ελληνοκύπριους. Η πολυάριθμη αυτή ολοζώντανη μικρο-ομογένεια αναπαρήγε άψογα τις πολεμικές και άλλες αρετές των Ελλήνων, ήτοι:

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Ψωνάρα και καβάλημα (γίγνονται παίδες δύο).

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Πελώρια κουτοπονηριά — «μαλάκες που ‘ν’ οι Άγγλοι».

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Αναίτιες διχόνοιες, μικρόνοη φιλαρχία.

[Καπνοί. Ήχοι βόθρου. Φωτιές. Θειαφίλα.]
Αγένεια, σπουδαιοφάνεια — «εγώ τα ξέρω όλα»

Ατέλειωτη ακολουθία περιστατικών, η ζωοπανήγυρη της ταπιρίλας, με πρωτοπαλλήκαρα κάτι επονείδιστα βρωμόπαιδα που πούλαγαν μυαλό και αρχίδια. Είδα, λόγου χάρη, ευγενέστατο παλαιστίνιο σε στάση λεωφορείου να υφίσταται δύο μαλακομπουκώματα με μπουφανάκια Toggs Unlimited (ναι, για τέτοιες εποχές μιλάμε) επί τριανταπέντε λεπτά (καλύτερα να περιμένεις καύσωνα στην αγγλική επαρχία παρά λεωφορείο), να τον βάζουνε να επαναλαμβάνει στοιχειώδεις προστυχουλιές στα ελληνικά, π.χ. Είμαι μαλάκας, τον παίρνω, η μάνα μου… κτλ., νομίζοντας τα ζαγάρια πως ο άνθρωπος δεν καταλάβαινε τι γινόταν (αρκεί να τον κοιτούσανε στα μάτια, πλην όμως ήσαν Έλληνες). Και γελούσαν. Από πού βγήκαν; Σήμερα πρέπει να είναι στελεχάρες πια, με σπουδές στην Αγγλία.

Απέφευγα λοιπόν τους Έλληνες σαν το χτικιό αυτοπροσώπως. Έτσι πέρασα έξι χρόνια στο Έσσεξ. Και πέρασα καλά, σε σχέση με πώς θα τα πέρναγα αλλιώς (δηλαδή μαζί τους).

ΧΟΡΟΣ
(κορυφαία: Λαίδη Άντζυ)
Bleu, bleu
l’amour est bleu.
Τι θες να πεις τώρα κι εσύ
αυτιά μου καθοδηγητή,
Σραόσα, που όλα τα ακούς
φορώντας επαφής φακούς
μαύρους κι άραχλους;

SRAOSHA: Εννοώ τα εξής (ακολουθεί λίστα, κατά την προσφιλή μου μέθοδο):

