Σαβαώθ

Μέρος πρώτο: Πηγές

 

ואראה את־אדני ישב על־כסא רם ונשא ושוליו מלאים את־ההיכל׃

שרפים עמדים ׀ ממעל לו שש כנפים שש כנפים לאחד בשתים ׀ יכסה פניו ובשתים יכסה רגליו ובשתים יעופף׃
וקרא זה אל־זה ואמר קדוש ׀ קדוש קדוש יהוה צבאות מלא כל־הארץ כבודו׃

(Ησαΐας 6, 1-3)
*

[…] Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. (Ησαΐας 6, 1-3)
*

Εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ ὑπὲρ τῆς Λειτουργίας ταύτης, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας καίτοι σοι παρεστήκασι χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες ἀγγέλων, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά. Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καὶ λέγοντα: Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου, ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννὰ ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις. (Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου).
*

*

**

Μέρος δεύτερο: Σχόλιο

Κάποιος τύπος πολύ δυσαρεστημένος με την πολιτική κατάσταση βλέπει τον Θεό στον πρόναο του Ναού του Σολομώντα. Ας τον πούμε Ησαΐα, αν και ξέρουμε ότι μάλλον υπάρχουνε δύο Ησαΐες. Τέλος πάντων, ότι είναι πολιτικά δυσαρεστημένος δεν αποτελεί αναχρονισμό: είναι γνωστός ο πολιτικός χαρακτήρας του κηρύγματος των Εβραίων προφητών. Βεβαίως, στηλιτεύουν την εξουσία από τη σκοπιά ενός Άνθιμου, Αμβρόσιου, Πειραιώς Σεραφείμ ή, καλύτερα, ενός Φλωρίνης Αυγουστίνου. Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός βλέπει τον θεό μέσα στον Ναό του. Εμείς ως παιδιά του 21ου, ακούμε «Θεό» και σκεφτόμαστε υπερβατικά, κάποιο απόλυτο Ον, ο Ησαΐας βλέπει τον θεό του Ισραήλ, τον μόνο θεό του Ισραήλ, αλλά όχι ντε και καλά τον μόνο Θεό που υπάρχει. Όπως κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο, ο Ακατονόμαστος, το Όνομα, ο Κύριος έχει τις δυνάμεις του. Αυτός εδώ είναι ο Κύριος των δυνάμεων: σαβαώθ (צבאות).  Για του λόγου το αληθές, συνοδεύεται από αυτές ακριβώς τις δυνάμεις, εξαπτέρυγα πλάσματα που σήμερα θα περιγράφαμε ως τέρατα, τα οποία κραυγάζουν το ένα στο άλλο πόσο άγιος είναι ο κύριος τους εν είδει συνθήματος και, υποθέτω, όπως κραυγάζονται τα προστάγματα. Μπορούμε δηλαδή να φανταστούμε αυτές τις δυνάμεις κάπως σαν εξαπτέρυγους καταδρομείς.

Δεν έχει σημασία αν αυτός που εμφανίστηκε στον πρόναο είναι ο υπερβατικός Θεός, ο δημιουργός των συμπάντων, ο Πατήρ του Υιού κτλ. ― αν και βεβαίως το σώου με τους καπνούς που περιγράφεται στο αμέσως επόμενο εδάφιο (Ησαΐας 6, 4) δεν προδιαθέτει ευνοϊκά. Επίσης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ότι πλάσματα με πολλά φτερά, φτερωτά ζώα και φτερωτοί άνθρωποι, άρματα με φτερά κτλ. βρίσκονται παντού στη θρησκευτική εικονογραφία της Μέσης Ανατολής, ήδη από τον καιρό που ο Αβραάμ ζούσε ανάμεσα στους Βαβυλώνιους, ή Ελαμίτες ή τι ήταν αυτοί τέλος πάντων. Σημασία έχουν οι μεταμορφώσεις αυτού του περιστατικού θεοφανείας ή κατανάλωσης άγνωστων σ’ εμάς παραισθησιογόνων χωρίς ρέγουλα.

Στη χριστιανική λειτουργία, η κραυγή είναι ήδη και επινίκιος ύμνος και συγκολλάται με το σύνθημα της εισόδου του Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Ο οποίος επινίκιος ύμνος πια απευθύνεται στον ίδιο τον (τριαδικό) Θεό: της δόξης σου, λέει. Τα σεραφείμ από λοκατζήδες, δυνάμεις, μεταμορφώνονται σε πλάσματα μετάρσια και συγκροτούνται σε χορωδία. Ο θρόνος βρίσκεται πια στα ουράνια, όχι σ’ ένα καπνισμένο κτίριο στη Μέση Ανατολή. Επιμένουν μάλιστα οι διάφοροι πατέρες ότι αυτό κάνουν διαρκώς τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ: υμνούν τον Κύριο. Η σκηνή που οραματίστηκε (ή που την άκουσε) ο Ησαΐας από περιστατικό γίνεται άχρονη, από επιφάνεια μετατρέπεται σε στιγμιότυπο της αιωνιότητας. Και μάλιστα στιγμιότυπο με στίχους, στίχους που περιμένουν να εμπλουτιστούν και να τραγουδηθούν με τρόπο υπερβατικό πια, αγγελικό και άχρονο κι εξόχως θριαμβικό, όπως στη Λειτουργία του Μπαχ (όπου εκτός από έκσταση και μεταρσίωση υπάρχει και μια ασυγκράτητη χαρά) ή — με πιο στάνταρ τρόπο — στο Requiem. Και το χαρακτηριστικό της θεότητας που είδε ο Ησαΐας, ότι δηλαδή είναι κύριος μιας στρατιάς, των δυνάμεων, παραμένει πια ως αμετάφραστη λεπτομέρεια, ως μια λέξη μαγική και κενή περιεχομένου πλέον: Σαβαώθ.

Οι ωραίες γυναίκες

Jane RussellΟριακώς επιτρέπεται να είσαι ωραία γυναίκα.

Αν είσαι πρόσχαρη, είσαι βεβαίως ρηχή, μάλλον και ηλίθια. Ακόμα και αν δε δώσεις δείγματα αφέλειας ή κουταμάρας, θα σου φερθούν σαν να είσαι χαζούλα, γιατί είσαι μπριόζα και ξυπνάς τον Πυγμαλίωνα μέσα τους. Και δεν υπάρχει θηρίο πιο ανήμερο από τον Πυγμαλίωνα.

Αν είσαι λάγνα, ε, τα αυτονόητα: η Πόρνη της Βαβυλώνος και το Θηρίο το σατανικό που καβαλάει, ταυτόχρονα. Η βαμπίρα που θα πιει το αίμα των αντρών είσαι. Κτλ.

Αν βέβαια είσαι σιωπηλή και με κάπως βαρειά ιδιοσυγκρασία, σνομπάρεις το σύμπαν, το παίζεις βαμπ. Είσαι ένα ακατάδεχτο πλάσμα. Αν πάλι δεν είσαι των πόθων και των ερώτων, είσαι μια γκόμενα ωραία μα ψυχρή: πλαγγόνα.

Αν είσαι μάνα, πήγες και χαντακώθηκες. Αν όχι, δεν ήσουνα για τέτοιες υψηλές αποστολές.

Αν αναφλέγεσαι και οργίζεσαι, αν έχεις γνώμη και τη λες, θα σε ζωγραφίσουν σαν να είσαι η Μέδουσα. Θα δώσεις αφορμή για κουρασμένες αντιπαραβολές μεταξύ μορφής και ερεβώδους ή τρικυμιώδους χαρακτήρα. Θα πέσει και κάτι για ορμόνες στην κουβέντα.

Αν δεν ασχολείσαι με την εμφάνισή σου, έχεις μια δόση μπλαζεδιάς και μισανθρωπίας, που χαραμίζεις τόσην ομορφιά θάβοντάς την κάτω από σακιά και φούτερ — αλλιώς είσαι μια κοκέτα που δεν αρκείσαι στη φυσική ομορφιά σου.

Αν είσαι ωραία γυναίκα, όσοι δε σε φθονούν, σε ποθούν λες κι είσαι ήδη δική τους. Όσοι δε σε φοβούνται, ψάχνουνε τρόπο να φανούν συγκαταβατικοί μαζί σου. Όσοι σε εξιδανικεύουν, το κάνουνε για να σε βγάλουν εκτός πλαισίου, για να βρίσκεσαι αλλού: μακριά τους.

Το ότι είσαι ωραία είναι ο μοχλός που ανοίγει όλες τις πόρτες σου παραβιάζοντάς τες. Σε ερμηνεύει πλήρως.

Όπως και αν ήσουν άσχημη.

Ή, γενικότερα, το ότι είσαι γυναίκα: αυτό εξηγεί τα πάντα.

Μικρή αρχαιολογία της επιθυμίας ή Το πολιτικό ως αντίδοτο της ενοχής (γραμμένο μαζί με τον Χρήστο Νάτση)

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από κοινού με τον Χρήστο Νάτση. Ο Νάτσης ήταν ο Μπόουι κι εγώ ο Μπράιαν Ήνο: παραγωγός και χτενιστής. Η φωτογραφία είναι του Weegee.

