Ερωτικές ταυτότητες

Διαβάζω τη βασανιστικά κακογραμμένη Νέα ερωτική αναρχία (1977): πρέπει κάποτε οι Γάλλοι να καταλάβουν ότι η μεταφορά δεν είναι επιχείρημα και να συνειδητοποιήσουν ότι οι ξεκάρφωτοι παραλληλισμοί, ο εκλεκτικισμός της ορολογίας και τα αχαλίνωτα ρητορικά γυρίσματα δε συνιστούν πραγμάτευση ενός θέματος. Τέλος πάντων, μια χαρά πορεύτηκαν κι οι Γάλλοι μέχρι εδώ, δε βαριέσαι.

Η Νέα ερωτική αναρχία (των Μπρυκνέρ και Φινκελκρώ) επιδιώκει να περάσει ένα βασικό μήνυμα: μην κολλάτε στα μηχανικά του σεξ. Το μήνυμα ήταν πράγματι ανατρεπτικό την εποχή της «σεξουαλικής απελευθέρωσης» που γράφτηκε το βιβλίο: εποχή της θριαμβεύουσας τσόντας, των κατηγοριοποιήσεων (κολπικές εκ δεξιών, κλειτοριδικές εξ ευωνύμων), των χρονομέτρων κι οργασμομέτρων, της ορθόδοξης (αλλά καθόλου ιεραποστολικής) ερμηνείας του Βίλχελμ Ράιχ, των εικονογραφημένων λεξικών με στάσεις, της κομματικά συντεταγμένης παρτούζας. Ήταν τελικά, κατά τους Μπρυκνέρ και Φινκελκρώ, εποχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης των αντρών, που φόρτωνε τις γυναίκες ακόμη μια ντουζίνα άγχη και προσταγές. Το μήνυμα του βιβλίου «μην κολλάτε στα μηχανικά, μην αγχώνεστε με τον οργασμό, ζήτω οι ηδονές!» είναι ωστόσο πιο διαχρονικό από όσο φαίνεται.

Νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες.

Η εποχή μας όμως είναι η εποχή του θριάμβου της διαμερισματοποίησης. Η συζήτηση για τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα ξεκινάει με βάση ένα σύστημα θυρίδων: οι γυναίκες (πάντα ριγμένες) είναι τουλάχιστον στρέιτ, αμφισεξουαλικές και λεσβίες, λεσβίες δε τουλάχιστον τεσσάρων κατηγοριών: λεσβίες ενεργητικές, λεσβίες παθητικές, λεσβίες μπουτς, λεσβίες φαμ. Και τι να πει κανείς για τις αποχρώσεις της δεδηλωμένης αμφιφυλοφιλίας, για τις τρανς γυναίκες, για τους τρανς άντρες, για τη Σαχάρα της αντρικής ετεροφυλοφιλίας (φαινομενικά ενιαίας αλλά όλο εκπλήξεις στο ανάγλυφο), για την λινναιική ταξινομία που έχουν επιβάλει στον εαυτό τους (;;) οι γκέι άντρες κτλ. με τη θεολογική λεπτότητα των διακρίσεών της.

Μία από τις αντιρρήσεις στην ένστασή μου για την πολυδιαμερισματοποίηση της ερωτικής συμπεριφοράς μας (γιατί πάει πια πολύ πέρα από το σεξ, τα μενού και την επιλογή μεζέδων) είναι και η εξής: ναι, αν ο άλλος / άλλη ξέρει ακριβώς τι θέλει; Αν λ.χ. στο 90% των περιπτώσεων θέλει π.χ. να τον έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνει αυτός τον ρυθμό ενώ εκείνη του ρίχνει σκαμπιλάκια κι εκείνος της δαγκώνει τα δαχτυλάκια, ενώ παίζει τσόντες με γιαπωνέζες; Και αν, επιπλέον, θέλει να το επικοινωνήσει αυτό; Ποιος είμαι εγώ που θα μεμφθώ για επιλεκτικότητα γούστων τούς ανθρώπους που την έχουνε ψάξει τόσο τη σεξουαλικότητά τους; Κι ακόμα και αν προσάψω τρομερή έλλειψη φαντασίας και ανιαρή εμμονή σε κάποιον που — για να μείνουμε στο παράδειγμα — θέλει να τον έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνει αυτός τον ρυθμό κτλ. κτλ., ε, και τι έγινε; Για το σεξ μιλάμε: το αρεσούμενο του ανθρώπου το καλύτερο του κόσμου.

Σύμφωνοι. Η πρόσκληση να τα κάνουμε όλοι όλα με όλους, η προσταγή να είμαστε όλοι πολυσυλλεκτικοί και υπερανοιχτοί και να τα δοκιμάζουμε όλα και η ιαχή «ζήτω οι ηδονές!» είναι εξίσου κανονιστικές και ρυθμιστικές όσο λ.χ. και ο αυτοπεριορισμός στο κουτάκι «I like to dominate big women» του Robert Crumb. Με τη διαφορά ότι ο αυτοπεριορισμός του κάθε Crumb είναι αποτέλεσμα αναζήτησης, όπως και το να είσαι πολυσυλλεκτικός, και συνήθως πρόκεται για επιλογή στην οποία καταλήγεις μόνος σου και καθόλου μα καθόλου ανώδυνα σε πολλές περιπτώσεις.

Άρα, για ακόμα μια φορά, το πρόβλημα είναι κατά πόσον ετεροκαθορίζεσαι ή όχι. Είμαστε λοιπόν εντάξει με τα κουτάκια; Ενδεχομένως τα κουτάκια είναι μια χαρά, εάν θέλουμε να περιγράψουμε στα γρήγορα τι θέλουμε: κάτι αναγκαίο στα συμφραζόμενα των αγγελιών, του αγοραίου έρωτα ή του ψωνιστηριού. Από την άλλη, τα κουτάκια γίνονται ένας καινούργιος ετεροκαθορισμός, μια νέα ερωτική καταπίεση, όταν ο άλλος περιορίζεται από τα τοιχώματα του κουτιού στο οποίο πήγε κι εγκαταστάθηκε μόνος του.

Βεβαίως υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο: αυτό του γιατί επιλέγουμε ό,τι επιλέγουμε. Εδώ υπεισέρχεται η ταλαιπωρία των απαξιωτικών ερμηνειών που προσφέρει ο ψυχολογισμός του ποδαριού. Παραθέτω παραδείγματα που έχω ακούσει: «α, δεν σου αρέσουν πράγματι οι άντρες που είναι έτσι κι έτσι, απλώς είχες πολυ ισχυρό / αδύναμο πατρικό πρότυπο», «α, δεν είσαι μπάι, κορίτσι μου, απλώς φοβάσαι τους άντρες», «α, παριστάνεις τον μπάι επειδή είσαι κρυφή αδερφή», «α, είσαι μάτσο και tough με τις γυναίκες γιατί υπεραναπληρώνεις που σε γαμάνε πατόκορφα στη δουλειά» — και σταματάω εδώ. Αφήνω κατά μέρος τις αξιολογικές και απαξιωτικές κρίσεις που περιέχουνε οι «ερμηνείες» αυτές, το πόσο χονδροειδείς είναι. Άλλωστε και η «σοβαρή» επιστήμη της ψυχικής υγείας ιστορικά βαρύνεται με την απαξίωση ερωτικών συμπεριφορών, προσανατολισμών, πρακτικών και επιλογών: «θέλεις το Α γιατί κατά βάθος σου λείπει το Β». Ποτέ δεν κατάλαβα αυτό το «κατά βάθος»: είτε πειραματίζεται, είτε ψάχνεται, είτε γουστάρει κάποια / κάποιος, ούτε αγγαρείες κάνει ούτε θα συνεχίσει να ασχολείται εάν δεν του δίνει χαρά αυτό που κάνει. Η νόσος βρίσκεται στη στέρηση, στην άρνηση και στην απέχθεια — κι ακόμα κι εκεί, όχι πάντα. Η νόσος δε βρίσκεται στο δόσιμο συνήθως. Ίσως στο τι επενδύουμε στο δόσιμο, όχι όμως στο ίδιο το δόσιμο και τους τρόπους του. Έτσι νομίζω, δεν ξέρω.