  1. Στην μπλογκοκοινωνία έχουμε συμπύκνωση των εθνικών ελαττωμάτων μας (βλέπε άνωθι, βαριέμαι να επαναλαμβάνω τα ειδικά εφέ). Εννοώ πως υπάρχουν μασκοφόρα ζουλάπια που θεωρούνε σκόπιμο να μπινελικώνουνε την Ψιλικατζού. Γιατί; Γιατί είναι Έλληνες. Και, φυσικά, γιατί μπορούν. Επίσης, προς όσους θάβετε τον Νίκο Δήμου. Αγαπημένα μου παιδιά, όταν ο Δήμου έλεγε μερικά δυσάρεστα πλην, κανονικά, αυτονόητα πραγματάκια, οι περισσότεροι από εσάς στρογγυλοκαθόσασταν στις ωοθήκες της μάνας σας. Ο άνθρωπος έγινε διάσημος για τις απόψεις του, ούτε για τις γάτες του, ούτε για τις φωτογραφίες του, ούτε καν για τις διαφημίσεις του (τουλάχιστον ως «Νίκος Δήμου»). Έχει ένα μπλογκ. Δεν είναι φυσικό το κάθε Ελληνόπουλο, που διψάει για το παλκοσένικο, να θέλει να δει τις σκέψεις του σχολιασμένες από έναν τέτοιο άνθρωπο; Φταίει ο Δήμου που κάθεται και ασχολείται μαζί τους; Είναι θέμα γνώμης. Όμως, ακριβώς το πώς και πόσο (δηλ. λίγο μίζερα, λίγο ζηλόφθονα και πολύ άκομψα) ασχολείται ο μπλογκόκοσμος με το μπλογκ ενός ανθρώπου άνω των 65 με τα 526 σχόλια ανά ποστ δίνει το μέτρο της κοινωνικής ψυχοπαθολογίας μας. Σημαίνει αυτό πως συμφωνώ με αυτά που γράφει ο Δήμου (ο Τσαγκαρουσιάνος, ο Αντώναρος, ο Πρετεντέρης, η Τριανταφύλλου, ο Γεωργελές, ο Τάλως); Ε, όχι (πάντα). Που μας φέρνει στο βου.
  2. Δε μ’ αρέσει το μπλογκ του Χοιροβοσκού, συνήθως διαφωνώ μαζί του και δεν το πολυδιαβάζω. Γι’ αυτό δε θα το βρείτε εδώ αριστερά, επειδή ό,τι βλέπετε εδώ αριστερά συνήθως το συνιστούμε ολόψυχα — ό,τι δε βλέπετε είτε συνήθως το συνιστούμε απλώς, είτε δεν το συνιστουμε καθόλου. Ωστόσο, εκτιμιόμαστε τόσο πολύ με τον Χοιροβοσκό ώστε να ανταλλάσουμε 2-3 μηνύματα την ημέρα. Θα συμφωνήσω δηλαδή μαζί του πως πάνω από τις απόψεις είναι οι άνθρωποι. Επίσης θα συμφωνήσω πως πρέπει να αφήσουμε τον καθένα να κάνει το κομμάτι του. Αν δε μας αρέσει, ας μην το διαβάζουμε. Ασιχτίρι πια, αρκετό odium theologicum έχει αυτός ο κόσμος.
  3. Ωραίο ποστάκι του Τάλω το πρόσφατο.
  4. Θα ακολουθήσω καθυστερημένα τη συμβουλή του Γ. Στρατή (βλέπε αριστερά), μεταφρασμένη στην τοπική μου διάλεκτο: Άμα μου έρχεται όρεξη να το ρίξω στο μεταμπλόγκινγκ, κλείνω τον υπολογιστή.

Η ωλένη, οστούν του κρανίου

Η λεγόμενη ‘ζούγκλα’ των μπλογκ, μάλλον φέρνει περισότερο προς τη λεγόμενη ‘ζούγκλα των πόλεων’ παρά προς κάποια άναρχη κατάφυτη λόχμη όπου σε κεντούν αράχνες στο μέγεθος πιατέλας και μετά σε τρώνε οι λεοπαρδάλεις. Δηλαδή, στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δε συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του. Γι’ αυτό στις μεγάλες πόλεις, άμα διαλέξεις τις παρέες σου, περνάς καλά. Φυσικά, ο καθένας έχει τις ασχολίες του, καμμιά φορά χάνονται λίγο οι φίλοι και οι γνωστοί μεταξύ τους, αλλά έτσι δεν είναι οι άνθρωποι; Φυσικά, όλο και κάποιος διαταραγμένος μπορεί να σου χτυπήσει το κουδούνι, όλο και κάποιος θα σε βρίσει τζάμπα, όλο και κάποιος άσχετος θα σου γδάρει το αμάξι. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μη ζεις στην πόλη.

Παρομοιάζω λοιπόν την μπλογκοκοινωνία με μια πόλη, όπου ο καθένας φτιάχνει τις παρέες του. Δίνω έμφαση στο ότι άμα διαλέξεις σωστά τις παρέες σου, γενικά περνάς καλά. Γιατί τα λέω αυτά.