Την εποχή του απολίτικου ακτιβισμού, δηλαδή μία εποχή πριν, κοινωνική ευθύνη και διακριτική δράση για τα δικαιώματα των άλλων, συνήθως επιστολογραφικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, εκτόνωναν τα ενσυναισθητικά αντανακλαστικά του μέσου επαγγελματία κάτω των 50. Την εποχή εκείνη επαναβεβαιώθηκε, και δη σαν να αποτελούσε αξίωμα, η ενοχική αντίληψη για την απόλαυση: η απόλαυση του ενός είναι η οδύνη πολλών. Οι πολλοί θα βρίσκονταν κατά κανόνα στον Τρίτο Κόσμο, ή και στον καθ’ ημάς Τέταρτο Κόσμο. Για παράδειγμα, η συγκομιδή του καφέ σου γίνεται από σκλάβους ενώ η σοκολάτά σου προϋποθέτει κι αυτή σκλαβιά. Το μπιφτέκι σου καταστρέφει το τροπικό δάσος και επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με διοξείδιο του άνθρακα από βοοειδή που πέρδονται. Το πουκάμισό σου το έραψαν παιδιά στο Μπανγκλαντές. Η εκδρομή με τα δικά σου παιδιά και τον πατέρα τους καταστρέφει το στρώμα του όζοντος ενώ σπονσοράρει τα αυταρχικά καθεστώτα του Αραβικού κόσμου, μέσω των πολυεθνικών του πετρελαίου. Μια βραδιά στο στριπτιζάδικο τροφοδοτεί απαρέκκλιτα ένα παγκόσμιο δίκτυο δουλεμπορίας γυναικών, που οι απολίτικοι αποκαλούν ευφημιστικά ‘τράφικινγκ’. Ακόμη, στους κύκλους ακραίων, η δωρεάν παιδεία για τα παιδιά σου επιβαρύνει φορολογικά την εύπορη κυρία που επέλεξε να στείλει τα δικά της στο ιδιωτικό σχολείο. Και πάει λέγοντας.

Βεβαίως, η καχυποψία απέναντι στην απόλαυση, η εξαργύρωση κάθε χαράς με την οδύνη κάποιων κάπου αλλού, μακριά ή κοντά, έχει τις ρίζες της ήδη στο πλατωνικό Συμπόσιο, όπου διαμορφώνεται η μεγάλη αφήγηση που θέλει την απόλαυση, αλλά και την επιθυμία την ίδια, να θεμελιώνονται αρνητικά, να προϋποθέτουν οπωσδήποτε την έλλειψη. Στην γενεαλογία της επιθυμίας ως έλλειψης — της επιθυμίας δηλαδή ως εξαγόμενου μιας αρνητικής διαδικασίας — κεντρική θέση κατέχει βεβαίως ο μύθος του ανδρογύνου, ο χωρισμός του οποίου κάνει άντρα και γυναίκα να ψάχνουν εναγωνίως το άλλο τους μισό.Ο μύθος του ανδρογύνου προσδίδει στην επιθυμία ως έλλειψη αρχετυπική θεμελίωση αλλά και γκροτέσκο χαρακτήρα — έναν χαρακτήρα που δεν θα απολέσει ποτέ στις διάφορες εκφάνσεις του, μυθώδεις ή μη. Σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν αρχικά μόνο κατι σφαιροειδή ανθρώπινα όντα με διπλό πρόσωπο και διπλά γεννητικά όργανα, με οκτώ άκρα που μετακινιόντουσαν κάνοντας τούμπες. Κι έπειτα, μετά από απόφαση των θεών, ο Δίας αρπάζει αυτά τα όντα και τα διχοτομεί σαν «βρασμένα αυγά». Από τότε και στο εξής αρχίζει η αιώνια αναζήτηση του Άλλου, που εξυπακούει και υπογραμμίζει τη δομική ανολοκληρότητα του όντος. Ανολοκληρότητα που μόνο προσωρινά μπορεί να καταπραϋνθεί με το σεξ, για να επανέλθει ακόμη εντονότερη. Ο πλατωνικός μύθος λοιπόν εικονίζει υποδειγματικά ακριβώς αυτή την αντιδραστική πολιτική οικονομία της θέλησης.

Όπως είναι αναμενόμενο, τη σκυτάλη από τον Πλάτωνα θα παραλάβει ο Χέγκελ, που θα συνεχίσει αυτήν την παράδοση προσθέτοντας κι αυτός έναν αρχετυπικό μύθο, που με τη σειρά του θα μπολιάσει ολόκληρο τον 19ο και 20ο αιώνα: τον μύθο του Κυρίου και του Δούλου. Ο Χέγκελ σκηνοθετεί κι αυτός μια προϊστορική αναμέτρηση, όπου ο Δούλος είναι αυτός που φοβήθηκε για τη Ζωή του και προτίμησε να γινει υπηρέτης από το να ρισκάρει να πεθάνει. Κι όμως, αυτή η στιγμη της διαμεσολάβησης της επιθυμίας θα δώσει στον Δούλο, με το πέρασμα του χρόνου, το πλεονέκτημα. Ο Κύριος, που δεν παραιτείται από την επιθυμία του, που την εκπληρώνει θετικά, έχει τελικά την ανάγκη του Δούλου, που δουλεύει το Πράγμα. Η τριβή του Δούλου με το Πράγμα — δηλαδή η εργασία — θα τον καταστήσει τελικά κυρίαρχο του παιχνιδιού.

Πολλαπλά διαμεσολαβημένη, η διαλεκτική Κυρίου και Δούλου θα επηρεάσει και όλη τη μεταπολεμική γαλλική σκέψη: από τον Μπατάιγ και τον Μπλανσό, μέχρι (λοξά στην αλλαγή) και τον Λακάν, τον μύστη των σύγχρονων οπαδών της μη ολοκλήρωσης και του φόβου της καθαρής, θετικής, παραγωγικής επιθυμίας. Στα χέρια των Γάλλων, η επιθυμία ως αρνητικότητα, η μέχρι τα όρια του γκροτέσκου αναζήτηση του ελλίποντος Άλλου, θα δώσει μεν αριστουργήματα όπως την Μαντάμ Εντουαρντά, αλλά επίσης θα προσδέσει την απόλαυση γερά στο άρμα της ενοχής. Η επιθυμία ως αρνητικότητα θα οδηγήσει στη θλιβερή οντολογία της μελαγχολίας, στην οποία με τη σειρά της είναι ριζωμένη η πολιτική αμηχανία μιας σκέψης δωματίου (μιας σκέψης που διατηρεί ρητώς αιμομικτικές σχέσεις με τις πηγές της, που τη βαραίνει το άγχος της επίδρασης). Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη εξεικόνιση αυτής της συνθήκης από τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι: τρεις νέοι βρίσκονται παγιδευμένοι στα αδιέξοδα της δυτικής επιθυμίας (λογοκεντρικής και φαλλοκεντρικής) που ευνουχίζει την πράξη: ενώ έξω το πολιτικό κυματίζει, εκείνοι μέσα παραμένουν άπρακτοι, σε υστερική παράλυση σχεδόν.

Στο χρονολογικό ενδιάμεσο αυτών των προσεγγίσεων, μεταξύ του Χέγκελ και των Γάλλων, αλλά λειτουργώντας ως αντίποδας, βρίσκεται από το 1844 κιόλας ο Μαρξ. Το χρήμα στα ‘Παρισινά χειρόγραφα’ περιγράφεται ως το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης αποχής από την εκπλήρωση της παραγωγικής επιθυμίας. Αυτή η περιγραφή προοικονομεί την δυσκοίλια ικανοποίηση της ηθικιστικής φιλανθρωπίας στην εποχή του απολίτικου ακτιβισμού κατανωλωτών με συνείδηση, καθώς και των κομψών συμβολικών διαμαρτυριών τους.

Η λύση, η μόνη λύση από τους Νέους Χρόνους και μετά τουλάχιστον, είναι βεβαίως το πολιτικό: άλλωστε, ας έχουμε κατά νου πως η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται στην φορολογία μετά το no taxation without representation. Με άλλα λόγια, η εκχώρηση τμήματος του εισοδήματός μου είναι η υλική βάση του δικαιώματος. Παράλληλα είναι και η υλική βάση της απαίτησης ενός κράτος δικαίου και πρόνοιας, που θα αναλαμβάνει αυτό να μετατρέπει την φιλανθρωπία σε κοινωνική πολιτική. Για να γίνουμε πιο σαφείς: δεν υπάρχει πράξη μεταβίβασης χρήματος, πλούτου κτλ. που να μην είναι εξουσιαστική. Το ίδιο το κράτος, ως πεδίο εκδίπλωσης των αντιθέσεων και των συγκρούσεων των κοινωνικών ομάδων, είναι ο προνομιακός τόπος άρθρωσης του πολιτικού και ως εκδήλωσης της επιθυμίας.

Με άλλα λόγια, η ενοχικά ηθικίστικη κι ευνουχισμένη επιθυμία να προσφέρω στον συνάνθρωπο από το υστέρημά μου αποτελεί τελικά τον αναδιπλασιασμό της σύγκρουσης εντός του υποκειμένου. Πρόκειται όμως για έναν αναδιπλασιασμό που επικυρώνει την ήττα μιας χειραφετημένης, θετικής, καταφατικής προσωπικότητας. Αν αντιμετωπίζω ενοχικά τις επιθυμίες μου, έχω εξασφαλίσει την αδυναμία μου να τις εκφράσω και να τις διεκδικήσω πολιτικά, είτε πρόκειται για πληρωμένες διακοπές, είτε για περίθαλψη, είτε για χειραφέτηση από τον κοινωνικό έλεγχο.

Η επιθυμία τελικά, η γενναιότητα της επιθυμίας, συναρτάται με το πολιτικό ως πράξη.

Περί ζώων κινήσεως (De Motu Animalium)

Γράφω με αφορμή αυτό, ένα κείμενο με τόνο πατερναλιστικό και ηθικολογικό, όπως και η μεγάλη πλειονότητα όσων διαβάζουμε πια στα φρηπρές και στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ακόμη ένα κείμενο σαν κι αυτά τα παλιά αθηναϊκά χρονογραφήματα, που περιέγραφαν την σῆψιν τῆς κοινωνίας. Μόνο που τα σύγχρονα χρονογραφήματα δεν έχουνε σκοπό να διεγείρουν, αλλά αποκλειστικά να νουθετήσουν μέσα από εκβιαστικά και τεχνητά διλήμματα, τάχα μου ηθικού ή βιολογικού χαρακτήρα: στο κείμενο λοιπόν δεσπόζει η τεχνητή αντινομία μεταξύ ερωτικής επιθυμίας (της γυναίκας, βεβαίως) και μητρότητας. Οι μάνες δε γαμιούνται, κι αν γαμιούνται είναι σαν σκύλες. Αυτό όμως ισχύει μόνο στις μεσογειακές κοινωνίες μετά τα 1970, οπότε και η γυναίκα θα γεννήσει εκεί στα τριαντατόσα, λέει, μόνον αφού (λέει) πάψει να είναι ερωτικά ενεργή· ισχύει επίσης στο φαντασιακό του παιδιού κάθε μάνας.