Επιστρέφοντας στα κουτάκια, ας πούμε ότι καταλήγω στο εξής: ας υποθέσουμε ότι η ερωτική μας ταυτότητα είναι πολύ προσεκτικά διαμορφωμένη, ότι διατυπώνουμε τον αυτοπροσδιορισμό μας μετά από βιωματική επεξεργασία, αναστοχασμό, ηδονομετρική βαθμονόμηση, δοκιμή και πλάνη (πείτε στους άρρενες εφήβους ότι στη δοκιμή και πλάνη δεν πιάνεται το να επιλέγουν τα επιμέρους στοιχεία από τον οιονεί άπειρο τσελεμεντέ της τσόντας: άλλο κάνω, άλλο μπανίζω). Όπως και κάθε ταυτότητα, η ερωτική ταυτότητα είναι ωστόσο μια αφαίρεση που μετά τείνει να αυτονομείται και να καθοδηγεί τις επιλογές μας. Κάνοντας έναν παραλληλισμό: άλλο να λες «είμαι και Έλληνας και γαύρος», άλλο να λες «είμαι Έλληνας γαύρος»: στην πρώτη περίπτωση έχεις κάτι κοινό και με τον Έλληνα βάζελο και με τον Αλβανό γαύρο — στη δεύτερη με κανέναν από τους δύο.

Συνοψίζοντας, οι πολλαπλές ταυτότητες είναι παντού πραγματικότητα. Συνεπώς, όταν μιλάμε για ερωτικές ταυτότητες, ελαστικές διατυπώσεις ή αυτοπροσδιορισμοί όπως «μου αρέσουν οι γυναίκες», «μου αρέσουν οι άντρες», «μου αρέσει ό,τι μού γυαλίσει», «είμαι μονογαμικός μέχρι αποδείξεως του εναντίου», «είμαι πολυγαμικός» υπερτερούν. Και υπερτερούν ακριβώς γιατί δεν αποκλείουν a priori την έκπληξη, την ανατροπή, το ξάφνιασμα. Ή το να βαρεθείς, ρε αδερφέ, να σε έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνεις εσύ τον ρυθμό ενώ εκείνη σου ρίχνει σκαμπιλάκια κι εσύ της δαγκώνεις τα δάχτυλα, ενώ παίζει τσόντες με γιαπωνέζες. Μπορεί κάποια στιγμή να θες να το γυρίσεις στο να δίνει εκείνη τον ρυθμό. Ή στο να καθήσεις κι εσύ σε μια καρέκλα, σαν άνθρωπος.

Εράνισμα για τη ναζιστική συμμορία

Δε γίνεται να μη χαρείς. Δε γίνεται. Έστω και τώρα, έστω κι έτσι. Έστω και με (τουλάχιστον) δύο νεκρούς, με χαραγμένους, με χρόνια τρομοκρατίας, νταβατζιλικιού, προστασίας, τρόμου κι αθλιότητας και παντοειδούς βρωμιάς.

Ακολουθούν σκέψεις που ξεκινούν από όσα άκουσα και διάβασα σήμερα.

Γιατί σήμερα οι συλλήψεις; Καταφανέστατα, όλα ήτανε στη θέση τους εδώ και καιρό για αυτήν την κίνηση. Η συμμορία πλέον εκπλήρωσε τον σκοπό της ως μπαμπούλας, έδωσε νόημα στην ανίερη συμμαχία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, την αναζωογόνησε πλασάροντάς την ως δύναμη σύνεσης κι ευθύνης. Επίσης κατάφερε να συσπειρώσει εκλογικά νταβραντισμένους δεξιούς, πολλοί από τους οποίους θα επιστρέψουν (ω χαρά!) στο μαντρί της ΝΔ.

Επιπλέον, η κυβέρνηση έδειξε αυτό που θέλει όλοι να χωνέψουμε: ο αντιφασιστικός αγώνας στις ‘δημοκρατίες’ (εγώ ντρέπομαι να αποκαλώ democracy αυτό που έχουμε στην Ελλάδα, ευτυχώς στη γλώσσα μου ‘δημοκρατία’ σημαίνει και Republic) γίνεται από το κράτος (αυτό των οποίων τα σώματα ασφαλείας είναι το στρατιωτικό σκέλος της ναζιστικής συμμορίας) και όχι από ξυλοδαρμένους και φυλακισμένους αντιφασίστες αγωνιστές ή, όπως τους λένε, από «αγέλες και οργανωμένους τραμπούκους». Τώρα που υπάρχει η έξωθεν καλή μαρτυρία, μπορεί η κυβέρνηση να ασχοληθεί και με άλλες συμμορίες, τους Ιερισσιώτες λ.χ., και ό,τι αντιστέκεται στο όραμά της να γίνουμε αποικία με τους ίδιους τουρμάρχες και δερβέναγες.

Ναι, αλλά γιατί σήμερα; Γιατί μας έρχονται τρομακτικά μέτρα περαιτέρω εξαθλίωσης. Γιατί τα ντόπερμαν όταν τρελαίνονται και αρχίζουνε να δαγκώνουν την οικιακή βοηθό, τα τιμωρείς. Αλλά άμα αρπάξουνε το γείτονα από το πόδι, σφαίρα στο κεφάλι. Και άμα το πράξεις και μπροστά στο γείτονα ενώ ετοιμάζεσαι να του φας όλο το πίσω από το οικόπεδο, τόσο το καλύτερο.

Ας υπήρχε μόνο μια στάλα ευθύνη και σοβαρότητα (δε λέω ντροπή πια). Όπως λέει και ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο facebook:

η πιο αυθεντική εγκληματική οργάνωση απ’ τη μεταπολίτευση (γεια σου Αντρέα Λοβέρδο), να πίνεις νερό απ’ την κούπα της (γεια σου κυρ Σταύρο), να αναπαράγεις την ατζέντα της (γεια σου Αντώνη Σαμαρά που θες να επανακαταλάβεις τις πόλεις μας), να της λες μπράβο (γεια σου Χρυσοχοΐδη κ γεια σου Σρόιτερ που λέγατε πως τα παιδιά καθάρισαν την πλατεία), να την προορίζεις για συγκυβέρνηση (γεια σου Μπαμπίνο Παπαδημητρίου), να την θεωρείς ευκαιρία για τη δημοκρατία (γεια σου Κασιμάτη), να μην ψηφίζεις άρση της ασυλία της (γεια σου Κεφαλογιάννη), να είσαι αβγότερος των αβγών της (γεια σου Φαήλο), να υπερασπίζεσαι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (γεια σου Άδωνι, γεια σου Καμίνη), να πουλάς σε στήλες lifestyle τα γκομενικά τους (γεια σου Θαίμο, γεια σου Χατζηνικολάου), να τους στηρίζεις με νύχια και με δόντια (γεια σου Σκάι), να τους προστατεύεις όταν μαχαιρώνουν, να κυνηγάς μαζί της μετανάστες, να πετάς μαζί της πέτρες (γεια σου ΕΛΑΣ), να σου φέρεται με το σεις και με το σας (γεια σου Ντόρα Μπακογιάννη) και πάει λέγοντας, αυτή λοιπόν η εγκληματική οργάνωση τώρα διώκεται επειδή ακριβώς η δημοκρατία μας δεν ανέχεται το φασισμό και τα εγκλήματά του. Τελεία.

Ενδεχομένως σήμερα να εξαρθρώθηκε η ναζιστική συμμορία, όπως απαιτούσαμε πολλοί. Με τον φασισμό δεν τελειώσαμε, όμως: αν μη τι άλλο, αποτελεί πλέον βασικό συστατικό της ιδεολογίας της ΝΔ. Θα το διαπιστώσουμε στο εγγύς μέλλον, σε μια κυβέρνηση ΝΔ με την ψήφο των πρώην ψηφοφόρων των ναζί, υπό τον κύριο Βορίδη πιθανόν, ή κάποιον παρόμοιο.