Όταν πρωτοξεκίνησα εδώ είχα μια φοβία ότι θα μου την πέσουν από παντού ψυχασθενείς και φασίστες. Ότι, λόγου χάρη, θα γεμίσει το ιμέιλ μου βρισίδια κι απειλές σαν κι αυτές που λάβαινα κάπου 8-9 χρόνια πριν, επειδή είχα ισχυριστεί δημοσία πως υπάρχουν παλιά αλβανικά και μακεδονικά τοπωνύμια στην Ελλάδα. Ο Τάλως με είχε καθησυχάσει. Δεν είναι έτσι στα μπλογκ, μου είχε πει. Είχε δίκιο.

Πρόσφατα έγραψα ένα ποστάκι εν είδει συγκρίσεως. Για τα ελληνικά δεδομένα, ήταν ελαφρώς εμπρηστικό (αν και σε μια κοινωνία όπου η κριτική σκέψη έχει εμπεδωθεί θα ήτανε μόνο στοιχειωδώς ενδιαφέρον και, τελικά, μάλλον μπανάλ). Η συζήτηση που επακολούθησε ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, έντονη αλλά κόσμια — στο τέλος εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι πως έμαθα και πέντε πράματα παραπάνω. Επιστρέφοντας στη μεταφορά της πόλης, ούτε μου άνοιξαν το διαμέρισμα, ούτε το αυτοκίνητο μου έκαψαν, ούτε μου σέρβιραν κηροζίνη για τζιν.

Για μένα η διαφορά διαφάνηκε πολύ έντονα λόγω συγκυριών: στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας έκανα το λάθος να γράψω ένα γράμμα σε (κανονική, έντυπη δηλαδή) εφημερίδα επισημαίνοντας κάποια σφάλματα σε ένα άρθρο της. Θα σας το πω πάλι με παραβολή:

Ας πούμε πως είμαι ορθοπαιδικός / ορθοπεδικός (πώς σιχτίρι πρέπει να γράφεται) και διαβάζω ένα άρθρο σε εφημερίδα για την ωλένη που μαζί με άλλα οστά απαρτίζει το κρανίο, για τους τέσσερις ιπποκρατικούς χυμούς και πώς ρυθμίζουνε τη συμπεριφορά και για το ότι το έλκος οφείλεται αποκλειστικά στο άγχος κι όχι σε παθογόνους μικροργανισμούς. Γράφω λοιπόν στην εφημερίδα αναιρώντας τα παραπάνω. Ο αρχισυντάκτης, ευγενέστατος, προωθεί το γράμμα μου στον υπαίτιο, αν και με ενημερώνει ότι δεν μπορεί να δημοσιεύσει την επιστολή αφού δε δημοσιεύουν επιστολές αναγνωστών.

Ο υπαίτιος στην απάντησή του με ειρωνεύεται, προβάλλει τις σπουδές του στη ΣΒΙΕ, αρνείται να αποδεχτεί τα χονδροειδή σφάλματά του και εν γένει με μπινελικώνει, κατακεραυνώνοντας την επιστημοσύνη μου και το αυστηρό ύφος μου. Ολοκληρώνει διαμηνύοντάς μου πως γιατρούς σαν κι εμένα, που δεν μπορούν να καταλάβουν το συναίσθημα και τον υποκειμενισμό (γιατί φυσικά υπάρχει υποκειμενισμός στην Ιατρική, όλα είναι ρευστά και ανατρέψιμα, πολτός, καπνός, Θρασύβουλας — που λέει κι ο Ρακάσας), δεν τους αναγνωρίζει και δεν τους παραδέχεται. Και τα λοιπά.

Οπότε, μπλογκ και πάλι μπλογκ. Καλύτερα η ψευδώνυμη λογοδιάρροια και περιστασιακή θρασυδειλία παρά η επώνυμη αγυρτεία.

Δύο μέτρα δυο σταθμά

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουνα πάλι το Κοσσυφοπέδιο.