Αλλά ας γίνω πιο προσωπικός. Είμαι σε μακροχρόνια σχέση με τη Ζ. Δε φτιάχνομαι ούτε με το να είμαι κερατάς, ούτε με τρίτους ανθρώπους ανάμεσά μας, ούτε με το swinging. Δεν έχω κοιτάξει ποτέ κινητά, σημειώσεις, ημερολόγια, μηνύματα κτλ. της Ζ. και γνωρίζω πως είμαι πολύ τυχερός στο ότι αυτό είναι αμοιβαίο.

«Και αν σε απατήσει;» με έχουνε ρωτήσει πολλές φορές. Πρώτον, τα «απάτη» και «απιστία» είναι ήδη προβληματικά σαν όροι, αφού ονομάζουν την εξωσυζυγική ερωτική δραστηριότητα, τη μοιχεία που λέμε, ακριβώς όπως και την ατιμία προς ανθρώπους («απάτη») και προς θεούς («απιστία»). Το αντεπιχείρημα ότι η μοιχεία γίνεται εν κρυπτώ και πίσω από έναν πέπλο διακριτικότητας, σιωπής ή ψεύδους είναι άσχετο: πολλά, μα πάρα πολλά μυστικά υπάρχουνε μεταξύ δύο ανθρώπων που ζούνε μαζί. Κάθε μα κάθε είδους. Όσο αγαπημένοι και να είναι. Όπως είπε και μια φίλη 9 χρόνια παντρεμένη: «Δεν τα ξέρεις όλα για τον άλλο. Δε γίνεται. Εγώ δε θέλω να τα ξέρω όλα για τον [άντρα μου].» Ας επαναδιατυπώσω την ερώτηση λοιπόν: «κι αν με κερατώσει;»

Παρακάμπτω προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν κανένα και λέω ότι παίζουνε δυο σενάρια:

Αν με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί θέλει να σηματοδοτήσει ή να πυροδοτήσει το τέλος της σχέσης μας, δεν υπάρχει νόημα να εξεγερθώ κατά της αρπαχτής ή της παράλληλης σχέσης. Τέλος. Έχω δει πολλά ζευγάρια να χωρίζουν χωρίς να έχει υπάρξει σκιά από κέρατο, έχω δει να χωρίζουν και μετά από ψυχαναγκαστικό αλληλοκεράτωμα. Έχω γνωρίσει ζευγάρια που έζησαν μαζί αγαπημένα μέχρι το τέλος, παρά την εκατέρωθεν ερωτική αυτοδιάθεση δεκαετιών. Και έχω ακούσει και κάθε τι ενδιάμεσο: όλα τα «δεν θα πετάξω μια ευτυχισμένη ζωή στα σκουπίδια για ξεπέτες», «εμένα με αγαπάει» κτλ. αλλά και τα «δε θα τη μοιραστώ με κανέναν πούστη ποτέ», «τσουλαπουτανακαριόλα να φύγεις να φύγεις να φύγεις». Κτλ. κτλ. κτλ.

Αν πάλι με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί ο άλλος (ή η άλλη) της πρόσφερε ή θα της προσφέρει κάτι που δεν μπορώ εγώ, παρότι μαζί μου θέλει να είναι, καλώς. Βεβαίως δε (θα) θέλω να ξέρω λεπτομέρειες και δε θα ένιωθα ή νιώσω τρομερά επαρκής σαν εραστής και σύντροφος. Θα ζηλέψω λυσσαλέα και μέχρι τα ζοφερά μου έγκατα. Αλλά νισάφι: δεν μπορείς να ζεις με έναν άνθρωπο πάνω από, ξέρω γω, πέντε χρόνια και να έχεις την απαίτηση να είσαι τα πάντα γι’ αυτόν: να είσαι όλοι οι φίλοι, να είσαι όλες οι παρέες, να είσαι όλος ο έρωτας. Και όπως δε θέλουμε να είμαστε ο ένας φίλος της γυναίκας μας (εκτός αν είμαστε πολύ άρρωστοι), δεν μπορεί να θέλουμε να είμαστε ο ένας εραστής: δεν είναι διαφορετικός ο έρωτας. Και αυτό που λέω δεν αφορά καν τη λεγόμενη «φθορά» ή «κόπωση» στο ζευγάρι. Γενικά, η απαίτηση μια ερωτική σχέση να είναι μονοθεϊστικού τύπου, απόλυτη και στο στυλ «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» δουλεύει ίσως σε μια αυταρχική κοινωνία (σαν αυτή που μας χτίζουν), στις ερημιές ή με μέσο όρο συμβίωσης καμμιά εφταετία το πολύ. Η Ζ. το έχει θέσει λίγο διαφορετικά: «Αν θες να έχεις τον έλεγχο του άλλου, δε χρειάζεσαι σχέση: να πάρεις έναν σκύλο.»

Δύο τελευταία σημεία: αν όντως προκαλώ τη μοίρα μου και μάθετε κάποτε ότι χώρισα γιατί με κεράτωσε η Ζ., θυμηθείτε ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι είμαστε αντιφατικοί και (ευτυχώς) ευάλωτοι. Επίσης, αν έρθει η σχέση σας εν ψυχρώ και στα καλά καθούμενα να σας πει στα πλαίσια της τάχα ειλικρίνειας ότι σας τα φόρεσε, είτε είναι αμερικανοχιψτεράκι είτε θέλει να χωρίσετε. Και αυτή είναι η μόνη γενίκευση που μπορώ να κάνω με σχετική ασφάλεια.

Περί ψυχής (De Anima)

Αυτό το σιχτίριο περί ψυχής θα το γράψω έχοντας συγκεκριμένους ανθρώπους, ανθρώπους κοντινούς, κατά νου. Γιατί συλλογική ψυχή, ή λ.χ. αφηρημένη αγάπη, δεν υπάρχει.

Ο κόσμος θέλει από εμάς να κάνουμε τα δικά του και μόνο τα δικά του. Υπόσχεται να μας ανταμείψει με πλούσιο αίσθημα καθήκοντος και με ήσυχη, σχεδόν αθόρυβη, συνείδηση. Όμως ο κόσμος δεν αρκείται να θέλει να κάνουμε τα δικά του, τα απαιτεί και τα επιβάλλει με το στανιό.

Αυτά που μας ζητάει ο κόσμος είναι ανεξαιρέτως ιδεοληπτικής φύσεως: σεμνά, στεγνά, μετρημένα κι εντελώς απολίτικα. Τα ιδεώδη του με τα οποία πρέπει να συμμορφωθούμε, μέσα στα οποία πρέπει να στριμώξουμε την ψυχή μας ακρωτηριάζοντας τις ζωές μας, είναι άκαμπτα φέρετρα δυο μεγέθη μικρότερα από την πιο συρρικνωμένη εκδοχή της. Όμως οι υποσχέσεις του κόσμου είναι κίβδηλες, κι αυτό το καταλαβαίνει γρήγορα όποιος υπήρξε νέος και απροστάτευτος απέναντι στην αντηλιά του κόσμου: για την ψυχή μας δεν υπάρχει αντίτιμο, η ζωή μας επικερδώς δεν ανταλλάσσεται με το νόμισμα του καθήκοντος και του πρέποντος. Για να μην πω για τις αθόρυβες συνειδήσεις: είναι ίδιον είτε των ψυχοπαθών είτε των νεκρών.

Οι ρητορικές του κόσμου είναι πολλαπλές και πολύτροπες αλλά ρητές και κοφτές. Είναι προσαρμοσμένες σε κάθε πτυχή της ζωής μας, προσφέρουνε και από μια αυθεντία για κάθε πτυχή του βίου: ναι, ελευθερία αλλά όχι παραβατικότητα· ναι, γέλιο αλλά όχι χαβαλές και ξεκαρδίσματα· ναι, φιλία αλλά με όχι πολύ δόσιμο· ναι, μάθηση αλλά όχι πολυμάθεια και κριτική παντού· ναι, σάτιρα αλλά με σεβασμό· ναι, φιλί αλλά με λίγη γλώσσα και χωρίς πολλά σάλια· ναι, τέχνη αλλά να μην ενοχλεί με παλαβομάρες· ναι, δουλειά αλλά όχι πλήρης αφοσίωση· ναι επανάσταση αλλά ειρηνική και λελογισμένη· ναι, έρωτας αλλά με ρέγουλα και με σκοπό τον αιώνιο γάμο· ναι, γλέντι αλλά χωρίς υπερβολές, μεθύσια και σαχλές χορευτικές φιγούρες. Δεν πρόκειται για μέτρο και σωφροσύνη — που πάντα επέρχεται ως ομοιόσταση — παρά για στρίμωγμα μέσα σ’ ένα μπασμένο στενόμακρο εξάγωνο από ιδεαλιστικούς καπλαμάδες και κοντραπλακέ.