Θάνατο στον φασισμό

Αν στο πολιτειακό μόρφωμα που ονομάζεται Ελληνική Δημοκρατία υπάρχουν ακόμα δημοκρατικοί θεσμοί (αλλά και εκείνος ο ‘αντιτρομοκρατικός’ νόμος), επιβάλλονται τα παρακάτω:

α. Σύλληψη των δολοφόνων του Φύσσα: μπορούν,
β. Εισαγγελική έρευνα για τους ηθικούς αυτουργούς αυτής και όλων των άλλων δολοφονικών επιθέσεων της ναζιστικής συμμορίας,
γ. Κήρυξη της συμμορίας εκτός νόμου,
δ. Εξάρθρωση της ναζιστικής συμμορίας.

Αν στη χώρα που λέγεται Ελλάδα υπάρχουν ακόμα ελεύθεροι και τίμιοι άνθρωποι:

α. Να επιβάλουν ολοκληρωτικό μπλακάουτ και να μποϋκοτάρουν παντοιοτρόπως τα γκαιμπελικά μέσα των Αλαφουζαίων και των άλλων, που ξεπλένουνε συστηματικά τους φασίστες και τους ναζί εδώ και χρόνια,
β. Να οργανωθούν αντιφασιστικές πορείες και συναυλίες, τιμώντας όλα τα θύματα των ναζί εγκληματιών. Όπως στο Σπόρτιγκ, να δείξουμε τη ρώμη μας,
γ. Τουλάχιστον να γιουχάρουν τους ναζί και τους ψηφοφόρους τους όπου τους πετύχουν. Δειλές κότες φουσκωμένες με στεροειδή είναι.

Αρκετά με τις νευρωσικές μετριοπάθειες και με τους συμψηφισμούς, τέρμα στα ανιστόρητα και εγκληματικά (ως ηθική αυτουργία) ασβεστώματα του ναζιστικού σφαγείου.

Α-θή-να

Πέρασα μεγάλο μέρος της εφηβείας μου ανεβοκατεβαίνοντας την Κηφισίας με λεωφορεία, με ταξί και με τα πόδια. Αν και ποτέ δε συμπάθησα τα τέρατα του Babis Vovos, που τότε ανεγείρονταν το ένα μετά το άλλο προς γενικό θαυμασμό ολόκληρης της αμφικτυονίας των ΒΠ, για μένα η Κηφισίας ήτανε πρότυπο λεωφόρου και το Ψυχικό πρότυπο συνοικίας — αν και βεβαίως σαρωτικά μη ρεαλιστικό πρότυπο. Αλλά τότε πίστευα σε άπιαστα ιδανικά και ακολουθούσα πλατωνικά πρότυπα και γενικά δεν ήξερα πού μου παν τα τέσσερα.

Πρωτοείδα τη Λεωφόρο Σχιστού το 1997. Μου προκάλεσε θλίψη και απέχθεια που ακόμα δεν έχουνε καταπραϋνθεί αποτελεσματικά. Μου φάνηκε ένα ελεεινό γραμμικό τοπίο βρωμιάς και αθλιότητας: με ένα καινούργιο νεκροταφείο που όλοι οι πενθούντες μισούσαν, μη θέλοντας να πετάξουν τον άνθρωπό τους στα νταμάρια, με ένα υπαίθριο παζάρι τίγκα στα κλεψιμέικα, με σκουπίδια και με το άλλο όνομά της, με ένα μοναστήρι και κάτι ασυνάρτητες πινακίδες.

Αυτές τις μέρες γύρισα πολύ στο λεκανοπέδιο. Δεν ξέρω αν το λεν ακόμα «λεκανοπέδιο». Μπαίνοντας από τη Λεωφόρο Σχιστού, καθώς πλησίαζα προς το τέλος της, είδα από μακριά τα πρίσματα των πολυκατοικιών στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα. Η σύνθεση που έφτιαχναν με έπιασε σχεδόν στον ύπνο. Πριν τα αναγνωρίσω, πριν πω «α, πολυκατοικίες», απλώς είδα μια σύνθεση από πρίσματα στο φως του απομεσήμερου. Ήταν όμορφα, με την αισθητική έννοια. Μια αρμονική σύνθεση, άψογη φόρμα με κυματισμό κι ενδιαφέρον. Τοπίο σαν αυτά που οι άνθρωποι φτιάχνουμε από τον καιρό του Μοχέντζο Ντάρο έως τη Ντεφάνς. Μετά σκέφτηκα «πολυκατοικίες, Κερατσίνι, Δραπετσώνα» και όλα τα σχετικά αντανακλαστικά πυροδοτήθηκαν. Αμέσως μετά όμως σκέφτηκα: «τι ομορφότερο έχουν οι στέγες του Παρισιού ειδωμένες από το Μονπαρνάς; ή — πολύ περισσότερο — το Λόουερ Ηστ Σάιντ όταν το κοιτάς από ψηλά;» Η αναπάντεχη απάντηση: «Τίποτε μα τίποτε απολύτως».

Ξαναθυμήθηκα και σκεφτόμουν αυτή την εικόνα, τις πολυκατοικίες στο Δραπετσίνι, φεύγοντας σήμερα από την σκιερή Κηφισιά, που την έχουνε πια γεμίσει μωλ και μικρομώλ, κάτι ξένα σώματα χλιδομαγκιάς που γράφουνε σαν πλατίνες σε ακτινογραφία. Κατεβαίνοντας την Κηφισίας, έστριβα νοερά προς τα Μελίσσια, τα Μαρούσια και τα Χαλάνδρια των φίλων. Αλλά σωματικά προχώραγα ευθεία προς Αθήνα. Είδα τα επιπλάδικα στο Μαρούσι και τον συγκροτημένο ολυμπιακό ερειπιώνα, αγνόησα τους σκελετούς ιχθυόσαυρων, απομιμήσεις Καλατράβα, αγνόησα και το Βωβαριό. Είδα τη σημαία των Εμιράτων και του Κατάρ, χλιδερών αυταρχικών κηλίδων στο απατηλά αστραφτερό πάτωμα του free world. Είδα τότε σαν σε όραμα να μου αποκαλύπτεται η σύνθεση των πρισμάτων καθώς κατεβαίνω τη Σχιστού και αισθάνθηκα πως δε θα χρειαζόμουν καμμία άλλη πόλη στον κόσμο, αν αυτή εδώ είχε λίγα δέντρα παραπάνω (επειδή αγαπώ εγώ τα δέντρα, όχι για καλλωπιστικούς λόγους), αν είχε λιγότερο θόρυβο και λιγότερα σκουπίδια. Αμέσως επιτίμησα τον εαυτό μου που χαριεντίζεται με διανοητικά γουσταρλίκια τύπου «μία, μία, μόνο μία και στον κόσμο καμμία άλλη». Ήδη πέρναγα το Γηροκομείο όμως, οπότε ξανάμπαινα στην πόλη όπως την ξέρω, που εγώ θα λέω πάντα σπίτι μου και καύλα μου. Αν όχι και έρωτα μεγάλο. «Αθήνα», σκέφτηκα.

Εγκώμιο του χωρισμού

ή «Περί πυρός και πάγου»

Η παγετός που φέρνει τον χωρισμό έχει αποτελέσματα παρόμοια με τη φλόγα του πάθους: παραλύει, τρελαίνει, σε τρώει και σε διαλύει από τα μέσα προς τα έξω. Και ο παγετός και η φλόγα θα σε σκοτώσουνε στο τέλος, αν τα αφήσεις: η φλόγα, αφού κάψει όλα τα σκοτάδια σου, αφού παραγάγει θερμότητα και ίσως λίγο φως, θα κατάκαψει εσένα· ο παγετός θα κάνει να εκραγούν όλα τα τριχοειδή της ψυχής σου, όλες οι λεπτές δομές που σε κάνουν αυτόν που είσαι, είναι μαύρος πάγος και γάγγραινα που θα σε σκοτώσει — αν δε χωρίσεις.