Αναρωτιόμουν τι να απέγινε η Florina Krasniqi, που γνώρισα το ’95: ήταν αρκετά μορφωμένη και μετριοπαθής για να αποτελέσει στόχο οποιασδήποτε πλευράς.

Αναρωτιόμουν πού να το πήγαινε το ντοκυμαντέρ που είδα στην ΕΡΤ για την εισαγωγή κυνηγετικών όπλων στο Κοσσυφοπέδιο μέσω Αλβανίας για να πουληθούν στον UCK. Μήπως στο ότι οι έμποροι όπλων που συνεργάζονται με το UCK είναι άτιμοι; Υπάρχουν τίμιοι έμποροι όπλων;

Τελικά απλώς κατάφερα να ξαναθυμηθώ την ξεκάθαρη και μνημειώδη υποκρισία της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και της ελληνικής κοινής γνώμης όσον αφορά την εν λόγω σερβική επαρχία.

Η υποκρισία της πολιτικής ηγεσίας δεν είναι τελικά αξιοσημείωτη. Όπως μου είχε πει και ο μέγας Διδάσκαλος (όχι ρε σεις, δεν είμαι μασώνος) στο υπόγειό του με τους δράκους (ούτε σατανιστής) στο Λονδίνο (ούτε μέλος των Μπητλς): Governments are not moral agents. Οπότε…

Όσον αφορά την ελληνική κοινή γνώμη όμως; Με τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της; Που πονάει τον πονεμένο και μισεί τον πονηρό; Που αγαπάει τους Παλαιστίνιους χωρίς ίχνος αντισημιτισμού;

Ήδη εδώ και καιρό ανησυχούσα για την πόλωση του κόσμου και την περιχαράκωσή του σε άσπρα και μαύρα στρατόπεδα. Όμως γράφει πολύ ωραιότερα για το θέμα ο Γεωργελές στην τελευταία AV (ούτε ο Γεωργελές είμαι). Οπότε εδώ απλώς να δώσω ένα δείγμα του μέτρου της υποκρισίας (μεγάλου μέρους) της ελληνικής κοινής γνώμης:

Κόσοβο, Κύπρος και ο τίμιος ελληνικός λαός.

Οι Ελληνοκύπριοι αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες και μιλάν ελληνικά. Άρα είναι Έλληνες.
Οι Κοσοβάροι, αν και αυτοπροσδιορίζονται ως Αλβανοί και μιλάν αλβανικά, είναι αλβανόφωνοι.

Το 80% του πληθυσμού της Κύπρου είναι Ελληνοκύπριοι. Άρα δεν μπορούν να τους λένε το 20% τι να κάνουν.
Το 95% του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου είναι Αλβαν(όφων)οί. Αλλά μπορεί το 5% να τους λέει τι να κάνουν.

Οι Ελληνοκύπριοι είχαν ασυζητητί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ένωσης με την Ελλάδα). Η αυτοδιάθεση ακόμα αποτελεί το παραπονάκι των ελληνοκυπριακών εθνικοφρόνων σωματείων και των περί αυτά πνευματικών ανθρώπων της Μεγαλονήσου (συνήθως ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων).
Οι Κοσοβάροι επ’ ουδενί δεν έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ενδεχόμενης ένωσης με την Αλβανία).

Ο ένοπλος αγώνας των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών αποικιοκρατών (και κατά των άμαχων κομμουνιστών και — μετά το ’57 — κατά των Τουρκοκυπρίων) ήταν τίμιος, ιερός, δικαιολογημένος, επιβεβλημένος και άντε τολμήστε μέχρι και σήμερα να τον επικρίνετε (βλέπε υπόθεση Π. Ηφαίστου).
Ο ένοπλος αγώνας των Κοσοβάρων κατά των Σέρβων εθνικιστών (και των άμαχων Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου) ήταν βρώμικος, ξενοκίνητος, δόλιος — καθαρή τρομοκρατία και ούτε καν αντάρτικο.