Οι ρητορικές δεν είναι βεβαίως το μόνο όπλο του κόσμου, το υπερόπλο του είναι η ενοχή. Όχι οι τύψεις, οι τύψεις είναι διαλυτές στο αλκοόλ, σιγά. Με ενοχές μας πολεμάει και μας εξανδραποδίζει ο κόσμος. Βαυκαλιζόμαστε πιστεύοντας ότι ενοχές έχουνε μόνον όσοι ζούνε στα μπουντρούμια της θρησκείας ή αλυσοδεμένοι σε αρρωστημένες σχέσεις με τους γονείς τους: έχω δει τις πιο πύρινες ψυχές της γενιάς μου να τις μπουκώνει η ενοχή και να πνιγόμαστε στην κάπνα. Η ενοχή είναι πανίσχυρη, με χαμηλό ιξώδες και φτάνει παντού, άλλοτε σε καθαρή μορφή κι άλλοτε ως ιδεοληψία. Ιός είναι, που προσβάλλει την ηθική και την ενσυναίσθησή μας για να επιτεθεί και να αχρηστέψει την επιθυμία, την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, την ανάγκη για ζωή, αυτό που λέμε «όνειρα», καημούς, λαχτάρες. Μέχρι στο τέλος να ζαρώσει η ψυχή μας και να χωράει με τα άκρα της σπασμένα κι ακρωτηριασμένα, συρρικνωμένη και ψόφια, μέσα στα ιδεώδη φέρετρα, δύο μεγέθη μικρότερα. Ή μέχρι να παραληρήσει η ψυχή μας στριγγλίζοντας αυτοκαταστροφικά, να γίνει άρπυια που θα κατασπαράξει τους άλλους και τον εαυτό της και θα σκίσει ίδια της τα μάτια της στο τέλος.

Με δυο λόγια: στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου, πάρε το μέρος της ψυχής σου. Και άντε και γαμήσου, Φραντς Κάφκα.

Ζωντοχήρος (ερωτογράφημα)

Όταν ήταν μικρότερος δεν το ήξερε αυτό, δεν το υποψιαζότανε καν: αν βγαίνεις με μια γυναίκα και είναι αμήχανη, μάλλον σε θέλει. Άργησε να το μάθει, λίγο γιατί ήταν πάντοτε κακός μαθητής, βιαστικός κι απρόσεχτος σε όλα του και αμελής, λίγο γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να θέλουν πάνω του οι γυναίκες. Κοίταγε με φθόνο τους γυμνασμένους συνομηλίκους του, όχι τους ωραίους, τους γυμνασμένους, μετά κοίταγε τον οριακά γυμνασμένο (ή οριακά αγύμναστο) εαυτό του και την ασουλούπωτη φάτσα του. Είναι δυνατόν να τον θέλουν οι γυναίκες; Πώς γίνεται; Μήπως όσες ανέμιξαν τις ανάσες και τους χυμούς τους μαζί του είναι κάπως συνεννοημένες μεταξύ τους να του κάνουν τα χατίρια; Μήπως ξέρω γω κατά βάθος ανήκουν όλες τους σε τύπο γυναίκας που για κάποιον απροσδιόριστο λόγο γουστάρει τύπους σαν κι αυτόν;

Με το πέρασμα του χρόνου πήρε το θάρρος να τις ρωτάει πού και πού τι τους αρέσει πάνω του. Οι απαντήσεις που έπαιρνε ήταν απροσδόκητες, δηλαδή αναμενόμενα απροσδόκητες, τελικά. Μία ψέλλισε ένα σύντομο εγκώμιο της γλώσσας του, αλληγορικό και κάπως συγκεχυμένο, που μίλαγε για πεταλούδες, μεσημέρια και ρίγη· αργότερα, έχοντάς τον καθαρίσει με επιμέλεια και ζήλο στα όρια της νοσηλείας με τη δική της γλώσσα, του είπε για τον πούτσο του. Κάποια άλλη, αφού συνόψισε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του πούτσου του, ιεράρχησε από κάτω του και άλλες περιοχές του σώματός του, λησμονημένες γωνιές της πατρίδας μας, που λέμε, γιατί το σώμα είναι η μία πατρίδα και η γεωγραφία του η πιο σπουδαία και πιο δύσκολη πατριδογνωσία: του είπε λοιπόν για το στέρνο του και για την πλάτη του (μα, την πλάτη;), του είπε και για τα πόδια του. Τα πόδια εντάξει, άλλωστε γυναίκες και άντρες τον κοίταζαν στον κώλο, εκεί κοντά, εκεί πιο πάνω: εκείνη η μεριά του σώματός του ήταν η τουριστική, η πλευρά του νησιού με το όποιο φυσικό κάλλος. Επιπλέον, μια άλλη είχε να λέει και να λέει πολλά για τον κώλο του: τον τσίμπαγε, τον χούφτωνε (όπως κι άλλες), αλλά και τον έγλειφε και, το κυριότερο, τον παίνευε και τον παίνευε πολύ. Τέλος πάντων, με τα χρόνια έμαθε ότι υπήρχαν πάνω στο κατ’ αυτόν μαλτέζικο τοπίο του κορμιού του περιοχές ελκυστικές για τις γυναίκες. Εντάξει: το αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Το βασικό πρόβλημά του παρέμενε όμως να καταλαβαίνει ποια τον ήθελε, ό,τι κι αν ήθελε πάνω του.

Γιατί ήτανε πρόβλημα; Γιατί είναι δύσκολος, ο δόλιος. Ανάμεσα στα είκοσι και στα εξήντα, παντρεμένος-χωρισμένος χωρίς παιδιά, μια ζωή μοναχικό σκυλί, λίγο άγριο και πότε πότε κουταβίσια γκρινιάρικο, πολύ τεμπέλης για γυμναστήριο και πολύ εστέτ για να οικοδομήσει μπάκα, είχε τις ορμές εικοσάρη και τα μυαλά εξηντάρη και ήταν έτσι ακριβώς τα τελευταία είκοσι χρόνια. Και ποθεί δύσκολα, πολύ δύσκολα. Κι όταν ποθεί, τη βάζει την άλλη απέναντι και την εξετάζει, τάχα ψυχρά και αποστασιοποιημένα: γιατί τη θέλω; τη θέλω πραγματικά; ποια μου θυμίζει και λέω πως τη θέλω; μα θα μπλέξω με αυτή που ψάχνει σύζυγο, συγκάτοικο, μπαμπά; κι αν είναι καμιά τρελή; Συνήθως τρελές ήτανε βεβαίως. Και παντρεμένες, αρραβωνιασμένες, λογοδοσμένες, ή τα είχαν ήδη με το Μανώλη του Γ3. Και τελικά ερχόταν σε επίγνωση ότι, ναι ρε, ναι, την ποθεί την Τάδε, τη Δείνα, τη Χριστίνα, την Κατερίνα, τη Σούλα (από το Σουλτάνα), τη Βέρα, την μία ή την άλλη. Θα ερχόταν σε επίγνωση του πόθου αφού θα ξύπναγε ένα πρωί και πριν καλά καλά αναδυθεί από τον ύπνο θα την είχε παίξει άγρια στη σκέψη τους, στην ανάμνηση μιας σκιάς λαιμού ή εκείνης της ανώνυμης ζώνης από το στήθος στη μασχάλη, ενός αστραγάλου, μιας ρώγας μέσα από το φόρεμα, αφού θα ονειροπολούσε με λίγα περισσότερα από τα παραπάνω, αφού μια εντυπωμένη εικόνα της θα σάρωνε πορνογραφικές θολούρες, αφού θα καύλωνε στη νοερά διερώτηση «θα την έγλειφα;». Και έπρεπε να καταλάβει αν κι εκείνη τον ήθελε. Γιατί χυλόπιτα είχε να φάει από τα εικοσιτρία και καθόλου μα καθόλου δεν νοσταλγούσε την αλευρώδη υφή της («ας μείνουμε φίλοι») ή τη γεύση της («είσαι καλό παιδί»).

Και μέχρι τα τριάντα του, που πήρε διαζύγιο κόσμια και συναινετικά, δεν ήξερε πώς να διαγιγνώσκει αν τον θέλει μια γυναίκα. Δεν είχε κάποιο τεστ, κάποια κριτήρια. Έβγαινε με κάποιες, πάντα ευγενικός και κύριος. Μερικές, λίγες όπως είπαμε, τις ήθελε. Ποθεί λίγες αλλά ποθεί πολύ. Και, όπως και να το κάνουμε, ε, υπέφερε. Άραγε αυτή τώρα τον ήθελε ή τον εκτιμούσε απλώς; Έτσι ντύνεται ή έτσι ντύθηκε γι’ αυτόν; Είναι πάντοτε γλυκειά ή βάζει τώρα το κατιτίς το έξτρα; Του μιλάει για πρώην γκόμενους για να φτιάξει μια άλφα διάθεση κι ατμόσφαιρα ή γιατί τον αντικρύζει φιλικά; Γιατί, άμα είσαι ευγενικός και κύριος, έχεις και αυτό το χάντικαπ: μπορεί η άλλη απλώς να χαίρεται την παρέα σου. Να το πούμε κι αλλιώς: αν είσαι ψυχάκιας, αντικοινωνικός, δογματικός, αγενής, κακομαθημένο, κανας πιστοποιημένος μαμάκιας ή ένα κουβάρι ανασφάλειες και βεβαιότητες εκτεθειμένες σαν κεραίες τηλεοπτικές να εξέχουνε, ξέρεις ότι η Ματίνα, η Φλώρα, η Μαρία, η Ισμήνη βγαίνουνε μαζί σου για δεύτερη φορά γιατί σε θέλουν: δεν τις γοήτεψε ούτε η ευγένειά σου, ούτε το χιούμορ σου, ούτε η καλή παρέα σου, ούτε η μεγάλη η καρδιά σου. Περιμένουνε να κάνεις αυτό για το οποίο υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο οι μαλάκες άντρες, τα απελέκητα καγκούρια, τα τσογλανοειδή υποκείμενα που δε νιώθουν, το μόνο που αξίζει να περιμένει μια γυναίκα από έναν ψυχάκια: να σκύψεις πάνω από το τραπέζι και αδράχνοντας το γόνατό τους να προσκολληθείς πάνω τους με ένα αδηφάγο γλωσσόφιλο σαν λάμπραινα, η οποία θα αποκολληθεί μόλις τις απομυζήσει, ώρες μετά, σε κανα χοτέλ στον Ασπρόπυργο ή τις Τζιτζιφιές, συνήθως οριστικά. Αν είσαι από τους άλλους, τους ευγενικούς και κύριους, μπορεί απλώς να γουστάρει τη συντροφιά σου η Πόπη, η Ντορίτα, η Μισέλ, η Ανδρομάχη.

Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να βγάλει άκρη. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τα τριάντα, που χώρισε, τον είχανε κακομάθει οι γυναίκες, τρελές συνήθως είπαμε (αν θυμάστε): απλούστατα, τον κυνηγούσαν αυτές. Μία του χούφτωσε τον πούτσο επικά και στην ψύχρα εκεί που περπάταγαν κανονικά, σημάδι αλάνθαστο ακόμα και γι’ αυτόν, μια άλλη του είπε «φίλα με, ρε μαλάκα, φίλα με», η πρώην γυναίκα του τον τράβηξε γερά από την γραβάτα πάνω της, προσδίδοντας στο πρώτο φιλί τους κάτι από την ηδονική ασφυξία του απαγχονισμού. Ήτανε λοιπόν και άμαθος ο άνθρωπος. Με το πέρασμα του χρόνου, και δεδομένου ότι οι άντρες βγαίνουν από την εφηβεία εκεί περίπου στα τριανταπέντε, μπήκε κι αυτός επιτέλους στο νόημα: αν βγεις με γυναίκα και είναι αμήχανη, μάλλον σε θέλει. Εάν φυσικά δεν έχει απλώς βαρεθεί τη ζωή της μαζί σου, εάν δεν αναλογίζεται πόσο λάθος έκανε να βγείτε, εάν δεν ονειρεύεται τηλεόραση και να βγάλει τα ατελέσφορα τακούνια που την πέθαναν.

Περίπου πέντε χρόνια μετά, παρέμενε ο εαυτός του. Από μια ηλικία και μετά αυτό γίνεται: παραμένεις ο εαυτός σου, δεν υπάρχουν αλλαγές. Το μόνο το οποίο μπορείς να προσδοκάς είναι να μάθεις περισσότερα για τον εαυτό σου, να πας λίγο πιο βαθιά από την πατριδογνωσία, να πας λίγο πιο πέρα από μια προσωπική σου ιστορία διατυπωμένη με συμβάντα, σαν παραμυθάκι. Και ένας καλός τρόπος, λένε, για να μάθεις λίγη παραπάνω γεωλογία και για να σπουδάσεις την ιστορία σου είναι και μέσα από τον έρωτα. Ναι, αυτόν των άκρως αισθητών.

Για έξι μήνες έμεινε μόνος. Λίγο που δεν ποθεί πολλές, λίγο που δυσκολεύεται σε κάθε μία καινούργια γνωριμία. Προσπαθούσε λοιπόν κι αυτός να δει θετικά τη μόνωση, να το χαρεί που έμεινε μόνος εντελώς. Μαγείρευε, καθόταν στο διαμερισματάκι του και απολάμβανε το κρασί του ή το ποτό του. Έβλεπε ταινίες, για μερικές κράταγε και σημειώσεις. Διάβαζε και βιβλία, πολλά βιβλία. Το ίντερνετ, τα κοινωνικά μέσα, του φαίνονταν είτε επαναληπτικά είτε ευτελή, μια βαβούρα στοιχειωδών βαβισμάτων ή ρητορικής επίδειξης, όταν δεν χτίκιαζε από ηλιοβασιλέματα, κιουτ ζωάκια και σοφά ρητά. Απεναντίας το ίντερνετ, η πορνογραφία, ήταν ένα ατέλειωτο πανηγύρι. Ανακάλυψε κι αυτός την Αμερική, εντρύφησε κι αυτός στην τσόντα, εκεί μακριά από την εφηβεία και στο κατώφλι της μέσης ηλικίας. Σιγά σιγά έμαθε τι του αρέσει να μπανίζει, έγινε εκλεκτικός, ένας πρακτικός πορνογνώστης, ένας αυτοδίδακτος γκουρμέ της τσόντας: ανακάλυψε πόσο του αρέσουν οι ομοφυλοφιλικές τσόντες και ποιες ακριβώς, τι είδους πορνογραφικές λεσβίες τον φτιάχνουν, πόσο φως πρέπει να έχει ένα ερασιτεχνικό γαμήσι για να τον καυλώσει, ποια μεγάλα στούντιο προτιμάει ή απλώς ανέχεται· άρχισε να μαθαίνει ονόματα πορνοστάρ, να απολαμβάνει να παρακολουθεί σεξουαλικούς συνωστισμούς (αν και ήξερε ότι δεν είχε καμιά όρεξη να τους δοκιμάσει), να συγκαταβαίνει με τις χαζές πλοκές που τις σπρώχνουν υπερπρόθυμες κουκλάρες, να συμφιλιώνεται με τα πραγματικά φετίχ του (κάλτσες! χοντρούλες! δάχτυλα!) και να δείχνει μεγαλόψυχη κατανόηση για τα τερατουργήματα πλαστικών χειρουργών. Μαλακιζόταν, με η χωρίς πορνογραφία, δύο και τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα, κάθε μέρα· αρχικά καμάρωνε που ακόμα είχε ορμές εικοσάρη, χαιρόταν τη νωθρή διαύγεια που ερχότανε μετά τη μαλακία. Αισθανόταν ελεύθερος και ανοιχτός με τον κυριολεκτικότατα μαλακισμένο τρόπο που αισθάνονται ελεύθεροι και ανοιχτοί οι μετέφηβοι όταν τους αφήσουνε μόνους οι γονείς τους το καλοκαίρι στο σπίτι: περισσότερο σαν αφηρημένη δυνατότητα παρά σαν βούληση για πράξη.

Μετά τρεις περίπου μήνες μπούχτισε τις τσόντες και μετά από λίγο σιχάθηκε και την πολλή μαλακία. Μαλακιζόταν πια μια φορά τη μέρα, με παράπονο και με νοσταλγία, ανεβάζοντας σε επανάληψη στο θέατρο του νου του μεγάλες ερωτικές στιγμές του παρελθόντος του. Η διάθεσή του γινόταν πια υπερβολικά ενδοσκοπική, θυμόταν την πρώην γυναίκα του, θυμόταν και όλες τις άλλες, όλες όμως, θυμόταν τον μεγάλο έρωτα τον αγιάτρευτο, θυμόταν γενικώς. Άρχισε σιγά σιγά να περιφέρεται μέσα στο διαμέρισμα, πότε με έναν καφέ, πότε με μια σόδα χλιαρή ή με ένα ποτό στο χέρι, και να σημειώνει νοερά πού έγινε τι με ποια, κι ας είχε φύγει το παλιό κρεβάτι πριν χρόνια, κι ας είχε ανακαινιστεί η κουζίνα με θύμα τον μαρμάρινο νεροχύτη τον απέθαντο, κι ας είχε πεταχτεί ο καναπές, κι ας είχαν προ καιρού καταστραφεί στο καθαριστήριο οι κουρτίνες που κάποτε έκλεισε θεατρικά μέρα μεσημέρι για να πλησιάσει την, επίσης αμήχανη, Βέρα και να της βγάλει το αριστερό βυζί έξω από το μπουστάκι λες και της έκανε χειραψία. Λίγες βδομάδες μετά, κάθε φορά που την έπαιζε ήτανε σαν να επιβεβαίωνε την υποψία ότι έρωτας δεν θα ξαναρχόταν. Εκεί στους πέντε μήνες ήτανε επιπλέον βέβαιος, η ψυχή εξηντάρη, ότι δε θα του ξανασηκωνότανε ποτέ. Αν και άμαθος εντελώς από μπουρδέλα, αφού πρόλαβαν και τον περιέλαβαν οι συμμαθήτριες από τα 16 του, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να αποταθεί σε επαγγελματίες. Θα ήτανε διασκεδαστικός πελάτης, μια πινελιά αμήχανης πρωτοτυπίας, αν μη τι άλλο, μέσα στη βάρδια της κοπέλας: ζωντοχήρος που πρωτοανέβηκε τη σκάλα στα σαράντα του.

Εκεί στους πέντε, πεντέμιση μήνες προσπάθησε να βάλει μια καινούργια καθημερινή ρουτίνα: γύριζε από τη δουλειά, που πάντοτε του άρεσε και ας μην ήταν τίποτε «σπουδαίο» ή «δημιουργικό», και έτρωγε μόνον απ’ έξω πια ή πήγαινε με κανα φίλο για τσίπουρα ώστε να ακούει τα οικογενειακά προβλήματα των άλλων: τα οικονομικά, τις κτητικές γυναίκες, τα επαγγελματικά, τις αντρικές ζήλειες, τα ζαβά πεθερικά, τα άρρωστα κουτσούβελα – τη σπάνιδα και θλίψη του στοχοπροσηλωμένου πηδήματος των παντρεμένων που όλα αυτά κάλυπταν ελλιπώς. Μετά γύριζε σπίτι και έβλεπε ταινίες και έπινε μέχρι να κοιμηθεί. Ενδιάμεσα διάβαζε 3-4 σελίδες από την Άννα Καρένινα ή από τον ‘Γέρο και τη θάλασσα’ και αναρωτιόταν τι να κάνει η Βέρα, τι να κάνει ο μεγάλος έρωτας (που ούτε το όνομά της δεν ήθελε να πει), αν περνάει καλά η πρώην με τον νυν της. Άλλοτε έτρεμε από νοσοφοβία: κάπου τώρα μέσα του γινόταν η μοιραία μετάλλαξη, κάπου τώρα μέσα του κουμούλιαζε ένας θρόμβος. Η ψυχή εξηντάρη καταβυθιζόταν, βούλιαζε αργά και απομακρυνόταν μέσα σε νερά διαυγή προς έναν βυθό που δε θα φτάσεις με καμιά βουτιά. Έπρεπε να βρει έναν εθισμό, κατά προτίμηση όχι δαπανηρό ή θανατηφόρο.