Κάποιες εποχές έβλεπαν με καχυποψία το ερωτικό πάθος, δηλαδή τη φλόγα. Υποτιμούσαν τη θερμότητα που άφθονα εκλύει και αγνοούσαν επιδεικτικά το εφήμερο αλλά σκληρό φως που παράγει, φως που μας affina και μας καθαίρει. Έμεναν στην τρέλα και στον πόνο, στην άγρια πείνα που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις. Η δικά μας εποχή βλέπει με καχυποψία και συγκατάβαση τον χωρισμό, τον ακρωτηριασμό που σταματάει την πρόοδο του γαγγραινώδους παγετού. Αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα φρικτό τέλος που μας γλυτώνει από μια φρίκη χωρίς τέλος — είναι όμως (πάντα) φρικτό; Η εποχή μας μένει στην τρέλα και στον πόνο του χωρισμού, στην άγρια μοναξιά που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις.

Εγώ πάλι νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τον χωρισμό. Δε με ενδιαφέρει να φτιάξω μια χονδροειδή αντιθετική σχέση πάθους και παγετού που οδηγεί στον χωρισμό. Λίγη διαλεκτική είναι αναπόφευκτη, αλλά πέρα από τη συμμετρία του σχήματος, με απασχολούν άλλα.

Το πάθος, η φλόγα, θα σβήσει. Πάντα σβήνει. Σε πέντε-έξι τέρμινα. Το πότε ακριβώς, εξαρτάται: ίσως όταν καταναλώσει όλα τα σκοτάδια, ίσως όταν διατρέξει σα δασική πυρκαγιά όλο το σώμα επανειλημμένα με τον επιλεκτικό τρόπο που κάθε καινούργιο πάθος το καίει, ίσως όταν η θερμότητα που εκλύει καταστρέψει τα πάντα γύρω του, ίσως προκαλώντας ασφυξία στον εαυτό του καταναλώνοντας και την έσχατη ανάσα οξυγόνου, ίσως και με άλλους τρόπους. Το θέμα είναι ότι το πάθος θα αναλώσει και θα αναλωθεί — μπορεί και να αλώσει. Μετά τι;

Αν το πάθος έχει πετύχει να φέρει κοντά δύο ανθρώπους, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνήθως συμβαίνει, κατόπιν τα πράγματα παίρνουνε τον δικό τους μοναδικό και ανεπανάληπτο δρόμο: συνταγές στα ανθρώπινα δεν υπάρχουν. Αν λοιπόν μετά το πάθος παραμείνουνε μαζί οι εραστές, μένουνε μαζί είτε λόγω αδράνειας και κοινών εξωτερικών παραγόντων (π.χ. χρέη, εφορία, σπίτια, πράσινες κάρτες κτλ.), είτε λόγω προσωπικής ευθύνης και καθήκοντος, είτε λόγω άλλων δεσμών. Η αδράνεια, η απλή συνήθεια και οι συμβατικές υποχρεώσεις ποσώς με αφορούν. Η ευθύνη και το καθήκον είναι λίγο πολύ αυτονόητα κίνητρα: είτε για χάρη των παιδιών, είτε γιατί αισθανόμαστε ότι ο άλλος ή η άλλη έχουνε την ανάγκη μας παραμένουμε στο ζευγάρι, αγοράζοντας ακριβά ηθική ανωτερότητα, κάνοντας το σωστό. Πόσες φορές έχω ακούσει ότι «δεν μπορώ να χωρίσω γιατί η Χ / ο Ψ θα μείνει έρμαιο / θα γίνει κομμάτια / θα σαλτάρει / θα πεθάνει».

Και φτάνουμε στους «άλλους δεσμούς». Ίσως είναι η αγάπη: ποιος δε θέλει να είναι κοντά σε αυτόν ή σε αυτήν που αγαπάει. Αλλά μάλλον είναι άσχετη η αγάπη: άλλωστε, ένα από τα υπέροχα παράδοξα της αγάπης είναι ότι αντέχει και την απόσταση — όπως και τόσα άλλα. Ίσως είναι ότι το ζευγάρι έχουνε γίνει ενός είδους fuck buddies (σε κλειστή ή, σπανιότερα, ανοιχτή σχέση): στο κάτω κάτω, ζευγάρι χωρίς κάποιου είδους σεξ δεν υπάρχει — μέχρι και οι μανάδες μας μας τα έλεγαν αυτά. Όμως το fuckbuddyλίκι είναι πολύ ευάλωτο σε ένα καινούργιο πάθος. Ίσως είναι και κάτι άλλο που μας κρατάει κοντά: η αίσθηση ότι ο άλλος ή η άλλη δεν είναι απλώς κομμάτι της ιστορίας μας — άλλωστε όλοι και όλες που (δεν) κάναμε κάτι (τελικά) είναι κομμάτι της ιστορίας μας: από την αρπαχτή της Ίου μέχρι την ορφανή της Χίου, από τον τσοντόβιο αθλητή μέχρι τον μπαρόβιο με την κοιλιά κτλ. κτλ. Αυτό το άλλο που μας κρατάει κοντά είναι ότι ο άλλος ή η άλλη είναι κομμάτι από τη ζωή μας. Αυτό που μπορείς να πεις «έρωτα μετά το πάθος».

«Α, να!», θα πούμε όλοι όσοι μένουμε με πείσμα σε μια σχέση μετά το ερωτικό πάθος, «αυτό έχουμε: έναν πνευματικό δεσμό, το δέσιμο που έχουνε δυο άνθρωποι που ο ένας είναι ουσιαστικό κομμάτι της ζωής του άλλου: δε χωρίζουμε εμείς». Κι όμως, όποιος και αν είναι ο δεσμός μας με το ταίρι μας (σύμβαση κι αδράνεια, καθήκον, αγάπη, fuckbuddyλίκι, ‘έρωτας’), είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, η πιθανότητα μια μέρα, στα εφτά τέρμινα ή στα πολλαπλάσια του εφτά τέρμινα, να ενσκήψει ο παγετός.

Αυτό το αρνητικό πάθος, προχωράει σιγά αλλά σταθερά, αντίθετα με τη φλόγα του πάθους που αναπηδάει και κάνει ό,τι κάνει με προόδους τρελές. Μαραίνει πρώτα τα καθημερινά ή μαραίνει πρώτα τα μεγάλα, προκαλεί ναυτία και ανηδονία και πολύ πέρα από τα κρεβάτια. Σβήνει τα χρώματα και σαν κακός παραγωγός χορευτικών επιτυχιών αφήνει μόνο το μπιτ της ρουτίνας και ένα επίμονο κοντίνουο υποχρεώσεων, κύκλους καθηκόντων και ανούσιων περισπάσεων. Αφαιμάσσει από κάθε χαρά τα πάντα, εξαχνώνοντας την ευτυχία από τα μικρά πράγματα — δηλαδή από εκεί όπου πράγματι ευδοκιμεί η ευτυχία. Μαζί με τη σχέση μαραίνονται και οι άνθρωποι. Πολλές φορές τα ζευγάρια αισθάνονται τη ζωή να στραγγίζει από πάνω τους και από πάνω από τη σχέση και προσπαθούνε να ξεφύγουν από την κινούμενη άμμο όπου έχουνε πέσει: καταφεύγουν σε τετ-α-τετ, σε ακόμα ένα παιδί, σε μεταναστεύσεις, σε ερωτικούς πειραματισμούς, σε νέες ρουτίνες, σε συμβούλους γάμου, σε γενναίες αποφάσεις να αλλάξουνε ζωή. Ενίοτε δουλεύει κάτι από αυτά: ούτε συνταγές αλλά ούτε απόλυτη ματαιότητα υπάρχει στα ανθρώπινα. Συνήθως όμως δε δουλεύει κάτι από αυτά και το βρυκολάκιασμα συνεχίζεται. Το βρυκολάκιασμα φέρνει καβγάδες και διαρκή ένταση, η αξιοπρέπεια διαβρώνεται και χάνεται: στο τέλος ο άλλος ή η άλλη είναι εχθρός σου, όπως και ο εαυτός σου είναι πια εχθρός σου.