Η βούληση των Ελληνοκυπρίων είναι ιερή και απαράβατη, όπως εκφράστηκε με το δημοψήφισμα του 2004 (και με τα δάκρυα της Κονσουέλας).
Η βούληση των Κοσοβάρων είναι αδιάφορη και μάλλον δεν θα δούνε δημοψήφισμα όσο και αν δακρύσει η Κονσουέλα τους.

Δεν υπήρξε τζαμί στην Πάφο ούτε ανατινάχτηκε ποτέ. Το περίπου 33% των Τουρκοκυπρίων της περιοχής απλώς έβοσκαν πρόβατα.
Τα μνημεία της Ορθοδοξίας μας στο Κοσσυφοπέδιο φρουρούνται. Το ότι αποτελούν στόχους επιθέσεων οφείλεται σε παγκόσμια συνωμοσία, μάλλον αμερικανοκαθολικοσιωνιστική.

Un año de blog

Ζμπουφρρρρ! Μέσα σε καπνούς και θειάφια είδα μπροστά μου να εμφανίζεται ο Ρακάσα με υπόκρουση μουσική του οξαποδώ. Ολοζώντανος. «Τι θες ρε;» του είπα. Μου υπενθύμισε πως εορτάζουμε ένα χρόνο (σχεδόν) χωρίς μαλάκες (σχεδόν) κι εξαφανίστηκε.

Τι έμαθα αυτόν τον χρόνο;

Πρώτον, δεν κυκλοφορούνε τόσοι ανώμαλοι στον Ιστό όσοι νόμιζα στην αρχή. Ιδίως μέσα στην ελληνική μπλογκοκοινότητα κυκλοφορούν πολύ λίγοι (πλην όμως εκλεκτοί, ακούραστοι εργάτες της οιονεί κακοποίησης).

Δεύτερον, λίγοι θέλουνε και να ακούν, οι πιο πολλοί θέλουνε μόνο να μιλάνε.

Τρίτον, πολλές φορές μιλάνε και λένε ό,τι λένε για να γίνεται ψιλό λακριντί. Που καταντά λιγουλάκι αηδία, ενίοτε. Ιδίως όταν γίνεται νταβραντισμένα κι επιθετικά.

Τέταρτον, δυστυχώς το μπλογκάρισμα δεν υποκαθιστά την ψυχοθεραπεία, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς.

Πέμπτον, η γενικότερη έλλειψη πνευματώδους πλάκας και χιούμορ από την οποία χειμάζεται η ελληνική κοινωνία δεν έχει (ακόμα) μολύνει τα μπλογκ με τη θανατερή μπόχα της σοβαροφάνειάς της.

Έκτον, μερικοί γράφουνε πάρα πολύ ωραία και το μπλογκ ως μέσο τους πάει γάντι. Αισθάνομαι τρελή ευφροσύνη να τους διαβάζω, κάθε νέο τους ποστ μ’ ενθουσιάζει. Είναι οι μικρούληδες Σαικσπηρέτοι του μπλογκαρίσματος: η γραφή τους και ορίζεται από το μέσο και το ορίζει. Αν δεν έχετε ήδη καταλάβει ποιους εννοώ, και θέλετε να μάθετε ντε και καλά, ε, ρωτήστε.

Έβδομον, ακόμα κι αυτοί που δε γράφουν πια και τόσο ωραία, μπορούν ωστόσο να σε φέρουν σε επαφή με θαυμαστά και θαυμάσια πράματα και να σε προβληματίσουν. Μπορείς να μάθεις από αυτούς. Λίγο είναι;

Ευχαριστώ που διαβάζετε και σχολιάζετε.

Πλούσιοι για πάντα;

Για εμάς τους πλούσιους, δηλαδή για όσους έχουνε φαΐ στο πιάτο τους, νερό στη βρύση τους, ξέρουνε γράμματα, έχουνε στέγη πάνω από το κεφάλι τους και ρούχα κατά του χιονιά, η φτώχεια είναι είτε αποκρουστική είτε γραφική (αυτό το δεύτερο το είπε κι η Μαφάλντα).