Έπεσε λοιπόν στα κοινωνικά μέσα για να τον νανουρίζουν οι ξένες φλυαρίες, οι ατέρμονοι καβγάδες, οι γνώμες κι οι κοσμάρες, οι παρεξηγήσεις μικρού χωριού, τα κουτσομπολιά πριβέ και στο μεϊντάνι – για να τον νανουρίζουν οι ζωές των άλλων. Παρακολουθούσε λοιπόν διακριτικά λίγο πολύ τα νταραβέρια και τις λογομαχίες και τους πόνους των άλλων. Ο ίδιος ανέβαζε πότε κανα τραγούδι, πότε καμιά είδηση ή κάποια αξιοσημείωτη φωτογραφία που έβρισκε ενώ καθόταν αργός μπροστά στην οθόνη. Απέφευγε να γράφει, δεν ήξερε από τέτοια: ούτε να γράψει πολλά μπορούσε, ήταν αμελής κι απρόσεχτος, ούτε η δήθεν επιγραμματικότητα του πήγαινε. Τελικά ένα βράδυ, αργά, μετά από δυο-τρεις τεκίλες, έστειλε μήνυμα σε κάποια που του άρεσε πολύ η φωτογραφία της, το μισάνοιχτο σοβαρό χαμόγελο και το μισάνοιχτο ντεκολτέ, σίγουρα μυρωμένο. Μέσα σε μια βδομάδα κουβέντιαζαν ολονυχτίς με τις ώρες, το πρωί πήγαινε στη δουλειά και σερνόταν: οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια του τον έκαναν να μοιάζει με αυνάνα συστηματικό – αν και είχαν παρέλθει οι καιροί εκείνοι.

Στις δέκα μέρες βγήκαν, η κοπέλα ήτανε λιγάκι μεγαλύτερή του, όμως εκείνος την έβλεπε και την ένιωθε έτσι: «κοπέλα». Όταν τελικά την είδε από κοντά έκανε ότι δεν την εξέτασε, όμως ήξερε ότι είχε όλη τη βραδιά μπροστά του. Είχαν ανταλλάξει τρεις τέσσερις φωτογραφίες, αλλά είναι δεδομένη η κολακεία των φωτογραφιών μας που διαλέγουμε να μοιραστούμε, ήδη από τον καιρό της δαγκεροτυπίας. Την κοίταγε λοιπόν λοξά και δεν ήξερε τι να σκεφτεί για το σώμα της: μάλλον την ήθελε μόνο και μόνο επειδή τόσους μήνες τον είχε μαράνει και τον είχε διαβρώσει η μοναξιά, ε; Την ήθελε πραγματικά; Ποιος ξέρει. Περίεργο σώμα είχε, από αυτά που δεν περιγράφονται, ψηλή και λεβέντισσα θα την έλεγε αν θα την έλεγε κάτι, αλλά τον γαργαλούσε η θέα του και η μυρωδιά του εξ αποστάσεως· μετά από κανα δυο ποτά και κοιτώντας την σχεδόν αφηρημένα και πάντως απλανώς ένιωσε τη μικρή συμφόρηση όταν αρχίζει η καύλα, ποια του θύμιζε δεν ήξερε αλλά η ματιά της έκαιγε όπως τον έχει ξανακάψει ματιά άλλη μία, άντε δύο, φορές. Τι έψαχνε εκείνη, άδηλο. Αν ήτανε τρελή, επίσης άδηλο. Ευτυχώς ήταν ανύπαντρη ή χωρισμένη: αδέσμευτη κι ανεμπόδιστη. Τα έπιναν μέχρι τις τέσσερις. Εκείνη παρέμενε κεφάτη αλλά ευδιάκριτα αμήχανη, «άρα με θέλει», ενώ ο ίδιος αισθανόταν άνετα, χαλαρά, όμορφα: σαν να ήταν η ψυχή του διακοπές. Σταυροφιλήθηκαν και χωρίστηκαν. Πήγε σπίτι, ξεντύθηκε, την έπαιξε γι’ αυτήν αλλά επίτηδες το έκοψε και δεν έχυσε. Αποκοιμήθηκε χαμογελώντας.

Τον ξύπνησε το θηρίο ο ήλιος του Σαββάτου. Το σώμα του γινότανε ξανά τουριστικός προορισμός και συνέβαινε κάτι πολύ παραπάνω: ξαναζούσε και γι’ αυτό ξαναγινόταν τουριστικός προορισμός. Όταν σταυροφιλήθηκαν το προηγούμενο βράδυ μύρισε τον απόηχο του ιδρώτα της, μεθύσι άγριο και δεινότερο από τα πέντε ουίσκια που είχε κατεβάσει. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε ότι θα το κάνουν, ότι θα βουλιάξει στο κορμί της χωρίς προορισμό και πλάνο, ότι θα τη γαμήσει με τις ώρες μία και δύο φορές και ότι την τρίτη θα τη χύσει κάπως αλλιώς, ότι στο μεταξύ θα γλείψει και θα δαγκώσει και θα καταφιλήσει ό,τι έχει και δεν έχει. Ότι κάθιδρος θα της χάριζε απλά κι ανέμελα το κορμί του, ολόκληρη την πατρίδα του, όπως θα διαγούμιζε τυφλά και με μανία το δικό της. Ότι θα ανασαίνει από κάτω της και από πάνω της και από πίσω της και – μετά – από δίπλα της, σαν τρένο και σαν χύτρα, άκομψα κι άγαρμπα κι ανέμελα. Για πρώτη φορά ήξερε από πριν ότι την επόμενη φορά που θα τη συναντούσε, πολύ πριν της το κάνει, θα έσκυβε να τη φιλήσει εκείνος πρώτος. Και κάθε υποψία χηρείας θα χανόταν επιτέλους.

Μέχρι την επόμενη παλινωδία

Αποφάσισα να σταματήσω να γράφω εδώ επ’ αόριστον. Μέχρι να με ταράξει η επόμενη κτηνωδία ή, κάπως πιο απίθανο, η επόμενη μεγάλη χαρά. Αλλά νομίζω ότι ήρθε η ώρα για μια κάπως πιο διαρκή σιωπή.

Δε θα αιτιολογήσω την απόφασή μου, είναι απόφαση που εκφράζεται σαν τάχα παρόρμηση, ενώ σιγοψήνεται μέσα μου καιρό. Απλώς θα παραθέσω παραγράφους σχετικά με αυτή τη διαδικασία σιγοψησίματος, που μπορεί να είναι χρήσιμες πέρα από αυτοαναφορικότητες και ψώνισμα.

Οχτώμισυ χρόνια γράφω εδώ, αυτή είναι η ενιακοσιοστή δέκατη πέμπτη ανάρτηση. Πρέπει να προσέχουμε να μη γίνουμε Ρίτσος: ο πληθωρισμός ευτελίζει ακόμα και τα πολύτιμα. Και η ανάγκη να αποφύγεις τη μανιέρα γίνεται στο τέλος κι αυτή μανιέρα. Ξέρετε τι εννοώ, διαβάστε έντυπο Τύπο… Συνεπώς, μεταξύ μανιέρας, που με εξάσκηση γίνεται εύκολη, και σιωπής, που με εξάσκηση γίνεται αβάσταχτη, προτιμάς τη σιωπή. Ιδίως αν δεν έχεις κάτι να πεις, ιδίως αν νιώθεις ότι επαναλαμβάνεσαι.

Εδώ και τριάμισυ χρόνια ό,τι και να πω για τα κοινά, για το ευρύτερα πολιτικό, μοιάζει λεκιασμένο από μέλια ζαχαρωμένα και ξεραμένα που μάζεψαν σφήκες και μυρμήγκια. Πολτός τα νοήματα, βούτυρα πασαλειμμένα πάνω σε τραπεζομάντηλα τα επιχειρήματα. Δεν είμαι από αυτούς που θέλουν να ουρλιάζουν, να συζητάω θέλω. Έτσι ζω, συζητώντας. Ρωτώντας. Ακούγοντας. Πολλές φορές διακόπτοντας και μετανιώνοντάς το. Σιχαίνομαι τα βρισίδια προς ανθρώπους, γι’ αυτό και απολαμβάνω να βρίζω πράγματα: τον λάπτοπ, το κινητό και το αμάξι μου, το γαμημένο το στυλό που πέφτει στο πάτωμα. Αλλά η κατάσταση μετά τον Φεβρουάριο του ’12 είναι για κραυγές και για βρισίδια και για πολλά άλλα και πολύ χειρότερα. Ποστάκια θα γράφουμε; Για να τα διαβάζουν όσοι συμφωνούνε μαζί μου; Ναι, ξέρω ότι εγώ ο ίδιος έχω αντικρούσει αυτό που λέω εδώ. Αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα με την αντίφαση και την αυτοαναίρεση, νάφομεν και απιστούμεν, μονολογώ φωναχτά: όποιος θέλει δόγματα, εκεί που τα πουλάνε.

Γράφω περισσότερο από όσο θα ήθελα εδώ γιατί είμαι στερημένος: άγρια στερημένος από τη ζωή στην πόλη. Σιχαίνομαι την επαρχία και χλευάζω τα προάστεια αλλά, να, ζω 5+12 χρόνια στην επαρχία νησιών, από τα ανοιχτά βορειοδυτικά της Ευρώπης στα ανοιχτά νοτιοανατολικά της. Για μένα λοιπόν τα σοσιαλμήντια είναι το αποκούμπι αυτοέκφρασης και σχετικού αυθορμητισμού. Δεν περιμένω να καταλάβετε, απλώς το λέω.