Εκεί πρέπει να έρθει η λύτρωση: ο χωρισμός. Αν το πάθος μάς κάνει ανθεκτικούς στον πόνο, ο χωρισμός απαιτεί να αντέξεις την προσδοκία του πόνου. Να ακρωτηριάσεις και να καυτηριάσεις. Για να σώσεις ό,τι μένει από τη σχέση δυο ανθρώπων, αν μένει κάτι, και για να σωθείς από το να αποξηρανθείς εντελώς και να γεράσεις, να απωλέσεις την αξιοπρέπεια και (κυρίως) κάθε δυνατότητα για χαρά.

Το νερό είναι προϊόν καύσης: καμενο υδρογόνο. Το νερό μπορεί να ξεδιψάσει, μπορεί να δροσίσει και μετά να στεγνώσει, μπορεί και να πνίξει. Μόνο να αναφλεχθεί δε γίνεται, είναι ήδη καμένο.

Ο χωρισμός δεν είναι ήττα, είναι σωτηρία. Κανείς δε χώρισε πρόωρα, οι περισσότεροι χωρίσαμε πολύ αργότερα από όταν έπρεπε, άντε στην ώρα μας αν ήμασταν τυχεροί. Και στο κάτω κάτω, κανείς χωρισμός δεν είναι αμετάκλητος — εκτός και αν πρέπει να είναι αμετάκλητος.

#free_sakkas

Μόλις έκλεισα 12ώρο δουλειάς, αυτό με το γνωστό διάλειμμα για φαγητό και καφέ, οπότε θα εκφραστώ αποσπασματικά και κάπως ασυνάρτητα, αλλά από ανάγκη.

Η προφυλάκιση ενός κατηγορούμενου για δυόμισυ χρόνια είναι απολύτως απαραδέκτη, ακόμα και αν κατηγορούνταν ότι π.χ. έβαλε βόμβα σε σινεμά γεμάτο κόσμο ή ότι με πράξεις και παραλείψεις του έκλεισαν ή δεν άνοιξαν μονάδες εντατικής θεραπείας με συνέπεια χιλιάδες ασθενείς να πεθάνουν.

Οι πολιτικές διώξεις και η γενικευμένη εκδικητικότητα του ελληνικού κράτους εναντίον αναρχικών δεν είναι κάτι καινούργιο και δε με εκπλήσσει καθόλου. Ούτε με εκπλήσσει η διατύπωση «αδίκημα της αναρχίας». Δε με εκπλήσσει τίποτα. Το ελληνικό κράτος είναι σε πόλεμο με τον αναρχισμό και τους αναρχικούς από το 1974. Και δε θα τον σταματήσει όσο ο πόλεμος αυτός είναι φτηνός και όσο τα θύματά του αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, συγκατάβαση ή δαιμονοποίηση. Το ξέρω όχι γιατί διαθέτω πολιτικό έρμα αλλά γιατί μεταξύ 11 και 23 ετών κάθε Π-Σ-Κ ήμουν μεταξύ Ερεσσού, Τοσίτσα και Σπ. Τρικούπη: θειοι, ξαδέρφες, έξοδοι.

Δεν πιστεύω ότι η πολιτική είναι υπόθεση των επαϊόντων και των ειδικών. Από την άλλη, μου λείπουν και η πολιτική ωριμότητα, που προκύπτει από σχετικά διαβάσματα και συζητήσεις, και η πολιτική τριβή, που κερδίζεται μέσα από συμμετοχή σε συλλογικές διαδικασίες με όλη τη λάντζα και τη μπίχλα που αυτό συνεπάγεται. Επίσης, όταν μιλάει κανείς για το πολιτικό, είναι πολύ εύκολο να προκρίνει τις δικές του εμμονές ως τα αίτια του Κακού: τα φρηπρές, έντυπα και ηλεκτρονικά, βρίσκουν υλικό προς δημοσίευση εδώ και τρία χρόνια γραμμένο με ακριβώς αυτή τη μανιέρα. Ωστόσο, νομίζω ότι η κυβέρνηση αυτή κάνει όσα κάνει — και θα κάνει και πολλά περισσότερα — γιατί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν πρόκειται να πέσει κάτω από το 20% στις επόμενες εκλογές, όποτε και να γίνουν. Όπως το 10 με 15% των συμπατριωτών μας είναι φασίστες, το 20% αυτοπροσδιορίζεται ως αυτό που λέμε νοικοκυραίοι: κανονικότητα άνευ όρων. Ό,τι και να γίνει. Κόμμα τους είναι ιδανικά κι απροσχημάτιστα πλέον αυτή η ΝΔ. Ναι, πρόκειται για τους «μα δουλειά δεν είχε αυτός/αυτή ο/η _____ «. Ένας κόσμος χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς συμπόνοια, χωρίς αίσθηση δημόσιου χώρου και χωρίς αλληλεγγύη για όποιον δε θα τους ανταποδώσει, χωρίς καμμία σκασίλα για το μέλλον: ο περιούσιος λαός του χωριατοκαπιταλισμού μας, ενός χωριατοκαπιταλισμού που χτίστηκε με τις λεηλατημένες εβραϊκές περιουσίες, τον δοσιλογισμό, τη μαύρη αγορά κτλ.

Έχω φίλους και συναδέρφους ισραηλινούς γενναίους. Που πάνε φυλακή γιατί αρνούνται να κάνουν την ετήσια θητεία τους στα κατεχόμενα. Πού ζούνε εξόριστοι γιατί η αντικατοχική τους δράση είναι ανοιχτά ανεπιθύμητη, self-hating Jews τους λένε. Που τις φτύνουνε στον δρόμο γιατί είναι ξέσκεπες. Απόψε θυμήθηκα όσα μου έλεγαν για την ισραηλινή κοινωνία, η οποία αγοράζει (φαντασιακή) ασφάλεια πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με ανθρώπινες ζωές. Υπάρχουνε θεσμοί αλλά είτε συμπορεύονται είτε αγνοούνται. Οι ακροδεξιοί είναι και δεν είναι ρυθμιστές. Σκεφτόμουν ότι προς τα εκεί πάει και η άλλη χώρα με γαλανόλευκη σημαία: θα αγοράζουμε (φαντασιακή) ασφάλεια και φασματική ανάπτυξη πληρώνοντας με ελευθερία, με δικαιώματα, με δημοκρατία, με κοινωνικά αγαθά, με ανθρώπινες ζωές.

H εικόνα φτιάχτηκε από τον costinho.

Επικαιρικό: ένα άξιο Όχι

Το ελληνοκυπριακό Όχι του 2004, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα του τότε αχαλίνωτου εθνικισμού ως πράξη περηφάνειας και αντίστασης, παγίωσε τη διχοτόμηση του νησιού και αφελλήνισε οριστικά περιοχές του νησιού με παμπάλαια ελληνική παρουσία. Μια ήσυχη συμφορά που κανείς δε θέλει να αντικρύσει και για την οποία όλοι θέλουν να αισθάνονται πολύ μα πολύ περήφανοι.

Το Όχι του 2013 μπορεί να ειπώθηκε για τον φόβο των Ρώσων γκάνγκστερ, οι οποίοι έχουν αγοράσει τη Λεμεσό και οι οποίοι κατέφθαναν όλο το τριήμερο για να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, με τα ιδιωτικά τζετ τους να έχουνε γεμίσει το αεροδρόμιο Λάρνακας. Επιπλέον, ένα Ναι θα αφάνιζε το πολιτικό προσωπικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτούς τους κουτοπόνηρους μουχτάρηδες και μεταπράτες — αν και ακούγονταν μέχρι και σήμερα το πρωί φωνές όπως «ο Πρόεδρος είπε ότι το κούρεμα είναι μονόδρομος, εγώ πρώτη θα ζημιωθώ 135 χιλιάρικα».

Επίσης, οι Γερμανοί κατάφεραν να ζημιώσουν ανεπανόρθωτα την τραπεζική πίστη μέσα στην Ευρωζώνη. Καμμιά εγγύηση, καμμιά ασφάλεια πια.

Όμως:

Η Βουλή λειτούργησε άψογα, ενώ η (κατά τεκμήριο αυταρχική και διεφθαρμένη κυπριακή) Αστυνομία δεν κινήθηκε κατά των συγκεντρωμένων.