Η φτώχεια είναι αποκρουστική, επειδή η φτώχεια συνεπάγεται βρωμιά (Τσιγγάνοι) ή, σε ελαφρύτερες μορφές, ακαταστασία (διαμερίσματα Ποντίων), μικροαπατεωνιά (οι μαύροι με τα CD) και ακαλαισθησία (Αλβανοί, κυρίως προ πράσινης κάρτας, όθεν εκφράσεις όπως ‘αλβανικό κοτλέ’, ‘αλβανικό μπουφάν’ κ.ο.κ. — για να μαθαίνουν κι οι νεώτεροι). Ας ονομάσω αυτή την κατάσταση βρωμιάς, ακαταστασίας και ακαλαισθησίας, ξέρω γω, «εξαθλίωση«. Εκεί σταματούν οι πλούσιοι άνθρωποι, παραπονιούνται για την εξαθλίωση των τάδε, π.χ. «μα πώς μυρίζει έτσι;», «καλέ, ζούνε στον δρόμο…», «πώπω, πετάνε τα χαρτιά (άρα Αθηναίοι;) / τα άδεια μπουκάλια (άρα Λονδρέζοι;) στον δρόμο!», «είναι φοβερό που μπορεί να πάει ο νους του [Χ] για να πεί ψέμματα και να καταφέρει αυτό που θέλει.» (αυτό το τελευταίο από λεβεντομπλόγκ που δε συνιστώ.)

Όσοι είναι τάπιροι (να μη βρίσω τα προσφιλή γουρούνια που μας χαρίζουν ακουσίως μπέικον, γύρο, μπριζολάκια) τσακώνουν κάτι θεωρίες πως η εξαθλίωση είναι στο ‘ντιενέι τους’, ‘στην κουλτούρα τους’, ‘στο αίμα τους’ — ανάλογα με τη θεωρητική αποσκευή και το επιστημονικό τους υπόβαθρο.

Απλώς να υπενθυμίσω και στους πλούσιους ανθρώπους και στους πλούσιους ταπίρους πως η φτώχεια είναι εύκολη, πολύ εύκολη. Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.

Η φτώχεια είναι εύκολη, η εξαθλίωση εκπορεύεται απευθείας από αυτήν. Δείτε και το Lamerica.

της (Λαϊκής Δημοκρατίας της) Κορέας

Μιλώντας για εθνόσημα, κι άλλα τέτοια βαρετά, σας προτείνω να γουρλώσετε τα μάτια σας και να κοιτάξτε αυτό:


Πωπώ πρωί-πρωί, δηλαδή.

Μια και φάγατε που φάγατε την πίκρα, κοιτάξτε και την επίσημη σελίδα του κράτους, η οποία είναι έτσι λιγάκι πονηρούλα. Λόγου χάρη, μόλις περάσετε τον κέρσορα πάνω από το Enter, να σου η σημαία του κράτους, ενώ κλικάροντάς το μεταφέρεστε (όπως σαν να τρυπώσατε μέσα από τον μαγικό καθρέφτη της Αλίκης) σε έναν θαυμαστό και μαγεμένο κόσμο (τύφλα να έχει ο Νικήτας), αλλά πολύ πιο ‘dark’ (όπως αρέσκονται οι αμερικανοί κριτικοί να προσδιορίζουν οποιαδήποτε ταινία δεν έχει γεύση μίλκσεϊκ και αφή μοχαίρ, λ.χ. το δεύτερο Μπάτμαν με τα παπάκια και τους ασπρόμαυρους πιγκουίνους).

Απολαύστε.

Καλαί συστάσεις

Πνιγόμαστε: εγώ ανέλαβα και εξωτερική εργασία, παράλληλα με το κονσομασιόν, αλλά μόνο για τα λεφτά, ενώ ο Rakasha ασχολείται με γκόμενες, αλλά όχι (μόνο) με τον τρόπο που νομίζετε.

Στεγνώσαμε: μέχρι και στο ίνμποξ μου ησυχία, γενικά δε γράφουνε πολύ οι μπλογκάδες τώρα τελευταία. Είναι κι αυτό το μεθεόρτιο στίψιμο, περάσαμε δεν περάσαμε καλά, έχει και δουλειές ο κόσμος, δε βγαίνει κιόλας.

Όθεν, συνιστώ να διαβάσετε τη συναρπαστική σειρά του Κουκουζέλη (ναι, πάλι αυτός, αφού γουστάρω, τι θέλετε τώρα;) περί αυτογνωσίας, λεπτοφυών διαφορών και (όχι πάντα φαιδρών) παρεξηγήσεων. Μια και είστε εκεί, κοιτάξτε και μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνοψη, που δυστυχώς έμεινε ασχολίαστη, όπως συμβαίνει πολλές φορές με σημαντικές κουβέντες. Ενώ άμα ήταν καμμιά Ιερά Σύνοψη του Χοιροβοσκού (γεια σου μπατζανάκη!), θα σας έλεγα εγώ: 144 comments, και βάλε… ;-Ρ

Οι αϋπνίες του ποδηλάτη

Χτες το βράδυ είχα αϋπνίες. Σπάνια μου συμβαίνει κάτι τέτοιο πια, πού καιρός για αϋπνίες τη σήμερον ημέρα. Για μία περίπου ώρα, εκεί που πήγαινα να βουλιάξω στον ύπνο, τσουπ, αναδυόμουν ξανά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σ’ άλλες — μακριά από πάνω μας — η ζωή περνάει μπροστά από τα μάτια σου, «σαν κινηματογραφική ταινία», που λένε. Στη δική μου κατάσταση (και λόγω και του σεναριακού υλικού που η ζωή μου προσφέρει στον ασυνείδητο σκηνοθέτη), ήτανε λίγο ασυνάρτητη και σύντομη η ταινία. Μία σκηνή μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Θυμήθηκα που μάθαινα αγγλικά και διαβάζαμε ένα κειμενάκι που έλεγε πως κάποιοι ερευνητές ισχυρίστηκαν πως το να κάνεις ποδήλατο μέσα στην πόλη δεν είναι απαραίτητα υγιεινή συνήθεια, αφού μπουκώνεις με το περιρρέον μονοξείδιο του άνθρακα. Η τελευταία παράγραφος επισήμαινε πως αυτά τα συμπεράσματα αμφισβητήθηκαν από κάτι άλλους ερευνητές που βρήκαν πως και στις Ορκάδες (στο τρέχα-γύρευε πέρα προβατόνησο, δηλαδή) οι ποδηλάτες είχαν παρόμοια ποσοστά απορρόφησης μονοξειδίου του άνθρακα — ή κάτι τέτοιο.

Από την αϋπνία πέρασα στην απογοήτευση. Συνειδητοποίησα πως σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική μου ηλικία, σοβαρή και μη-εκθεσάδικη αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, επιχειρήματος και αντεπιχειρήματος δε βρήκα ούτε στο σχολείο, ούτε στα βιβλία του, ούτε στους δασκάλους του. Μάλιστα, ακόμα και οι πιο φωτισμένοι δάσκαλοί μου δογμάτιζαν, απλώς δογμάτιζαν συναρπαστικά, κάπως σαν τον παπαρίσκο στο Dead Poets Society που παίζει ο πώς-τον-λένε — αλλά καλύτερα, χωρίς να είναι παπαρίσκοι, αφού μας εξέθεταν τουλάχιστον σε πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις. Τίποτε από αυτά δε μου έδωσε ούτε το Πανεπιστήμιο (που με έκανε ένα επηρμένο ζονκ που έπαιρνε δεκάρια γράφοντας πονηρές εκθέσεις ιδεών), ούτε η πολυσχιδής εκκλησιοκεντρική εμπειρία μου, ούτε η ΕΤ 2, ούτε ο Τύπος, ούτε οι αναρχικές ημιγκόμενες και γκόμενές μου (αυτές κι αν δογμάτιζαν).

Σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική ηλικία μου, αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, τεκμηριωμένου επιχειρήματος και σοβαρού αντεπιχειρήματος βρήκα μόνο σε ένα κωλοβιβλίο για το Προφίσενσυ που μίλαγε για ποδήλατα και μονοξείδια, από αυτά τα βιβλία που γράφουν με το κιλό κάτι τύποι που ξέρω και προσωπικά, δηλαδή οι «πληβείοι του πνεύματος», να ‘ουμ’, για να τα πουσάρει το Βρετανικό Συμβούλιο. Αυτή η ελληνική έλλειψη εν μέρει εξηγεί γιατί «έχουμε ανάγκη από πιο πολλή πρόοδο», όπως το έθεσε πολύ όμορφα ένας θυρωρός πρόσφατα. Όσο για πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις, στα ελληνικά και στην Ελλάδα, ξαναβρήκα πρόσφατα σε κάτι μπλογκ και σε κάποια edito του Γεωργελέ. (Προσθήκη 17.Ι.2006: εννοώ αυτό της 15ης Δεκεμβρίου 2005.)

Συγγνώμη αν πλατείασα: ο σκηνοθέτης-ασυνείδητο(ς) είναι ερασιτέχνης. Δεν είχε και σενάριο να πατήσει. Οπότες…

Υ.Γ. Μην τολμήσετε (ναι, ‘τολμήσετε’) να μου μεταφέρετε εδώ φαγωμάρες και σαχλαμπούχλες περί AV και ούτω καθεξής. Την AV την έχω γενικά γραμμένη, όπως και όλον τον ελληνικό Τύπο, διαβάζω ανθρώπους που γράφουν και λένε κάτι, όχι έντυπα ή μέσα εν είδει κομμάτων, ποδοσφαιρικών ομάδων ή φραξιών. Δε γνωρίζω προσωπικά κανένα δημοσιογράφο, τουλάχιστον από αυτούς τους δεύτερους και τρίτους που απασχολούν τον κόσμο: είχα γνωρίσει την κυρία Ελένη Βλάχου όταν ήμουνα στο δημοτικό και τον κύριο Αντώνη Καρκαγιάννη στο γυμνάσιο — ο πατέρας μου ήξερε εξ όψεως «τον Πάνο», αλλά τώρα έγινε κι αυτός υπουργός. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Δε με κάλεσαν να γράψω σε ελληνικό έντυπο και ούτε πρόκειται, απ’ ό,τι φαίνεται. Δεν είμαι γκέι. Δεν είμαι στρέιτ. Δεν είμαι Έλληνας. Άρα δεν είμαι άνθρωπος.

Η ποίηση ως υπερβατική συνάρτηση

Έχω γράψει και παλιότερα για το πώς η ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) καταφέρνει να υπερβαίνει τις ιδεολογικές καταβολές και αφορμές της, μεταμορφώνοντάς τες. Κάπως έτσι είναι και ο έρωτας, αφού υπερβαίνει τις προϋποθέσεις και καταβολές του, δηλαδή τον πόθο και το φιστίκωμα, μεταμορφώνοντάς τα.

Έτσι είναι και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, «ένα ελληνικό ποίημα». Ξεκινάει με τον ελληνοκεντρισμό και το αντικατοχικό παράπονό του και μας πάει, νομίζω, πολύ μακριά. Είμαι πολύ χαρούμενος που το λινκ που σας δίνω βγάζει σε ολόκληρο το ποίημα, μήνες τώρα το ψάχνω ονλάιν για να σας το προσφέρω.

Το παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι το εξής.

Πρώτον, πάρτε το κάτωθι εθνόσημο (της Λιβερίας):

Δεύτερον, δώστε το στον Εγγονόπουλο.

Τρίτον, παρατηρήστε τι προκύπτει: από τους πιο δυνατούς στίχους που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά:

αντιστροφή
(the love of liberty brought us here)

τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες κι’ ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι :

L i b e r t a d