Ενθουσιάζομαι εύκολα και δωρεάν. Κάθε φορά που ενθουσιάζομαι, κάποιοι θα με ρωτήσουν τι κρύβεται από πίσω. Σίγουρα θα ψάχνω δουλειά, γκόμενα, ανάδειξη και φήμη (ναι, μέσα από ένα μπλογκ που μόλις μια ανάρτηση ξεπεράσει τα πεντακόσια χιτ μπαίνει στα Greatest Hits — χαχά), ή να το παίξω μέντορας και αρχιπαράγοντας αν όχι εκδότης-διευθυντής. Αφενός, άμα εκτίθεσαι (σχεδόν) δημόσια, τα ακούς αυτά, και άλλα πολλά. Αφετέρου, ζω στην επαρχία: γνωστό φαινόμενο οι κουτσομπόληδες κι ανακατωσούρηδες που σου μιλάνε για τη ζωή σου γιατί η δική τους είναι σαθρές κατασκευές με ελενίτ. Και τους καταλαβαίνω τους κουτσομπόληδες και τις καγκουριές τους: από στέρηση, ακύρωση κι οργή ασχολούνται με τις ζωές των άλλων. Κι εγώ από στέρηση της πόλης βάζω τον πόνο μου σε πίξελ, που λέει κι ο Γίγας. Something’s gotta give.

Ναι, είμαι υπεράνω, αν είναι να το πούμε έτσι. Όλοι οι ψημένοι άνθρωποι είμαστε υπεράνω. Από μια ηλικία και μετά, ας πούμε τα 20, τα 25 ή τα 35, είσαι το υλικό που παραδίδει σ’ εσένα η παιδική σου ηλικία και η εφηβεία σου: αυτό είσαι με αυτό θα δουλέψεις, ως αυτό υπάρχεις. Θα καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να καλλιεργήσεις, θα επουλώσεις ό,τι μπορείς και όπως μπορείς: με φάρμακα, με ψυχοθεραπεία, με γιόγκα, με αφοσίωση, με φιλίες κι αγάπη (αν βρεις). Mετά τα (ας πούμε) 25, τα παιδικά σου χρόνια (ήσουν παραχαϊδεμένος, ήσουν παραμελημένος, οι γονείς σου σε κόμπλαραν, ήτανε λούζερ πελώριοι, σε εγκατέλειψαν, χώρισαν, τους είδες να το κάνουν, αλληλομισιούνταν κι έμειναν μαζί για σένα κτλ.) εξηγούνε πολλά, όμως όχι όλα. Και δε δικαιολογούνε τίποτε.

Ενθουσιάζομαι εύκολα, βαριέμαι γρήγορα, αλλά η αφοσίωσή μου και η προτίμησή μου για ό,τι με ενθουσίασε δε σβήνει. Δεν πρόκειται για αφοσίωση στην ανάμνηση του ενθουσιασμού. Απλώς οι «υπεράνω» μάλλον αφήνονται να ενθουσιαστούν από όσα τους μιλάνε, τους αγγίζουν, τους μετακινούν, τους στέλνουνε στους δήμους ονείρων. Όταν πρωτοάκουσα την Παθητική Σονάτα, νόμισα ότι είναι το συγκλονιστικότερο κομμάτι μουσικής όλων των εποχών (ναι, ρε Γιώργο, αφού με ξέρεις: των υπερθετικών είμαι). Δεν είναι. Αλλά κάθε φορά που θα την ξανακούσω, μέχρι και τώρα, 26 χρόνια μετά, τα σφυράκια του πιάνου χτυπάνε μικρούς κρυστάλλους μέσα μου, κι όχι μόνο τα σύρματα μέσα στο ξύλινο τελάρο του αργαλειού που λένε πιάνο.

Δε θα κλείσω αμερικάνικα, ομολογώντας πόσους ανθρώπους γνώρισα και πόσους φίλους έκανα και πόσα έμαθα. Όχι. Άλλωστε θα είναι κλειστά εδώ μόλις μέχρι νεωτέρας, μέχρι την επόμενη παλινωδία.

Η φωτογραφία είναι του Todd Webb.

Σώματα

και πάλι του Κάπα Κάπα Μοίρη, αλλά ντιπ για ντιπ λοξά όμως

Μου γράφει ένας φίλος ότι έχει ενοχές που ψωλοβαράει: που ζει κι επιθυμεί και καυλώνει. Ένας άλλος που έχει δουλειά και φαΐ να φάει μέσα στην ανέχεια και στην εξαθλίωση των άλλων. Ένας τρίτος ντρέπεται που πρόλαβε με υποτροφίες και κάτι οικογενειακές οικονομίες να ταξιδέψει και να δει τρεις τόπους και να γνωρίσει πέντε ανθρώπους πέρα από τη χώρα που ορίζει η εμβέλεια της κάθε Τατιάνας. Άλλους τους τυραννάει η αρρώστια, σε μια χώρα που δεν τολμάς να μην είσαι υγιής.

Τι να απαντήσεις. Σε μια κοινωνία που το σώμα βρίσκεται επιμελώς φυλαγμένο μαζί με τα κυριακάτικα ρούχα και τις γιορτινές φορεσιές, είμαστε όλοι λίγο-πολύ ασώματοι και αποπνευματωμένοι. Την ολοκληρωτική αποπνευμάτωση τη φέρνει ο τρόπος των σοσιαλμήντια, μέσα στα οποία νομίζουμε ότι υπάρχουμε ολόκληροι, αλλά ωστόσο βρισκόμαστε σε αυτά τόσο όσο σε ένα τηλεγράφημα, ένα τηλεφώνημα, ένα γράμμα: ως ίσκιοι και φαντάσματα.

Πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε το σώμα μας. Σοβαρά. Το σώμα που πεινάει και κρυώνει κι επιθυμεί κι εκστασιάζεται, που αρρωσταίνει και πάσχει όταν θλίβεται η ψυχή μας, όταν βουίζει ο νους, όταν αμφιταλαντεύεται η επιθυμία. Έτσι είναι. Πρώτα σε πείθουν ότι δε χρειάζεσαι το σώμα σου, ότι είσαι κάτι άλλο από το σώμα, λες και δεν είναι το σώμα η έδρα του νου, μετά σε πείθουν να μη σε απασχολεί η αυτοδιάθεσή σου, να εκχωρήσεις τους τίτλους ιδιοκτησίας του σώματός σου (που εν μέρει είναι η ταυτότητά σου) σε κάποιον άλλο. Στο τέλος ντρέπεσαι που δεν είσαι άυλος, που δεν είσαι δύναμη, εξουσία, κυριότητα, θρόνος, χερουβείμ, σεραφείμ. Όσοι θέλουνε να κυβερνήσουν τον κόσμο, προσπαθούν (με ενοχές ή αλλιώς) να πείσουν όσους θα μπορούσαν να τους αντιταχθούν ότι κατ’ αρχάς θα έπρεπε να είσαι ασώματοι και άυλοι. Είναι μια πολύ καλή μέθοδος να εξουδετερώνεις τον άλλο. Αποδεδειγμένα.

Είναι μοναχική αυτή η πτήση. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς πρόχειρα το ανάγλυφο που ορίζεται από το τι λεν οι άλλοι, από το κοντό και το μακρύ του καθενός, για να προσανατολιστείς. Χρειάζεσαι τρία τέσσερα σημεία αναφοράς (πολλοί τα λένε φίλους) για να κάνεις τα τριγωνομετρικά σου, να χαράξεις τις πορείες σου, να ξέρεις από πού έρχεσαι, πού πας και — κυρίως — πού βρίσκεται ο ορίζοντας. Γιατί αν χάσεις τον ορίζοντα, ίλιγγος και περιδίνηση, αναδίπλωση μέσα στην ενδοσκόπηση. Και απώλεια στήριξης. Όμως άμα μάθεις να πετάς καλά και έχεις και γυροσκόπια, που δεν κοιτούν τι υπάρχει από κάτω, αλλά σε κρατάνε σταθερό και προσανατολισμένο με την περιστροφή τους, ε, πας μέχρι και σε τροχιά για να βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει 50 και 100 φορές και να δύει άλλες τόσες.

Όμως για όλα αυτά χρειάζεσαι σώμα. Τουλάχιστον το δικό σου. Και να μην αφήνεις να σε κάνουν να ντραπείς που κρυώνει και πεινάει κι αρρωσταίνει και χέζει. Που επιθυμεί και σκέφτεται και σκιρτά. Που χορεύει και στοχάζεται κι αγαπάει.

Η μάχη για τον κόσμο ξεκινάει με την ανακατάληψη του σώματος. Στο σώμα είναι η χαρά. Από το σώμα είναι η ελευθερία.

Η κεφαλή της Μέδουσας

Όταν κοιτάμε τον καθρέφτη τι βλέπουμε; Κοιτάμε στον καθρέφτη γιατί μας προστατεύει.

Τους ανθρώπους δε μας τυραννάει απλώς και μόνο ο θάνατος. Μας βασανίζει κάθε τι το αναπόδραστο και μας τρελαίνει ό,τι είναι αμετάκλητο. Ό,τι κι αν είναι. Μας βασανίζει άπαξ και το θεωρήσουμε αναπόδραστο, άπαξ και μας φανεί αμετάκλητο. Αλλά τελικά το μόνο αμετάκλητο είναι ο θάνατος. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας θεωρώντας ότι ένα σωρό άλλα πράγματα είναι αναπόδραστα και αφηνόμαστε να μας κατασπαράξουν ή να μας διαβρώσουν. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας νομίζοντας ότι τόσα και τόσα είναι αμετάκλητα: τα περνάμε για θάνατο και γι’ αυτό παραλύουμε.

Αυτό που μας βασανίζει είναι συνήθως και αυτό που βλέπουμε στους άλλους. Το βλέπεις συνέχεια. Όχι, δεν προβάλλουμε στους άλλους αυτό που έχουμε μέσα μας, όχι: προβάλλουμε ό,τι μας βασανίζει. Η περιφερειακή μας όραση θα τσιμπήσει αυτό που μας τρώει καθώς θα κινείται και θα στρέψει τη ματιά μας προς τα εκεί. Γι’ αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τι μας λένε οι άλλοι, ακόμα και όταν φλυαρούν — ιδίως τότε. Γι’ αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τον εαυτό μας.