Η κοινή γνώμη δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στους εξωνημένους χαλβάδες που έβγαιναν στα τοπικά κανάλια και μίλαγαν για μονοδρόμους, χρεοκοπίες και για όλα τα θεολογικά-σολωμονικά που κηρύττουν στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια νεοκόποι κι οψιμαθείς διανοούμενοι και Μεγκασκάιδες των μεγαλοεργολάβων.

Ένας λαός κομφορμιστών και απολίτικων εφησυχασμένων κατέβηκε κατά χιλιάδες στους δρόμους, ταπεινώνοντας το εκτός ελέγχου Διευθυντήριο της πολυεθνικής ολιγαρχίας που λέγεται ΕΕ, η οποία έχει αναλάβει να ενταφιάσει το ευρωπαϊκό ιδεώδες βαθιά, πολύ βαθιά.

Ας μη γελιόμαστε: η Κύπρος δεν είναι μικρό γαλατικό χωριό, είναι Παλμύρα. Όμως η αποψινή ταπείνωση — η πρώτη — των μαθητευόμενων μάγων που αφανίζουν κοινωνίες και ζωές στο πέρασμά τους, είναι νίκη του μικρού και ασυνάρτητου αλλά γενναίου τελικά ελληνικού κυπριακού λαού, που κατοικεί ένα κρατίδιο πολλαπλώς υποτελές και εξαρτημένο. Δεν πρέπει να τρέφονται αυταπάτες αλλά η αποψινή νίκη είναι του λαού. Και η πολιτική αφύπνισή του λαού αυτού, μετά από 53 χρόνια κολοβής ανεξαρτησίας, κατά τα οποία «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι».

Οι συγκρίσεις με τη Βουλή των Ελλήνων της 12ης Φεβρουαρίου 2012 και την ελληνική πολιτική ηγεσία των τελευταίων ετών είναι συντριπτικές και βαθιά ταπεινωτικές για μένα, που ήρθα εδώ από την εξωστρεφή Ελλάδα των κοινωνικών αγώνων, της πολιτικής ιστορίας ενάμιση αιώνα και της πολύμορφης κοινωνίας.

Η βίζιτα

Μου είπε να περάσω μέσα, μου χαμογέλασε. Ήταν πολύ όμορφη. Πολύ όμως. Δεν το περίμενα. Έκλεισε την πόρτα και ανταλλάξαμε μια αμήχανη κάπως χειραψία. Μου έκανε νόημα να ξαπλώσω και μετά ήρθε από πάνω μου. Μου ζήτησε να χαλαρώσω και ταυτόχρονα άρχισε να μου μιλάει, να μου εξηγεί κάπως ανέμελα τι θα μου κάνει. Εγώ πάλι την κοίταγα στα μάτια, κάπως απλανώς αλλά και επίμονα. Σε λίγο φόρεσε μια μάσκα και έβαλε δυο δάχτυλά της στο στόμα μου. Εγώ είχα παραλύσει ξαπλωμένος, ακόμα κάπως σφιγμένος αλλά κι αναπάντεχα χαλαρός, μέχρι και άνετος θα έλεγα.

Μετά από λίγο πήρε ένα εργαλείο που έμοιαζε μάλλον εντυπωσιακό και το έβαλε στο στόμα μου. Εγώ ακίνητος και ύπτιος, αυτή πάντοτε σκυμμένη πάνω μου. Μου μίλαγε συνέχεια αλλά δεν μπορώ να πω ότι καταλάβαινα και πολλά από όσα μου έλεγε. Παρατήρησα τότε ότι μας έπαιρνε μια κάμερα που προέβαλλε σε πραγματικό χρόνο όσα έβλεπε ο φακός της σε μια μεγάλη οθόνη στον τοίχο στα δεξιά μου. Ενώ συνέχισε να χειρίζεται το εργαλείο της επιδέξια, μού είπε:

«Θα κοστίσει 200 ευρώ.»

Δεν έφερα καμμία αντίρρηση, απλώς ένευσα ‘ναι’ με τα μάτια. Στη θέση που βρισκόμουν ήταν αδύνατο να φέρω αντίρρηση σε οδοντίατρο.

Ο Γωγ, ο Μαγώγ. Η Κατερίνα Γώγου.

για τον radio_sociale
1. Αρχικά απορούσα κι ενοχλούμουν.

[Α]νοίγεις το Discovery Channel και το Science Channel και βλέπεις αποκλειστικά ταινίες καταστροφής (μασκαρεμένες σε ντοκυμαντέρια). Και να σκεφτείς ότι γελούσαμε που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 το BBC (ή το ITV; δε θυμάμαι) είχε δείξει κάτι αντίστοιχα στο Horizon και λέγαμε «κοίτα τους μαλάκες τους χιλιαστές, περιμένουν το τέλος του κόσμου».

[…] [Τ]ο να δείχνεις το Ντητρόιτ και να λες «Να, να, να: έτσι θα σας κάνει τις πόλεις ο καπιταλισμός! Σκατάααα!» είναι σαν κάτι ταινιούλες εκπαιδευτικές της δεκαετίας του ’50 που σου έδειχναν συφιλιδικά έλκη, φλύκταινες, ουλές, τρελοκομεία και παρκινσονιανούς τρόμους και σου έλεγαν «Να, να, να: έτσι θα σας κάνει το σεξ!».

Όσο για το τέλος του κόσμου, όλοι προσπαθούνε να μας πείσουν ότι έρχεται μεθαύριο και βίαια, cito et velociter: έτσι διευκολύνονται όλοι όσοι θέλουν να μας σωφρονίσουν. Είμαστε τόσο περιχαρακωμένοι μέσα στην απάθεια που μόνον αν μας απειλήσει με χρεωκοπία, πείνα, κατάρρευση, μαζική μετανάστευση, ασφυξία, πλημμύρες, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς μπορεί να ελπίζει κανείς ότι θα ξεκουνηθούμε. Πιο ξεκάθαρα: το τέλος του κόσμου το επικαλούνται οι εξουσίες για να μας σωφρονίσουν και οι ακτιβιστές για να μας αφυπνίσουν. Μόνο βόμβες θα μας βγάλουν από τα μωλ· σαν να λέμε: μόνον άμα σκάσει η μπουκάλα του γκαζιού ξυπνάω το πρωί.

2. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια απόπειρα να καταλάβω:

Κοιτούσα τις αφίσες για το 2012. Έχω δει δύο μίνι τρέιλερ. Ανεξάρτητα από την αντιπάθειά μου για τις ταινίες μαζικής καταστροφής και τη γενικότερη αναπηρία μου να τις απολαύσω, η ταινία πρέπει να είναι μαλακία, κάτι σαν ξαναμασημένο Deep Impact αλλά με μπόλικο Day after Tomorrow φαίνεται. Κοιτούσα τις αφίσες τώρα. Θυμήθηκα πως όταν ήμουνα παιδί, στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία και στις γιγαντοαφίσσες έβλεπες διάφορες ημίγυμνες να διαφημίζουν τζην, αρώματα, στερεοφωνικά, τσιγάρα κτλ.

Πώς φτάσαμε να μπανίζουμε δημοσία παλιρροϊκά κύματα και πλημμυρίδες μετεωρικής φωτιάς από εκεί που μπανίζαμε μπούτια και μαλλιά με μπόλικη λακ και ατημέλητα καλυμμένα στήθη; Σίγουρα φταίει η αλλαγή της χιλιετίας με τους χιλιασμούς της. Πιο πριν είχανε προετοιμάσει το έδαφος κάποιοι αμερικανοί χριστιανώμαλοι που έψαχναν το Θηρίο της Αποκάλυψης στην ‘Υπερκυβέρνηση’ (χάχαχαχαχααααα) της ΕΟΚ και τον Άψινθο στο Τσέρνομπιλ — παίρνοντας γραμμή από την τριλογία του Αντιχρίστου που εγκαινίασε η ταινία ‘η Προφητεία’ το 1977: η δυσπιστία της αμερικανικής δεξιάς των Νότιων Βαπτιστών απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα σε όλο το αποκαλυπτικό της μεγαλείο. Εδώ στην Ελλάδα μπολιάστηκαν αυτά στον κόσμο από γεροντάδες που κυκλοφορούσανε κασέτες με κηρύγματα, μετά την απογοήτευση του μέσου Έλληνα από τη δεύτερη τετραετία του Παπανδρέου του Β’ του Δημαγωγού. Μετά ήρθε και το AIDS και μπήκε ο έρως στο ψυγείο κι αρχίσαμε τα περί αλληλοσεβασμού και αλληλοπεριχώρησης και μονογαμίας κτλ.

Στα 2009 οι άντρες φοβούνται τις γυναίκες, οι γυναίκες ψάχνουνε τους άντρες, οι γκέι δυσπιστούν απέναντι στο σεξ και οι λεσβίες κατηγορούν η μία την άλλη για μαγκώματα. Και πάμε στο σινεμά όχι για να δούμε το Νιώθω Μπλε / Νιώθω Κίτρινη ή τα Μυστήρια του Οργα(νι)σμού ή το Σουήτ Μούβι, αλλά τον Τιτανικό, τον Αρμαγεδδώνα, τον Πόλεμο των Κόσμων, το Happening, το 2012, κι άλλα τέτοια. Κοινώς, δώστε μας μαζική καταστροφή κι αφανισμό κι αφήστε τα γαμήσια: λερώνουν τα εσώρουχα. Ενώ η φωτιά και το νερό όλα τα εξαγνίζουν — το είπε κι ο Δάντης.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό το εξής: το genre ‘τέλος του κόσμου’ της εποχής μας ασχολείται με το γενικό και το αόριστο, όπου ανώνυμοι και πλήθη πνίγονται και αποτεφρώνονται θεαματικά μεν αλλά με τον τρόπο που πετιούνται οι συσκευασίες και τα περιτυλίγματα που ρυπαίνουν τον κόσμο μας. Αντίθετα, η σοφτ-κουλτουρέ τσόντα της δεκαετίας του ’70 ασχολούνταν με το συμβάν, το καθέκαστο, το ειδικό (κι ας είναι το ίδιο το σεξ ίσως ό,τι πιο γενικό και γενικευτικό υπάρχει).

Οι ταινίες ‘τέλος του κόσμου’ ασχολούνται κι αυτές με το καθέκαστο και το ειδικό, αλλά μόνον όσων είναι προνοητικοί, γενναίοι ή τυχεροί να επιβιώσουν. Αυτοί μας ενδιαφέρουν: οι επιζήσαντες και (περισσότερο) οι επιβιωτές. Οι άλλοι να καούνε από τον αστεροειδή, να τους φάει ο γκοτζίλας, να τους ρουφήξει η ρουφήχτρα, να τους πνίξουν τα τσουνάμια, να τους φάνε τα χταπόδια του Άρη. Ενώ πάλι, τη δεκαετία του ’70 στις κουλτουροπορνό ταινίες βλέπαμε ότι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου (καθώς και άλλες κοιλότητες κι εσοχές) κι ότι το πιο βαρετό σεξ είναι το σεξ που κάνουν άλλοι — εκτός κι αν είναι επί της οθόνης. Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται διαχρονικό.

3.  Σήμερα στο αμάξι σκεφτόμουν το εξής:

Η νοσηρή εμμονή μας με τη συντέλεια, με τον πόλεμο της συντέλειας, με τη Δευτέρα Παρουσία και με κάθε λογής σενάρια αφανισμού καταστροφής και εκζομπισμού συμβαδίζουνε με την αντίληψη της οικονομικής κρίσης, της παλινόρθωσης του ολοκληρωτισμού στην πολιτική αλλά και του οικολογικού ολοκαυτώματος σαν να είναι φυσικές καταστροφές. Παλιότερα, η συντέλεια ήτανε κάλεσμα να αφήσουμε το γαμήσι (στο Αμέρικα ακόμα είναι: ο τυφώνας Κατρίνα ήταν η σοδομιαία φωτιά που τιμώρησε την ‘ανοχή’ των αμερικανών στην ομοφυλοφιλία) και να πιάσουμε το κομποσχοίνι (η εικόνα είναι αναπόφευκτα προστυχούτσικη, αν το σκεφτεί κανείς).

Σήμερα η επίκληση του CGI εξωγήινου Γωγ και του σέπια τρομοκράτη Μαγώγ, οι θεαματικές εικονογραφήσεις ολικών καταστροφών βγαλμένων μέσα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι σκηνές νεοϋορκέζων να γίνονται ζόμπι, στάχτη ή να τους παίρνουνε τα κύματα, οι ντοκουμενταρίστικες εικόνες αθηναϊκών βιτρίνων να κατεβαίνουν σαν φέτες παγόβουνα ενώ φλεγόμενοι κάδοι τσουλάνε στην ξηλωμένη Πανεπιστημίου — όλα έχουνε το ίδιο μήνυμα: τα πάντα είναι φυσική καταστροφή, act of god, ανωτέρα βία· συμμορφωθείτε, κλειστείτε στο καβούκι σας, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι άλλο, δε φταίει η απληστία των λίγων κι η αφροσύνη τους, παρά όλοι (άρα: κανείς). Έτσι κι αλλιώς σε λίγο όλα θα είναι στάχτες, καλύτερα να μην κάνετε τίποτα λοιπόν. Η εσχατολογία ως όπιο των μαζών.

Επίσης, η εσχατολογία λειτουργεί και σαν φυγή από την πραγματικότητα: όχι πια προς τον (λιγότερο ή περισσότερο) πριβέ παράδεισο του έρωτα, των ‘ουσιών’, του ροκ εν ρολ — που ταυτόχρονα αφήνουν άπλετο χώρο για κοινωνική συνειδητοποίηση και για κοινωνική δραστηριοποίηση — αλλά προς μια παιδική φαντασίωση, προς ένα μεγάλο μπεμπεκίστικο πείσμα: «θα πεθάνω και θα κλαίτε, θα δείτε τι χάσατε», όπως όταν μας μάλωναν και φαντασιωνόμασταν την κηδεία μας για να εκδικηθούμε.

Τελικά λοιπόν, η ενασχόληση με τις συντέλειες είναι πολυτέλεια και κωλοπαιδισμός, πρόσχημα για αδράνεια. Άλλωστε, το 2012 ο κόσμος τελειώνει καθημερινά για χιλιάδες ανθρώπους, με δεκάδες τρόπους, διαφορετικούς για τον καθένα τους. Και όχι μόνον ο Τρίτος Κόσμος. Να μην τους επαναλάβω, να μην τους απαριθμήσω συμβάλλοντας στη μετατροπή του πόνου, της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του θανάτου σε θεαματάκι και εικόνα. Ταυτόχρονα, όπως γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος, «οι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί — κατασκευάσματα της κοινωνίας των ιδιωτών — σπεύδουν να επιβάλουν τις κουρελιάρικες αξίες τους: ησυχία, τάξη, ασφάλεια, πειθαρχία, υπακοή, μισανθρωπία, νευρωτική απάθεια, mainstream γούστο και η καθαριότης είναι η μισή αρχοντιά«. Οι ίδιοι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί  που έπειθαν τον κόσμο ότι η ποίηση και οι κραυγές της Κατερίνας Γώγου αφορούνε μόνο τα πρεζόνια, το περιθώριο, άντε και τους ‘υπαρξιστάς’ των Εξαρχείων. Κι όμως, οι πολλές μικρές συντέλειες, οι μικροί θάνατοι και οι μεγάλες απογνώσεις, οι πολλές καθημερινές ανείπωτες καταστροφές για τις οποίες έγραψε, απήγγειλε και (επαναλαμβανω) κραύγασε η Κατερίνα Γώγου, το σκαριμπικά και δυσνόητα τραγουδισμένο φαλιμέντο του κόσμου που τραγούδησε ο Άσιμος, όλα είναι πια εδώ και για τους πολλούς.

Το είπε κι ο ποιητής: not with a bang, but with a whimper. Καθημερινά, μέσα σε διαμερίσματα, δρόμους, ανάπηρα νοσοκομεία, πεζοδρόμια, χώρους εργασίας, θλιβερά σχολεία, σκυφτές κουζίνες, ιατρεία του ΙΚΑ (όπως θα τα λένε οι γέροντες, που δε θα ζήσουν για να συνηθίσουν το ΕΟΠΥΥ) και κρύες στάσεις λεωφορείων που δεν έρχονται πια.

Ανταρσία, απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.

Ασφαλώς και ελάχιστοι από εμάς, και μάλιστα οι λεγόμενοι ‘σοβαροί’ άνθρωποι, θα μιλήσουμε για την πορνογραφία. Ποιος άλλωστε θα παραδεχτεί ότι ξέρει κάτι «απ’ αυτά». Θα μιλήσουμε ενδεχομένως για την ερωτογραφία, δηλαδή την τέχνη του λόγου της οποίας η θεματική είναι ο έρωτας «των άκρως αισθητών» (πόσο εύστοχα κι ωραία το έθεσε ο πούστης!). Θα μιλήσουμε για την ερωτογραφία είτε γιατί την παράγουμε, είτε γιατί την απολαμβάνουμε και ως δήλωση ότι μετέχουμε ενός πνευματικού πολιτισμού που αντιμάχεται και καταστρατηγεί την πνιγηρή «τρεχάμενη ηθική», μια ηθική που δεν είναι παρά μια παρατρεχάμενη του πιο στεγανού ολοκληρωτισμού και κάθε λογής αυταρχικότητας.

Η πορνογραφία όμως δεν έχει φίλους, έχει μόνο ‘χρήστες’, λες και είναι πρέζα.

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι, βεβαίως, ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη μπιχεβιοριστικές κορώνες για το τι ανθρώπους διαμορφώνει (…) ή αλλόκοτα κρωξίματα περί εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της γυναίκας: δεν ξέρω τι νόημα έχουνε σε μια εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι κάθε φύλου, γένους, προσανατολισμού, κατεύθυνσης και όλων των προτιμήσεων εκουσίως αυτοπορνογραφούνται είτε για προσωπική χρήση, είτε για διάδοση, είτε και για εμπορία. Όπως το μάτι του ρεπόρτερ δεν ανήκει πια μόνο στα κανάλια και στις εφημερίδες αλλά και σε όποιον έχει κινητό, έτσι και το μάτι του πορνογράφου ανήκει σε όποιον έχει τα προσιτά μέσα και την καλή διάθεση.

Υπάρχουν όμως σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ’ άλλα είναι niche.

Βεβαίως, έτσι πορεύεται ο κόσμος, με συναινέσεις και με μίνιμουμ προγραμματικές συμφωνίες — για τα υπόλοιπα υπάρχουν, όπως είπαμε, τα niche. Κι εν πάση περιπτώσει, όπως είπα, η εποχή του Ταρατατά, του τσοντοσινεμά, του Πριβέ και της βιντεοκασέτας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί: ό,τι θέλεις μπορείς να το βρεις. Εγώ λ.χ. τις προάλλες γκουγκλάροντας ‘Constance’ βρήκα την ομώνυμη θρυλική ταινία της Zentropa (άσε που ήτανε «πορνό για γυναίκες» και μας είχε φάει η περιέργεια). Η ανακάλυψή της είναι αφορμή αυτού του ποστ, αφού η ταινία είχε γίνει θρύλος όταν βγήκε το ’98, δεν την έβρισκες πουθενά και τότε οι συνδέσεις μας ήτανε πολύ αργές και τα βίντεο διαρκούσαν γύρω στα 10 με 20 δευτερόλεπτα…

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως ότι η εποχή μας θα πετύχει αυτό που δεν κατάφερε η δεκαετία του ’70 ή — με τον τρόπο της — η δεκαετία του ’20; Ότι δηλαδή θα κάνει την πορνογραφία αποδεκτή;

Δε νομίζω. Ακόμα και αν (όπως μαθαίνω) η νεολαία καταναλώνει υπερπολλαπλάσια πορνογραφία από εμάς, η παρακολούθηση τσόντας και των παραλλαγών της θα παραμείνει μια ιδιωτική δραστηριότητα όπως η άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή μαλακία. Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμούσαμε να μη μας πιάσουν να παρακολουθούμε τσόντες, εκτός κάποιου ερωτικού παιχνιδιού, επειδή την πορνογραφία την παντρεύεις πολύ δύσκολα και, ακόμα κι αν τα καταφέρεις, ο γάμος είναι σκέτη αποτυχία. Θυμηθείτε επικές πατάτες και παπάντζες της δεκαετίας του ’70 και του ’80 (π.χ. το The opening of Misty Beethoven, το Dog Walker κι ένα σωρό κουλτουροτσόντες, τις οποίες οι Γάλλοι συνεχίζουνε να βγάζουνε σχεδόν απτόητοι, με αποκορύφωμα το κακόμοιρο το Romance με διευθυντή φωτογραφίας τον μεγάλο Γιώργο Αρβανίτη). Θυμηθείτε επίσης το απεχθές είδος της ιταλικής σεξοκωμωδίας, το οποίο κατέληγε συχνά στο γνωμικό «λάδι, λάδι και τηγανίτα τίποτα». Να μην πω για τα «Μυστήρια του οργα(νι)σμού», κ.ο.κ. Ο γάμος της πορνογραφίας με οτιδήποτε άλλο, όχι μόνο με την τέχνη, δεν μπορεί να δουλέψει γιατί το να βλέπεις τσόντες λέει ξεκάθαρα κάτι σαφές για τις προθέσεις σου, και μάλιστα παρά τη θέλησή σου. Αυτό δεν αρέσει, και καλά κάνει, στους ελεύθερους ανθρώπους: το παραγνωρισμένο και καταστρατηγούμενο δικαίωμα στη σιωπή (θα έπρεπε να) είναι αναφαίρετο.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη και η παραγωγή και η μέθεξη (χάχα) με την πορνογραφία — και μάλιστα τη μη στουντιάτη-σιλικονάτη, τη μη επαγγελματική — είναι ανατρεπτική πράξη. Το είπε ο Ηλίας Πετρόπουλος χρόνια πριν. Το συνόψισε κι ο πάλαι Δαβαράκης σε ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του Χατζιδάκι:

Μέσ’ τον κόσμο χάνομαι
και απ’ τα πάθη μου πιάνομαι.
Δίνω σώμα, δίνω φως,
μα πεθαίνω σοφός.

Πορνογραφία σημαίνει ανταρσία,
απελπισία, σκοτάδι και μαγεία.
Πορνογραφία σημαίνει στην ουσία
φωτογραφία σημάδι των καιρών.

Στην ερωτογραφία η ερεθιστικότητα όσων εξιστορούνται ή αναπαρίστανται συμπλέκεται με την αισθητική απόλαυση του τρόπου που εξιστορούνται ή αναπαρίστανται, δημιουργώντας ένα σύνθετο και αμφίρροπο αποτέλεσμα, ένα αποτέλεσμα που ‘οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει‘. Η πορνογραφία, απεναντίας, είναι απροκάλυπτος διονυσιασμός για το αδηφάγο μάτι, μαγεία για τους κατοπτρικούς νευρώνες, παρηγοριά για το πνεύμα που νοσταλγεί και εκπλήρωση για την ψυχή που πεινάει να δει Liebestraum μπροστά της ολοζώντανο, αφορμή για την πυκνή καύλα ή την απλή λίμπιντο που ψάχνουν υπόθεμα, εικονογράφηση για το ασυνείδητο που εξεγείρεται και πιέζει τεκτονικά προς τα πάνω. Ταυτόχρονα θα παραμένει απροκάλυπτη και μονοσήμαντη και πικρή, απελπισία και σκοτάδι, αφού εν πολλοίς είναι μοναχική, η εξιστόρηση και η απεικόνιση μιας διαυγέστατης απουσίας.

Ανταρσία; Ναι, ανταρσία. Όχι μόνο για το ασυνείδητο αλλά και γιατί υλοποιεί και εικονογραφεί την πολύμορφη και πολύτροπη ηδονή, σαρκώνει ορατά την πρωτεϊκή πραγματικότητα της ανθρώπινης επιθυμίας. Την πολλές φορές ανομολόγητη Καύλα αντρών και γυναικών.