Mural: Breathe 

Γνώρισα ανθρώπους που ασπαστήκανε θρησκείες στα πενήντα τους, έγιναν νεοφώτιστοι στη μέση  ηλικία. Έπιασαν κι επανερμήνευσαν τον κόσμο από την αρχή — γιατί κάθε ζωή είναι κόσμος: δεν είναι αφήγηση, είναι κόσμος. Ξαναδίνουν νόημα έτσι σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου, του έξω και του ένδον τους: υπάρχει κάπου κάποια δοξασία που σε πάει κάπου έξω από τον κόσμο, υπάρχει σε κάποια γωνιά αυτού του πλανητάκου μια δεισιδαιμονία που αντανακλά την άπειρη παρουσία. Την άπειρη παρουσία που ενδιαφέρεται γι’ αυτούς και για εσάς και για όλους. Μέσα από υφάσματα και πέτρες και φωνές και λιβάνια. Κι ίσως και τίποτε γυαλιά χρωματισμένα στα παράθυρα, μέσα από τα οποία περνάει η αιώνια μεταφορά: το φως.

Γνώρισα ανθρώπους που θέλησαν να αυτοπροσδιοριστούν μέσα από τον έρωτα αλλά ο έρωτας είναι άτιμος και απείθαρχος: τον ψάχνεις και λανθάνει, θες να τον αφήσεις να σε προσδιορίσει και αρνείται έστω και να σου γρατσουνίσει τον καρπό. Τον πιστεύεις, του ανάβεις θυμίαμα και μετά τον λησμονείς. Από την άλλη, θες να σε αφήσει ήσυχο και σε αφανίζει με άνεση κι ευκολία, με κάθε ανεμελιά, μια κι έξω και για πάντα και ενίοτε αμετάκλητα. Θες να σιωπήσει αλλά γίνεται σάλπιγγα και τύμπανο και η θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει. Και αν ποτέ σιωπήσει, και αν ποτέ σου δώσει αυτό που θες, και αν κάποτε σου πει για μια μικρή γωνιά του εαυτούλη σου όπου αντανακλάται η τρομερή λάμψη της ύπαρξης, η ακτινοβολία μέλανος σώματος, δηλαδή της πάμφωτης αβύσσου μέσα σου, δεν ξέρεις και τι να κάνεις με αυτό που σου έδωσε ο έρωτας. Το κλείνεις στο χέρι, χαμογελάς, ακούς την ωραία σιωπή και την απόγευση· λες «είμαι πλούσιος». Ο έρωτας σου έχτισε ακόμα έναν τόπο μέσα στον κόσμο μέσα σου, μια νέα βασιλεία. Είσαι πλούσιος.

Γνώρισα ανθρώπους που αφοσιώθηκαν στην ακινησία. Ή μάλλον, στη φρεναπάτη της ακινησίας. Γιατί τίποτε δεν είναι ακίνητο. Μπορεί απλώς να πέφτει και να λες «α, ακινητεί». Πάντως ακίνητο δεν είναι. Αυτοί λοιπόν δόθηκαν στην ακινησία, άφησαν τον κόσμο να ταξιδέψει όσο θέλει, να πάει όσο μακριά μπορεί, βέβαιοι ότι πάλι σ’ εκείνους θα επιστρέψει. Δεν πήραν θέση, δεν εξέφρασαν γνώμη, δεν κράτησαν στάση. Μπορεί και να ένιωσαν πως αυτό που έχουνε μέσα τους, ο κόσμος που είναι η κάθε ζωή, είναι πιο απέραντος από τον κόσμο γύρω τους. Ίσως να φρονούν ότι ο ένδον κόσμος ο δικός τους είναι μυθικότερος και με πιο φωτεινούς πλανήτες και λαμπρότερους ήλιους και απαλότερους γαλαξίες χυμένους πάνω στον δικό τους κατασκότεινο ουρανό, μυθικότερος από του φτωχού, από του κουτού, από του ανάπηρου, από του άλλου.

Αλλά ο κόσμος σου υπάρχει επειδή υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι.

Έκθεση ιδεών

Το έτος είναι 1988. Ένα γειτονόπουλο μεγαλύτερό μου, που αργότερα έγινε νομικός (μαθαίνω ότι τώρα είναι δεσπότης ή πάει για δεσπότης), μου εξηγεί τη θεωρία του πέταλου: η άκρα δεξιά και η άκρα αριστερά είναι πολύ κοντά. Θυμάμαι ότι τότε μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η ιδέα και μου είχε φανεί παράλογη: η άκρα δεξιά ήταν οι φασίστες που σκότωναν τον κόσμο και ήθελαν να φτιάξουν «ολοκληρωτικό καθεστώς» (που έλεγε ο μπαμπάς), ενώ η άκρα αριστερά είναι κάτι μουσάτοι με αμπέχωνα που μιλάνε συνέχεια για διαλεχτικό προτσές και στρουχτούρες και κολλάν αφίσες στα Εξάρχεια (θυμάμαι πώς γυάλιζε η φρέσκια κόλλα). Αυτά τα 1988.

Αργότερα, ένας μεγαλύτερος συμμαθητής μού εξήγησε τη θεωρία του εκκρεμούς: όσο πιο πολύ ταλαντώνεται προς τα αριστερά μια κοινωνία, τόσο πιο πολύ στα δεξιά θα επιστρέψει. Σαν εκκρεμές. Αυτά το 1990.

Γενιές Ελλήνων έχουμε μεγαλώσει με εκθέσεις ιδεών, με τις απλοϊκές ψευτοδιαλεκτικές αναλύσεις του Ευάγγελου Παπανούτσου. Έχουμε ντρεσαριστεί να σκεφτόμαστε επιφανειακά, σα φοιτητές της Σορβόννης επί σχολαστικισμού: με ναι μεν άλλα, με δράση και αντίδραση, με υπέρ και κατά, με cui prodest, με όπως το βλέπει κανείς. Έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε την κριτική ‘στείρο αρνητισμό’ και τον σχετικισμό μετριοπάθεια. Έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε όχι εκτός κοινωνικών συμφραζομένων αλλά με όρους και κοινωνικά συμφραζόμενα παρισινού αστού άντρα το 1962 που αναστοχάζεται τη μοιχεία και που σχεδιάζει να ζητήσει προαγωγή.

Μέσα από την Έκθεση έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μόνο μία ουσιώδη σύγκρουση στην ανθρώπινη Ιστορία: εκείνη μεταξύ ευδαιμονισμού, καταναλωτισμού, υλισμού από τη μια και Αξιών από την άλλη. Αυτό που η ύλη της Έκθεσης θεωρούσε κοινή λογική είναι υπεράνω επιστήμης, κριτικής: το δοκίμιο είναι πάνω από το επιστημονικό άρθρο, το χρονογράφημα μπορεί να περιχαρακώσει, να ‘ψυχολογήσει’ και να εκτονώσει το έργο τέχνης. Η Έκθεση δίδασκε ως άχρονες και διαχρονικές τις πρόσκαιρες αξίες μιας χούφτας γραφιάδων συναθροισμένων γύρω από τη Ζωή, τον Παρνασσό, την ΕΡΕ, την Ευθύνη, τη ΧΑΝ και τη Νέα Εστία.

Η πολιτική θεωρία της Έκθεσης είναι αυτή καθαυτή η επίμονη μεσότητα, η μεσότητα του Προκρούστη: συμβιβασμός χωρίς δικαιοσύνη, πατριωτισμός χωρίς κριτική, κοινωνική ειρήνη χωρίς αντικουλτούρα, δημοκρατία χωρίς ελευθερίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις ανάμεσα στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η προάσπιση των δικαιωμάτων.

Η ηθική της Έκθεσης είναι η συμμόρφωση και η υποταγή των νέων α λα Ηθικά Νικομάχεια, όπως τα ερμηνεύει ο Ράσελ:

This book (Nicomachean Ethics) appeals to the respectable middle-aged, and has been used by them, especially since the seventeenth century, to repress the ardours and enthusiasms of the young. But to a man with any depth of feeling it cannot but be repulsive.

Στον κόσμο που τροφοδοτεί την Έκθεση με έργα Παπανούτσου και Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, ενίοτε και Β. Φίλια για ξεκάρφωμα, η αριστοτέλεια ηθική είναι εμπλουτισμένη με τη φιλανθρωπία και τη χριστιανική αγάπη αραιωμένες μέσα στο πρόταγμα να είσαι αδέκαστος σε βαθμό που καθίστανται βουδιστική συμπόνοια. Να βοηθήσω χωρίς να αναμειχθώ, χωρίς να μεροληπτήσω. Να συνεισφέρω χωρίς να παρέμβω, σχεδόν με αναχωρητισμό. Να θυμάμαι ότι μια κακή ειρήνη είναι καλύτερη από έναν καλό πόλεμο, εκτός και εάν ο πόλεμος είναι εθνικοαπελευθερωτικός. Ο έρωτας είναι ιδανικό που τροφοδοτεί την ποίηση ώσπου να γίνει γάμος κι οικογένεια, άρα κι αυτός ‘διαχρονική’ αξία.

Η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η παιδεία: η Έκθεση υπάρχει και αρθρώνεται στον κόσμο του αχαλίνωτου εμπειρισμού και τρέφεται από το δόγμα του μπιχεβιορισμού. Με άλλα λόγια, η λύση για όλα στον κόσμο της έκθεσης είναι η προπαγάνδα.

Το 2013 διαβάζουμε παντού εκθέσεις ιδεών. Ζούμε μέσα σε μια έκθεση ιδεών, ζούμε στον κόσμο της. Από τον επικίνδυνο Σακκά μέχρι τον ακίνδυνο Κασιδιάρη. Από τους συμψηφισμούς μέχρι τη ρητορική της στρεψοδικίας. Από τον Χορό λευκοφόρων με πινακιδίτσες ‘όχι στη βία’, στους αρουραίους που τρέφονται με το φαγητό των εξαθλιωμένων αστέγων μέσα στα σκουπίδια. Ζούμε στη ρητορική και ζούμε την εκποίηση. Ζούμε στον θρίαμβο της προπαγάνδας. Στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου.